Supreme Court dismisses appeal against insurance company's liability for car accident damages and mental distress compensation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's judgment awarding the insured 30,000 euros for mental distress following a car accident. The insured argued the amount was insufficient, while the insurance company contended it was excessive and violated the principle of proportionality. The court ruled that the First Instance Court did not exceed its discretionary power or breach the principle of proportionality in setting the compensation amount.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 564 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appellate court's assessment of damages for mental distress does not constitute a violation of the principle of proportionality merely because the awarded sum exceeds the lower court's initial finding, provided it remains within reasonable limits and does not exceed the extreme bounds of judicial discretion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 218 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 218/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Λ. του Γ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία ...", που εδρεύει στο ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Κρίκο.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Ρ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Πάνου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2019 μη οριστική και .../2022 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και .../2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-12-2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 5-12-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...2022) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. .../2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημιές που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 591 επ., 614 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που εκδόθηκε στις 7-11-2022 και η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε στη γραμματεία του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, που εξέδωσε την προσβαλλομένη (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), στις 7-12-2022 (άρθρα 552,553 παρ. 1β, 556,558,564 παρ. 3,566 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Η ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, με την από 20-3-2018 (αριθ. έκθ.
κατάθ. 33606/1704/2018) αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξέθεσε ότι, κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρονται σε αυτήν, συνέβη τροχαίο ατύχημα, υπό τις ειδικότερες συνθήκες και περιστάσεις που περιγράφονται, οφειλόμενο σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, οδηγού και ιδιοκτήτη του με αριθ.
κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους ζημίες, στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα, με συνέπεια το θανάσιμο τραυματισμό του υιού της, Γ. Ρ., ο οποίος ήταν συνεπιβάτης στο όχημα. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε, κατόπιν μετατροπής του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων, να της καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστη από το θάνατο του υιού της και ως αποζημίωση για αποστέρηση διατροφής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκαν, η υπ' αριθμ. .../2019 μη οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία διέταξε, κατ' άρθρο 254 ΚΠολΔ, την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, προκειμένου να κληθούν με επιμέλεια της ενάγουσας και προσέλθουν ενώπιόν του, οι αναφερόμενοι στο σκεπτικό και διατακτικό της υπάλληλοι του ΚΤΕΟ Φθιώτιδας και προανακριτικοί αστυνομικοί υπάλληλοι, προκειμένου να εξετασθούν ως μάρτυρες και παράσχουν διευκρινίσεις επί των διαλαμβανομένων στην απόφαση αμφισβητούμενων αποδεικτέων ζητημάτων και εν συνεχεία η υπ' αριθμ. .../2022 οριστική απόφασή του, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ'ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στην ενάγουσα το αναφερόμενο σ' αυτήν χρηματικό ποσό.
Κατά αμφοτέρων των ανωτέρω αποφάσεων (οριστικής και μη οριστικής) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, άσκησαν οι διάδικοι ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών εφέσεις, με τις οποίες, επικαλούμενοι εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησαν την εξαφάνιση των εκκαλουμένων και η μεν ενάγουσα την εν όλω παραδοχή της αγωγής της, οι δε εναγόμενοι την απόρριψή της.
Επί των εφέσεων, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. .../2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν δεκτές οι εφέσεις, εξαφανίσθηκαν οι εκκαλούμενες αποφάσεις και το Εφετείο, αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να της καταβάλουν το αναφερόμενο σ' αυτήν ποσό, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής της οδύνης.
Ήδη, οι εναγόμενοι με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλουν την άνω υπ' αριθμ. .../2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, για τους λόγους που αναφέρουν σ' αυτή και συγκεκριμένα για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης, από τους αριθμούς 11γ,8,1α και 19 του ΚΠολΔ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ'αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ'ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού αυτής, κατά το ανωτέρω άρθρο 300 του ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό, τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010).
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 681/2021, ΑΠ 199/2018, ΑΠ 52/2016), ενώ μόνη η τήρηση των ελάχιστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κ.Ο.Κ., στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγηση τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001).
Επίσης, από το άρθρο 12 και 19 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 12 παρ. 1, ορίζεται ότι "οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους".
Κατά το άρθρ. 19 παρ. 1, " ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε" στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς", κατά την παρ. 2, " ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, κατά δε την παράγραφο γ), " ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, ...
κατά τις νυκτερινές ώρες..., ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας" (ΑΠ 681/2021, ΑΠ 1207/2004). Εξάλλου, κατά τοι άρθρο 4 παρ. 3 του ΚΟΚ, "Οι ρυθμιστικές της κυκλοφορίας πινακίδες Ρ-1 μέχρι Ρ-77 τοποθετούνται για να πληροφορούν αυτούς που χρησιμοποιούν τις οδούς για τις ειδικές υποχρεώσεις, περιορισμούς ή απαγορεύσεις, προς τις οποίες πρέπει αυτοί να συμμορφώνονται...
Ρ-32 Η μέγιστη ταχύτητα περιορίζεται στον αναγραφόμενο αριθμό (π.χ. 50 χλμ.) την ώρα....Επίσης, κατά το άρθρο 12 παρ. 5 του ίδιου Κώδικα (ΚΟΚ) " Η χρήση των ζωνών ασφαλείας είναι υποχρεωτική τόσο για τους οδηγούς όσο και για τους επιβάτες... Με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών καθορίζονται οι προδιαγραφές για τα ειδικά μέσα συγκράτησης, καθώς και εξαιρέσεις από την υποχρέωση αυτή." Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 980/2021, ΑΠ 756/2021, ΑΠ 501/2021, ΑΠ 123/2021).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 1308/2021, ΑΠ 953/2021, ΑΠ 756/2021, ΑΠ 258/2021).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Η παραβίαση, δηλαδή, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται, υπό την επίκληση παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1009/2021, ΑΠ 997/2021, ΑΠ 123/2021, ΑΠ 42/2020). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1416/2012, ΑΠ 1208/2011, ΑΠ 44/2003, ΑΠ 1702/2001).
Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007,ΑΠ 44/2003). Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 301/2021, ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 1266/2011).
Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 271/ 2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. .../2022 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ως προς το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας του εμπλακέντος στο ατύχημα οδηγού και του τραυματισθέντος θανάσιμα συνεπιβάτη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 19/8/2017 και περί ώρα 07:00 περίπου, ο πρώτος εναγόμενος (και ήδη εκκαλών - εφεσίβλητος), Δ.
Λ. (ήδη πρώτος αναιρεσείων), οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ίδιου, χρώματος ερυθρού, εργοστασίου κατασκευής ΤΟΥΟΤΑ και μοντέλο STARLET, κυλινδρισμού 1300 φορολογήσιμων ίππων, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για την εκ της κυκλοφορίας του έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στην δεύτερη εναγόμενη (και ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία ... (ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα), έχοντας ως συνεπιβάτη τον Γ.
Ρ., μοναδικό υιό της ενάγουσας (και ήδη εφεσίβλητης - εκκαλούσας) (ήδη αναιρεσίβλητης), από τον γάμο της με τον Ι. Ρ., στη θέση του συνοδηγού, κινούταν στη 7,600 χ.θ της Ε.Ο ...-Καρπενησίου, με κατεύθυνση από Καρπενήσι προς Λαμία, έχοντας ξεκινήσει από τη Λαδικού Υπάτης, όπου αμφότεροι είχαν, προηγουμένως, την 18/8/2017 και περί ώρα 24:00, μεταβεί, με το ίδιο όχημα, το οποίο οδηγούσε ο αυτός ως άνω διάδικος οδηγός, προκειμένου να μετάσχουν σε εκδήλωση ψυχαγωγίας (πάρτυ) νεολαίας.
Στην ανωτέρω χ.θ. της παραπάνω Ε.Ο, ο οδηγός του αυτοκινήτου, Δ. Λ., από αμέλεια, που συνίσταται στην έλλειψη της επιμέλειας, που όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις να επιδείξει, ως μέσος συνετός οδηγός, οδηγώντας με ταχύτητα, το ύψος της οποίας δεν εξακριβώθηκε, οπωσδήποτε, όμως, υπερέβαινε το, στην ανωτέρω οδό, με κάθετη σήμανση, οριζόμενο (ρυθμιστική πινακίδα Ρ-32), μέγιστο όριο των 60 χλμ/ώρα, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου, ενόψει και του ότι εξερχόταν, μόλις, από δεξιά, σε σχέση με την πορεία του οχήματος, στροφή του δρόμου, με συνέπεια το αυτοκίνητο να χάσει την πρόσφυση στο οδόστρωμα, να εκτραπεί της πορείας του, πλαγιολισθαίνοντας προς τα δεξιά, να προσκρούσει, με τη δεξιά πλευρά του, στο τσιμεντένιο τοιχίο και στο χωμάτινο πρανές του υδραύλακα, ο οποίος υπάρχει κατά μήκος της ανωτέρω οδού στο δεξιό άκρο αυτής, να ανατραπεί, διαδοχικά δεξιόστροφα στον κατακόρυφο άξονά του και ακολούθως, επίσης διαδοχικά και συνεχόμενα, αριστερόστροφα κατά τον εγκάρσιο άξονά του και τελικά, να ακινητοποιηθεί με την οροφή του επί του οδοστρώματος κι εντός του αντίθετου, σε σχέση με την αρχική πορεία του, ρεύματος κυκλοφορίας, ήτοι στο ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση από Λαμία προς Καρπενήσι, έχοντας στραμμένη την εμπρόσθια επιφάνειά του στην κατεύθυνση προς Καρπενήσι.
Λόγω της κατά τα ανωτέρω εκτροπής και σφοδρής, συνεπεία της αυξημένης ταχύτητάς του, πρόσκρουσης του οχήματος δεξιά επί του τσιμεντένιου τοιχίου και του χωμάτινου πρανούς του νεραύλακα και της ακόλουθης αντικανονικής και ανεξέλεγκτης πορείας του εντός του οδοστρώματος, ο συνοδηγός, Γ. Ρ.Σ, εκτινάχθηκε έξω από αυτό σε απόσταση 11,05 μέτρων, τραυματισμένος βαρύτατα και έχοντας, προηγουμένως, αποβιώσει ακαριαία, λόγω της εκτίναξής του, από τη δύναμη της αδράνειας, και της σφοδρότητας της, κατά τα ανωτέρω, πρόσκρουσης και ανατροπής του οχήματος, συνεπεία των οποίων (σφοδρής πρόσκρουσης και ανατροπής), το σώμα του και ιδίως το κεφάλι του και η δεξιά πλευρά του, προσέκρουσαν, με σφοδρότητα και διαδοχικά, σε τμήματα της καμπίνας του οχήματος και συγκεκριμένα, στη δεξιά εσωτερική πλαϊνή επιφάνεια και στο δεξιό τμήμα της οροφής αυτού.
Ακολούθως, το σώμα αυτού, εκτινάχθηκε έξω από το αυτοκίνητο, κατά τις διαδοχικές ανατροπές του εντός του οδοστρώματος και επέπεσε και ακινητοποιήθηκε εντός του οδοστρώματος, στο ρεύμα κυκλοφορίας αυτού με κατεύθυνση από Λαμία προς Καρπενήσι, στραμμένο με τα πόδια στην κατεύθυνση προς Καρπενήσι και το κεφάλι στην κατεύθυνση προς Λαμία.
Από την ως άνω πρόσκρουση του κεφαλιού του στο εσωτερικό του οχήματος, ο Γ. Ρ.Σ, υπέστη βαρύτατες κακώσεις κεφαλής, συνεπεία των οποίων επήλθε, ως μόνης ενεργού αιτίας, ο θάνατός του, όπως τούτο διαπιστώθηκε κατά την νεκροψία-νεκροτομή που διενεργήθηκε και αποτυπώθηκε στη σχετική έκθεση που συντάχθηκε.
Ειδικότερα, κατά τη νεκροψία-νεκροτομή που διενήργησε, επί του πτώματος του Γ. Ρ., ο ιατροδικαστής της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, Σ. Μ., κατόπιν της υπ' αριθμ. 2514/45-α/19-8-2017 παραγγελίας των αρμοδίων αστυνομικών προανακριτικών υπαλλήλων του Τ.Τ ..., μέσα στα πλαίσια της αυτεπάγγελτης αστυνομικής προανάκρισης που διενεργήθηκε για το δυστύχημα, τα πορίσματα της οποίας καταγράφηκαν στην υπ' αριθμ. 828/20-9-2017 έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής, που συνέταξε ο ανωτέρω Ιατροδικαστής, διαπιστώθηκε ότι ο θανών υπέστη τις ακόλουθες κακώσεις:(1) Εξωτερικά:
κατάγματα σπλαχνικού κρανίου, εκτεταμένη εκδορά που καταλαμβάνει την δεξιά μετωπιαία- βρεγματική-κροταφική και ζυγωματική χώρα, εκχυμώσεις εις τα άνω και κάτω βλέφαρα αμφοτέρων των οφθαλμών μετά συνοδών υποσφαγμάτων των επιπεφυκότων αυτών, μικρή διάσχιση εις την έξω οφθαλμική κόγχη του δεξιού οφθαλμού, εκχύμωση εις την δεξιά παρειακή χώρα, ωτορραγία αμφοτεροπλεύρως, ρινορραγία, διάσπαρτες εκδορές εις τον δεξιό βραχίονα και των δακτύλων αμφοτέρων των άκρων χειρών, διασχίσεις του δείκτη της αριστερής άκρας χειρός, εκδορές εις την έξω επιφάνεια του δεξιού ημιθωρακίου, στην έξω πλάγια επιφάνεια του δεξιού μηρού και δεξιού γόνατος, εκδορά εις την πλάγια επιφάνεια του αριστερού μηρού, περγαμηνοειδή εκδορά αριστερού ημιθωρακίου και αριστερός κατ' αγκώνα άρθρωσης, εκδορές και εκχυμώσεις αριστερής κνήμης και αριστερού άκρου ποδός, [2] Κρανίο:
πολλαπλά συντρηπτικά κατάγματα όλων των οστών του κρανίου, [3] Μήνιγγες-Εγκέφαλος: ο εγκέφαλος με διάχυτη υπαραχνοειδή αιμορραγία και πολτοποίηση, [4] Στόμα - Λαιμός: διαπιστούται κάταγμα της σπονδυλικής στήλης στο ύψος του Α1 αυχενικού σπονδύλου-το υοειδές οστούν ακέραιο, [5] Πλευρές - Υπεζωκώς-Πνεύμονες:
θλάσεις πνευμόνων αμφοτεροπλεύρως, [6] Περικάρδιο - Καρδία-Αγγεία: Η καρδιά βάρους 410 γρ. άνευ μακροσκοπικών παθολογικών ευρημάτων, [7] Περιτόναιο και έντερα: δεν παρατηρούνται αλλοιώσεις, [8] Στόματος και γαστρικό περιεχόμενο: με ολίγα υπολείμματα τροφών, [9] Ήπαρ - Σπλην - Πάγκρεας: άνευ μακροσκοπικών ευρημάτων, [10] Ουροποιογεννητικό σύστημα:
μακροσκοπικά ουδέν παρατηρείται, [11] Οστά πυέλου: δεν παρατηρούνται κακώσεις. Ως δε αιτία θανάτου καταγράφονται στην ανωτέρω έκθεση, οι βαρύτατες κακώσεις κεφαλής, μετά από αναφερόμενο τροχαίο ατύχημα. Αντιθέτως, ο οδηγός του αυτοκινήτου, πρώτος εναγόμενος (και ήδη εκκαλών - εφεσίβλητος), Δ. Λ., ουδεμία σωματική κάκωση ή άλλη βλάβη της υγείας του υπέστη, γι' αυτό και αμέσως μετά την ακινητοποίησή του επί του οδοστρώματος, εξήλθε μόνος του από αυτό, υπό συνθήκες και κατά τρόπο που δεν κατέστη δυνατό να εξακριβωθούν αποδεικτικά.
Ειδικότερα, ο ανωτέρω εναγόμενος (και ήδη εκκαλών - εφεσίβλητος) οδηγός, αμέσως μετά το ατύχημα κι ενώ κατόρθωσε να εξέλθει αλώβητος εκ του οχήματος του, ισχυρίστηκε ενώπιον του πληρώματος των διασωστών του ΕΚΑΒ, των αστυνομικών προανακριτικών υπαλλήλων του Τ.Τ ..., εκείνων που μετέβησαν στον τόπο του ατυχήματος, συνέταξαν την από 19/8/2017 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος μετά του πρόχειρου τοποδιαγράμματος αυτού και ακολούθως, εξέτασαν αυτόν, αυθημερόν, ενόρκως, ως μάρτυρα, λαμβάνοντας τρεις μαρτυρικές καταθέσεις, καθώς και ενώπιον της αδελφής του Χριστίνας ΛΑΤΟΥ, η οποία μετέβη άμεσα στον τόπο του ατυχήματος, κατόπιν τηλεφωνικής ενημέρωσής της από τη μητέρα της, ότι δεν οδηγούσε ο ίδιος το αυτοκίνητό του, αλλά ο θανών Γ.
Ρ.Σ και ότι αυτός (εναγόμενος- εκκαλών - εφεσίβλητος) επέβαινε στη θέση του συνοδηγού. Επίσης, ο εναγόμενος - εκκαλών - εφεσίβλητος Δ. Λ., αναφορικά με τον τρόπο που εξήλθε του οχήματος, αμέσως μετά την εκτροπή και ακινητοποίησή του, υποστήριξε (α) στην από 19/8/2017 ένορκη προανακριτική μαρτυρική κατάθεσή του, που έδωσε ενώπιον των αστυνομικών προανακριτικών υπαλλήλων του Τ.Τ ..., την ίδια ημέρα του δυστυχήματος και ώρα 11:50, ότι έριξε μια κλωτσιά στο τζάμι και βγήκε έξω, (β) στην από 19/8/2017 ένορκη προανακριτική μαρτυρική κατάθεσή του, που έδωσε ενώπιον των αυτών ανωτέρω αστυνομικών προανακριτικών υπαλλήλων, συμπληρωματικά, την ίδια ημέρα του δυστυχήματος και ώρα 15:30, ότι έσπρωξε με το πόδι του τη μεμβράνη του δεξιού παραθύρου, το οποίο είχε σπάσει, δηλώνοντας ότι δεν θυμάται άλλες λεπτομέρειες, ούτε αν ήταν μπροστά ή πίσω τζάμι, καθώς και ότι οι πόρτες του αυτοκινήτου δεν άνοιγαν, διευκρινίζοντας ότι αναφέρεται στην πόρτα από τη δική του πλευρά του οχήματος και (γ) στο από 20/7/2018 υπόμνημά του, απευθυνόμενο ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ..., κατόπιν κλήσεώς του να απολογηθεί ως ύποπτος για το ένδικο δυστύχημα, ότι "...
Μόλις ακινητοποιήθηκε το αυτοκίνητο με τον ουρανό επάνω στο οδόστρωμα (δηλαδή ανάποδα), κοίταξα δίπλα μου, να δω τον Γιάννη. Δεν τον είδα... Προσπάθησα να προσανατολιστώ, χωρίς όμως να τα καταφέρω καθώς όλα "γύριζαν". Αμέσως άρχισα να δυσφορώ και ένιωσα την ανάγκη να βγω από το αυτοκίνητο όσο πιο γρήγορα γινόταν.
Έκανα σπασμωδικές κινήσεις πανικού πάνω στο κάθισμα (δεν θυμάμαι ποιες ακριβώς) με τα χέρια, τα πόδια και τον κορμό του σώματός μου, προκειμένου να απεγκλωβισθώ. Έπειτα θυμάμαι ότι έσπρωξα με το πόδι μου την μεμβράνη του παραθύρου δεξιά μου που είχε σπάσει, χωρίς όμως να θυμάμαι με απόλυτη βεβαιότητα αν ήταν το πίσω ή το μπροστινό, δεξί παράθυρο.
Νομίζω με επιφύλαξη ότι ήταν το μπροστινό. Στη συνέχεια σύρθηκα έξω από το όχημα, από το κενό που υπήρχε ανάμεσα σε αυτό και στο οδόστρωμα....". Οι ανωτέρω ισχυρισμοί του Δ. Λ., τόσο η κύριος περί του ότι δεν ήταν αυτός που οδηγούσε το αυτοκίνητο, όσο και οι υποστηρικτικοί- περιφερειακοί αυτού, περί του ότι εξήλθε από τζάμι στη δεξιά πλευρά του οχήματος, άνευ σαφούς διευκρινίσεως, με επίκληση την αδυναμία του να θυμηθεί, εάν ήταν το μπροστινό ή πίσω δεξιά τζάμι και πλευρά, δεν αποδεικνύονται βάσιμοι.
Τούτο διότι, από τη διενεργηθείσα νεκροψία-νεκροτομή στον θανόντα Γ. Ρ. και τα ανωτέρω ευρήματα και διαπιστώσεις αυτής, σε συνδυασμό (1ον) με τις φωτογραφίες του οχήματος, στις οποίες, όλες, απεικονίζεται ολόκληρη η δεξιά πλαϊνή επιφάνεια αυτού κατεστραμμένη και ειδικότερα, να έχει συνθλιβεί και ο ουρανός αυτού να έχει, στην κυριολεξία, εισχωρήσει εσωτερικά στην καμπίνα του και η άκρη αυτού (ουρανού) να βρίσκεται πολύ κοντά και παράλληλα στην ακμή του δεξιού παραθύρου, στο τμήμα του άνωθεν της χειρολαβής της δεξιάς πόρτας και (2ον) με τις διαπιστώσεις από την ανίχνευση, σάρωση και συγκριτική εξέταση, που διενεργήθηκε, στα πλαίσια της αστυνομικής προανάκρισης, από το Τμήμα Ανάλυσης Βιολογικών Υλικών της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών-Υποδιεύθυνση Βιολογικών & Βιοχημικών Εξετάσεων & Αναλύσεων του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, αφενός μεν του βιολογικού υλικού (DΝΑ) που βρέθηκε στο εσωτερικό του οχήματος, στο τιμόνι, στον λεβιέ ταχυτήτων, στα χερούλια των θυρών οδηγού και συνοδηγού και στο χειρόφρενο, αφετέρου δε των κηλίδων αίματος που βρέθηκαν εσωτερικά στην καμπίνα του οχήματος, στο προσκέφαλο της θέσης του συνοδηγού, επάνω στον ουρανό και ενδιάμεσα των θέσεων οδηγού και συνοδηγού, επάνω στον ουρανό στο πίσω και δεξιό μέρος αυτού και εσωτερικά στο σπασμένο πίσω δεξιό παράθυρο, σύμφωνα με τις οποίες στις κηλίδες αίματος προσδιορίστηκε κοινός γενετικός τύπος STR.
ο οποίος ταυτίζεται με τον γενετικό τύπο του θανόντα Γ. Ρ., με συχνότητα εμφάνισης 1:18.086.600.000.000.000.000.000, γεγονός που δηλώνει, πέρα από κάθε λογική αμφιβολία, ότι το βιολογικό υλικό στις κηλίδες αίματος προέρχεται από τον θανόντα, στο τιμόνι προσδιορίστηκε γενετικός τύπος που δηλώνει παρουσία γενετικών στοιχείων άνω του ενός (1] ατόμου δηλαδή μίγμα, στο οποίο εμπεριέχεται ως κύριος γενετικός τύπος STR του θανόντα, με στατιστική πιθανότητα 1.502.900.000.000 φορές πιο πιθανό να εμπεριέχεται σε αυτό ο γενετικός τύπος του θανόντα και ενός (1) αγνώστου ατόμου, σε σχέση με το να εμπεριέχονται οι γενετικοί τύποι δύο (2) άγνωστων ατόμων και στον λεβιέ ταχυτήτων προσδιορίστηκε, επίσης, γενετικός τύπος που δηλώνει παρουσία γενετικών στοιχείων άνω του ενός (1) ατόμου δηλαδή μίγμα, στο οποίο εμπεριέχονται τα γενετικά στοιχεία του Δημητρίου ΛΑΤΟΥ, με στατιστική πιθανότητα 4.390.013 φορές πιο πιθανό να εμπεριέχεται σε αυτό ο γενετικός τύπος του Δ.
Λ. και δύο (2) αγνώστων ατόμων, σε σχέση με το να εμπεριέχονται οι γενετικοί τύποι τριών (3) αγνώστων, αποδεικνύεται, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι ο θάνατος του Γ. Ρ. επήλθε από τις βαρύτατες κακώσεις της κεφαλής, που προκλήθηκαν όταν το σώμα αυτού εκτινάχθηκε εσωτερικά του οχήματος και προσέκρουσε στη δεξιά πλαϊνή επιφάνεια και στην οροφή της καμπίνας αυτού, από τη δύναμη της αδράνειας και τη σφοδρότητα αρχικά, της πρόσκρουσης του οχήματος στον πλαϊνό δεξιά νεραύλακα και στη συνέχεια, της ανατροπής του, με διάδοχες κινήσεις, επί του οδοστρώματος κατά τον κατακόρυφο και εγκάρσιο άξονά του, όπως παραπάνω στο σκεπτικό περιγράφηκε.
Έτσι, άλλωστε, δικαιολογούνται τα πολλαπλά συντριπτικά κατάγματα όλων των οστών του κρανίου του θανόντος, το κάταγμα της σπονδυλικής στήλης στο ύψος του Α1 αυχενικού σπονδύλου, η διάχυτη υπαραχνοειδής αιμορραγία και η πολτοποίηση του εγκεφάλου του, καθώς και ότι οι κακώσεις στο υπόλοιπο σώμα του εντοπίστηκαν κυρίως σε ολόκληρη τη δεξιά πλευρά αυτού.
Τα ανωτέρω συνάδουν αφενός μεν με τα ευρήματα, που διαπίστωσαν οι, οριζόμενοι ως πραγματογνώμονες στα πλαίσια της αστυνομικής προανάκρισης, τεχνικοί του ΚΤΕΟ, Κ. Κ. και Β. Μ., αφετέρου δε με τις φωτογραφίες που απεικονίζουν το εσωτερικό του οχήματος και συγκεκριμένα, τις εμπρόσθιες θέσεις του. Ειδικότερα, στην από 25/8/2017 έκθεση επιθεώρησης που συνέταξαν οι ανωτέρω τεχνικοί, έχει καταγραφεί, μεταξύ άλλων που προκύπτουν ευχερώς και από την επισκόπηση των φωτογραφιών του οχήματος, οι διαπιστώσεις ότι το κάθισμα του συνοδηγού δεν είναι σπασμένο και η πλάτη του βρίσκεται προς τα πίσω, σε θέση ανάκλησης, καθώς και ότι οι ζώνες ασφαλείας λειτουργούν κανονικά.
Επίσης, στις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από την ενάγουσα - εφεσίβλητη - εκκαλούσα, υπ' αριθμ. σχετικών -10- και -16-, φωτογραφίες του οχήματος, που λήφθηκαν από τους προανακριτικούς αστυνομικούς υπαλλήλους αμέσως μετά το δυστύχημα, απεικονίζεται αιωρούμενη, ωσάν να έχει χρησιμοποιηθεί, με ασφάλιση και απασφάλιση, η ζώνη ασφαλείας της θέσης του οδηγού.
Από τα ανωτέρω ευρήματα συνάγεται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, (1ον) ότι ο επιβαίνων στη θέση του συνοδηγού οπωσδήποτε είχε θέσει το κάθισμα στη θέση ανάκλησης και δεν είχε κάνει χρήση της ζώνης ασφαλείας, καθόσον δεν είναι δυνατή, παρίσταται δε και άσκοπη από άποψη ασφάλειας, η πρόσδεση σε θέση ανάκλησης και (2ον) ο επιβαίνων στη θέση του οδηγού είχε κάνει χρήση της ζώνης ασφαλείας.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγόμενων- εκκαλούντων - εφεσίβλητων, εκ των επιβαινόντων στο όχημα, αυτός που προσδέθηκε και παρέμεινε καθ' όλη την πορεία του προσδεμένος με ζώνη ασφαλείας, ήταν ο Δ. Λ. κι όχι ο θανών. Τα δε ανωτέρω ευρήματα επιρρωνύουν αφενός μεν τον παραπάνω ισχυρισμό των εναγόμενων-εκκαλούντων - εφεσίβλητων, περί του ποιος από τους επιβαίνοντες είχε κάνει χρήση της ζώνης ασφαλείας, αφετέρου δε τον αγωγικό ισχυρισμό της ενάγουσας -εφεσίβλητης - εκκαλούσας ότι οδηγός του οχήματος ήταν ο πρώτος εναγόμενος - εκκαλών - εφεσίβλητος Δ.
Λ.. Τούτο διότι, σύμφωνα με τα ανωτέρω ευρήματα σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, υπό τις ανωτέρω συνθήκες που συνέβη το δυστύχημα, μόνον ο επιβαίνων στη θέση του οδηγού του οχήματος θα μπορούσε να επιζήσει, όχι δε και ο συνοδηγός, καθόσον (α) ολόκληρη η δεξιά πλαϊνή επιφάνεια και το άνωθεν αυτής τμήμα του ουρανού του αυτοκινήτου συνεθλίβησαν και ουδείς θα μπορούσε να εξέλθει αυτοδύναμα από το τμήμα αυτό, (β) οι κηλίδες αίματος που εντοπίστηκαν στα προαναφερόμενα σημεία εσωτερικά στην καμπίνα του ανήκουν, με βεβαιότητα, στον θανόντα και (γ) χρήση ζώνης ασφαλείας έγινε μόνον από τον επιβαίνοντα στη θέση του οδηγού, αφού μόνον αυτή απεικονίστηκε αιωρούμενη.
Ακολούθως, υπό την εκδοχή ότι οδηγός του οχήματος ήταν ο θανών, ισχυρισμό που προβάλλουν οι εναγόμενοι-εκκαλούντες- εφεσίβλητοι, δεν εξηγείται πώς ο πρώτος εναγόμενος- εκκαλών - εφεσίβλητος, Δ. Λ. εξήλθε από αυτό, όχι μόνον επιζών, αλλά και άνευ ουδεμίας, έστω και ελαφράς, σωματικής κάκωσης (σχ. το υπ' αριθμ.
πρωτοκ. 18063/28-8-2017 πιστοποιητικό του Γ.Ν ...), κάτι που παρίσταται εντελώς αδύνατον, ενόψει της σχεδόν ολοκληρωτικής συνθλίψεως της δεξιάς πλαϊνής επιφάνειας του οχήματος και της εισδοχής του δεξιού τμήματος του ουρανού στο εσωτερικό του, καθώς και των σημείων που εντοπίστηκαν οι κηλίδες αίματος του θανόντος στην καμπίνα του αυτοκινήτου, ήτοι στο επάνω τμήμα στο προσκέφαλο της θέσης του συνοδηγού, στην ταπετσαρία του ουρανού ενδιάμεσα των θέσεων οδηγού και συνοδηγού και στο πίσω και δεξιό μέρος αυτού και στο σπασμένο πίσω δεξιό παράθυρο.
Αντιθέτως, εκ των ανωτέρω συνάγεται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι ο εναγόμενος - εκκαλών- εφεσίβλητος Δ. Λ. επέζησε και εξήλθε αλώβητος, μετά από το σφοδρό επίδικο δυστύχημα, επειδή επέβαινε στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου, η οποία δεν υπέστη τις σφοδρές ζημίες που υπέστη η δεξιά πλευρά του, στη θέση του οδηγού, έχοντας προσδεθεί με τη ζώνη ασφαλείας, την οποία, καίτοι αβάσιμα υποστηρίζει ότι δεν θυμάται, την απασφάλισε, μετά την ακινητοποίηση του οχήματος στο οδόστρωμα, προκειμένου να εξέλθει από αυτό.
Συμπερασματικά, δηλαδή, προς τα αμέσως ανωτέρω, το γεγονός ότι ο Δ. Λ. εξήλθε από το όχημα απολύτως σωματικά ακέραιος, συνιστά στοιχείο που αντιστοιχεί στο ότι αυτός ήταν ο οδηγός κατά το επίδικο δυστύχημα κι όχι ο θανών. Τα όσα αντίθετα υποστηρίζει στην από 30/8/2018 ιδιωτική τεχνική έκθεσή του ο Σ. Τ., Μ. Μηχανικός Οχημάτων Τ.Ε, η οποία δεν συνιστά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο με ειδική ρύθμιση από το νόμο, το οποίο εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο (άρθρο 390 ΚΠολΔικ), χωρίς να χρειάζεται να μνημονεύεται ειδικά, ούτε να αντιδιαστέλλεται από τα άλλα αποδεικτικά έγγραφα και γενικότερα, από τα άλλα αποδεικτικά μέσα (...), δεν κρίνονται βάσιμα ενόψει του ότι η πραγματογνωμοσύνη συντάχθηκε κατ' εντολή της εναγόμενης- εκκαλούσας-εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και, μάλιστα, αφότου της επιδόθηκε η ένδικη αγωγή στις 13/4/2018 (σχ.
η υπ' αριθμ. 159Γ/13-4-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Σ. Π.. Μ.). Η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου τούτου, περί του προσώπου που οδηγούσε το ανωτέρω όχημα κατά το χρόνο που συνέβη το ένδικο δυστύχημα, επιρρωνύεται, επιπροσθέτως, από τα εξής στοιχεία (αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας) : (1ον) Από το μη αμφισβητούμενο περιστατικό του χρώματος της ενδυμασίας των δύο επιβαινόντων και συγκεκριμένα, της μπλούζας που αυτοί φορούσαν.
Ειδικότερα, όπως κατέθεσε προανακριτικά ο μάρτυρας, (ον.) Σ. (S.) (επ.) Ι. (I.) του Α. (Α.) και της Ζ. (Ζ.), εξεταζόμενος ενόρκως, στις 7/9/2017 και 4/10/2017, ενώπιον των αρμοδίων αστυνομικών προανακριτικών υπαλλήλων του Τ.Τ ..., ο οποίος συνδιασκέδαζε στην ίδια εκδήλωση-πάρτυ το προηγούμενο βράδυ και αποχώρησε από τη Λαδικού Υπάτης, περί ώρα 06:00 - 06:30 παρέα με άλλα άτομα και διαφορετικό όχημα, ο θανών φορούσε μπλούζα χρώματος λευκού με αποτυπωμένα γράμματα χρώματος μπλε και ο εναγόμενος - εκκαλών - εφεσίβλητος, Δ.
Λ., φορούσε μπλούζα χρώματος μωβ με αποτυπωμένο στο επάνω δεξιό τμήμα της σχήμα τετράγωνο με στάμπες-πιτσιλιές χρώματος λευκού. Η κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα επιρρωνύεται από δύο, μη αμφισβητούμενες ως προς τη γνησιότητά τους, φωτογραφίες που αυτός δημοσίευσε στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης face book και τις οποίες προσκόμισε, σε εκτύπωση, προανακριτικά, όπου απεικονίζονται στην μεν μία ο ίδιος ο μάρτυρας με τον Δ.
Λ., στη δε έτερη ο ίδιος ο μάρτυρας με τον θανόντα Γ. Ρ.. (2ον) Σε τέσσερις (4) φωτογραφίες που απεικονίζουν την πορεία του οχήματος, λίγη ώρα πριν από το επίδικο δυστύχημα, όταν οι επιβαίνοντες σε αυτό είχαν αποχωρήσει από τον τόπο όπου διασκέδαζαν (Λαδικού Υπάτης) προκειμένου να επιστρέφουν Λαμία και καθ' ό χρόνο αυτό διέρχεται από το Λιανοκλάδι, μπροστά από κτίριο όπου βρίσκεται επιχείρηση αρτοποιίας (φούρνος), ιδιοκτησίας Ν.
Α., που διαθέτει κάμερα ασφαλείας, οι οποίες εκτυπώθηκαν από έναν ψηφιακό δίσκο (CD) περιέχων δεδομένα βιντεοσκόπησης και συγκεκριμένα βίντεο, που λήφθηκε από το καταγραφικό της κάμερας ασφαλείας της ανωτέρω επιχείρησης, στις 25 ή 26 Αυγούστου 2017, από τον ίδιο παραπάνω μάρτυρα (ον.) Σ. (S.) (επ.) Ι. (I.) του Α. (Α.) και της Ζ. (Ζ.), ο οποίος και το προσκόμισε προανακριτικά στους αστυνομικούς προανακριτικούς υπαλλήλους του Τ.Τ ..., καθώς και από τον μάρτυρα απόδειξης, Α.
Μ., κατά τη διάρκεια επεξεργασίας βιντεοληπτικού υλικού και εξαγωγής φωτογραφιών από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών/Τμήμα Οπτικοακουστικού Υλικού, Φωτογραφίας και Μεθοδικοτήτων του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, στα πλαίσια της αυτεπάγγελτης αστυνομικής προανάκρισης που διενεργήθηκε για το δυστύχημα, εμφαίνονται, αχνά μεν, πλην όμως με αρκετή ευκρίνεια ώστε να εξάγεται συμπέρασμα για το χρώμα των ενδυμάτων τους, οι επιβαίνοντες σε αυτό.
Συγκεκριμένα, εμφαίνονται να επιβαίνουν στην μεν θέση του συνοδηγού άτομο που φοράει ανοιχτόχρωμο ένδυμα, στη δε θέση του οδηγού άτομο που φοράει σκουρόχρωμο ένδυμα. Επιπροσθέτως, στο επάνω τμήμα του τιμονιού του οχήματος και παράλληλα, απεικονίζονται δύο άσπρα ίχνη, τα οποία προφανώς, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι τα χέρια του οδηγού, εφόσον απεικονίζονται με ανοιχτό χρώμα, όπως είναι λογικό να απεικονίζεται το δέρμα λευκού ανθρώπου και σε διάκριση από το χρώμα που απεικονίζεται ο επιβαίνων στη θέση αυτή.
Από τα αμέσως παραπάνω περιστατικά, συναξιολογούμενα αποδεικτικά, μεταξύ τους και σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδεικνύεται ότι το άτομο, το οποίο, κατά τον επίδικο χρόνο, επέβαινε στη θέση του οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και οδηγούσε αυτό, ήταν ο πρώτος εναγόμενος - εκκαλών - εφεσίβλητος, Δ.
Λ., ο οποίος, δέον όπως επισημανθεί ότι ουδόλως αμφισβήτησε, ή άλλως πως αρνήθηκε, γενικά ή ειδικά, τις ανωτέρω δημοσιευμένες στο face book φωτογραφίες, καθώς και την προανακριτική ένορκη κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα (επ.) Ι. (I.) του Α. (Α.) και της Ζ. (Ζ.), αναφορικά με το χρώμα της μπλούζας του ίδιου (Δ.. Λ.) και του θανόντος, συναγόμενης περί τούτου ομολογίας του.
Ομοίως δε, για τους ίδιους λόγους, συνάγεται ομολογία, περί του ανωτέρω περιστατικού, εκ μέρους της συνεναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας. Πρέπει να σημειωθεί εν προκειμένω, ότι η χαμηλή ποιοτική επάρκεια του βιντεοληπτικού υλικού, που διαπιστώθηκε από τους αστυνομικούς της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών/Τμήμα Οπτικοακουστικού Υλικού, Φωτογραφίας και Μεθοδικοτήτων του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και από το Δικαστήριο τούτο, δεν αναιρεί την ανωτέρω κρίση του και τούτο διότι, η από το παρόν Δικαστήριο επισκόπηση των εξ αυτού εκτυπωμένων τεσσάρων (4) φωτογραφιών έγινε σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και ιδίως, με την ένορκη προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα (επ.) Ι. (I.) του Α. (Α.) και της Ζ. (Ζ.) και τις δύο (2) φωτογραφίες που αυτός προσκόμισε προανακριτικά, από εκτύπωση δημοσίευσης στο face book, σε συναξιολόγηση και με τα ακόλουθα αποδειχθέντα περιστατικά : (α) τις υπ' αριθμ.
πρωτοκ. 3022/10/990" /25-8-2017 και 3022/40/4910"/27-9-017 εκθέσεις εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών / Τμήμα Χημικών & Φυσικών Εξετάσεων/Εργαστήριο Τοξικολογίας & Οινοπνεύματος του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, στα πλαίσια της αστυνομικής προανάκρισης, σύμφωνα με το πόρισμα των οποίων, από την εξέταση σε δύο φιαλίδια αίματος που λήφθηκαν από τον Δ..
Λ. αμέσως μετά το επίδικο δυστύχημα, προέκυψε ότι η περιεκτικότητα του αίματος σε οινόπνευμα είναι 0,39 κατά λίτρο αίματος ή 0,30 0/00 και ότι ουδεμία τοξική ουσία ανιχνεύθηκε σε αυτόν, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 1775/20-9-2017 εργαστηριακή έκθεση τοξικολογικής εξέτασης των ιατροδικαστών Αθηνών Σ. Μ. και Σ. Μ., στα πλαίσια της αστυνομικής προανάκρισης, σύμφωνα με το πόρισμα της οποίας, από την εξέταση σε δείγμα 38 cc αίματος, που λήφθηκαν από τον θανόντα Γ.
Ρ. αμέσως μετά το επίδικο δυστύχημα, προέκυψε ότι η περιεκτικότητα του αίματος αυτού σε οινόπνευμα είναι 2,88 g κατά λίτρο αίματος ή 2880/00, καθώς και ότι ανιχνεύθηκαν σε αυτόν κοκαΐνη και μεταβολίτης και (β) το γεγονός ότι ο Δ.. Λ. αμέσως μετά το δυστύχημα, αφενός μεν δήλωσε αυθόρμητα στους διασώστες του ΕΚΑΒ που μετέβησαν στον τόπο που αυτό συνέβη, ότι δεν οδηγούσε ο ίδιος το αυτοκίνητο (σχ.
η ένορκη προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα Γρηγορίου Νικολόπουλου - διασώστη ΕΚΑΒ), αφετέρου δε απάντησε στην ερώτησή τους εάν ήταν άλλο άτομο μέσα στο όχημα, ότι ο θανών οδηγούσε αυτό χωρίς να φοράει ζώνη ασφαλείας γιατί τον στένευε και ότι ο ίδιος ήταν συνοδηγός (σχ. η ένορκη προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα Κ.
Γ. - διασώστη ΕΚΑΒ). Από τα ανωτέρω, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκύπτει ότι δεν είναι δυνατόν και αντιβαίνει στην κοινή λογική, ο ιδιοκτήτης του οχήματος, Δ.. Λ., να είχε επιτρέψει στον, ευρισκόμενο εμφανώς υπό την επήρεια οινοπνεύματος και ναρκωτικών ουσιών, θανόντα Γ. Ρ., γνωρίζοντας, μάλιστα, ότι αυτός έχει καταναλώσει αλκοόλ και έχει κάνει χρήση ναρκωτικών, εφόσον ήταν παρέα στην εκδήλωση αναψυχής στη Λαδικού Υπάτης, όλο το προηγούμενο βράδυ μέχρι και την ώρα που αποχώρησαν, να οδηγήσει το όχημά του.
Επιπροσθέτως, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι εκ των δύο επιβαινόντων στο όχημα, ο ευρισκόμενος σε καλύτερη σωματική και διανοητική κατάσταση, ώστε να οδηγήσει αυτό, ήταν ο Δ.. Λ., που είχε καταναλώσει λιγότερη ποσότητα αλκοόλ και δεν είχε κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών, ο οποίος ήταν και ο οδηγός αυτού. Τέλος, από τα ανωτέρω, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκύπτει ότι, υπό τις ανωτέρω περιστάσεις, ουδείς λόγος υπήρχε που να δικαιολογεί την αντίδραση του Δ..
Λ. αμέσως μετά το συμβάν, να δηλώσει αυθορμήτως στους διασώστες του ΕΚΑΒ, αλλά και να απαντήσει σε αναντίστοιχου περιεχομένου ερώτηση αυτών, ποιος ήταν ο οδηγός και ο συνοδηγός του οχήματος και εάν ο οδηγός είχε κάνει χρήση της ζώνης ασφαλείας. Συμπερασματικά, προς όλα τα παραπάνω, αφενός μεν δικαιολογείται το πόρισμα των αστυνομικών της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών/Τμήμα Οπτικοακουστικού Υλικού, Φωτογραφίας και Μεθοδικοτήτων του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, σύμφωνα με το οποίο η εξαγωγή περαιτέρω εγκληματολογικών συμπερασμάτων από το βιντεοληπτικό υλικό που τους εστάλη, δεν είναι εφικτή, λόγω της χαμηλής ποιοτικής επάρκειας αυτού, καθόσον αυτοί δεν είχαν υπόψη τους όλα τα παραπάνω στοιχεία, ούτε, άλλωστε, η αρμοδιότητά τους είναι η διατύπωση κρίσης για την ταυτότητα του οδηγού του αυτοκινήτου, ενόψει και του ερωτήματος που τους τέθηκε από τους αρμόδιους αστυνομικούς προανακριτικούς υπαλλήλους, το οποίο οριοθετούταν μόνον στην εξέταση - εξαγωγή εκμεταλλεύσιμου φωτογραφικού υλικού για την αναγνώριση επιβαινόντων - εντοπισμό και περαιτέρω υποβοήθηση του ανακριτικού έργου όπως αριθμό κυκλοφορίας του οχήματος, αφετέρου δε προκύπτει ότι οδηγός του οχήματος ήταν ο Δ..
Λ. κι ότι αυτός, αμέσως μετά το δυστύχημα, τελώντας προφανώς, υπό το κράτος των έντονων και ανάμικτων συναισθημάτων του, ήτοι της θλίψης για τον αναίσθητο κι εμφανώς βαρύτατα τραυματισμένο φίλο του, αλλά και του φόβου της επίρριψης των ευθυνών της πρόκλησης του δυστυχήματος στον ίδιο, θέλησε, εξαρχής και μετ' επιτάσεως, να υποστηρίξει ότι οδηγός δε ήταν ο ίδιος αλλά ο θανών.
Επιπροσθέτως, η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το ότι στην από 19/8/2017 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, που συνέταξαν οι αρμόδιοι προανακριτικοί αστυνομικοί υπάλληλοι του Τ.Τ ..., έχει καταγραφεί ως οδηγός του οχήματος ο θανών και τούτο διότι, η ως άνω καταγραφή έγινε υπό τη ρητή επισήμανση - διευκρίνηση "κατά δήλωση ανωτέρω ιδιοκτήτη οχήματος", δηλαδή του Δ..
Λ.. Άλλωστε, όπως ρητά και με σαφήνεια κατέθεσε ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ο μάρτυρας απόδειξης, Α. Μ., ο οποίος, κατά δήλωσή του, ναι μεν δεν είχε παρευρεθεί στην εκδήλωση αναψυχής στη Λαδικού Υπάτης και δεν ήταν αυτόπτης στο δυστύχημα, πλην όμως μετέβη στον τόπο που συνέβη, λίγη ώρα αφότου αυτό συνέβη, κατόπιν τηλεφωνικής κλήσεως - ενημερώσεως από τη μητέρα του θανόντος και ήδη ενάγουσα - εφεσίβλητη - εκκαλούσα, από την επισκόπηση του οχήματος, κατά τον ως άνω χρόνο της μετάβασής του στον τόπο του δυστυχήματος, αλλά και αργότερα στο χώρο στάθμευσης που αυτό φυλασσόταν, διαπίστωσε ότι στη θέση του συνοδηγού υπήρχαν τα υποδήματα που ο θανών φορούσε, τύπου παντόφλας - σαγιονάρας.
Το δε περιστατικό ότι ο θανών φορούσε κατά τον επίδικο χρόνο υποδήματα του ανωτέρω τύπου, δεν το αμφισβήτησε, ούτε άλλως πως το αρνήθηκαν οι εναγόμενοι-εκκαλούντες- εφεσίβλητοι, συναγόμενης περί τούτου ομολογίας τους. Επιπροσθέτως, και στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες του οχήματος, που λήφθηκαν στο χώρο στάθμευσης που αυτό μεταφέρθηκε μετά το δυστύχημα, απεικονίζεται στο κάθισμα του συνοδηγού υπόδημα του ανωτέρω τύπου.
Βάσει των ανωτέρω αποδειχθέντων περιστατικών, οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής ΤΟΥΟΤΑ, μοντέλο STARLET, κυλινδρισμού 1300 cc, ήταν, κατά την 19/8/2017 και περί ώρα 07:10 που συνέβη το επίδικο συμβάν, ο πρώτος εναγόμενος- εκκαλών - εφεσίβλητος, Δ.. Λ., ο οποίος είναι και ο αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος, καθόσον, από αμέλειά του, ήτοι οδηγώντας το ανωτέρω όχημά του, χωρίς σύνεση και δίχως να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, με ταχύτητα, το ύψος της οποίας δεν εξακριβώθηκε, οπωσδήποτε, όμως, υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο στην ανωτέρω οδό, το οποίο ορίζεται με ειδική σήμανση Ρ- 32, όπως τούτο συνάγεται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, από το σύνολο των ανωτέρω συνθηκών υπό τις οποίες συνέβη το επίδικο δυστύχημα, στο οποίο, κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα περιστατικά, δεν ενεπλάκη άλλο όχημα ή ζώο, απώλεσε τον έλεγχο αυτού, ακολούθως δε το αυτοκίνητο εξετράπη της πορείας του προς τα δεξιά και με σφοδρότητα προσέκρουσε, με τη δεξιά επιφάνειά του, στο παράπλευρο τσιμεντένιο τοιχίο του νεραύλακα που υπάρχει κατά μήκος της ανωτέρω οδού και στο δεξιό τμήμα της, καθώς και στο ύπερθεν αυτού χωμάτινο πρανές κι εν συνεχεία, περιστράφηκε και ανατράπηκε περί τον κατακόρυφο και εγκάρσιο άξονά του, κατά τον τρόπο που περιγράφεται αναλυτικά παραπάνω στο σκεπτικό, ακινητοποιούμενο τελικά, σε θέση ανατροπής και με την εμπρόσθια επιφάνεια του στραμμένη προς Καρπενήσι, επί του οδοστρώματος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας από αυτό που αρχικά κινούταν, με περαιτέρω συνέπεια τον θανάσιμο τραυματισμό του συνεπιβάτη Γ.
Ρ.. Η δε ως άνω αμελής οδηγική συμπεριφορά του Δ.. Λ. συνιστά και παράβαση των άρθρων 4 παρ. 3, 12 παρ. 1, 20 παρ. 1 του ΚΟΚ. Επισημαίνεται, ότι οι εναγόμενοι - εκκαλούντες - εφεσίβλητοι, πέραν της, κατά τα ανωτέρω, αμφισβήτησης της ταυτότητας του προσώπου που οδηγούσε το αυτοκίνητο, κατά τα λοιπά δεν αρνούνται, αντιθέτως, ρητά συνομολογούν τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη το δυστύχημα (τόπο, χρόνο, τρόπο πρόσκρουσης και ανατροπής του οχήματος).
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε τα ίδια, με όμοια αλλά συνοπτικότερη αιτιολογία, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, απορριπτομένων ως αβάσιμων κατ' ουσίαν των, ταυτόσημων κατά το νοηματικό περιεχόμενό τους, πρώτου και δεύτερου λόγων της κρινόμενης,...., έφεσης που άσκησαν ο οδηγός του παραπάνω αυτοκινήτου Δ..
Λ. και η ασφαλιστική εταιρεία, στην οποία αυτό ήταν κατά τον επίδικο χρόνο ασφαλισμένο, ...", με τους οποίους αυτοί υποστηρίζουν τα αντίθετα. Περαιτέρω, βάσει των αυτών ως άνω αποδειχθέντων περιστατικών, αποδείχθηκε ότι ο συνεπιβάτης Γ. Ρ.Σ τραυματίστηκε, κατά το επίδικο δυστύχημα, βαρύτατα, όπως προεκτέθηκε και απεβίωσε επί τόπου, όπως τούτο αποδεικνύεται από τις από 19/8/2017 ένορκες προανακριτικές καταθέσεις των διασωστών του ΕΚΑΒ, οι οποίοι κατέθεσαν ότι, κατά τον έλεγχο των σφυγμών και της αναπνοής που διενήργησαν μεταβαίνοντας στον τόπο του δυστυχήματος, ο ανωτέρω δεν είχε σημεία ζωής, αλλά και από την εκατέρωθεν συνομολόγηση τούτου εκ μέρους των διαδίκων.
Επίσης, βάσει των ανωτέρω αποδειχθέντων περιστατικών, αποδείχθηκε ότι, κατά τη στιγμή του δυστυχήματος, ο ανωτέρω θανών δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, ενόψει του ότι αφενός μεν, όπως ήδη προεκτέθηκε, το κάθισμα του συνοδηγού διαπιστώθηκε, μετά το συμβάν, λειτουργικό και χωρίς να έχει υποστεί θραύση, σε θέση ανάκλησης, στην οποία δεν είναι δυνατόν πρακτικά να γίνει χρήση ζώνης ασφαλείας, ούτε, άλλωστε, ενδείκνυται από άποψη ασφάλειας, αφετέρου δε η ζώνη ασφαλείας από την πλευρά του συνοδηγού δεν βρέθηκε αιωρούμενη, όπως κατά τη λογική θα ήταν, εάν , είχε χρησιμοποιηθεί, επιπροσθέτως δε ο ανωτέρω συνοδηγός εκτινάχθηκε έξω από το όχημα και το σώμα του επέπεσε επί του οδοστρώματος.
Από κανένα δε αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι συνέτρεχε νόμιμος λόγος απαλλαγής του θανόντα από την υποχρέωση χρήσης ζώνης ασφαλείας, η οποία καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 5 του ΚΟΚ και η παράβασή της επισύρει πρόστιμο ύψους τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ (παρ. 11 του άρθρου 12 του ΚΟΚ). Ωστόσο, όπως ήδη εκτέθηκε αναλυτικά παραπάνω στο σκεπτικό της παρούσας, αποδείχθηκε ότι ο θάνατος του ανωτέρω επήλθε, καθ' ό χρόνο αυτός ήταν εντός του οχήματος, συνεπεία των βαρύτατων κακώσεων της κεφαλής του, τις οποίες υπέστη από τον τρόπο που συνέβη η πρόσκρουση του οχήματος προς τα δεξιά, καθώς και από την περιστροφή αυτού, καθόσον η δεξιά πλαϊνή επιφάνειά του και το δεξιό τμήμα του ουρανού κυριολεκτικά συνεθλίβησαν, επιπροσθέτως δε ο ουρανός, στη δεξιά επιφάνεια, εισήλθε σχεδόν ολόκληρος στο εσωτερικό του αυτοκινήτου, κατά τα αναλυτικά προπεριγραφόμενα στο σκεπτικό της παρούσας.
Ειδικότερα, ο Γ. Ρ.Σ υπέστη τις, αναφερόμενες αναλυτικά παραπάνω στο σκεπτικό της παρούσας, κακώσεις, συνεπεία των οποίων απεβίωσε επί τόπου, πριν το σώμα του εκτιναχθεί έξω από το αυτοκίνητο, προσκρούσει κι επιπέσει στο οδόστρωμα και οι οποίες δεν θα ήταν δυνατόν να αποφευχθούν ακόμη και αν αυτός φορούσε ζώνη ασφαλείας, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η ζώνη ασφαλείας προστατεύει τον επιβάτη οχήματος κατά τις μετωπικές συγκρούσεις ως προς τον διαμήκη άξονά του και όχι κατά τις πλευρικές συγκρούσεις ή σε κίνηση ως προς τον κατακόρυφο και εγκάρσιο άξονα του.
Πλέον ειδικότερα, όπως ήδη προεκτέθηκε, οι σωματικές κακώσεις του Γ. Ρ. και συνακόλουθα και ο θάνατός του από αυτές, θα επέρχονταν, ανεξάρτητα από τη χρήση ή μη ζώνης ασφαλείας, λόγω της μεγάλης σφοδρότητας των προεκτεθέντων διαδοχικών προσκρούσεων (δεξιό του οδοστρώματος, με την πλαϊνή δεξιά επιφάνειά του, επί του τσιμεντένιου τοιχίου του υπάρχοντος εκεί νεραύλακα και επί του χωμάτινου ερείσματος) και ανατροπών (αρχικά δεξιόστροφα κατά τον κατακόρυφο άξονά του κι εν συνεχεία αριστερόστροφα κατά τον εγκάρσιο άξονά του) του οχήματος, που είχε ως συνέπεια, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, την βίαιη πρόσκρουση της κεφαλής του ανωτέρω επιβάτη στα παραμορφωμένα τοιχώματα της καμπίνας του οχήματος και ιδίως, στη δεξιά πλαϊνή επιφάνειά του και στην οροφή αυτού.
Συνεπώς, η παράλειψη της χρήσης ζώνης ασφαλείας δεν μπορεί να θεμελιώσει συντρέχουσα αμέλεια του θανόντος συνεπιβάτη Γ. Ρ. και ως εκ τούτου, ουδεμία αιτιώδης συνάφεια υφίσταται μεταξύ της μη χρήσης ζώνης ασφαλείας από τον Γ. Ρ. και του επελθόντος θανάσιμου, κατά τα ανωτέρω, τραυματισμού του, καθόσον ακόμη κι αν αυτός είχε προσδεθεί με ζώνη ασφαλείας, το επελθόν αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο.
Ακολούθως, έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, κάνοντας δεκτή την ένσταση συντρέχοντας πταίσματος του θανόντος στην πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού κατά ποσοστό 70% λόγω του ότι αυτός δεν είχε προσδεθεί με ζώνη ασφαλείας, την οπαία προέβαλαν πρωτοδίκως οι εναγόμενοι- εκκαλούντες - εφεσίβλητοι, κατ' αποδοχή ως βάσιμου κατ' ουσίαν του πρώτου λόγου της κρινόμενης, ..., έφεσης που άσκησε η ενάγουσα μητέρα του θανόντος, Μ.
Ρ..... Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας, ήδη αναιρεσίβλητης, τυπικά και κατ' ουσίαν και, μετ' εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης [που είχε κρίνει συνυπαίτιο στην πρόσκληση του θανάσιμου τραυματισμού του τον θανόντα υιό της ενάγουσας, κατά ποσοστό 70%], έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα και το θανάσιμο τραυματισμό του υιού της ενάγουσας είναι ο πρώτος εναγόμενος, ήδη πρώτος αναιρεσείων, και εν συνεχεία δέχθηκε εν μέρει την ως άνω αγωγή.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297,298,330 και 914 ΑΚ, 4 παρ. 3, 12 παρ. 1,19 παρ. 1 και 2 του ΚΟΚ, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 300 ΑΚ και 12 παρ. 5 του ΚΟΚ, οι οποίες δεν ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέες, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό της έννοιας της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος- οδηγού του αυτοκινήτου και δικαιολογούν την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, περί συντρέχοντος πταίσματος (άρθρ. 300 ΑΚ) του θανόντος συνεπιβάτη στην πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού του, λόγω μη χρήσης της ζώνης ασφαλείας.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και πρέπει ν' απορριφθούν. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Δικαστήριο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ και του ΚΟΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε πλήρη αιτιολογία τόσο ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, όσο και την έλλειψη αιτιώδους συνάφειας από τη μη χρήση ζώνης ασφαλείας από τον θανόντα συνεπιβάτη και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος (του θανάσιμου τραυματισμού του τελευταίου), διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά που επέδειξε ο οδηγός του αυτοκινήτου για την πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις του ΚΟΚ, που βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.
Συγκεκριμένα, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με σαφήνεια και πληρότητα αιτιολογείται ότι οδηγός του αυτοκινήτου κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος ήταν ο πρώτος αναιρεσείων και όχι ο θανών, ο οποίος επέβαινε στη θέση του συνοδηγού, όπως, ανελέγκτως, κατά τις παραδοχές, προέκυψε από τη συναξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, των φωτογραφιών του οχήματος μετά το τροχαίο δυστύχημα, των εκθέσεων επιθεώρησης και πραγματογνωμοσύνης, την ανάλυση βιολογικών υλικών κ.λ.π.
Το Εφετείο κατέληξε, ειδικότερα, στο ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα, περί του ότι οδηγός του οχήματος ήταν ο πρώτος αναιρεσείων, συνεκτιμώντας κυρίως: α) ότι από το ένδικο ατύχημα υπήρξε σχεδόν ολοκληρωτική σύνθλιψη της δεξιάς πλαϊνής επιφάνειας του οχήματος και εισδοχή του δεξιού τμήματος του ουρανού στο εσωτερικό του, β)ότι οι κηλίδες αίματος που εντοπίσθηκαν εσωτερικά στην καμπίνα του αυτοκινήτου (στο επάνω τμήμα του προσκέφαλου της θέσης του συνοδηγού, επάνω στον ουρανό στο πίσω και δεξιό τμήμα αυτού και εσωτερικά στο σπασμένο δεξιό παράθυρο) προέρχονται από τον θανόντα, γ)ότι οι βαρύτατες κακώσεις, συνεπεία των οποίων επήλθε ο θάνατός του εντοπίζονται στην κεφαλή του Γ.
Ραχιώτη, και δ) ότι ο πρώτος αναιρεσείων εξήλθε από το αυτοκίνητο μετά το σφοδρό επίδικο ατύχημα, αλώβητος, άνευ ουδεμίας, έστω και ελαφράς σωματικής κάκωσης, ενώ περαιτέρω με πλήρη αιτιολογία κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η μη χρήση ζώνης ασφαλείας από το συνοδηγό-θανόντα δεν συνετέλεσε αιτιωδώς στο θανάσιμο τραυματισμό του, διότι ο θάνατός του, που επήλθε συνεπεία των βαρύτατων κακώσεων της κεφαλής του, τις οποίες υπέστη από τον τρόπο που συνέβη η πρόσκρουση, περιστροφή και ανατροπή του οχήματος, δεν θα ήταν δυνατόν να αποφευχθεί ακόμη και αν αυτός φορούσε ζώνη ασφαλείας.
Οι λοιπές αιτιάσεις που προβάλλονται με τον ίδιο λόγο για ελλείψεις και ασάφειες στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης είναι πρωτίστως απαράδεκτες, διότι οι φερόμενες ως ελλείψεις και ασάφειες δεν συνιστούν τέτοιες, αλλά με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την πληρέστερη κατά την άποψη των αναιρεσειόντων ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με τα πιο πάνω ουσιώδη ζητήματα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1230/2023, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 83/2021, ΑΠ 50/2020).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 380/2023, ΑΠ 889/2020, ΑΠ 498/2018, ΑΠ 208/2018).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε τα νομίμως προσκομισθέντα έγγραφα και ειδικότερα: α) την από 23-11-2017 και με αριθμ.
πρωτ. 3022/9/34481 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών (Τμήμα Ανάλυσης Βιολογικών Υλικών (Συντάκτης Δημήτριος Καθάριος) της ΕΛΑΣ, β) το από 20-9-2017 και αρ. πρωτ. 25149/45/ιζ έγγραφο του ΤΤ ... προς τη Δ.νση Εγκλ/κών Ερευνών (τμήμα 8ο Μεθοδικοτήτων- Φωτογραφικό) της ΕΛΑΣ και από 25/9/2017 και αρ.
πρωτ. 9001/20/2840-Α απάντηση της Δ/νσης Εγκλ/κών Ερευνών (Εργαστήριο Εξέτασης Βίντεο και Εικόνας) της ΕΛΑΣ προς το ΤΤ ..., γ) 22 φωτογραφίες του τόπου του δυστυχήματος, ληφθείσες από το ΤΤ ... και δ) την από 30-5-2018 τεχνική έκθεση του Σ. Τ., τα οποία (έγγραφα), κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, εάν είχε λάβει υπόψη του το Εφετείο θα κατέληγε στο εντελώς αντίθετο πόρισμα, ότι δηλαδή οδηγός του οχήματος κατά το χρόνο του δυστυχήματος, που προκάλεσε το θανάσιμο τραυματισμό του Γ.
Ρ., δεν ήταν ο πρώτος αναιρεσείων, αλλά ο ίδιος ο θανών. Όπως, όμως, προκύπτει από την ενυπάρχουσα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης διαβεβαίωση ότι "από την επανεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ειδικότερα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθμ. .../2019 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως αυτού, η οποία θεωρείται συμπροσβαλλόμενη με την υπ' αριθμ. .../2022 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, το σύνολο των εγγράφων, τα οποία και πάλι οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, που λαμβάνονται υπόψη, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (...), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος, του βλαβέντος οχήματος και του θανόντος Γ.
Ρ., το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητείται και αποδεικνύεται γνήσιο (...), καθώς και τα δημόσια έγγραφα της ποινικής δικογραφίας που σχηματίσθηκε για το συμβάν (...), χωρίς να παραλείπεται κανένα κατά την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν δεν γίνεται μνεία σε καθένα από αυτά ξεχωριστά, από τις ομολογίες των διαδίκων που διαλαμβάνονται στις έγγραφες προτάσεις τους (...), καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως (...) αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά..", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί των συνθηκών τέλεσης του ένδικου ατυχήματος και ειδικότερα την οδήγηση του οχήματος από τον πρώτο αναιρεσείοντα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα παραπάνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, χωρίς να υποχρεούται το Δικαστήριο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου, με την επισημείωση ότι στη προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ρητή αναφορά και περιγράφονται τα συναγόμενα από τα εν λόγω έγγραφα συμπεράσματα και ειδικότερα:
α) στη σελίδα 7 γίνεται ρητή αναφορά στην έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης από το Τμήμα Ανάλυσης Βιολογικών Υλικών της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών- Υποδιεύθυνση Βιολογικών και Βιοχημικών Εξετάσεων και Αναλύσεων του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας και β) στη σελίδα 10 μνημονεύεται η από 30-8-2018 (κατά τους αναιρεσείοντες από 30-5-2018) ιδιωτική έκθεση του Σ.
Τ., μηχανολόγου- μηχανικού οχημάτων. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη με τον ως άνω λόγο αναίρεσης πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ. γ`του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δηλ. της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου, νομίμως προσκομισθέντος και επικληθέντος. Η, δια του ερευνώμενου δε λόγου, προβαλλόμενη περαιτέρω αιτίαση ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνεται απαράδεκτη, καθόσον με την επίκλησή της πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην ως άνω νομική σκέψη.
Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα από τους αναιρεσείοντες.
Με τη διάταξη του αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). "Πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης ή αντέφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή αντεκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 11/1996), όχι όμως και οι λόγοι έφεσης ή αντέφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ως πράγματα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, αν και προτάθηκαν, ή η λήψη υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 11/1996).
Επίσης, δεν είναι πράγματα, υπό την ως άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου (ΟλΑΠ 31/1997 ΑΠ 71/2019) ή η νομολογία των δικαστηρίων.(ΑΠ 66/2020, ΑΠ 701/2011). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 935/2021, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017).Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτός των αναφερομένων σ' αυτή εξαιρέσεων, για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση της προτάσεώς του στο αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Όπως δε συνάγεται από την πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1277/2020, ΑΠ 4/2020, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 142/2013).
Με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν από αυτούς και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι, όπως υποστηρίζουν, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη: α) τον προβληθέντα πρωτοδίκως και κατ'έφεση ισχυρισμό τους ότι οδηγός του αυτοκινήτου κατά το ένδικο ατύχημα, δεν ήταν ο πρώτος αναιρεσείων, αλλά ο θανών και β) ότι ο θανών παρέλειψε να κάνει χρήση της ζώνης ασφαλείας, συντελέσας σε ποσοστό 70% στο θανάσιμο τραυματισμό του. Ο άνω λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς των αναιρεσειόντων, αλλά τους απέρριψε κατ' ουσίαν, δεχόμενο, ότι οδηγός του αυτοκινήτου κατά το ένδικο ατύχημα ήταν ο πρώτος αναιρεσείων και ότι η παράλειψη χρήσης ζώνης ασφαλείας από το θανόντα συνεπιβάτη δεν συνδέεται αιτιωδώς με το θανάσιμο τραυματισμό του και ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεμελιώσει συντρέχουσα αμέλεια αυτού, καθόσον ακόμη και αν αυτός είχε προσδεθεί με ζώνη ασφαλείας το επελθόν αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο.
Κατά το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά (βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου επί θανατώσεως το βαθμό συγγένειας, την ηλικία του θύματος), με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής.
Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (άρθρο 932 ΑΚ).
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζόμενη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε, απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη.
Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση το σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων, τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.
ΑΠ 9/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης της αναιρεσίβλητης από τον επελθόντα θάνατο του υιού της Γ. Ρ., συνεπεία του τραυματισμού του κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, επιπλέον των παραδοχών που αναφέρονται παραπάνω, ως προς τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, δέχθηκε ανέλεγκτα, κατά την εκτίμηση των κριτηρίων για τον προσδιορισμό του ποσού αυτού, τα ακόλουθα: "...Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο θανών Γ.
Ρ.Σ, ηλικίας κατά το χρόνο του δυστυχήματος τριάντα δύο (32) ετών (ημερομηνία γέννησης 10/11/1984), ήταν απολύτως υγιής, εργαζόταν σε τοπικό εργοστάσιο, διέμενε με την ηλικίας, κατά τον ως άνω χρόνο, πενήντα οκτώ (58) ετών μητέρα του, Μ. Ρ., με την οποία διατηρούσε στενό ψυχικό σύνδεσμο, καθόσον αυτή ήταν χήρα από το 2004 και δεν είχε άλλα τέκνα και συνέδραμε στις δαπάνες διαβίωσής της, ενόψει της μικρής σύνταξης χηρείας, ποσού τετρακοσίων έντεκα ευρώ και εξήντα επτά λεπτών (411,67), που αυτή λάμβανε (σχ.
το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως μηνιαίο ενημερωτικό σημείωμα πληρωμής σύνταξης του ΕΦΚΑ). Από τον ανωτέρω βίαιο και απρόσμενο θάνατο του μοναδικού παιδιού της, η ενάγουσα - εφεσίβλητη - εκκαλούσα μητέρα του θανόντος, Μ. Ρ. (ήδη αναιρεσίβλητη) ένιωσε θλίψη, οδύνη και ψυχικό πόνο. Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες του δυστυχήματος και ειδικότερα, την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου - εκκαλούντος - εφεσίβλητου οδηγού (ήδη πρώτου αναιρεσείοντος), την ηλικία του θανόντος, αλλά και της ενάγουσας, τη μεταξύ τους συγγενική σχέση, το βαθμό της ψυχικής ταλαιπωρίας, της θλίψης και του πόνου που αυτή αισθάνθηκε και θα συνεχίζει να αισθάνεται, το είδος του έννομου αγαθού που προσβλήθηκε, την έλλειψη συνυπαιτιότητας του θανόντος στην πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού του, την οικονομική και κοινωνική θέση των διαδίκων φυσικών προσώπων (η ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρείας είναι εγγυητική), πρέπει να επιδικασθεί υπέρ της ενάγουσας, προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που αυτή υπέστη, ως εύλογη χρηματική ικανοποίησή της το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, απορριπτομένου του μείζονος αιτούμενου συναφώς ποσού ως αβάσιμου κατ' ουσίαν.
Το εν λόγω ποσό δεν είναι ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο, καθόσον, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, όπως διαμορφώνονται στην σύγχρονη ελληνική κοινωνία, δεν είναι κατώτερο, ούτε υπερβαίνει (και μάλιστα καταφανώς) το συνήθως επιδικαζόμενο σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επιδίκασε ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στην ενάγουσα το ποσό των 30.000 ευρώ, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, κατ' αποδοχή ως βάσιμου κατ' ουσίαν του ...λόγου της κρινόμενης ....έφεσης που άσκησε η ενάγουσα...".
Καθορίζοντας το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές αυτές, τη χρηματική ικανοποίηση για τη ψυχική οδύνη της αναιρεσίβλητης στο παραπάνω ποσό, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, που ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 9/2015), ούτε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 932 του ΑΚ, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε στην προαναφερθείσα αναιρεσίβλητη, για την προεκτεθείσα αιτία, το παραπάνω ποσό, το οποίο, όμως, είναι, κατ' αυτούς (αναιρεσείοντες), δυσαναλόγως μεγάλο σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποίοι κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-12-2022 (αριθμ. έκθ. κατ. ...2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. .../2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ.