218/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο- Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated218/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Η έννοια αυτή προκύπτει και από: α) το άρθρο 1 παρ. 2 ν. ΚΘ' 31.1/18-2-1864, κατά το οποίο το Δημόσιο και οι Κοινότητες διατηρούν τα δικαιώματα που είχαν επί των αμφισβητουμένων λειβαδίων άνευ βλάβης των αποκτηθέντων δικαιωμάτων από τρίτους καθώς και β) από το άρθρο 3 ν.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 218 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 218/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τα
ους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο- Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 9η Ιανουαρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Δούκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. χήρας Δ. Γ., το γένος Η. Μ., 2. Ε. Δ. Γ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Φιλιππίνα Φραγκιάδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2009 αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 860/2011 μη οριστική, 3919/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 327/2017 Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-10-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επί δημοσίων κτημάτων, όπως είναι και τα δάση, τα οποία είναι εθνικά (εκτός των διαλαμβανομένων στα άρθρα 1 και 2 του από 17-11/1-12-1836 β.δ/τος, τα οποία θεωρούνται ως ιδιωτικά υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 3 του εν λόγω β.δ/τος), ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή κατ' άρθρο 51 Εισ.
Ν.Α.Κ., για τον προ της ενάρξεως της ισχύος του Α.Κ., χρόνο, διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 πανδ. (50. 14), ν. 2 παρ. 20 πανδ. (41.4), ν.6 παρ. 1 πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 πανδ. (23.3), δηλαδή, κατόπιν ασκήσεως νομής επί του δημοσίου κτήματος, που προκειμένου για ακίνητο συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό, όπως η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, η φύλαξη κλπ, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει, με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου επ' αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ. (5-8), 27 πανδ.(18-1), 10, 15 παρ.3, 17, 48 πανδ (41.3), 3 πανδ. (41-10) και 109 πανδ. (50.16), τη συνδρομή της οποίας, ενόψει της φύσεώς της, ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς, από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Α.Κ.
τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (βλ. και τις διατάξεις των ν. 18.24 παρ. 1 πανδ. (41-3) παρ. 9 Εισ (2-9), ν.2 κωδ (7-30) Βασ. (50-10). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με τον μεταγενέστερο από 21 Ιουνίου 1837 νόμο "περί διακρίσεως κτημάτων" στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμεναι διατάξεις", επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ. 9 παρ.1 (50. 4), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ.
με το άρθρο 53 Εισ. Ν. αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία πάνω σ' αυτά (Ολ.Α.Π.75/1987). Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του β.δ. της 3/12-12-1833, που έχει ισχύ νόμου, "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834" όλα τα λειβάδια (ή βοσκοτόπια), για την υπέρ ιδιώτη επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.
Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Η έννοια αυτή προκύπτει και από: α) το άρθρο 1 παρ. 2 ν. ΚΘ' 31.1/18-2-1864, κατά το οποίο το Δημόσιο και οι Κοινότητες διατηρούν τα δικαιώματα που είχαν επί των αμφισβητουμένων λειβαδίων άνευ βλάβης των αποκτηθέντων δικαιωμάτων από τρίτους καθώς και β) από το άρθρο 3 ν.
ΨΗΖ'/1880, κατά το οποίο, οι κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λειβάδια, διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκοτόπων, επί των οποίων γίνονταν μέχρι το 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.Α.Π.9/2016, Ολ.Α.Π.1/1999).
Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π.24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.), το Εφετείο, σχετικά με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή των εναγουσών και ήδη αναιρεσίβλητων και τον ισχυρισμό του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί κτήσεως της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : " Μετά το θάνατο του Δ.
Γ., συζύγου της πρώτης και πατέρα της δεύτερης ενάγουσας, που απεβίωσε στις 21-10-1992 χωρίς να αφήσει διαθήκη, οι τελευταίες, ως πλησιέστερες συγγενείς του, δυνάμει της υπ' αριθμ. …25/16-10-1993 πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Μ. Ν. - Β., που μεταγράφηκε στις 18-10-1993 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αίγινας (τόμος …69, α.α …7), αποδέχθηκαν την κληρονομία του, ενεργώντας η πρώτη και ως νόμιμη αντιπρόσωπος της ανήλικης τότε θυγατέρας της, κατά το ποσοστό του 1/4 και των 3/4 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα.
Έτσι, περιήλθε σε αυτές παραγώγως, κατά τα παραπάνω ποσοστά, μεταξύ άλλων και ένας αγρός, ήδη επίδικος, συνολικής εκτάσεως 120 στρεμμάτων ή όσης έκτασης ήταν αυτός, κείμενος στη θέση "..." του …της Κοινότητας ….., συνορεύων, ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Ν. Γ., κορυφογραμμή και ανακατάρη, δυτικά, με Ε. Μ., Π.
Μ. και Χ. Γ., βόρεια, με Δ. Γ. και Δ. Π. και νότια, με κληρονόμους Ν. Γ. και ανακατάρη. Ο αγρός αυτός φέρετο ότι είχε περιέλθει στον δικαιοπάροχο των εναγουσών παραγώγως, αιτία επίσης κληρονομικής διαδοχής, δυνάμει της νομίμως μεταγραφείσας στα προαναφερθέντα βιβλία στις 16-10-1973 (τόμος 120, α.α 395), υπ' αριθμ. ….25/1973 πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του τέως συμβολαιογράφου Ι.
Π., με την οποία αυτός αποδέχθηκε την κληρονομία της μητέρας του, Ε. χήρας Ι. Γ., που απεβίωσε στις 16-11-1972, χωρίς να αφήσει διαθήκη, ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, μετά τη νομότυπη αποποίηση εκ μέρους της αδερφής του - και εξετασθείσας στο ακροατήριο μάρτυρα- Μ. Γ.. Στη δικαιοπάροχο μητέρα του Ε. Γ., το γένος Ι.
Σ., ο αγρός αυτός φέρετο να είχε περιέλθει αρχικά εξ αδιαιρέτου, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο του αποβιώσαντος στις 13-8-1927 πατρός της, Ι. Σ., από κοινού με την μητέρα της Μ. και τα αδέλφια της Σ., Τ., Π. και Ε., η οποία παραιτήθηκε από το κληρονομικό της δικαίωμα, δυνάμει ρητής δήλωσής της ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως μνημονεύεται στο κείμενο του κάτωθι διανεμητηρίου συμβολαίου.
Ειδικότερα, η κληρονομία του θανόντος, περιήλθε σε αυτούς, ως εκούσιους ή εξωτικούς κληρονόμους του, στους οποίους περιλαμβάνονται όλοι οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι και δη τα ενήλικα τέκνα - εφόσον παραστάθηκαν αυτοπροσώπως στο κάτωθι μνημονευόμενο συμβόλαιο διανομής - και η σύζυγός του, μετά τη μονομερή δήλωση της βούλησής τους για αποδοχή αυτής, η οποία σε κάθε περίπτωση έγινε σιωπηρά, συναγόμενη από τη σύμπραξή τους στην υπογραφή του υπ' αριθμ.
…70/30-4-1928 διανεμητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Σ. Ζ., νομίμως επίσης μεταγραφέντος στα παραπάνω βιβλία στις 30-5-1928 (τόμος 74, α.α 204), με το οποίο αυτοί παραχώρησαν στην Ε. Γ. το ποσοστό τους εξ αδιαιρέτου επί του αγρού, καθώς έτσι φανερώθηκε η πρόθεσή τους να αναμειχθούν στην κληρονομία του και να την αποκτήσουν, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχ.
I στ σκέψη, καθιστάμενη έτσι η ίδια αποκλειστική κυρία ολόκληρου του αγρού. Στη συνέχεια, η τελευταία, με το υπ' αριθμ. …71/30-4-1928 προικοσύμφωνο του αμέσως ανωτέρω συμβολαιογράφου, που έχει νόμιμα επίσης μεταγραφεί στα προαναφερθέντα βιβλία μεταγραφών στις 30-4-1929 (τόμος 74, α.α 205), συνέστησε αδιατίμητη προίκα επί του επιδίκου αγρού υπέρ του συζύγου της Ι.
Γ. του Δ. και μετά το θάνατό του στις 20-8-1963, η πλήρης κυριότητά του περιήλθε αυτοδικαίως στην ίδια (σχετ. η υπό στοιχ. Ιστ σκέψη). Σε όλους τους παραπάνω τίτλους, στους οποίους δεν προσαρτάται τοπογραφικό διάγραμμα του επιδίκου, η περιγραφή του γίνεται με τρόπο πανομοιότυπο, όπως στον τίτλο των εναγουσών, με τη μοναδική διαφοροποίηση ότι στην πράξη αποδοχής κληρονομίας της Ε.
Γ., αυτό φέρεται να έχει έκταση 80 στρέμματα, ενώ στα προγενέστερα συμβολαιογραφικά έγγραφα δεν γίνεται καμία μνεία στην έκτασή του και περιγράφεται ως αγρός και αμπέλια. Τέλος, στον πατέρα της τελευταίας, Ι. Σ. του Α., είχαν περιέλθει, με αγορά από τον Β. Α. Σ., δυνάμει του υπ' αριθμ. …48/28-9-1981 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ε.
Λ., νομίμως μεταγραφέντος στα ως άνω βιβλία μεταγραφών στις 30-9-1981 (τόμος ΚΔ, α.α. 969), μία έκταση γαιών (κτήμα), περιέχουσα γαίας καλλιεργούμενες, χέρσες και βοσκήσιμες, ελαιόδενδρα, συκόδενδρα, αμυγδαλόδενδρα κ.α. στη θέση "..., και με αγορά από τον Α. Π., δυνάμει του υπ' αριθμ. 7853/30-9-1981, νομίμως επίσης μεταγραφέντος στα ίδια βιβλία την 1-10-1881 (τόμος ΚΔ, α.α. 971) συμβολαίου του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, ένας αγρός όσης έκτασης ήταν και με ό,τι περιείχε, στην ίδια περιοχή, συνορεύων γύρωθεν, δυτικά με Π.
Σ. και από τις άλλες πλευρές με τον ίδιο. Από τη συνένωση των δύο αυτών όμορων ακινήτων προήλθε το επίδικο, ως ενιαίο κτήμα με αγρούς και αμπέλους. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι μετά την αποδοχή της κληρονομίας του Δ. Γ., ο Γ. Π., τοπογράφος μηχανικός, κατ' εντολή των εναγουσών, συνέταξε το από Απριλίου 1994 τοπογραφικό διάγραμμα, όπου αποτυπώνεται το ακίνητο με τα περιμετρικά στοιχεία 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20,21, 22, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 39, 40, 41, 42, 43, 61, 62, 63, 64, 65, 66, 67, 68, 69, 70, 71, 72, 73, 44, 45, 46, 47, 48, 1 και φέρεται να συνορεύει γύρωθεν, βορειοανατολικά - ανατολικά, σε τεθλασμένη γραμμή, υπό τα στοιχεία 16 έως 32, εν μέρει με περιοχή κορυφής ...
εν μέρει με ιδιοκτησία Π., εν μέρει με ιδιοκτησίες Γ. και εν μέρει με ιδιοκτησίες Γ. και Γ., νότια, σε καμπύλη πλευρά, με τα στοιχεία 38, 39, 40, 41, 42, 43, 61, 62, 63, 64, 65 εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Π., δυτικά - βορειοδυτικά, σε τεθλασμένη και καμπύλη γραμμή, υπό τα στοιχεία, 65, 66, 67, 68, 69, 70, 71, 72, 73, 44, 45, 46, 47, 48, 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, εν μέρει με ιδιοκτησία Κ., εν μέρει με ιδιοκτησία Π.
Γ., εν μέρει με ιδιοκτησία Ε. Γ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Μ., με συνολική έκταση 134.046 τ.μ. Εκτός από το τοπογραφικό αυτό διάγραμμα, στο δικόγραφο της αγωγής ενσωματώνεται και αποτύπωση του ακινήτου επί αποσπάσματος του φύλλου χάρτη της Γ.Υ.Σ με αριθμό Φ.6472,4 και 6472,6 υπό κλίμακα, ορθά τοποθετημένου, σύμφωνα με την από Ιουλίου 2009 βεβαίωση του συντάξαντος τοπογράφου, υπό τα περιμετρικά στοιχεία 1', 9, 16', 17, 80, 77, 27, 31, 34, 38, 40, 41, 63, 66, 68, 70, 44, 45, 47,1' με βάση τον επίσης επισυναπτόμενο πίνακα συντεταγμένων κορυφών της συγκεκριμένης ιδιοκτησίας, στον οποίο αναγράφεται και το μήκος των πλευρικών διαστάσεών της.
Παράλληλα, πανομοιότυπη είναι η αποτύπωση του ακινήτου - ως προς τη συνολική έκταση και τις όμορες ιδιοκτησίες - στο από Απριλίου 1994 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού, Α. Μ., που επισυνάπτεται στη Δ.Υ/9-8-2007 εισήγηση του δασολόγου, Γ. Βασιλόπουλου, για την οποία θα γίνει λόγος στη συνέχεια. Στο τοπογραφικό αυτό διάγραμμα διακρίνονται τα επιμέρους τμήματα Ε1, Ε2, Ε3, Ε4, Ε5 και Ε6, η αποτύπωση των οποίων δικαιολογεί μικρή διαφοροποίηση των περιμετρικών στοιχείων του ακινήτου σε σχέση με το προαναφερθέν τοπογραφικό διάγραμμα του Γ.
Π.. Ειδικότερα, τα τμήματα αυτά αποτυπώνονται, το Ε1 υπό τα περιμετρικά στοιχεία 63' (μεταξύ 62 και 63), 63, 64, 65, 66, 67, 68, 69, 70, 57, 58, 63', το Ε2 υπό τα περιμετρική στοιχεία 54, 62, 63", 64, 55, 74, 75, 76, 54, το Ε3 υπό τα περιμετρικά στοιχεία 57, 70, 72, 73, 44, 45, 46, 47, 48, 1, 54, 76, 75, 74, 56, 57, το Ε4 υπό τα περιμετρικά στοιχεία 32, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 39, 40, 41, 42, 43, 61, 62, 63', 58, 57, 56, 74, 55, 64, 63', 31, 32, το Ε5 υπό τα περιμετρικά στοιχεία 1', 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 80 (μεταξύ 19 και 20), 79, 78, 77, 24, 25, 26, 27, 28, 50, 29, 30, 32, 31, 63', 62, 54, 1', και το Ε6, υπό τα περιμετρικά στοιχεία 80, 79, 78, 77, 80, ενώ στο τμήμα Ε5 περιλαμβάνεται και επιμέρους τμήμα υπό τα περιμετρικά στοιχεία 9, 10, 11, 12, 13, 15, 16, 16', 9', 9, το οποίο περιλαμβάνεται στην υπ' αριθμ. 11135/2003 Πράξη Χαρακτηρισμού, για την οποία επίσης θα γίνει λόγος στη συνέχεια.
Μετά τη νεότερη και ακριβέστερη αυτή καταμέτρηση του αγρού, ο οποίος βρέθηκε να έχει συνολική έκταση 134.046 τ.μ., η πρώτη ενάγουσα ενεργώντας και για λογαριασμό της ανήλικης θυγατέρας της, προέβη σε νέα δήλωση αποδοχής κληρονομίας, συνταχθείσας συναφώς της νομίμως μεταγραφείσας στις 20-12-2010 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αίγινας (τόμος 194, α.α. 335) υπ' αριθμ.
…38/31-8-2002 πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Μ. Ν. - Β., στην οποία αναγραφόταν πλέον η ορθή έκταση του κληρονομιαίου ακινήτου. Εν τω μεταξύ, τμήμα της επίδικης έκτασης, όπως αυτή περιγράφεται ανωτέρω, και περιλαμβάνεται στο υπ' αριθμ. Ε5 τμήμα του επιδίκου, επιφάνειας 2 στρεμμάτων-φερόμενη ως περιλαμβανόμενη στην ιδιοκτησία Π.
Μ., χαρακτηρίστηκε με την υπ' αριθμ. πρωτ. 11135/20-11-2003 Πράξη Χαρακτηρισμού του Δασάρχη …, ως δασική έκταση, με την αιτιολογία ότι καλύπτεται από δασική ξυλώδη βλάστηση. Τελικά, η Α' Πρωτοβάθμια Επιτροπή Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Πειραιά με την υπ' αριθμ. 33/2006 απόφασή του, έχοντας προηγηθεί και αυτοψία, απεφάνθη ομόφωνα, επί των υποβληθέντων αντιρρήσεων, ότι η έκταση αυτή δεν είναι δασική ενώ εκκρεμούν αντιρρήσεις του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής ενώπιον της αντίστοιχης Δευτεροβάθμιας Επιτροπής.
Το γεγονός προφανώς αυτό, καθώς όπως θα αναπτυχθεί και στη συνέχεια, είχε ήδη εμφανιστεί δασική βλάστηση και στον επίδικο αγρό, κινητοποίησε την πρώτη ενάγουσα, η οποία υπέβαλε την από 7-7-2005 αίτησή της προς το Δασαρχείο …. για τον χαρακτηρισμό του κληρονομιαίου. Ακολούθως, αφού προηγήθηκε αυτοψία από δασονόμο του δασονομείου Αίγινας, συνταχθείσας συναφώς της υπ' αριθμ.
πρωτ. 434/9-8-2007 έκθεσης αυτοψίας, η υπ' αριθμ. πρωτ. Δ.Υ 6-8-2007 έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου Φ. Ν., συνοδευόμενη από απόσπασμα φ.χ. της Γ.Υ.Σ (α.α. 6472/4,6), και σχετική εισήγηση του δασολόγου, Γ. Βασιλόπουλου προς το Δασαρχείο … εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4576/10-8-2007 Πράξη Χαρακτηρισμού. Στην εισήγηση του προαναφερθέντος δασολόγου, επισυνάπτεται το αμέσως παραπάνω απόσπασμα, με αποτύπωση των παραπάνω τμημάτων, υπό την ένδειξη Ε1, Ε2, Ε3, Ε4, Ε5 και Ε6 - που ταυτίζονται με τα υπό αντίστοιχα στοιχεία στο προαναφερθέν από Απριλίου 1994 τοπογραφικό διάγραμμα του Α.
Μ., αλλά το μεν Ε1 εμφανίζεται υπό τα περιμετρικά στοιχεία Π-Μ-'Μ-Ν-Ξ-Ο-Π και επιφάνεια 20,320 στρέμματα, το Ε2, υπό τα περιμετρικά στοιχεία Η'-Θ'-Γ-Ρ'-Τ'-Η', και επιφάνεια 7,300 στρέμματα, το Ε3 υπό τα περιμετρικά στοιχεία Π-Ρ-Σ-Τ-Υ-Η'-Τ'-Ρ'-Γ-Θ' και επιφάνεια 23,933 στρέμματα, το Ε4 υπό τα περιμετρικά στοιχεία Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Μ'-Γ- Θ'-Θ και επιφάνεια 32,272 στρέμματα, το Ε5 υπό τα περιμετρικά στοιχεία Θ-Θ'- Η'-Υ-Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ε'-Ζ'-Ζ-Η-Θ και επιφάνεια 37,495 στρέμματα και το Ε6 τμήμα, υπό τα περιμετρικά στοιχεία Ε-Ε'-Ζ'-Ζ-Ε και επιφάνεια 10,726 στρέμματα.
Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα έγγραφα (εισήγηση, έκθεση αυτοψίας και Πράξη Χαρακτηρισμού) η ευρύτερη περιοχή που περιβάλλει την υπό εξέταση έκταση είναι χορτολιβαδικές, αγροτικές και δασικές εκτάσεις, το επίδικο έχει έδαφος ημιβραχώδες, μετρίως βαθύ έως αβαθές και κείται σε πλαγιές λόφων με μέση κλίση 30-35% και μέσο υψόμετρο 200 μ.
Η συγκεκριμένη ιδιοκτησία, μετά από στερεοσκοπική εξέταση ζευγών αεροφωτογραφιών των ετών 1936, 1945, 1965, 1985 και 1992, οι οποίες προσκομίζονται, βρέθηκε να καλύπτεται, ως προς τα επιμέρους τμήματά της, υπό τα στοιχεία Ε1 και Ε2, διαχρονικά από γεωργικές καλλιέργειες και να είναι διαμορφωμένα με βαθμίδες, ως προς το επιμέρους τμήμα της υπό τα στοιχεία Ε3, με πεύκα με υπόροφο θαμνώδη βλάστηση (σχίνα, ασπαλάθους, πουρνάρια), με βαθμό συγκόμωσης 0,65- 0,70, ενώ κατά τα έτη 1936 και 1945 είχε μη δασική μορφή και καλυπτόταν από χορτολιβαδική βλάστηση, αλλά μετά το έτος 1965 καλύφθηκε σταδιακά με πεύκα και την εμφανιζόμενη και κατά την αυτοψία βλάστηση, ως προς το επιμέρους τμήμα της υπό τα στοιχεία Ε4, από αραιά πεύκα, θαμνώδη (ασπαλάθους) και χορτολιβαδική βλάστηση (λαδανιές και θυμάρι) με βαθμό συγκόμωσης μεγαλύτερο από 0,25, ενώ κατά τα έτη 1936 έως το 1992 καλύπτονταν με χορτολιβαδική έκταση, ως προς το επιμέρους τμήμα της υπό τα στοιχεία Ε5, καλύπτετο με πυκνή χορτολιβαδική βλάστηση (λαδανιά, θυμάρι, ασφάκα), μορφή την οποία εμφάνιζε και από το 1936 και μετά, και ως προς το επιμέρους τμήμα υπό τα στοιχεία Ε6, καλύπτετο με πεύκα με υπόροφο θαμνώδη βλάστηση (σχίνα, ασπαλάθους), με βαθμό συγκόμωσης 0,45, ενώ από το έτος 1936 μέχρι το 1965 καλυπτόταν με χορτολιβαδική έκταση, και στη συνέχεια άρχισε σταδιακά να δασώνεται με αποτέλεσμα να εμφανίζει την προαναφερθείσα μορφή.
Έτσι, τελικώς χαρακτηρίστηκαν τα Ε1 και Ε2 τμήματα (που αποτυπώνονται με κίτρινο χρώμα στο προαναφερθέν απόσπασμα φ.χ της ΓΥΣ), ως μη δασικές εκτάσεις, διαχρονικά αγροτικές καλλιέργειες, τα τμήματα Ε3 και Ε6 (με πράσινο χρώμα) ως δάσος, το τμήμα Ε4 (με πράσινη διαγράμμιση) ως δασική έκταση και το τμήμα Ε5 ως μη δασική αλλά χορτολιβαδική έκταση με φρυγανώδη βλάστηση (με καφέ χρώμα).
Ειδικώς επισημαίνεται στην έκθεση φωτοερμηνείας ότι από τις αεροφωτογραφίες του έτους 1936 (αρ. ζευγ. 156555-15656), η έκταση στο σύνολό της παρουσιάζει μη δασική μορφή και καλύπτεται από εκτάσεις που παρουσιάζουν βαθμίδες με ίχνη καλλιέργειας, καθώς και από εκτάσεις χωρίς τέτοια ίχνη, που καλύπτονται από χορτολιβαδική βλάστηση.
Η Κτηματική Υπηρεσία …, επίσης, με το υπ' αριθμ πρωτ. 645/2010 έγγραφό της προς το Υπουργείο Οικονομικών, απαντώντας σε σχετικό έγγραφό του, δηλώνει ότι το επίδικο δεν εμπίπτει σε καταγεγραμμένο από αυτήν δημόσιο κτήμα. Κατά της Πράξης Χαρακτηρισμού οι ενάγουσες προσέφυγαν το έτος 2007 ενώπιον της Α' Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Δασικών Αμφισβητήσεων, ενώ σχετική αίτησή τους απηύθυναν και στο Δασάρχη … (υπ' αριθμ.
πρωτ. 3976/16-7-2009). Η αμφισβήτηση αυτή που ηγέρθη με τη συγκεκριμένη Πράξη, είχε και ποινική προέκταση, καθώς ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος της πρώτης ενάγουσας για παραβίαση της δασικής νομοθεσίας, επειδή δήθεν προσπάθησε να δημιουργήσει ανύπαρκτα δικαιώματα σε δασική έκταση, εκ της αποδοχής τελικώς έκτασης 134 περίπου στρεμμάτων.
Προς αντίκρουση της Πράξης Χαρακτηρισμού, κατ' εντολή της πρώτης ενάγουσας, ο δασολόγος Α. Π., συνέταξε τις από Νοεμβρίου 2007 και συμπληρωματική αυτής από Σεπτεμβρίου 2009 τεχνικές εκθέσεις του, και ο Ι. Σ. τις από 25-1-2008 και 20-12-2010 τεχνικές επίσης εκθέσεις του. Τελικώς ασκήθηκε η υπό κρίση αγωγή και διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη από τους Α.
Η., αγρονόμο-τοπογράφο μηχανικό και τον Ν. Ε., πτυχιούχο Τμήματος Δασολογίας και κάτοχο διδακτορικού διπλώματος, προκειμένου αυτοί να γνωμοδοτήσουν αιτιολογημένα, αναφορικά με το αμφισβητούμενο ζήτημα του εάν το επίδικο ταυτίζεται με το περιγραφόμενο στους τίτλους κτήσης που προαναφέρθηκαν και επικαλούντο οι ενάγουσες, αν εντός αυτού υπήρχε δασική βλάστηση και σε καταφατική περίπτωση, σε τι ποσοστό και πότε εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στοιχεία τέτοιας βλάστησης, καθώς και περί του εάν μπορούν να προσδιοριστούν με ακρίβεια τα τμήματα του επιδίκου που μπορούν κατά νόμο να χαρακτηριστούν ως αγρός και περί του ποια ήταν η μορφολογία του εδάφους από το 1881 και εφεξής.
Οι ορισθέντες ως άνω πραγματογνώμονες πραγματοποίησαν κατ' αρχήν επιτόπια αυτοψία και ο πρώτος από αυτούς αποτύπωσε το επίδικο και τις όμορες ιδιοκτησίες στο από Ιουλίου 2012 τοπογραφικό του διάγραμμα, με αποτύπωση και του υπάρχοντος εντός αυτού πηγαδιού, ερειπίων, ξερολιθιάς και συρματοπλέγματος, με τρόπο πανομοιότυπο με εκείνο του από Απριλίου 1994 τοπογραφικού διαγράμματος του Α.
Μ.. Στη συνέχεια, αφού έλαβαν υπόψη τους όλα τα παραπάνω έγγραφα και τεχνικές εκθέσεις, μελέτησαν τους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγουσών και των δικαιοπαρόχων τους, που ανάγονταν μέχρι του έτους 1979, αλλά και τίτλους ιδιοκτησίας όμορων ακινήτων, αποφάνθηκαν κατ' αρχήν αιτιολογημένα και με παράθεση αυτούσιων αποσπασμάτων όλων αυτών των τίτλων, ότι η κορυφή βουνού που αναγράφεται σε αυτούς, είναι η κορυφή "...", που αποτυπώνεται στο από Ιουλίου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα Α.
Η., ανατολικά του επιδίκου, ότι τα τοπωνύμια "..."-που αναγράφεται στους τίτλους των εναγουσών- "..." η κορυφή "..." και "..." χωροθετούν την επίδικη έκταση στη συγκεκριμένη θέση, ότι σε κανέναν από τους τίτλους αυτούς δεν φέρεται ως όμορος ιδιοκτήτης το εκκαλούν, και ότι οι γύρωθεν όμοροι ιδιοκτήτες στους τίτλους τους, που ανάγονται και αυτοί έως το έτος 1886, αναφέρουν αντίστοιχα ως συνορεύοντες τους δικαιοπαρόχους των εναγουσών, με ταύτιση των ορίων όχι μόνον ως προς τη θέση του επιδίκου αλλά και ως προς τη θέση των όμορων ιδιοκτησιών μεταξύ τους, γεγονός που επιτρέπει το συμπέρασμα ότι ανέκαθεν το επίδικο, καθ' όλη την περίμετρο του περιβαλλόταν από ιδιοκτησίες φυσικών προσώπων.
Ακολούθως, αφού πραγματοποίησαν φωτοερμηνεία, με αιτιολογημένη κρίση, χώρισαν την έκταση επίσης σε τμήματα, ανάλογα με την εικόνα που εμφάνιζαν το έτος 1936, υπό τα στοιχεία Α, Β και Γ, εκ των οποίων τα υπό στοιχεία Α και Β κρίθηκαν ως αγροτικές εκτάσεις με μονοετείς καλλιέργειες ενώ το υπό στοιχείο Γ χορτολιβαδική.
Περαιτέρω, στην υπό στοιχείο Β έκταση διέκριναν τα επιμέρους τμήματα υπό στοιχεία, Β1, Β2, Β3, Β4 και Β5. Όλα τα παραπάνω τμήματα, που αποτυπώνονται στο από Ιουλίου επίσης 2012 τοπογραφικό διάγραμμα του Α. Η., που επισυνάπτεται στη δικαστική πραγματογνωμοσύνη, δεν ταυτίζονται με τα προαναφερθέντα υπό στοιχεία Ε1, Ε2, Ε3,Ε,4,Ε,5 και Ε6, παρά μόνο το Β1 και το Α βρίσκονται στην ίδια περίπου θέση και έχουν την ίδια περίπου έκταση, με το Ε1 και το Ε4 αντίστοιχα, το Β4 αποτυπώνεται στη θέση περίπου του Ε3 τμήματος, το Β2 και το Γ στη θέση του Ε5, το Β6 στη θέση του Ε6, ενώ το Β3 περιλαμβάνεται στο Ε1 και το Ε3 καταλαμβάνει τμήμα του Β2 και του Β4.
Κατά την εκτίμησή τους, που επιβεβαιώνεται και από τις προσκομιζόμενες αεροφωτογραφίες - και σε μεγέθυνση - η γενική άποψη του επιδίκου το 1936 και το 1945 ήταν αγροτική, χωρίς στοιχεία δασικής βλάστησης, με το μεγαλύτερο μέρος της να καλλιεργείται, ενώ κάνουν ειδική μνεία στις υπάρχουσες αναβαθμίδες - πεζούλες και την ύπαρξη ξερολιθιών σε τρία σημεία της περιμέτρου, στο δυτικό, βορειοανατολικό και νοτιοανατολικό τμήμα του, το 1960 εξακολουθεί να παρατηρείται γεωργική δραστηριότητα στην έκταση Β κυρίως, με εμφάνιση γραμμικής καλλιέργειας, μάλλον αμπέλου, στο κεντρικό και νοτιοδυτικό τμήμα της, ενώ το τμήμα Α φαίνεται να βρίσκεται σε αγρανάπαυση και το τμήμα Γ παραμένει χορτολιβαδική έκταση.
Είναι ορατός αγροτικός δρόμος που υπάρχει μέχρι και σήμερα για την αμαξωτή πρόσβαση στην έκταση και στο κέντρο περίπου παρατηρούνται λίγα πεύκα, με μικρή συγκόμωση, επίσης είναι ορατές οι προϋπάρχουσες ξερολιθιές περιμετρικά, ενώ διακρίνεται για πρώτη φορά μεγάλη ξερολιθιά στο μήκος του νοτιοανατολικού ορίου.
Το 1964 η εικόνα είναι περίπου η ίδια, με παρουσία περισσότερων πεύκων στην περιοχή που είχαν εμφανιστεί και παλαιότερα, δηλαδή στο κεντρικό τμήμα του ακινήτου και με την ξερολιθιά στο νοτιοδυτικό τμήμα να είναι εμφανής σε μεγαλύτερο τμήμα. Τα τμήματα Α και Γ κατά το έτος 1971 δεν εμφανίζουν διαφορά, ενώ στο τμήμα Β παρατηρείτο ότι τμήμα του παραμένει ακαλλιέργητο, ενώ εξακολουθεί να καλλιεργείται εκείνο στο οποίο υπήρχαν γραμμικές καλλιέργειες και εμφανίζονται ακόμη περισσότερα δένδρα στο κεντρικό τμήμα του με συγκόμωση, που φθάνει πλέον το 3% από 1% αρχικά.
Κατά το έτος 1984, η μόνη διαφοροποίηση ήταν ότι στο τμήμα νότια του δρόμου και μέχρι τα όρια της έκτασης αλλά και βόρεια του δρόμου, η ήδη υπάρχουσα δασική έκταση καλύπτει έκταση 5 περίπου στρεμμάτων. Επίσης, για πρώτη φορά παρατηρείται εγκατάσταση δασικών ειδών στο βορειοανατολικό μέρος του τμήματος Β, ανάμεσα μάλιστα στις καλλιεργητικές βαθμίδες που υπήρχαν.
Τέλος, κατά το έτος 1992, η μόνη διαφοροποίηση είναι η αύξηση του βαθμού συγκόμωσης στα τμήματα που είχε εμφανιστεί δασική έκταση και η εμφάνιση σποραδικών δασικών ατόμων στο τμήμα Γ, που παρέμενε χορτολιβαδικό. Καταλήγουν, έτσι, ότι το τμήμα Α εμβαδού 26.980,32 τ.μ. είναι χορτολιβαδικό, με μικρή συγκόμωση, ενώ κατά τα έτη 1936, 1945 και 1960 ήταν αγροτική, το τμήμα Γ εμβαδού 30.926 τ.μ.
με μικρή συγκόμωση δασικών ειδών, είναι και υπήρξε κατά τα παραπάνω έτη χορτολιβαδικό, και το τμήμα Β1 και Β2, εμβαδού 21.652,30 και 34.828,71 τ.μ. αντίστοιχα, είναι αγροί με δενδροκαλλιέργειες με τμήματά τους σε αγρανάπαυση ενώ κατά τα προηγούμενα έτη ήταν αγροτικές, και το Β3, Β4 και Β5 τμήματα, επιφάνειας 797,22, 14.232,14 και 4.631,43 τ.μ.
αντίστοιχα είναι πλέον δάσος, ενώ κατά τα παραπάνω έτη ήταν αγροτικά. Επισημαίνουν ακόμη ότι η ύπαρξη επεμβάσεων, όπως αυτές προεκτέθηκαν, εντός του επιδίκου αλλά και στην περίμετρο του (ξερολιθιές ή ίχνη ξερολιθιών, αγροτική οδός, συρματόπλεγμα, αγροτική οδός, κτίσματα, φρέατα και αναβαθμίδες) καθιστούν σαφή τα όρια του επιδίκου τουλάχιστον από το 1936, και, επομένως, συνεκτιμώντας και αυτό το στοιχείο, πέραν δηλαδή των αναφορών στους τίτλους των όμορων ιδιοκτησιών, ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους επικαλούμενους από τις ενάγουσες τίτλους, ότι δασική βλάστηση εγκαταστάθηκε προοδευτικά στα προαναφερθέντα τμήματα, που καλύπτει πλέον το 14,7 % του επιδίκου, από το 1960 και εντεύθεν, λόγω της μετέπειτα αγρανάπαυσης στα αντίστοιχα τμήματα, ενώ για τις λοιπές εκτάσεις επανέλαβαν όσα ανωτέρω αναλυτικά εκτέθηκαν, με καταληκτικό συμπέρασμα, αναφορικά με την έκταση με τα στοιχεία Α και Β, ότι αυτές ήταν και πριν από το 1936 αγροτικές.
Αναφορικά, επίσης, με τη μορφολογία του επιδίκου και τις εντός αυτού χρήσεις γης, διατύπωσαν την άποψη, εξαγόμενη από τη διαχρονική φωτοερμηνεία, ότι το τμήμα Α έφερε χωμάτινες βαθμίδες, διατεταγμένες κατά τη φορά των ισοϋψών με καλλιέργεια μάλλον ψυχανθών, ενώ στο τμήμα Β υπήρχαν εκτενείς πολυάριθμες βαθμίδες με πέτρες και μονοετείς καλλιέργειες δημητριακών, στο νοτιοδυτικό τμήμα του υπήρχαν κτίσματα, ήδη ερείπια, δύο παλαιά πηγάδια, στα οποία έχει γίνει ήδη αναφορά, και ένα αλώνι.
Παράλληλα, όπως φαίνεται από τη συγκριτική επισκόπηση των δύο παραπάνω από Ιουλίου 2012 τοπογραφικών - αλλά και των προγενέστερων από Απριλίου 1994 - στο δυτικό τμήμα του τμήματος Α, πλησίον του Β1 τμήματος εμφανίζονται και ξερολιθιές. Κατά τα ουσιώδη στοιχεία της πραγματογνωμοσύνης, τουλάχιστον ως προς τη μορφή του επιδίκου, δεν διαφοροποιείται ουσιωδώς ο δασολόγος Α.
Παπαδημητρίου στις προαναφερθείσες εκθέσεις του, με εξαίρεση το τμήμα που εμφανίζεται ως διαχρονικά χορτολιβαδική έκταση, καθώς εκείνος αποτυπώνει αυτήν σε μια στενόμακρη λωρίδα γης, με πεπλατυσμένη την ανατολική άκρη του σε επαφή με το όριο του οικοπέδου ανατολικά, εντός των τμημάτων Ε5 και Ε6, με εμβαδόν μόλις 7,83 στρέμματα, μνημονεύοντας ότι το υπόλοιπο τμήμα των παραπάνω εκτάσεων (βόρεια και νότια της εδαφικής αυτής λωρίδας) φέρει βαθμίδες και είναι καλλιεργημένο, πράγμα, ωστόσο, που τουλάχιστον για το βόρειο τμήμα της δεν ενισχύεται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο.
Αντίθετα, η έκταση αυτή (χορτολιβαδική), σύμφωνα με τους ορισθέντες πραγματογνώμονες, καλύπτει όλο το τμήμα υπό το στοιχείο Γ (εμβαδού 30.926,33), και οριοθετείται μεταξύ άλλων και από το όριο ολόκληρου του επιδίκου βόρεια και βορειοανατολικά, ενώ στην Πράξη Χαρακτηρισμού, η αντίστοιχη έκταση υπό τα στοιχεία Ε5, φέρεται να έχει εμβαδόν 37,49 στρέμματα, χωρίς να αξιολογείται η ύπαρξη ξερολιθιών στο νότιο τμήμα της, που παρατηρείται διαχρονικά από το 1936 τουλάχιστον.
Αντίθετα οι τεχνικές εκθέσεις του Ι. Σ. είναι ελάχιστα αξιοποιήσιμες, αναφορικά μόνον με την αποτύπωση ξερολιθιών στο νότιο τμήμα του επιδίκου, καθώς από τα επισυναπτόμενα στην τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του σκαριφήματα φωτοερμηνειών, το 1936 εμφανίζεται ξερολιθιά, πέραν του νοτιοανατολικού, και στο νοτιοδυτικό τμήμα του, το 1960 εμφανίζεται ξερολιθιά στο νοτιοανατολικό επίσης τμήμα του, στην προέκταση της εκεί υπάρχουσας, το 1964, η εμφανιζόμενη το 1960 ξερολιθιά δεν υφίσταται, αλλά υπάρχει άλλο τμήμα επί του νοτίου ορίου του επιδίκου που δεν επανεμφανίζεται το 1971 αλλά το 1984, καθώς κατά τα λοιπά προβαίνει σε γενικές παρατηρήσεις που αφορούν την έκταση προς το κεντρικό και δυτικό τμήμα του ακινήτου, που υπήρχε γεωργική δραστηριότητα, ενώ επισημαίνει την ύπαρξη αλωνιού στο δυτικό τμήμα ήδη από το έτος 1936.
Από όλα όσα προεκτέθηκαν αποδεικνύεται κατ' αρχήν με βεβαιότητα ότι τα τμήματα του επιδίκου, που δασώθηκαν, δεν εμφάνιζαν οποιαδήποτε δασική βλάστηση κατά το 1936, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι είχαν τέτοια μορφή κατά τον κρίσιμο χρόνο που εκδόθηκε το προαναφερθέν β.δ 17-11/1-12-1837, με την έννοια του δάσους, όπως αυτή προεκτέθηκε, σύμφωνα με τα σχετικώς διαλαμβανόμενα στις υπό στοιχ.
Ια και Ιβ σκέψεις, ανεξαρτήτως της μορφής που αυτά έλαβαν μεταγενέστερα και έχουν ήδη σήμερα. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ήταν χορτολιβαδικό σε όλη του την έκταση, αδέσποτο ή ότι ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε Τούρκους υπηκόους που εγκατέλειψαν την επικράτεια και δεν επανήλθαν έως την έναρξη ισχύος του ν. 26-6/10-7-1837 ή ότι καταλήφθηκε απ' αυτό με δικαίωμα πολέμου, όπως ισχυρίστηκε το εκκαλούν, καθώς, ειδικώς ως προς τα ευρισκόμενα στην …οθωμανικά κτήματα σύμφωνα με την υπό στοιχ.
Ια σκέψη, αυτά δεν καταλήφθηκαν αλλά παραχωρήθηκαν από το Τουρκικό Κράτος.
Συνεπώς, πρέπει ο τρίτος λόγος της έφεσης, κατά το σχετικό σκέλος του, να απορριφθεί ως αβάσιμος, πλην του μέρους που αφορά το τμήμα του επιδίκου, που χαρακτηρίζεται ως χορτολιβαδικό, για το οποίο θα γίνει λόγος στη συνέχεια. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι το επίδικο περιλαμβανόταν στους τίτλους κτήσης των εναγουσών και των απώτατων δικαιοπαρόχων τους έως το 1881, για τους λόγους που ήδη εκτέθηκαν και αναπτύσσονται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ανεξαρτήτως του ότι δεν είχε γίνει παλαιότερα αποτύπωσή τους ούτε ακριβής καταμέτρησή του, και της διαφοροποίησης της έκτασης μεταξύ του υπ' αριθμ. 29.925/ 1973 τίτλου, όπου γίνεται αναφορά σε έκταση 80 στρεμμάτων αντί των 120 στρεμμάτων που μνημονεύονται στον υπ' αριθμ. 11.925/1992 τίτλο, καθώς, όπως είναι γνωστό από τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά τον χρόνο συντάξεως των παλαιότερων τίτλων, και δη εκείνων που φθάνουν μέχρι το έτος 1973 δεν υπήρχαν όργανα ακριβούς μετρήσεως της επιφάνειας του εδάφους, και δη όταν αυτό ήταν επικλινές και περιλάμβανε και πλαγιές βουνών, με αποτέλεσμα οι ιδιοκτήτες να μην προσδιορίζουν την έκταση, ή να κάνουν χρήση της φράσης "όσης έκτασης είναι" ή ακόμη να κάνουν χονδροειδείς και εμπειρικές εκτιμήσεις των ιδιοκτησιών τους, ενώ δεν υπήρχαν πάντα σταθερά σημεία ως ορόσημά τους.
Έτσι, ανατρέπεται το βασικό επιχείρημα της υπ' αριθμ. 543/24-12-2010 έγγραφης αξιολόγησης του δασολόγου Ρ. και του υπό στοιχ. Δ.Υ/21-10-2013 εγγράφου του δασολόγου Κ., που συνετάγη προς αντίκρουση της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, ότι δηλαδή δεν υπήρχαν παλαιότερα τοπογραφικά διαγράμματα που να αποτυπώνουν το επίδικο και να επισυνάπτονται στους τίτλους ιδιοκτησίας των δικαιοπαρόχων των εναγουσών, ούτε αναγνωρίσιμα σημεία, και επίσης ότι στους τίτλους του 1928 και εκείνον του 1973 δεν μνημονεύονται οι προγενέστεροι αυτών τίτλοι, μην μπορώντας έτσι να διαπιστώσουν και βεβαιώσουν ότι η διεκδικούμενη έκταση εμπίπτει στους τίτλους των εναγουσών και των δικαιοπαρόχων τους, καθώς οι ίδιοι παραλείπουν να συνεκτιμήσουν και τα υπάρχοντα συμβόλαια όμορων ιδιοκτησιών, που ανάγονται μέχρι το έτος 1876.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τουλάχιστον κατά το έτος 1936 η υπό στοιχ. Γ έκταση, εμβαδού 30.926,23 τ.μ., στο βόρειο και βορειοανατολικό τμήμα του επιδίκου, ήταν χορτολιβαδική χωρίς ίχνη οποιασδήποτε καλλιέργειας, γεγονός που επιτρέπει κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας το συμπέρασμα, ότι είχε ανέκαθεν αυτή τη μορφή, αφού και οι δικαιοπάροχοι των εναγουσών δεν αποδεικνύεται ότι καλλιεργούσαν τη συγκεκριμένη εδαφική έκταση, ενώ οι ίδιες με τις προτάσεις τους συνομολογούν το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης ως προς τον χαρακτήρα της ως ανέκαθεν χορτολιβαδικής και, συνεπώς, και κατά το έτος 1833, με αποτέλεσμα, μη νοούμενης της απόκτησης κυριότητας επ' αυτής, να έχει περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο.
Αποδείχθηκε, όμως, επίσης, ότι από την απόκτηση των δύο όμορων αγρών, από τη συνένωση των οποίων προήλθε το επίδικο, και έως το θάνατό του, ο απώτατος δικαιοπάροχος των εναγουσών, Ι. Σ., καλλιεργούσε εντός αυτού, πλην του τμήματός του που ήταν χορτολιβαδικό και βραχώδες, μόνος του αλλά και με εργάτες, αμπέλια, πολλές ελιές, οπωροφόρα δένδρα, βερικοκιές, αχλαδιές, αμυγδαλιές, τα οποία πότιζε από τα προαναφερθέντα πηγάδια, εντός του τμήματος Β1, στα οποία μέσω αυλακιών μαζευόταν το νερό της βροχής, εμπορευόμενος μάλιστα το λάδι, το μούστο και το κρασί που παΡ.γε, ενώ είχε κατασκευάσει αναβαθμίδες με ξερολιθιές και χωρίς ξερολιθιές για τη συγκράτησή τους, λόγω του επικλινούς του εδάφους του και διατηρούσε και πρόβατα.
Έτσι, το επισκεπτόταν τακτικά και επέβλεπε ως είναι αυτονόητο τα όριά του, χωρίς ουδέποτε να αμφισβητηθεί η κυριότητά του ούτε να ενοχληθεί από οποιονδήποτε. Τα γεγονότα αυτά βεβαιώνονται από την εξετασθείσα στο ακροατήριο εγγονή του, γεννηθείσα το 1928 Μ. Κ., θυγατέρα της Ελένης και του Ι. Γ. και αδελφή του Δ.
Γ., που αποποιήθηκε την επαχθείσα σε αυτήν κληρονομία της μητέρας της, από διηγήσεις προφανώς των συγγενών της αλλά και από ιδία αντίληψη καθόσον η καλλιέργειά του συνεχίστηκε και αργότερα. Παράλληλα, τον ίδιο, όπως και μετέπειτα τον Ι. Γ., σύζυγο της θυγατέρας του Ε., ως ιδιοκτήτες αναγνωρίζουν και οι εξετασθέντες, ενώπιον συμβολαιογράφου, μάρτυρες, Ν.
Γ.ς, γεννηθείς το έτος 1933, μόνιμος κάτοικος ... και υιός του Γ. Γ., ιδιοκτήτη, κατά τα προεκτεθέντα της προς νότον του επίδικου, ιδιοκτησίας, αναγνωρίζοντας και την ιδιοκτησία του Π. αλλά και τους προς ανατολάς του επιδίκου, ιδιοκτήτες, για διάστημα άνω των 100 ετών με αφετηρία το έτος 2007, ο Σ.ς Γ.ς, κάτοικος ..., γεννηθείς το έτος 1953, του οποίου η οικογένεια έχει την ιδιοκτησία δυτικά του επιδίκου και αναγνωρίζει επίσης τον Ι.
Σ. και τον Ι. Γ. ως ιδιοκτήτες του, αλλά και η Α. - Α. Σ., γεννηθείσα το έτος 1949, θυγατέρα του Σ. Σ., υιού του Ι. Σ. κατά τα προεκτεθέντα. Έτσι, αποδεικνύεται ότι το αργότερο από το έτος 1881 έως την 11.9.1915 αλλά και έως τον επισυμβάντα στις 13-8-1927 θάνατό του, δηλαδή συνεχώς για διάστημα τριάντα (30) και πλέον ετών, ο Ι. Σ.
νεμήθηκε ολόκληρο το επίδικο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, έχοντας δηλαδή την πεποίθηση ότι δεν παραβλάπτει δικαιώματα τρίτων, αφού ουδέποτε οχλήθηκε από το Δημόσιο ή όμορους ιδιοκτήτες, ούτε το Δημόσιο επιχείρησε ποτέ διακατοχικές πράξεις σε αυτό, ενώ και ο ίδιος είχε αποκτήσει τα επιμέρους τμήματά του με συμβολαιογραφικούς τίτλους που είχαν μεταγραφεί και, έτσι, ανεξάρτητα από τη μορφολογία του επίδικου (αν δηλαδή αυτό ήταν και σε ποια έκταση χορτολιβαδικό κατά το έτος 1833), έγινε κύριος αυτού με την έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου (άρθρο 51 ΕισΝΑΚ).
Η κυριότητα αυτή του επίδικου, όπως και η νομή και κατοχή του, μεταβιβάσθηκαν στη συνέχεια νομοτύπως στους λοιπούς δικαιοπαρόχους των εναγουσών και τελικώς στις ίδιες με τους πιο πάνω τίτλους, όπως αυτοί κατά σειρά εκτέθηκαν, αλλά και άνευ τέτοιου τίτλου, δια αναμίξεως, όσον αφορά την απόκτηση δια κληρονομικής διαδοχής από τον Ι.
Σ., απορριπτομένου του δεύτερου λόγου της έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν διατείνεται ότι το επίδικο δεν περιλαμβανόταν στους τίτλους κτήσης των εναγουσών και των δικαιοπαρόχων τους, ούτε συνέτρεχαν στο πρόσωπο των απώτατων δικαιοπαρόχων τους τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, με βάση το ισχύον βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο, ώστε να καταστούν αυτοί κύριοι του επιδίκου, και να θεμελιωθεί παρεπομένως ο παράγωγος τρόπος κτήσης της κυριότητας των εναγουσών, δια των μεταβιβάσεων που προαναφέρθηκαν.
Συνεπώς, και ο τρίτος λόγος της έφεσης, περί μη θεμελίωσης κυριότητας των εναγουσών, αναφορικά με την επιμέρους έκταση του επιδίκου, που ήταν χορτολιβαδική, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος. Μάλιστα, όπως ήδη εκτέθηκε, το όλον ζήτημα κινήθηκε με πρωτοβουλία της ίδιας της πρώτης ενάγουσας, η οποία απευθύνθηκε σε δημόσιες αρχές για το χαρακτηρισμό του ακινήτου της.
Αποδείχθηκε, επίσης, ότι μετά το θάνατο του Ι. Σ. (13-8-1927) και μέχρι τη γενόμενη διανομή (30-4-1928), η σύζυγος και τα τέκνα του συνέχισαν να ασκούν επί του επιδίκου τις ίδιες με αυτόν πράξεις νομής, με διάνοια κυρίου, όπως και η Ε. χήρα Ι. Γ. μέχρι τη σύσταση προικός υπέρ του συζύγου της Ι. Γ., τον οποίο όλοι οι προαναφερθέντες μάρτυρες αναγνώριζαν ως ιδιοκτήτη του.
Από τις καταθέσεις των ιδίων σε συνδυασμό και με τις διαπιστώσεις της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, αποδεικνύεται ειδικότερα ότι αυτός, στις εκτάσεις Α και Β, πέραν της καλλιέργειας των δένδρων, καλλιεργούσε κατά τη διάρκεια της κατοχής και όσπρια (φασόλια, δημητριακά, φακές, στάρι) για τη σίτιση της οικογενείας του, χρησιμοποιώντας εργάτες, που κλάδευαν τα δένδρα, συνέλεγαν τους καρπούς και επιδιόρθωναν τις ξερολιθιές, λόγω της υψομετρικής διαφοράς του κτήματος και της μεγάλης επιφάνειάς του.
Κατά τη διάρκεια της νομής του και τουλάχιστον το έτος 1960 ήταν εμφανής η καλλιέργεια αμπελιών στο νοτιοδυτικό και κεντρικό τμήμα της έκτασης Β, ενώ άρχισε να καλλιεργεί στο νοτιοδυτικό τμήμα της και αρκετές φιστικιές, που σταδιακά αντικατέστησαν τα ελαιόδενδρα και κατέληξαν να είναι το κύριο χαρακτηριστικό της καλλιέργειας.
Παράλληλα για τις ανάγκες της καλλιέργειας και της παραγωγής είχε κατασκευάσει αποθήκες και ένα μικρό σπίτι, στο οποίο διέμεναν κατά την περίοδο των εργασιών των καλλιεργειών, ερείπια των οποίων παρατηρούνται μέχρι σήμερα και διάνοιξε αγροτικό δρόμο που εμφανίζεται ήδη από τις αεροφωτογραφίες του 1960, για την ευχερέστερη μετάβασή του εκεί.
Ευνόητο, είναι ότι επέβλεπε και εκείνος τα όρια ολόκληρου του επιδίκου, δοθέντος μάλιστα ότι σε τμήματα της περιμέτρου του, υπήρχαν ήδη ξερολιθιές, που το οριοθετούσαν, ενώ την περίοδο της νομής του κατασκευάστηκε τμήμα ξερολιθιάς στο νότιο τμήμα του. Σταδιακά, το τμήμα Α έπαψε να καλλιεργείται εμφανιζόμενο ήδη στις αεροφωτογραφίες του έτους 1960 ως ευρισκόμενο σε αγρανάπαυση.
Μετά το θάνατό του στις 20-8-1963, η κυριότητα του επιδίκου περιήλθε στη σύζυγό του, Ε. Γ., η οποία μέχρι το θάνατό της στις 16-11-1972 συνέχισε και αυτή να νέμεται το επίδικο διανοία κυρίας, ασκώντας τις ίδιες πράξεις νομής, με τη βοήθεια και του υιού της Δ., καλλιεργώντας εντός αυτού κυρίως φιστικιές, συγκομίζοντας τους καρπούς τους και επιβλέποντας τα όριά του ενώ οι λοιπές καλλιέργειες ατόνησαν, γεγονός που σταδιακά οδήγησε στην εμφάνιση δασικής βλάστησης στα προαναφερθέντα τμήματα του επιδίκου.
Ακολούθως, ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγουσών, Δ. Γ., ο οποίος ήταν μόνιμος κάτοικος Αθηνών, συνέχισε να νέμεται το ακίνητο με διάνοια κυρίου, μεταβαίνοντας σε αυτό και εκτελώντας αγροτικές εργασίας, τις οποίες ανέθετε σε εργάτες τις περιοχής, οι οποίοι κλάδευαν, πότιζαν και συντηρούσαν τις ξερολιθιές και τις αναβαθμίδες.
Προϊόντος του χρόνου, οι λοιπές καλλιέργειες αλλά και η καλλιέργεια των φιστικιών περιορίστηκαν λόγω της κατάργησης των στερνών και της δυσκολίας του ποτίσματος, πλην όμως αυτός εξακολουθούσε να επισκέπτεται το επίδικο και επέβλεπε τα όριά του, ανεξαρτήτως του ότι δεν το καλλιεργούσε σε όλη του την έκταση.
Η καλλιέργεια των φιστικιών συνεχίστηκε και μετά το θάνατό του, από τη σύζυγό του, που ενεργούσε και για λογαριασμό της θυγατέρας της, δια της αναθέσεώς της σε εργάτες, ενώ συνέχισε και αυτή να επιβλέπει τα όριά του. Όλα όσα προαναφέρθηκαν, περί πράξεων νομής, βρίσκονται σε απόλυτη σύμπνοια προς τα πορίσματα της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης αλλά και των λοιπών τεχνικών εκθέσεων ως προς τη μορφή του επιδίκου στην πορεία των χρόνων, υποδηλώνοντας τη συνεχή και αδιάλειπτη ανθρώπινη παρουσία και δη των δικαιοπαρόχων των εναγουσών.
Επιπλέον, το έτος 1994, σε ανύποπτο δηλαδή χρόνο και πριν ξεκινήσει οποιαδήποτε διοικητική διαδικασία, η πρώτη ενάγουσα ανέθεσε τη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος στον Α. Μ., σύμφωνα και με τη σχετική επιθυμία του συζύγου της, ο οποίος απεβίωσε νέος (54 ετών) και δεν πρόλαβε να την υλοποιήσει. Επίσης, το 2005 υπέβαλε αίτηση για το χαρακτηρισμό της, ενώ όλα αυτά τα χρόνια επέβλεπε τα όριά του, με διάνοια κυρίας, ενεργώντας και για λογαριασμό της θυγατέρας της, μέχρι την ενηλικίωσή της στις 27-4-2006 και στη συνέχεια από κοινού με αυτήν και μέχρι την άσκηση της αγωγής στις 16-9-2009.
Επομένως, οι ενάγουσες, κατέστησαν συγκυρίες - αλλά επίσης και συννομείς και συγκάτοχοι - του επιδίκου, κατά τα προαναφερθέντα ποσοστά του 1/4 και των 3/4 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, με παράγωγο αλλά και με πρωτότυπο τρόπο και δη με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, δια της υπερδεκαετούς και εικοσαετούς αντίστοιχα συννομής του ακινήτου, προσμετρώντας, όσον αφορά την έκτακτη χρησικτησία, και το χρόνο νομής του άμεσου δικαιοπαρόχου τους, και χωρίς τέτοια προσμέτρηση, όσον αφορά τους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους τους, οι οποίοι ασκούσαν επ' αυτού πράξεις νομής, προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του, με τα προσόντα της έκτακτης επίσης χρησικτησίας έως τις 11-9-1915 αλλά και της τακτικής έκτοτε, υπό τις προϋποθέσεις του ΑΚ και του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, για το χρόνο που έπεται και προηγείται αντίστοιχα της εισαγωγής του ΑΚ.
Αντιθέτως, η απόκτηση κυριότητας εκ μέρους τους δεν διακωλύθηκε με την άσκηση οποιασδήποτε πράξης νομής εκ μέρους του Δημοσίου, το οποίο άλλωστε δεν διέθετε και οποιοδήποτε τίτλο, ή διεκδίκησής του, συνεπώς, πρέπει ο τρίτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν επαναφέρει τον και πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό του περί απόκτησης κυριότητας εκ μέρους του με τα προσόντα της τακτικής άλλως έκτακτης χρησικτησίας και περί ανυπαρξίας πράξεων νομής των εναγουσών και των δικαιοπαρόχων τους, να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επομένως, τα αυτά δεχόμενο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, που αντικαθίσταται από την αιτιολογία της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, των περί του αντιθέτου υποστηριζομένων από το εκκαλούν απορριπτομένων ως αβασίμων".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι το επίδικο ακίνητο, το οποίο δεν υπήρξε δάσος, ανήκει στις αναιρεσίβλητες, οι οποίες κατέστησαν συγκύριες αυτού με παράγωγο τρόπο, λόγω κληρονομικής διαδοχής, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο και δη με τακτική και έκτακτη χρησικτησία και ότι ουδόλως αποδείχθηκε ο περί ιδίας κυριότητας, με τα προσόντα της τακτικής άλλως έκτακτης χρησικτησίας, ισχυρισμός του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και κατόπιν τούτου δέχτηκε την ένδικη αναγνωριστική περί κυριότητας ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει όμοια.
Με αυτά που δέχτηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1), 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), ν. 20 παρ.12 πανδ. (5.3), ν. 25 πανδ.(24.1), ν. 27 πανδ. (18.1), ν.10, 13 παρ.1, 17, 48 πανδ. (41.3), ν.5 πανδ. (41.7), ν.3 πανδ. (41.10), ν.7 παρ. 6 πανδ. (41.4), ν.109 πανδ. (50.16), των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", τις διατάξεις του ν.
ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτό το νόμο και του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ήταν αρκετά για την εφαρμογή τους.
Περαιτέρω, με τις αιτιολογίες του αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της με έκτακτη χρησικτησία κτηθείσας από τον απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσίβλητων Ι.
Σ. κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου και ότι ουδόλως αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και δη ότι ο ως άνω δικαιοπάροχος των αναιρεσίβλητων μέχρι τις 11-9-1915 δεν είχε συμπληρώσει, με την προσμέτρηση του χρόνου χρησικτησίας των άμεσων δικαιοπαρόχων του, τους οποίους διαδέχθηκε στη νομή, τριακονταετή καλόπιστη νομή επί του ως άνω προσδιοριζόμενου τμήματος Γ της συνολικής επίδικης έκτασης και ότι δεν είχε καταστεί κύριος αυτού με πρωτότυπο τρόπο και συγκεκριμένα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου.
Ειδικότερα, στην απόφαση σαφώς αναφέρεται ότι από το έτος 1881 ο ανωτέρω δικαιοπάροχος των αναιρεσίβλητων Ι. Σ. έως τον επισυμβάντα στις 13-8-1927 θάνατό του, δηλαδή συνεχώς επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριακονταετίας έως την 11η Σεπτεμβρίου 1915, νεμήθηκε ολόκληρο το επίδικο ακίνητο και συνεπώς και το χορτολιβαδικής βλάστησης τμήμα αυτού, εμβαδού 30.926,33 τ.μ., επισκεπτόμενος αυτό τακτικά και επιβλέποντας τα όριά του, με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, με την πεποίθηση, δηλαδή, ότι δεν προσβάλλει τα εμπράγματα δικαιώματα τρίτου προσώπου επ' αυτού και χωρίς ουδέποτε να αμφισβητηθεί η κυριότητά του, ούτε να ενοχληθεί από το Ελληνικό Δημόσιο ή όμορους ιδιοκτήτες, ούτε το αναιρεσείον επιχείρησε ποτέ διακατοχικές πράξεις σ' αυτό, ενώ και ο ίδιος είχε αποκτήσει τα επιμέρους τμήματα της συνολικής επίδικης έκτασης με συμβολαιογραφικούς τίτλους που είχαν μεταγραφεί και έτσι, ανεξάρτητα από τη μορφολογία του επιδίκου (αν δηλαδή αυτό ήταν και σε ποια έκταση χορτολιβαδικό κατά το έτος 1833), έγινε κύριος αυτού με την έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου.
Επομένως, οι συναφείς πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ καθώς και δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του ΕισΝ ΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν.1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-10-2017 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά των Α. χήρας Δ. Γ. κλπ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 327/1017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ