218/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated218/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): στις καταθέσεις των μαρτύρων -όχι όμως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561§1 Κ.Πολ.Δ., ΑΠ 738/2015), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία.
Full text
Απόφαση 218 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 218/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Π. του Μ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Τσαμασίρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Ι. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 344/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 170/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-6-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ.2 KΠολΔ αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την με αριθμό .../30-10-2018 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ναυπλίου Γ.
Μ. προκύπτει ότι, μετά από την έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Επομένως, εφ` όσον ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Με την από 11-6-2018 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 170/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία, αφού δέχθηκε (κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ) την από 18-12-2013 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 344/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου που εκδόθηκε ερήμην του τελευταίου δεχόμενη κατά ένα μέρος κατ' ουσίαν την από 20-2-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου υποχρεώνοντας τον εδώ αναιρεσείοντα να καταβάλει στον εδώ αναιρεσίβλητο το υπόλοιπο της συμφωνηθείσας από τη μεταξύ τους σύμβαση έργου αμοιβή του για το εκτελεσθέν και παραδοθέν έργο νομιμοτόκως κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην άνω αγωγή, εξαφάνισε την ως άνω οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κράτησε και δίκασε την παραπάνω αγωγή την οποίαν δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν και υποχρέωσε τον ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει στον ήδη αναιρεσίβλητο για την προμνημονευθείσα αιτία το ποσό των 28.690 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την παράδοση του εκτελεσθέντος έργου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 495, 552,553,556,558,564,566 παρ.1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή .
Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 KπολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, ή ως αόριστη, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος. (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).
Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1452/2007, ΑΠ 963/2006).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ` αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποιοτική ή ποσοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης.
Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ.2, 118 § 4 και 216 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει :α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Στο δικόγραφο δε της αγωγής πρέπει να παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση. Η μη πλήρης αναφορά των περιστατικών αυτών καθιστά την αγωγή αόριστη και οδηγεί στην απόρριψη της ως απαράδεκτης για έλλειψη διαδικαστικής προϋποθέσεως.
Περαιτέρω από τα άρθρα 681, 682, 694 εδ. α` Α.Κ. προκύπτει, ότι με την σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει την συμφωνημένη αμοιβή στον εργολάβο, η οποία καταβάλλεται κατά την παράδοση του έργου. Αν η αμοιβή συνίσταται σε χρήματα και δεν πιστώθηκε, είναι τοκοφόρα από την παράδοση του έργου.
Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται, ότι για το ορισμένο της αγωγής εργολάβου που ενάγει τον εργοδότη για την καταβολή της αμοιβής του, απαιτείται η επίκληση της καταρτισθείσης συμβάσεως έργου, η περιγραφή του συμφωνηθέντος έργου, η επίκληση της προσήκουσας εκτελέσεως και παραδόσεως τούτου στον εργοδότη και η μνεία της συμφωνηθείσας αμοιβής, η οποία μπορεί κατά την κατάρτιση της σύμβασης να ορισθεί κατ` αποκοπή, κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς ή σε ποσοστά (ΑΠ 682/2010, 883/2011).
Στην περίπτωση δε κατά την οποία η αμοιβή ζητείται εντόκως από το χρονικό σημείο της παραδόσεως του έργου, πρέπει να αναφέρεται στην αγωγή και ο χρόνος αυτός. (ΑΠ 162/2018 ). Ως έργο δε νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρ. 694 ΑΚ της συμφωνημένης αμοιβής του (ΑΠ 346/2010).
Εν προκειμένω, το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, διότι έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου ως προς την αξίωσή του για καταβολή σ` εκείνον του ανεξόφλητου μέρους της αμοιβής του από την ένδικη σύμβαση, μολονότι σ` αυτή δεν " διευκρινίζεται τι είδους σύμβαση καταρτίσθηκε μεταξύ τους, δεν προσάγει ούτε αναφέρεται σε έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, ώστε να αποδεικνύεται ότι ανέλαβε για λογαριασμό του την κατασκευή όλων αυτών που ισχυρίζεται στην αγωγή, το κόστος του έργου, τη συμφωνία εξόφλησης, ούτε αποδεικνύει από ποιόν έλαβε έναντι του έργου αυτού 2.000 ευρώ, ούτε του παρέδωσε, ούτε έχει υπογράψει στη θέση του παραλαβόντος τα επίδικα τιμολόγια το κύρος των οποίων αμφισβητεί και δεν αποτελούν ως εκ τούτου σε βάρος του απόδειξη, ότι συμπεριλαμβάνουν (τα τιμολόγια) είδη που δεν έχουν τοποθετηθεί στην οικοδομή του και ότι δεν νομιμοποιείται ως ψιλός κύριος του ακινήτου να συνάψει με τον αντίδικο οποιαδήποτε συμφωνία σε σχέση με τη χρήση του".
Από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εξέθετε ότι, είναι τεχνίτης-κατασκευαστής κουφωμάτων και λοιπών εξαρτημάτων αλουμινίου και σιδήρου με έδρα το ... και ότι κατόπιν συμφωνίας που κατάρτισε με τον εναγόμενο ήδη αναιρεσείοντα τον Μάιο του 2011 ανέλαβε να κατασκευάσει και να τοποθετήσει στην κατοικία του στα ...
διάφορα είδη (εξωτερικές πόρτες, γκαραζόπορτες, σιδεριές παραθύρων, σιδερένιο μπαλκόνι κ.λ.π) όπως αυτά αναλυτικά παρατίθενται κατ'είδος, διαστάσεις και τιμή μονάδος στο δικόγραφο της αγωγής. Ότι η συνολική του αμοιβή για την εκτέλεση του άνω έργου (συμπεριλαμβανομένου και του κόστους των υλικών κατασκευής που θα βάρυνε τον ενάγοντα συμφωνήθηκε με τον εναγόμενο (αναιρεσείοντα) στο συνολικό ποσό των 30.690 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 23%), το οποίο ώφειλε ο τελευταίος να εξοφλήσει με την αποπεράτωση των εργασιών και την παράδοση του έργου.
Ότι εκτέλεσε και παρέδωσε προσηκόντως και εμπροθέσμως στις 10-9-2011 το συμφωνηθέν έργο αφού κατασκεύασε, μετέφερε στην οικοδομή του αναιρεσείοντος και τοποθέτησε κατά τη συμφωνία τους τα είδη που αναλυτικά περιγράφει στην αγωγή, τα οποία ο τελευταίος παρέλαβε χωρίς καμία επιφύλαξη. Ότι αν και εκπλήρωσε (ο αναιρεσίβλητος) τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας ο αναιρεσείων του κατέβαλε έναντι της συνολικά οφειλόμενης αμοιβής του μόνον το ποσό των 2.000 ευρώ και του οφείλει το υπόλοιπο ποσό των 28.690 ευρώ το οποίο ζήτησε να του επιδικασθεί νομιμοτόκως από την άνω ημέρα παράδοσης του έργου, άλλως από την επίδοση της αγωγής του.
Η αγωγή αυτή υπό το ως άνω περιεχόμενο της, είναι πλήρης και επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει τα στοιχεία, τα οποία, κατά τα προεκτεθέντα, είναι αναγκαία για τη νομική θεμελίωση του αιτήματος της περί καταβολής της οφειλομένης εργολαβικής αμοιβής και δη τη σύμβαση, το έργο που συμφωνήθηκε, το είδος και το ύψος της αμοιβής και την προσήκουσα εκτέλεση του έργου και παράδοση αυτού στην εναγομένη-εργοδότρια.
Συνεπώς κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, οι πρόσθετες ως άνω προϋποθέσεις που επικαλείται ο αναιρεσείων δεν αποτελούν αναγκαίο περιεχόμενο της ένδικης αγωγής η οποία έχει ως βάση τη διάταξη του άρθρ. 694 παρ.1α ΑΚ. Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας με την προσβαλλομένη απόφαση ορισμένη την ένδικη αγωγή και απορρίπτοντας (σιγή) τον αντίστοιχο ισχυρισμό του εκκαλούντος-εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη, λόγω αοριστίας την ένδικη αγωγή και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης εκ του αρ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 281 AK, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ` αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ ΑΠ2/2019, ΟλΑΠ7/2002, ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ126/2019). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 8/2018).
Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 319/2017).
Aντίθετα, ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, όταν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια δεν συνιστούν ανεπαρκή ή ασαφή αιτιολογία. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με σαφήνεια στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξ αιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και βάσει των οποίων, ως αναγκαίων, το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ125/2019).
Με την προσβαλλομένη απόφαση κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Το Μάϊο του 2011 ο εναγόμενος συμφώνησε με τον ενάγοντα, ο οποίος διατηρεί κατάστημα κατασκευών αλουμινίου και σιδήρου στο ... να κατασκευάσει και να τοποθετήσει στην οικία του στα ... τα ακόλουθα: Α]1) ένα μπαλκόνι σιδερένιο κρεμαστό διαστάσεων 3,5μΧ1,5μ αξίας 2.800 ευρώ, 2) ένα κασέλο μπαλκονιού μασίφ διαστάσεων 6,5μΧ0,9μ αξίας 1.200 ευρώ, 3) μία πόρτα σιδερένια δίφυλλη βαρέως τύπου διαστάσεων 4,30μΧ1,8μ αξίας 2.450 ευρώ, 4) τρείς σιδεριές παραθύρου μασίφ διαστάσεων 0,60μΧ1,10μ, αξίας 280 ευρώ εκάστη και συνολικά 840 ευρώ, 5) μία σίτα ανοιγόμενη αλουμινίου, μονόφυλλη, διαστάσεων 0,90μΧ1,15μ αξίας 260 ευρώ, 6) δύο πόρτες σιδήρου στρατζαριστές με βαμμένη περσίδα διαστάσεων 0,95μΧ2,20μ αξίας 340 ευρώ εκάστη και συνολικά 680 ευρώ, 7) τέσσερα καπάκια φρεατίου γαλβανιζέ διαστάσεων 0,80μΧ0,80μ αξίας 240 ευρώ έκαστο και συνολικά 960 ευρώ.
Για τα ανωτέρω ο ενάγων εξέδωσε το ...-8-2011 τιμολόγιο-δελτίο αποστολής. Η αξία των άνω κατασκευών συμπεριλαμβανομένου του κόστους εργασιών τοποθέτησής τους ανήλθε στο ποσό των 9.190 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 23% για τα οποία εκδόθηκε από τον ενάγοντα και η με αρ....-9-2011 απόδειξη παροχής υπηρεσιών, Β] 1) δύο πόρτες αλουμινίου σε χρώμα ξύλου διαστάσεων 1,10μΧ2,10μ αξίας 1530 ευρώ εκάστη και συνολικά 2.700 ευρώ, 2) δύο πόρτες σιδήρου συρόμενες με επένδυση ιρόκο αφρικάνικο διαστάσεων 4,10μΧ1,80μ αξίας 2.900 ευρώ εκάστη και συνολικά 5.800 ευρώ, 3) τέσσερα μοτέρ πόρτας συρόμενης 800 κιλών με τρία τηλεχειριστήρια αξίας 900 ευρώ έκαστο και συνολικά αξίας 3.600 ευρώ.
Για τα ανωτέρω ο ενάγων εξέδωσε το υπ' αρ....11 τιμολόγιο-δελτίο αποστολής. Η αξία των άνω κατασκευών συμπεριλαμβανομένου του κόστους εργασιών τοποθέτησής τους ανήλθε στο ποσό των 12.100 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 23% για τα οποία εξεδόθη από τον ενάγοντα και η υπ' αρ....-9-2011 απόδειξη παροχής υπηρεσιών και Γ] 1) δύο πόρτες δίφυλλες συρόμενες με επένδυση ξύλου ιρόκο αφρικάνικο διαστάσεων 3,90μΧ1,80μ αξίας 2.500 ευρώ εκάστη και συνολικά αξίας 5.000 ευρώ, 2) τέσσερα μοτέρ πόρτας 600 κιλών αξίας 600 ευρώ έκαστο και συνολικά 2.400 ευρώ.
Για τα ανωτέρω ο ενάγων εξέδωσε το υπ' αρ....-9-2011 τιμολόγιο-δελτίο αποστολής. Η αξία των ως άνω κατασκευών συμπεριλαμβανομένου του κόστους εργασιών τοποθέτησής τους ανήλθε στο ποσό των 7.400 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 23%, για τα οποία εξεδόθη από τον ενάγοντα και η υπ' αρ....-9-2011 απόδειξη παροχής υπηρεσιών.
Πράγματι ο ενάγων εκτέλεσε ως ώφειλε το ως άνω έργο συνολικής αξίας 30.690 ευρώ και ο εναγόμενος του κατέβαλε το ποσό των 2.000 ευρώ. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ο πατέρας του Μ. Π. ήταν αυτός που προέβη στις ανωτέρω παραγγελίες προς τον ενάγοντα το έτος 2003 έναντι τιμήματος 17.000 ευρώ και όχι ο ίδιος. Ο ισχυρισμός του αυτός κρίνεται αβάσιμος καθόσον από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος ήταν αυτός που μετέβη στο κατάστημα του ενάγοντος το έτος 2011 και συμφώνησε όσα προαναφέρθηκαν με τον ενάγοντα και όχι ο πατέρας του, ενώ αξιοσημείωτο είναι ότι κανένα στοιχείο που να ενισχύει τον ισχυρισμό του δεν προσκομίστηκε, όπως εξοφλητική ή άλλη απόδειξη του ενάγοντος προς τον πατέρα του εναγόμενου.
Περαιτέρω ο εναγόμενος προτείνει ένσταση παραγραφής της απαίτησης του ενάγοντος καθώς ισχυρίζεται ότι το καλοκαίρι του 2003 ήταν ο χρόνος παράδοσης του έργου. Ο ισχυρισμός αυτός είναι νόμιμος στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 250 ΑΚ, κρίνεται όμως απορριπτέος καθώς ως προαναφέρθηκε αποδείχθηκε ότι το έργο ανέθεσε στον ενάγοντα ο εναγόμενος το έτος 2011.
Μόνο οι προσκομιζόμενες άδειες οικοδομής επ' ονόματι Μ. Π. δεν αρκούν για να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε κρίση περί ανάθεσης του ανωτέρω έργου στον ενάγοντα από τον Μ. Π., ο οποίος ήταν ο επικαρπωτής του ακινήτου ούτε και οι προσκομιζόμενες φωτογραφίες αρκούν για να οδηγήσουν σε διαφορετικό συμπέρασμα καθώς η ύπαρξη θυρών στη συγκεκριμένη ιδιοκτησία δεν αμφισβητήθηκε, αντίθετα αποδείχθηκε ότι πριν την ανάληψη του έργου από τον ενάγοντα υπήρχαν εξωτερικές θύρες-αυλόποτρες πρόχειρες γαλβανιζέ με λινάτσα τοποθετημένη στην πρώτη εξ αυτών και καλαμωτή στις υπόλοιπες, οι οποίες αντικαταστάθηκαν από τον ενάγοντα με την τοποθέτηση νέων.
Σαφής προς τούτο ήταν η κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος, καθώς κάνει λόγο για αντικατάσταση των υπαρχουσών θυρών τις οποίες και περιγράφει, ενώ από τις προσκομιζόμενες αεροφωτογραφίες που περιλαμβάνονται στην τεχνική έκθεση του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Α. Χ. δεν μπορεί να διακριβωθεί το υλικό τους καθώς κάποιες από αυτές είναι θολές λόγω ανάλυσης, ενώ άλλες τραβηγμένες από απόσταση που δεν επιτρέπουν την ακριβή απεικόνιση του υλικού τους.
Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται ούτε από την μάρτυρα του εναγόμενου, η οποία κατέθεσε ότι ο ενάγων προέβη σε αντικατάσταση της αυλόπορτας που της υποδείχθηκε με αρ.9 αμφισβητώντας μόνο το χρόνο που έγιναν οι ανωτέρω εργασίες. Η κατάθεσή της όμως δεν κρίνεται πειστική κατά το μέρος αυτό, ήτοι του χρόνου που έλαβαν χώρα οι ως άνω εργασίες, καθώς επιχειρείται με αυτήν να μετατεθούν οι εργασίες το έτος 2003, ισχυρισμός που δεν συνεπικουρείται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία.
Τέλος απορριπτέος είναι ο ισχυρισμός του εναγόμενου με τον οποίο επιχειρείται να θεμελιωθεί ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ισχυριζόμενος ότι ο πατέρας του ανέθεσε το εν λόγω έργο στον ενάγοντα και εξοφλήθη από αυτόν το έτος 2003 καταβάλλοντάς του το ποσό των 17.000 ευρώ καθώς εδράζεται σε λανθασμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι ως αποδείχθηκε στην ανάθεση του εν λόγω έργου προέβη αυτός και όχι ο πατέρας του".
Ακολούθως το Εφετείο, αφού δέχθηκε στα πλαίσια του άρθρου 528 ΚπολΔ την έφεση του εναγομένου- εκκαλούντος-αναιρεσείοντος, εξαφανίζοντας την 344/2013 οριστική απόφαση του Μον/λούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου (που είχε δεχθεί κατ' ουσίαν την από 20-2-2011 αγωγή του αναιρεσίβλητου ερήμην του άνω αναιρεσείοντος, επιδικάζοντας σε βάρος του το ποσό των 28.490 ευρώ νομιμοτόκως από την 11-9-2011) και ερεύνησε εκ νέου την υπόθεση, δέχθηκε με βάση τις ανωτέρω παραδοχές εν μέρει την ως άνω αγωγή κατ' ουσίαν, απορρίπτοντας την περί καταχρήσεως ένσταση του εναγόμενου (ήδη αναιρεσείοντος), τον οποίον υποχρέωσε να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 28.690 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής καθώς από τις ανωτέρω παραδοχές δεν αποδείχθηκε δήλη ημέρα παράδοσης του έργου.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δη ότι απέρριψε την προβληθείσα ένστασή του περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος του αναιρεσίβλητου "σιωπηρώς και χωρίς επαρκή αιτιολογία".
Ο παραπάνω (τρίτος) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος, εφόσον οι ως άνω προπαρατεθείσες αιτιολογίες (παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως) είναι επαρκείς και σαφείς και καθίσταται έτσι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή εφαρμογή εκ μέρους του Εφετείου της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ και την κατ' ουσίαν απόρριψή της χωρίς να έχει στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Και τούτο διότι δεχόμενο ότι αποδείχθηκε πως αντισυμβαλλόμενος του ενάγοντος ως καταρτίσας την ένδικη σύμβαση έργου το 2011 και συνεπώς υπόχρεος έναντι του τελευταίου από αυτή είναι ο εναγόμενος αναιρεσείων, με συνέπεια να απορρίψει ως αβάσιμη την ένσταση περι καταχρήσεως δικαιώματος που εκκινούσε από το εσφαλμένο και μη αποδειχθέν περιστατικό της κατάρτισης της επίδικης σύμβασης σε πολύ προγενέστερο χρόνο (το 2003), με αντισυμβαλλόμενο του δικαιούχου του επιδίκου δικαιώματος ενάγοντος τρίτο πρόσωπο(τον πατέρα του), μη διάδικο στην κρινόμενη υπόθεση και μη βλαπτόμενο από την επικαλούμενη καταχρηστική άσκηση του άνω δικαιώματος, διέλαβε κατά τα προεκτεθέντα πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σε συνδυασμό με το παραπάνω σαφές και πλήρως αιτιολογημένο αποδεικτικό πόρισμά του.
Με τον πέμπτο δε λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη ότι υπέπεσε στην αυτήν ως άνω πλημμέλεια ( εκ του αρ.19 και όχι και του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), διότι προκύπτει ασάφεια και αντίφαση από τις παραδοχές της, καθόσον στο διατακτικό αναφέρεται ότι η αγωγή του αναιρεσίβλητου έγινε "εν μέρει" δεκτή, χωρίς όμως να προκύπτει από το σκεπτικό της ότι κρίθηκε οτιδήποτε "απορριπτέο" αναφορικά με το δικόγραφο της αγωγής. Ωστόσο από τις αυτές ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης χωρίς αμφιβολία προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε κατ' ουσίαν βάσιμο και επιδίκασε μεν το σύνολο του αιτηθέντος ποσού κατά το κεφάλαιο, ως προς το περί τόκων υπερημερίας όμως αίτημα, επιδίκασε τόκους για μικρότερο χρονικό διάστημα (από την επίδοση της αγωγής κατά το επικουρικό αίτημα) και όχι για μεγαλύτερο (κατά το κύριο αγωγικό σχετικό αίτημα) δηλαδή από την παράδοση του έργου, διότι κατά τις ως άνω (αντίστοιχες) παραδοχές της προσβαλλόμενης δεν αποδείχθηκε δήλη ημέρα παράδοσης. Εν όψει των ανωτέρω από την παραδοχή ότι η αγωγή έγινε δεκτή εν μέρει δεν προκύπτει οποιαδήποτε ασάφεια και αντίφαση όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων. Ως εκ τούτου και ο λόγος αυτός (πέμπτος) είναι αβάσιμος.
Εξ άλλου κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ. α` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 374/2019, ΑΠ315/2008).
Κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της προτάσεως αυτής, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής. (Ολ ΑΠ 15/2000).
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης δημιουργείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι` αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος - λ.χ.
στις καταθέσεις των μαρτύρων -όχι όμως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561§1 Κ.Πολ.Δ., ΑΠ 738/2015), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 2 εδαφ. α` και β` Κ.Πολ.Δ, όπως ήδη ισχύουν, στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων (Ειρηνοδικείων, Μονομελών και Πολυμελών Πρωτοδικείων), λαμβάνονται υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία του καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 Κ.Πολ.Δ, δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αφού αυτή είναι η πραγματική έννοια του όρου "συμπληρωματικά" στην παρ. 2 εδάφ. β` του αμέσως πιο πάνω άρθρου 270. Έτσι, στην τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ` αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία (άρθρο 270 παρ. 2 εδάφ. γ` Κ.Πολ.Δ).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 432, 433 και 435 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι ένα ιδιωτικό έγγραφο για να υπάρχει ως αποδεικτικό μέσο και να συγκαταλέγεται στα επώνυμα αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 339 του ίδιου Κώδικα, πρέπει να είναι αναγνώσιμο, να μην έχει υποστεί τεμαχισμό, διάτρηση ή διαγραφή, οπότε τεκμαίρεται πως έχει εκμηδενιστεί η αποδεικτική του δύναμη (άρθρο 433 Κ.Πολ.Δ) και να είναι γνήσιο.
Περαιτέρω, ένα ιδιωτικό έγγραφο για να έχει αποδεικτική δύναμη, δηλαδή για να μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση δικανικής πεποίθησης, πρέπει να φέρει την υπογραφή του εκδότη (άρθρο 433 Κ.Πολ.Δ, πρβλ. και άρθρο 160 ΑΚ), ενώ δεν αποδεικνύει, καταρχήν, υπέρ του εκδότη του (άρθρο 447 Κ.Πολ.Δ). Επομένως, ένα ιδιωτικό έγγραφο με μόνη την υπογραφή του εκδότη του δεν έχει, καταρχήν, αποδεικτική ισχύ υπέρ αυτού, εφόσον το προσκομίζει ο ίδιος και όχι ο αντίδικός του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 443 και 447 Κ.Πολ.Δ.
Δεν παύει όμως να έχει τα τυπικά χαρακτηριστικά του εγγράφου και είναι υποστατό ως έγγραφο. Αποτελεί ένα αποδεικτικό μέσο που δεν πληροί τους όρους του νόμου, με την έννοια της διάταξης του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ. β` Κ.Πολ.Δ και λαμβάνεται υπόψη στην τακτική διαδικασία. Τα ιδιωτικά, επίσης, έγγραφα, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει επί δημόσιου εγγράφου (άρθρο 455 Κ.Πολ.Δ), δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας.
Η επίκληση και προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου, προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει, έτσι, τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητάς του, ο δε αντίδικος αυτού έχει το βάρος της δήλωσης περί άρνησης της γνησιότητας, ενώ ο πρώτος της απόδειξης αυτής, εάν αμφισβητηθεί. Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης μέμφεται ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια αφενός (κατά το πρώτο σκέλος) από τον αριθμό 11 περίπτ.
α` του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αφετέρου (κατά το δεύτερο σκέλος) από τον αριθμό 12 του ίδιου άρθρου, ισχυριζόμενος ότι σύμφωνα με τα "επί λέξει" διαλαμβανόμενα στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης ως ακολούθως: "από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά και τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά......" (προκύπτει ότι) το Εφετείο έλαβε υπόψη "αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, προσδίδοντας μάλιστα αντίστοιχη αποδεικτική βαρύτητα, που δεν είχε και δη ότι έλαβε υπόψη τα με αρ.....8.2011, ....8.2011 και ....9.2011 δελτία αποστολής και τις με αρ.....9.2011,....9.2011 και ....9.2011 αποδείξεις παροχής υπηρεσιών που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), τα οποία δεν αποτελούν έγγραφα και μάλιστα με τέτοια αποδεικτική ισχύ, γιατί φέρουν την υπογραφή μόνον του εκδότη τους και ουδέν μπορούν να αποδείξουν υπέρ του τελευταίου, εφόσον δεν φέρουν τη δική του υπογραφή, η δε προσβαλλομένη απόφαση ουδεμία διάκριση έκανε σχετικά με τα επικληθέντα από τον αντίδικό του αποδεικτικά μέσα, θεωρώντας τα όλα συλλήβδην ως νόμιμα και πρόσφορα να αξιολογηθούν και να οδηγήσουν σε δικανικό αποτέλεσμα και συμπέρασμα".
Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος κατά το πρώτο σκέλος του, εφόσον τα εν λόγω δελτία αποστολής και αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, έχουν τα τυπικά χαρακτηριστικά του εγγράφου, είναι υποστατά ως τέτοια έγγραφα και ως αποδεικτικά μέσα που πληρούν οπωσδήποτε τους όρους του νόμου, με την έννοια της διάταξης του άρθρου 270§2 εδάφ.
α` Κ.Πολ.Δ., νόμιμα, ως επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, που δίκασε κατά την τακτική διαδικασία και εκτιμήθηκαν ελεύθερα απ` αυτό, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα επισκόπηση των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο αυτός ως άνω λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του (την πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) ότι δηλαδή το Εφετείο προσέδωσε στα παραπάνω δελτία αποστολής-αποδείξεις παροχής υπηρεσιών αποδεικτική δύναμη, ενώ δεν έπρεπε να προσδώσει σ` αυτά καμιά απολύτως αποδεικτική δύναμη, είναι αβάσιμος, κατά πρώτον μεν διότι, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 270§2 εδάφια α` και β` Κ.Πολ.Δ., με αποτέλεσμα τη μη ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου, κατά δεύτερον δε, γιατί το Εφετείο προέβη σε ελεύθερη εκτίμηση του περιεχομένου τους κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του.
Περαιτέρω, από μεν την διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ ορίζεται, ότι το δικαστήριο ενεργεί ύστερα από αίτηση του διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, από δε την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 του ιδίου Κώδικος, θεσπίζεται, κατά κύρωση της προηγουμένης, που καθιερώνει την διαθετική αρχή, ότι αναίρεση συγχωρείται εάν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4055/2012 και την εκ νέου αντικατάστασή του από το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013 "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση (ΑΠ 1033/2018, AΠ51/2016, ΑΠ 292/2015, ΑΠ 1749/2014).
Εν προκειμένω με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ.9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα πλέον του αιτηθέντος με την αγωγή ποσού των 28.490 ευρώ και συγκεκριμένα το ποσό των 28.690 ευρώ.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων αλλά και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν τα ακόλουθα: εν πρώτοις από το ιστορικό μέρος της αγωγής ως αιτούμενο από τον ενάγοντα ποσό συνολικής αμοιβής για το επίδικο έργο αναφέρεται εκείνο των 30.690 ευρώ, αφαιρουμένου δε (με τον ενδεδειγμένο αριθμητικό υπολογισμό) από τον τελευταίο του καταβληθέντος από τον εναγόμενο ποσού των 2.000 ευρώ, το υπόλοιπο της καταβλητέας αμοιβής προσδιορίζεται στο ποσό των 28.690. Στο αιτητικό όμως της αγωγής ζητήθηκε η επιδίκαση του ποσού των 28.490 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικάζοντας ερήμην του εναγόμενου επιδίκασε με την 344/2013 απόφασή του στον ενάγοντα το ως άνω ποσό των 28.490 ευρώ. Κατά της παραπάνω αποφάσεως άσκησε έφεση μόνον ο ερημοδικασθείς εναγόμενος όχι όμως και ο ενάγων ο οποίος θα μπορούσε να ισχυρισθεί με λόγο εφέσεως ότι (λόγω εσφαλμένου αριθμητικού υπολογισμού) του επιδικάσθηκε μικρότερο ποσό κατά 200 ευρώ. Έτσι το κεφάλαιο αυτό δεν είχε προσβληθεί με αντίθετη έφεση ή με αντέφεση. Εντεύθεν το Εφετείο περιοριζόταν από το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος να ερευνήσει τα κεφάλαια της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης, που είχαν προσβληθεί μόνο με την έφεση του και ειδικότερα το ύψος του κονδυλίου που είχε επιδικασθεί πρωτόδικα (δηλαδή εκείνο των 28.490 ευρώ).
Συνεπώς, δεν είχε εξουσία να ερευνήσει το άνω κεφάλαιο κατά το υπέρτερο ποσό από εκείνο που είχε καθοριστεί από την πρωτόδικη απόφαση και το οποίο δεν επλήττετο. Επομένως, (το Εφετείο) εξαφανίζοντας την εκκαλουμένη (στα πλαίσια του άρθρου 528 ΚΠολΔ) και ερευνώντας εκ νέου την αγωγή με το να καθορίσει το άνω ποσό στα 28.690 ευρώ και όχι σε εκείνο των 28.490 ευρώ, επιδίκασε 200 ευρώ πλέον του αιτηθέντος από τον ενάγοντα ποσού και, συνακόλουθα, ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ.
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως ως προς τον παραπάνω (τέταρτο) λόγο της και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 170/2018 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου κατά το μέρος που επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν σύμφωνα με τ'ανωτέρω και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στον καταθέσαντα. Μετά ταύτα δεν απολείπεται άλλο ζήτημα για διευκρίνιση της υπόθεσης και δεν υπάρχει πλέον στάδιο περαιτέρω εκδίκασης αυτής ως προς το αναιρούμενο ως άνω κεφάλαιο. Συνακόλουθα, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί από το Δικαστήριο τούτο κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος. Στη συνέχεια, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και κατ' ουσίαν η από 18-12-2013 αρ κατ. 113/2013) έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 344/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, κατά το αναιρούμενο μέρος της υπόθεσης και να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η ένδικη με αρ. κατ. ΤΜ/390/29-3-2012) αγωγή του κατά το ποσό των 28.490 ευρώ και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στον καταθέσαντα. Τέλος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος - εναγομένου, ως εν μέρει ηττώμενου τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου - ενάγοντος για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας (άρθρ. 178, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. 170/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου κατά το κεφάλαιο που αφορά το ύψος της επιδικασθείσας εργολαβικής αμοιβής των 28.690 ευρώ.
Διακρατεί και δικάζει κατά τούτο την υπόθεση.
Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την από 18-12-2013 (αρ. Κατ.113/2013) έφεση του αναιρεσείοντος - εκκαλούντος κατά της υπ' αρ. 344/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της υπόθεσης.
Εξαφανίζει, κατά τούτο, την εκκαλουμένη υπ' αρ. 344/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου.
Κρατεί και δικάζει την με αρ.κατ.ΤΜ/390/29-3-2012 αγωγή κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της υπόθεσης.
Υποχρεώνει τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των είκοσι οκτώ χιλιάδων τετρακοσίων ενενήντα (28.490) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Διατάσσει την επιστροφή των παραβόλων, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και της εφέσεως. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα - εναγόμενο εκκαλούντα στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου-ενάγοντος, που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Φεβρουαρίου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ