Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds as the res judicata argument violates procedural code limits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding property ownership. The appellant argued that a prior judgment created res judicata, but the court found this argument inadmissible because it does not fall within the specific grounds for appeal listed in the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the opposing parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(16)(a), 560 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the existence of res judicata is inadmissible if it concerns a judgment of a First Instance Court or an appeal against such a judgment, as such grounds are not enumerated in the statutory list of appealable errors.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 218 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 218/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Ε. του Β., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κασιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ε. του Β., 2) Χ. Ε. του Β., 3) Μ. Ε. του Χ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιπποκράτη-Αλέξανδρο Μυλωνά και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 122/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 142/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-5-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 18.5.2021 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 142/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, που δίκασε ως Εφετείο, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 122/2019 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κω. Με την απόφαση αυτή είχε απορριφθεί η αγωγή με την οποία ο ενάγων επικαλούμενος τη διάταξη του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, που κυρώθηκε με το 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου και διατηρήθηκε σε ισχύ, ως τοπικό δίκαιο και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου και την εισαγωγή σε αυτήν της Ελληνικής Νομοθεσίας με το άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 510/1947, ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπό του ο νόμιμος, προς κτητική παραγραφή, χρόνος της 15ετούς νομής στα ιδανικά μερίδια των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων επί ακινήτου κείμενου στην περιοχή "..." του Δήμου …, το οποίο είναι καταχωρημένο στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογίου Κω - Λέρου. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 εδ. α' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, συνάγεται, ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει, ότι το δικαστήριο ερεύνησε περί της συνδρομής των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και, ακολούθως, δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού.
Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι δεδικασμένο παράγεται από την τελεσιδικία της αποφάσεως, ανεξάρτητα από το είδος της παρεχόμενης έννομης προστασίας. Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτει από το περιεχόμενο της αποφάσεως, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενο της αγωγής ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε από αυτό, αφού δεδικασμένο παράγεται και από εσφαλμένη απόφαση (Ολ.
ΑΠ 1/2005).Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 324 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, προκύπτει, ότι το δεδικασμένο προϋποθέτει ταυτότητα αντικειμένου, στο οποίο αναφέρεται το κριθέν και υπό κρίση δικαίωμα, καθώς και ταυτότητα της ιστορικής και νομικής αιτίας.
Κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της αποφάσεώς του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1.1.2016 ένδικα μέσα ορίζεται ότι : " Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές. 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ'ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε ως προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1,2,4,5,8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως (ΟλΑΠ 894/2018, ΑΠ 967/2018).Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερομένων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των υπολοίπων δικαστηρίων.
Συνεπώς, στην περίπτωση που προσβάλλεται απόφαση του ειρηνοδικείου ή πρωτοδικείου που δίκασε ως εφετείο επί εφέσεως κατά αποφάσεως του ειρηνοδικείου, είναι απαράδεκτοι λόγοι αναιρέσεως ερειδόμενοι στις λοιπές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 298/2020, ΑΠ 1321/2020, ΑΠ 74/2019),όπως είναι ειδικότερα η εσφαλμένη ερμηνεία ή η κακή εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του ίδιου Κώδικα σε σχέση με όσα έγιναν ανελέγκτως δεκτά και συγκεκριμένα αν αυτά συγκροτούν την έννοια του δεδικασμένου και αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 7/2013, ΑΠ 1578/2021), καθόσον στο άρθρο 560 ΚΠολΔ δεν περιελήφθη αναιρετικός λόγος αντίστοιχος του αριθμού 16 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα. (ΑΠ 1578/2021, ΑΠ 1006/2021, ΑΠ 366/2019).
Επιπροσθέτως, με τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ ελέγχεται η παραβίαση κανόνων ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου, όπως είναι διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 του ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των οποίων δεν ιδρύει τον αναιρετικό αυτό λόγο. (ΑΠ 1578/2021, ΑΠ 1148/2020, ΑΠ 1082/2020, ΑΠ 366/2019). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το μοναδικό λόγο αναίρεσης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι η όμοια με αυτήν επικαλούμενη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ), αιτιώμενος ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Κω, που δίκασε ως Εφετείο, με εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 321,322 και 324 ΚΠολΔ, επικυρώνοντας την απόφαση του Ειρηνοδικείου Κω, κατά παραδοχή της προσβληθείσας πρωτοδίκως και νομίμως επαναφερθείσας ενώπιόν του ένστασης των αναιρεσιβλήτων περί ύπαρξης δεδικασμένου, απέρριψε την αγωγή του ως απαράδεκτη.
Ειδικότερα, αιτιάται ο αναιρεσείων, ότι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι από την τελεσίδικη (ήδη αμετάκλητη) 171/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω, που δίκασε ως Εφετείο επί προηγούμενης αγωγής του μεταξύ των ιδίων διαδίκων, απορρέει ουσιαστικό δεδικασμένο, λόγω συνδρομής και των λοιπών απαιτούμενων προϋποθέσεων για την ύπαρξή του, ήτοι της ταυτότητας αντικειμένου, στο οποίο αναφέρεται το κριθέν και υπό κρίση δικαίωμα, καθώς και της ταυτότητας της ιστορικής και νομικής αιτίας, που εμποδίζει την έρευνα της μεταγενέστερης αυτής αγωγής του ίδιου, ενώ αν τις ερμήνευε και τις εφάρμοζε ορθά θα διαπίστωνε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές της ύπαρξης δεδικασμένου μεταξύ αμφοτέρων των ως άνω αγωγών, διότι η πρώτη είχε ως νομική και ιστορική αιτία την κτήση κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου με βάση τις διατάξεις της έκτακτης χρησικτησίας με κτητική παραγραφή, και η δεύτερη ως νομική και ιστορική αιτία την κτήση κυριότητας επί του ίδιου ακινήτου, με βάση την εφαρμογή μουσουλμανικού εθίμου, ήτοι διαφορετικού κανόνα δικαίου.
Η επικαλούμενη στο λόγο αυτό αναιρετική πλημμέλεια αφορά, κατά το περιεχόμενό της και κατά την ορθή εκτίμηση του αναιρετηρίου, στο ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και συγκεκριμένα των ως άνω διατάξεων των άρθρων 321,322 και 324 ΚΠολΔ δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο, ήτοι στον αναιρετικό λόγο περί του οποίου προβλέπει η ρύθμιση του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Όμως ο αντίστοιχος αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναγραφόμενους στο άρθρο 560 του ίδιου Κώδικα λόγους αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως συμβαίνει στην ένδικη περίπτωση που προσβάλλεται η 142/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, που δίκασε ως Εφετείο επί εφέσεως κατά της 122/2019 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κω.
Ο ίδιος δε λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι επίσης απαράδεκτος, καθόσον οι πληττόμενες με αυτόν διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 του ίδιου Κώδικα, είναι διατάξεις δικονομικού δικαίου η παραβίαση των οποίων δεν ιδρύει τον αναιρετικό αυτό λόγο.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος ετέρου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 18.5.2021 αίτηση του Μ. Ε., για αναίρεση της 142/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, που δίκασε ως Εφετείο, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν στο δικαστήριο και δεν κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ),όπως αυτά ορίζονται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 εδάφ.6 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.5.2021 αίτηση του Μ. Ε. για αναίρεση της 142/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, που δίκασε ως Εφετείο. Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ