Supreme Court dismisses appeal due to inadmissible supplementary grounds filed too late under Article 569 of CPC.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's decision regarding parental communication obligations. The appellant argued that the lower court incorrectly applied Article 947 of the Code of Civil Procedure by imposing fines and detention for fourteen separate violations of a single order. However, the Court ruled that the appeal was inadmissible because the supplementary grounds relied upon were filed less than thirty days before the hearing, violating the strict procedural timeline established by Article 569 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 569, 577 of the Code of Civil Procedure: Supplementary grounds for cassation must be filed at least thirty days prior to the hearing; failure to comply renders them inadmissible regardless of their substantive merit.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 218 / 2026 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 218/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Μαρία Αρχοντάκη Τραυλού Τζανετάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Φ. Κ. , συζύγου Ι. Θ. , κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παγορόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Α. του Γ. , κατοίκου ... , ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Ευαγγελίας Παπαδοπούλου - Διαμαντοπούλου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/10/2019 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1078/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1351/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/7/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 18.7.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών με αριθ. 1351/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, κατά της με αριθ. 1078/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή, είχε βεβαιωθεί ότι η εναγομένη προέβη στην τέλεση συνολικά 14 παραβάσεων του διατακτικού της με αριθ. 2240/2019 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου που αφορούσε στην επικοινωνία του ενάγοντος, ήδη αναιρεσιβλήτου, με την ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων, είχε καταδικαστεί η εναγομένη σε χρηματική ποινή 7.000 ευρώ και είχε απαγγελθεί σε βάρος της προσωπική κράτηση διάρκειας 280 ημερών.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ). 1. Σύμφωνα με το άρθρο 947 παρ. 1 ΚΠολΔ, όταν από το δικαστήριο της ουσίας επιβάλλεται στον οφειλέτη η υποχρέωση να παραλείψει ή να ανεχθεί κάποια πράξη, απειλείται παράλληλα, ως μέσο έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης για την περίπτωση της μη εκούσιας συμμόρφωσής του, χρηματική ποινή υπέρ του δανειστή και προσωπική κράτηση σε βάρος του υπόχρεου.
Οι διατάξεις αυτές, που εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις του άρθρου 950 ΚΠολΔ και προβλέπουν την επιβολή υποχρέωσης και την επέλευση συνεπειών, είναι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, η παραβίασή τους είτε από το δικαστήριο που επιβάλλει την υποχρέωση και απειλεί τις συνέπειες είτε από εκείνο που καλείται να διαγνώσει τη μη εκπλήρωση της υποχρέωσης και την επέλευση των συνεπειών, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρθηκαν, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Περαιτέρω, κατ' εφαρμογή του γενικού κανόνα "ουδείς υποχρεούται εις τα αδύνατα", η σε βάρος του κατά το άρθρο 947 παρ. 1 ΚΠολΔ οφειλέτη επέλευση των συνεπειών που έχουν απειληθεί από το δικαστήριο της ουσίας προϋποθέτει γνώση, δυνατότητα συμμόρφωσης και πρόθεση μη συμμόρφωσης. Τα στοιχεία αυτά αποτελούν αναγκαίο περιεχόμενο της αγωγής του δανειστή, με την οποία επιδιώκεται ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου η βεβαίωση της παράβασης και η καταδίκη του οφειλέτη στη χρηματική ποινή και στην προσωπική κράτηση. Οι επί μέρους περιστάσεις, όμως, από τις οποίες επιβεβαιώνεται ή αποκλείεται η βασιμότητα της συνδρομής των στοιχείων αυτών, είναι επιτρεπτό να συμπληρωθούν κατά την αποδεικτική διαδικασία. Το δικαστήριο της ουσίας, πάντως, για να εκπληρώσει την υποχρέωση εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης της απόφασής του, οφείλει να διαλάβει σ' αυτήν, έστω και με γενικό, αλλά σαφή τρόπο, περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ή να μην προκύπτει η συνδρομή των ως άνω προϋποθέσεων (ΑΠ 1631/2018, ΑΠ 54/2012).
2. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (ΟλΑΠ 2/2021, ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2025, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020).
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ) και συντρέχει, αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από τον αριθμό 8 λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, ενώ ο από τον αριθμό 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής (με άλλες λέξεις, αν έγινε απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου που θεμελιώνει την αγωγή και στηρίζει το αίτημά της), την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (Ολ ΑΠ 112/2008, ΑΠ 1247/2019, ΑΠ 106/2015).
Εξάλλου, κατά την διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 308/2020).
Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016), αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 76/2016) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 21/2024, ΑΠ 194/2023, ΑΠ 179/2019). 3.
Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.
Για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του κατά τις συνδυασμένες ως άνω διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 136/2022, ΑΠ 798/2010, ΑΠ 22/2005).
Για την πληρότητα δε του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1498/2021, ΑΠ 956/2021, ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 1065/2014, ΑΠ 551/2013).
Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (αληθώς κατά το περιεχόμενο του λόγου), με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προταθείσα ένστασή της περί αοριστίας της ένδικης αγωγής, διότι, κατά τη σαφή έννοια της διάταξης του άρθρου 950 παρ. 2 ΚΠολΔ, βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή της αποτελεί το γεγονός ότι εκείνος που παρεμποδίζει το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο ενεργεί με πρόθεση ματαίωσης και αποτροπής αυτής, πράγμα που επιτυγχάνεται όταν ο υπόχρεος παροτρύνει ή εξωθεί το τέκνο να αποφύγει την επικοινωνία, ενώ, όταν η επικοινωνία ματαιώνεται λόγω άρνησης του τέκνου να επικοινωνήσει με τον γονέα του, η ματαίωση αυτή δεν οφείλεται αναγκαστικά, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε επίδραση του γονέα που έχει την υποχρέωση, κατ' άρθρο 1520 ΑΚ, να ανεχθεί την επικοινωνία και γι' αυτό θα έπρεπε στην ένδικη αγωγή, με την οποία ζητείται η βεβαίωση των παραβιάσεων της απόφασης που ρύθμισε την επικοινωνία του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου με την ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων, να εξιστορούνται όλα τα στοιχεία που καταδεικνύουν ότι η μη επικοινωνία της ανήλικης Ε.
Α. με τον ενάγοντα οφείλεται σε πράξεις ή παραλείψεις της εναγομένης, που έγιναν με σκοπό να μην εφαρμόσει το διατακτικό της με αριθ. 2240/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και όχι στην άρνηση της ανήλικης να επικοινωνήσει μαζί του.
Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος, ιστορούσε σε αυτήν τα ακόλουθα: Ότι με την με αριθ. 2240/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ρυθμίστηκε προσωρινά, μεταξύ άλλων, η επικοινωνία του με την ανήλικη θυγατέρα του, σύμφωνα με τον ειδικότερα διαλαμβανόμενο στο διατακτικό της τρόπο και απειλήθηκε σε βάρος της εναγομένης (αναιρεσείουσας), για κάθε παράβαση των διατάξεων του διατακτικού της απόφασης, όσον αφορά στην επικοινωνία του με το ανήλικο τέκνο, χρηματική ποινή ύψους πεντακοσίων (500) ευρώ και προσωπική κράτηση διάρκειας είκοσι (20) ημερών για κάθε παράβαση.
Ότι η εναγομένη, παρά την επίδοση σ' αυτήν της εν λόγω απόφασης στις 18.4.2019, με επιταγή προς εκτέλεση, δεν συμμορφώθηκε προς το διατακτικό της, αλλά με πρόθεση παρεμπόδιζε την επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο του, κατά τους χρόνους και με τους τρόπους που αναλυτικά εξέθετε, και δη ότι στις πλείστες των περιπτώσεων (συνολικά 17), που επιδίωξε την επικοινωνία με το τέκνο του, σύμφωνα με το διατακτικό της άνω με αριθ. 2240/2019 απόφασης, στην δηλωθείσα από την εναγομένη κατοικία της, στο Κάτω Σούλι Μαραθώνα Αττικής, αυτή απουσίαζε από την οικία, ενώ και καθ' όλο το προηγούμενο διάστημα από τον Δεκέμβριο του 2014 και μετά εμπόδιζε με πρόθεση την επικοινωνία του με την ανήλικη, επηρεάζοντάς την αρνητικά σε βάρος του, με σωρεία δικαστικών ενεργειών, με συνέπεια την αποξένωση του τέκνου από τον ίδιο και την επίδειξη αρνητικής στάσης απέναντί του.
Ειδικότερα δε εξέθετε, ότι καθ' όλο το προηγούμενο διάστημα από τον Δεκέμβριο του 2014 και εντεύθεν, η εναγομένη αφενός δεν τήρησε την μεταξύ τους συμφωνία, κατά την διακοπή της συμβίωσής τους τον Ιούλιο του 2014, για τον τρόπο επικοινωνίας του με την ανήλικη, και αφετέρου προέβη σε πλήθος δικαστικών ενεργειών για να αποτρέψει την επικοινωνία, όπως, α) στην από 22.12.2014 αίτησή του για επικοινωνία του με την ανήλικη με προσωρινή διαταγή, ισχυρίστηκε με το με ίδια ημερομηνία σημείωμά της ότι είχε προβεί σε ασελγείς πράξεις σε βάρος της ανήλικης και ακολούθως προέβη σε σχετική μηνυτήρια αναφορά, β) υπέβαλε την από 20.2.2015 αίτησή της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών για ανάκληση της από 22.12.2014 προσωρινής διαταγής που όριζε τον τρόπο επικοινωνίας του με την ανήλικη, που εκδικάστηκε στις 26.2.2015 και απορρίφθηκε, γ) υπέβαλε την από 2.3.2015 αίτησή της λήψης ασφαλιστικών μέτρων στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με αντίστοιχο αίτημα προσωρινής διαταγής, για απαγόρευση της επικοινωνίας του με την ανήλικη, το οποίο εκδικάστηκε στις 5.3.2015 και απορρίφθηκε, ενώ στη συνέχεια δεν του επέδωσε την άνω αίτηση και δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο κατά την ορισθείσα δικάσιμο αυτής (20.4.2015), με συνέπεια την ματαίωσή της, δ) δεν συμμορφώθηκε προς το διατακτικό της με αριθ. 1616/2015 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων), που εκδόθηκε στη συνέχεια, επί της δικής του αίτησης για ρύθμιση της επικοινωνίας, έχοντας λάβει υπόψη την προαναφερθείσα μηνυτήρια αναφορά, που όριζε τον τρόπο επικοινωνίας, για την οποία μηνυτήρια αναφορά λεκτέον ότι, μετά την διενέργεια κύριας ανάκρισης, αυτός (ενάγων) απαλλάχθηκε από την σε βάρος του κατηγορία με το με αριθ. 5125/2017 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ε) αμέσως μετά την επίδοση σ' αυτήν, στις 18.4.2019, της με αριθ. 2240/2019 απόφασης, με επιταγή προς εκτέλεση του οριζόμενου τρόπου επικοινωνίας με την ανήλικη θυγατέρα του, υπέβαλε την από 19.4.2019 αίτηση στο Δικαστήριο με αίτημα προσωρινής διαταγής την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης αυτής, που απορρίφθηκε στις 3.5.2019.
Επομένως, η ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά που αφορούν στο ότι η εναγομένη με πρόθεση εμπόδιζε την επικοινωνία της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων με τον ενάγοντα και, επομένως, ο υπό κρίση λόγος είναι αβάσιμος. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι ερμήνευσε εσφαλμένα την διάταξη του άρθρου 950 παρ. 2 ΑΚ, διότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται αν ο γονέας που έχει υποχρέωση να επιτρέπει την επικοινωνία του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων με τον έτερο γονέα, με πρόθεση την εμποδίζει, παροτρύνοντας ή εξωθώντας το τέκνο να την αποφύγει και όχι όταν η επικοινωνία ματαιώνεται λόγω άρνησης του τέκνου να επικοινωνήσει με τον γονέα του, η οποία ματαίωση δεν οφείλεται αναγκαστικά σε επίδραση του γονέα που έχει υποχρέωση να ανέχεται την επικοινωνία και ότι στην προκείμενη περίπτωση η ματαίωση της επικοινωνίας του αναιρεσιβλήτου με την ανήλικη θυγατέρα τους οφείλεται αποκλειστικά στην άρνηση της ανήλικης να επικοινωνήσει με οποιοδήποτε τρόπο μαζί του, παρά το ότι η ίδια προσπάθησε να της εξηγήσει ότι πρέπει να τον βλέπει, παραθέτει δε στη συνέχεια αποσπάσματα από την από 17.5.2019 έκθεση της παιδοψυχολόγου Π.
Ψ. , την με αριθ. ....2019 γνωμάτευση του παιδοψυχιάτρου Ε. Τ. και την με αριθ. 13343/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που αναφέρονται στην άρνηση της ανήλικης να έχει επικοινωνία με τον αναιρεσίβλητο πατέρα της. Με το ως άνω περιεχόμενο, ο υπό κρίση λόγος είναι απαράδεκτος διότι, υπό την επίκληση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 950 παρ. 2 ΚΠολΔ , πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ (αληθώς κατά το περιεχόμενο του λόγου), με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα από την ίδια αποδεικτικά μέσα και, συγκεκριμένα, δεν έλαβε υπόψη του, α) την από 17.5.2019 έκθεση της παιδοψυχολόγου Π.
Ψ. , η οποία συντάχθηκε σε εκτέλεση των όσων ορίζει η με αριθ. 2240/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας Ασφαλιστικών Μέτρων), β) την με αριθ. πρωτ. ...2019 Γνωμάτευση του Διευθυντή του Τμήματος Ψυχιατρικής Παιδιών και Εφήβων του Γενικού Νοσοκομείου Ασκληπιείου Βούλας Ε. Τ. , γ) την με αριθ. 13343/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δ) την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης Ν.
Κ. και ε) την με αριθ. 6744/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ενώ, αν τα ελάμβανε υπόψη, θα δεχόταν την έφεσή της. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτή αναφέρει ότι έλαβε υπόψη της τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα.
Συγκεκριμένα η προσβαλλόμενη απόφαση επί λέξει αναφέρει ότι: "από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου εκείνου, τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, αποδεικνύονται σε σχέση με τους λόγους έφεσης τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:"), ενώ έχει ειδική μνεία για την από 17.5.2019 έκθεση της παιδοψυχολόγου Π.
Ψ. , από όλο δε το περιεχόμενό της καθίσταται βέβαιο, χωρίς αμφιβολία, ότι συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, περιλαμβανομένων τόσο των λοιπών αναφερόμενων ως άνω στον υπό κρίση λόγο αναίρεσης τριών εγγράφων, όσο και της κατάθεσης του μάρτυρα Ν. Κ. , για την μη λήψη υπόψη των οποίων παραπονείται η αναιρεσείουσα, μολονότι έχει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα των διαδίκων, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικάσαντος Εφετείου.
Επομένως, ο υπό κρίση λόγος είναι αβάσιμος. Με τον τέταρτο λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο α) της με αριθ. πρωτ. .../2016 έκθεσης παιδοψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης της παιδοψυχιάτρου Α.
Κ. , δεχόμενη ότι η ανήλικη δεν παρουσιάζει ψυχικό τραύμα απότοκο της συμπεριφοράς ενός εκ των γονέων της και είναι φυσιολογικό και χαρούμενο παιδί, ενώ από τα αναφερόμενα αποσπάσματα στην σελίδα 24 αυτής (ήτοι, 1] "...Όταν τελικά δέχθηκε ότι έχει μπαμπά, όπως όλοι οι άνθρωποι, συνοφρυώθηκε έντονα, έδειξε εμφανή δυσφορία και μου είπε σχεδόν κλαίγοντας ότι δεν θέλει να βλέπει τον μπαμπά της...", 2] "...Η Ε.
πράγματι πιστεύει σήμερα ότι ο μπαμπάς της θα μπορούσε να της κάνει κακό...", 3] "... Όμως η Ε. πράγματι δεν θέλει να είναι με τον μπαμπά της και δείχνει ότι δεν τον εμπιστεύεται και τον φοβάται...") καθίσταται εμφανές ότι για το θέμα της επικοινωνίας είναι σαφέστατη η άρνηση της ανήλικης να επικοινωνήσει με τον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο, χωρίς η άρνηση αυτή να οφείλεται στην ίδια (αναιρεσείουσα) και β) της από 17.5.2019 έκθεσης της παιδοψυχολόγου Π.
Ψ. , δεχόμενη ότι σύμφωνα με αυτήν "...στις 15.5.2019, ημέρα Τετάρτη και ώρα 17.40 που ο ενάγων μετέβη στην οικία της εναγόμενης παρεμποδίστηκε εν όλω να ασκήσει το δικαίωμα της επικοινωνίας του με την θυγατέρα του, για λόγους που οφείλονται και πάλι σε πράξεις της ίδιας της εναγόμενης μητέρας, η οποία ... ... ... απαίτησε να πραγματοποιηθεί αυτή παρουσία της ιδίας, του πατρός της, μίας παιδοψυχολόγου επιλογής της, του δικηγόρου της Γεωργίου Ξυλά , καθώς και του νυν συζύγου της ...", ενώ, από την απλή ανάγνωση της άνω έκθεσης προκύπτει ότι σε κανένα σημείο αυτής δεν αναγράφεται η αναιρεσείουσα, ούτε βεβαίως η δήθεν απαίτησή της να πραγματοποιηθεί η επικοινωνία του αναιρεσιβλήτου με την ανήλικη Ε. , με την παρουσία της, την παρουσία του δικηγόρου της και του νυν συζύγου της.
Επί του λόγου τούτου, λεκτέα τα εξής: α) Ως προς την με αριθ. 26/2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της παιδοψυχιάτρου Α. Κ. , πέραν του ότι δεν την προσκομίζει και δεν την επικαλείται με τις προτάσεις της η αναιρεσείουσα στην παρούσα δίκη, από την ανάγνωση και μόνον της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι με την μνεία της, συνεκτιμώντας την με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, το Εφετείο θέλησε να καταδείξει ότι η ανήλικη δεν παρουσιάζει ψυχικό τραύμα απότοκο της συμπεριφοράς ενός εκ των γονέων της, ανεξαρτήτως της άρνησής της να έχει επικοινωνία με τον αναιρεσείοντα πατέρα της, γι' αυτό, άλλωστε, αναφέρει περαιτέρω (με παραδοχή που αποσιωπάται στον υπό κρίση λόγο αναίρεσης) ότι "Θεωρείται δε αρκετά πιθανό να έχει επηρεαστεί από τη μητέρα της ή το οικογενειακό περιβάλλον αυτής σε βάρος του πατέρα της".
β) Ως προς την από 17.5.2019 έκθεση της παιδοψυχολόγου Π. Ψ. , το σχετικό χωρίο της αναιρεσιβαλλομένης έχει ως εξής: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 15.5.2019, ημέρα Τετάρτη και ώρα 17.40 που ο ενάγων μετέβη στην οικία της εναγόμενης, παρεμποδίστηκε εν όλω να ασκήσει το δικαίωμα της επικοινωνίας του με την θυγατέρα του, για λόγους που οφείλονται και πάλι σε πράξεις της ίδιας της εναγόμενης μητέρας, η οποία, επιδεικνύοντας πρόθεση για την μη πιστή τήρηση της διαταχθείσας επικοινωνίας, αντικαθισταμένης της αιτιολογίας της εκκαλουμένης στο σημείο αυτό, απαίτησε να πραγματοποιηθεί αυτή παρουσία της ιδίας, του πατρός της, μίας παιδοψυχολόγου επιλογής της, του δικηγόρου της Γεωργίου Ξυλά , καθώς και του νυν συζύγου της, κατά παρέκκλιση των όρων της απόφασης, με αποτέλεσμα να δημιουργήσει άνευ λόγου ένταση στον ενάγοντα και στο τέκνο, εξαιτίας της οποίας το τελευταίο, ευρισκόμενο σε πλήρη σύγχυση και συναισθηματική διαταραχή, αντέδρασε με φωνές και εξέφρασε την άρνησή του να επικοινωνήσει με τον πατέρα του (βλ.
την από 17-05-2019 έκθεση της παιδοψυχολόγου Π. Ψ.)". Από το όλο χωρίο τούτο συνάγεται ότι η αναιρεσιβαλλομένη, συνεκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, κατέληξε στο ότι η αναιρεσείουσα, επιδεικνύοντας πρόθεση για την μη πιστή τήρηση της διαταχθείσας επικοινωνίας, απαίτησε να πραγματοποιηθεί αυτή παρουσία της ιδίας, του πατρός της, μίας παιδοψυχολόγου επιλογής της, του δικηγόρου της Γεωργίου Ξυλά, καθώς και του νυν συζύγου της και ότι η απαίτησή της αυτή δημιούργησε μια άνευ λόγου ένταση στον αναιρεσίβλητο και στο τέκνο, συνεπεία της οποίας αυτό, ευρισκόμενο σε πλήρη σύγχυση και συναισθηματική διαταραχή, αντέδρασε με φωνές και εξέφρασε την άρνησή του να επικοινωνήσει με τον πατέρα του.
Η δε παραπομπή στο τέλος του χωρίου στην προκείμενη, από 17-05-2019, έκθεση της παιδοψυχολόγου Π. Ψ. , δεν σημαίνει ότι το σύνολο των αποδειχθέντων κατά την αναιρεσιβαλλομένη πραγματικών περιστατικών, που μνημονεύονται στο χωρίο, προέκυψε από την έκθεση αυτή, αλλά οπωσδήποτε το γεγονός ότι η ανήλικη, ευρισκόμενη σε πλήρη σύγχυση και συναισθηματική διαταραχή από την ένταση που δημιουργήθηκε, αντέδρασε με φωνές και εξέφρασε την άρνησή της να επικοινωνήσει με τον πατέρα της.
Επομένως, δεν πρόκειται για παραμόρφωση του περιεχομένου των ανωτέρω δύο εγγράφων, αλλά για συνεκτίμηση αυτού με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα και, ως εκ τούτου, ο υπό κρίση λόγος είναι αβάσιμος. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι η αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις που κατέθεσε κατά την συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, πρόσθεσε τρεις επικουρικούς λόγους αναίρεσης, που κατ' αυτήν ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπάγγελτα, και δη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση: 1) περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το αν το αντίγραφο της με αριθ. 2249/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την από 16.4.2019 επιταγή προς εκτέλεση, που της επιδόθηκε στις 18.4.2019, επιδόθηκε προσωπικά στην ίδια ή με θυροκόλληση, ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι, αν η επίδοση είναι άκυρη, τότε θεωρείται ότι δεν έλαβε χώρα ποτέ και επομένως αυτή (αναιρεσείουσα) δεν έλαβε γνώση της επιταγής προς εκτέλεση και δεν μπορούσε να την εκτελέσει και, περαιτέρω, δεν αναφέρεται με πληρότητα στο σκεπτικό της ποιο είναι το περιεχόμενο της επιταγής προς συμμόρφωση, εάν δηλαδή επιτασσόταν να μην παρεμποδίζει και να ανέχεται την επικοινωνία του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων με τον αναιρεσίβλητο πατέρα του, και ποια θα ήταν η συνέπεια σε περίπτωση παραβίασης της υποχρέωσης αυτής, αν δηλαδή θα απαγγελόταν εναντίον της χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση ή μόνον μία εξ αυτών, 2) έπρεπε να της επιβάλει μία μόνο χρηματική ποινή και μία ποινή προσωπικής κράτησης, δεδομένου ότι οι φερόμενες ως παράνομες δεκατέσσερις επιμέρους παραβάσεις δεν έχουν πραγματική αυτοτέλεια, καθόσον ο δόλος της ήταν, όπως προκύπτει από την χρονική ενότητά τους, ενιαίος και 3) παραβίασε την διάταξη του άρθρου 947 ΚΠολΔ, απαγγέλοντας σε βάρος της προσωπική κράτηση για διάστημα 20 ημερών και χρηματική ποινή 500 ευρώ για κάθε φερόμενη παράβαση της με αριθ. 2240/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθόσον κακώς την εφάρμοσε, ενώ δεν τύγχανε εφαρμογής, κατά την πρώτη παράγραφο του άρθρου 950 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει ειδικά το ζήτημα της μη εκτέλεσης από τον γονέα της πράξης της απόδοσης ή παράδοσης του τέκνου στην οποία (πράξη) καταδικάστηκε.
Οι ως άνω λόγοι, ανεξαρτήτως του παραδεκτού ή βασίμου ή μη του καθενός από αυτούς, προβάλλονται προεχόντως απαραδέκτως με το υπόμνημα της αναιρεσείουσας κατά την συζήτηση της υπόθεσης και είναι, ως εκ τούτου απορριπτέοι, καθόσον, κατά το άρθρο 569 ΚΠολΔ, ως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 55 του ν. 5221/28.7.2025, με έναρξη ισχύος της τροποποίησης αυτής από 1.1.2026, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που πρέπει να αφορούν στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την συζήτηση της αναίρεσης και αντίγραφό τους πρέπει να επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.
Μετά τα προαναφερόμενα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα, στην ίδια, διότι ο νόμος εξαιρεί την υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου στις διαφορές που αφορούν, μεταξύ άλλων, την επικοινωνία των γονέων με το τέκνο (άρθρα 495 παρ. 3, 592 αριθ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.7.2022 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθ. 1351/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης