Legislator Case Law & Legislation
218/2018 AI generated

218/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 218/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

218/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω η υπό κρίση αίτηση παραδεκτά στρέφεται ατομικά κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου Α. Φ., ο οποίος στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ως ανήλικος, είχε εκπροσωπηθεί από την πρώτη αναιρεσίβλητη μητέρα του που ασκούσε μόνη τη γονική μέριμνα αυτού, ήδη όμως, όπως δεν αμφισβητείται εκατέρωθεν, στις 11-10-2015 έχει ενηλικιωθεί.

Keywords

AI generated
architect's liability occupational accidents construction defect contractor's lien contractor liability weather-related loss of work
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 218 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 218/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Ζ. του Α. και 2) Β. Ζ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κασιούμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Κ. του Χ., χήρας Β. Φ., 2) Α. Φ. του Β., 3) Α. Φ. του Β., 4) Α. χήρας Κ. Φ. και 5) Π. χήρας Χ. Κ., κατοίκων ..., από τους οποίους η μεν τέταρτη δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι δε λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Πολύμερο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-8-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 594/2014 του ίδιου δικαστηρίου και 173/2015 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-1-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγητής ο Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την .../7-7-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων Δ. Σ., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι επισπεύδοντες τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση από 20-1-2016 αίτησης για αναίρεση της 173/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση αυτής κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (6-12-2016), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στο δικηγόρο ... Ηλία Πολύμερο, ο οποίος είχε παραστεί στο εφετείο ως πληρεξούσιος της τέταρτης αναιρεσίβλητης και συνακόλουθα έχει την ιδιότητα του αντικλήτου αυτής (άρθρο 143 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ίδιου νόμου). Εξ άλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την προαναφερθείσα νόμιμη δικάσιμο αυτής, η ανωτέρω (τέταρτη) αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε νομίμως από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως πρέπει αυτή να δικασθεί ερήμην, να προχωρήσει όμως η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Περαιτέρω η υπό κρίση αίτηση παραδεκτά στρέφεται ατομικά κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου Α. Φ., ο οποίος στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ως ανήλικος, είχε εκπροσωπηθεί από την πρώτη αναιρεσίβλητη μητέρα του που ασκούσε μόνη τη γονική μέριμνα αυτού, ήδη όμως, όπως δεν αμφισβητείται εκατέρωθεν, στις 11-10-2015 έχει ενηλικιωθεί.

Δεν συντρέχει δε περίπτωση βιαίας διακοπής της δίκης διότι η μεταβολή στο πρόσωπο του ανωτέρω αναιρεσιβλήτου συνέβη μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης που έλαβε χώρα στις 29-6-2015 και πριν από την άσκηση της υπό κρίση αίτησης που έλαβε χώρα στις 28-1-2016. Από τα άρθρα 914 και 932 Α.Κ. και 1 και 16 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ.

της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 38 παρ. 1 Εισ.Ν. Α.Κ.), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τήρησης των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (Ολ.

Α.Π. 1117/1986, Α.Π. 80/2016). Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή, σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν με την έννοια του άρθρου 914 του Α.Κ., δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915 (Α.Π. 80/2016).

Πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, από το οποίο πηγάζει υποχρέωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, μπορεί να θεμελιωθεί και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών που επιβάλλουν τους όρους ασφαλείας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με το άρθρο 662 Α.Κ. (Α.Π. 80/2016).

Τέτοιες διατάξεις είναι και αυτές του π.δ. 1073/1981 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος πολιτικού μηχανικού", του ν. 1396/1983 "υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα", του π.δ. 17/1996 "μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων...", του π.δ. 305/1996 "ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια..." και του ν. 1568/1985 "υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων".

Ειδικότερα: Κατά το άρθρο 7 παρ. 1 του π.δ. 17/1996: "Ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας, και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων". Κατά το άρθρο 2 ν. 1396/1983: "Για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού θεωρούνται: 1.

Τεχνικό Έργο: Κάθε οικοδομική ή άλλη εργοταξιακή κατασκευή ορισμένης χρονικής διάρκειας, όπως ανέγερση, προσθήκη, επισκευή, καθαίρεση και ηλεκτρομηχανολογική εγκατάσταση. 2. Μέτρα ασφαλείας: Όλα τα μέτρα που αφορούν σε τεχνικά έργα και προβλέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν εκάστοτε για την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας. 3.

Κύριος του έργου: Ο κύριος, ο νομέας ή ο κάτοχος του ακινήτου στο οποίο εκτελείται, ύστερα από εντολή του και για λογαριασμό του, τεχνικό έργο. 4. Εργολάβος: Πρόσωπο που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου τεχνικού έργου ή τμήματός του, ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό. 5.

Υπεργολάβος: Πρόσωπο που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με τον εργολάβο και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου τεχνικού έργου ή τμήματός του, ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό. Ως υπεργολάβος θεωρείται επίσης και το πρόσωπο που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με άλλον υπεργολάβο και αναλαμβάνει, σύμφωνα με τα παραπάνω, την εκτέλεση τεχνικού έργου ή τμήματός του. 6.

Μελετητής: Πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο του έργου έχει εκπονήσει τη μελέτη του τεχνικού έργου, η οποία έχει εγκριθεί από την αρμόδια αρχή. 7. Επιβλέπων: Πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο του έργου και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης τεχνικού έργου ή τμήματός του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης".

Κατά το άρθρο 7 του ίδιου πιο πάνω νόμου (1396/1983): "Ο επιβλέπων, εκτός από τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από άλλες διατάξεις, έχει και τις ακόλουθες: 1. Να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών, ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος.

Να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεσή τους. 2. Να δίνει οδηγίες, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για τη λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους που προέρχονται από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της Δημόσιας Επιχείρισης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) και να επιβλέπει την τήρησή τους. 3.

Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο αρθρ. 6 του νόμου αυτού και να δίνει τις σχετικές οδηγίες. 4. Να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται. 5.

Να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου, στην περίπτωση του αρθρ. 4 παρ. 1 και 2 του παρόντος, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου". Κατά το άρθρο 8 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου (1396/1983): "1. Για τεχνικά έργα, που εκτελούνται σε πόλεις με πληθυσμό πάνω από 10.000 κατοίκους ή έχουν συμβατικό προϋπολογισμό μεγαλύτερο από αυτόν που αντιστοιχεί σε οικοδομή όγκου 1.000 κυβικών μέτρων (μ2) και εφόσον για την εκτέλεσή τους απαιτείται άδεια απ' την αρμόδια αρχή, τηρείται ημερολόγιο μέτρων ασφαλείας.

Το ημερολόγιο μέτρων ασφαλείας χορηγείται από την αρμόδια αρχή, φυλάσσεται στον τόπο του έργου και είναι στη διάθεση κάθε ατόμου που έχει έννομο συμφέρον, με ευθύνη του εργολάβου ή του υπεργολάβου ολόκληρου του έργου ή, όταν δεν υπάρχουν αυτοί, του κυρίου του έργου. 2. Υποχρέωση για ενημέρωση του ημερολογίου μέτρων ασφαλείας έχουν:

α) Ο επιβλέπων το έργο για ό,τι αφορά τις υποδείξεις, που έχει υποχρέωση να κάνει σύμφωνα με το νόμο αυτόν, καθώς και τις παρατηρήσεις για την εφαρμογή τους. β) Οι υπόχρεοι για την διενέργεια των τακτικών ελέγχων ή δοκιμών, που ορίζονται από τη νομοθεσία, για ό,τι αφορά τα αποτελέσματα των ελέγχων ή δοκιμών αυτών".

Κατά το άρθρο 9 π.δ. 1073/1981: "1. Κατά την εκσκαφήν θεμελίων, τάφρων ή ορυγμάτων επιμήκων ή μεμονωμένων η αντιστήριξις διά βάθη μεγαλύτερα των εμφαινομένων εις το κατωτέρω διάγραμμα 1 είναι υποχρεωτική. Η αντιστήριξις παραλείπεται εάν η εκσκαφή πραγματοποιήται εις βράχον και εις περιπτώσεις κατά τας οποίας η ισορροπία των πρανών εκσκαφής έχει εξασφαλισθή διά καταλλήλου κλίσεώς των.

Η αντιστήριξις πραγματοποιείται παραλλήλως προς την πρόοδον των εργασιών και εάν υπάρχη ανάγκη διά καταλλήλων μεθόδων ή διά μηχανικών μέσων εξ αποστάσεως, άνευ της εισόδου των εργαζομένων εις την εκσκαφήν. 2. Απαγορεύεται η κάθοδος εργαζομένων εις την εκσκαφήν προ της λήψεως των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας πλην εκείνων οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι διά την λήψιν των μέτρων τούτων. 3.

Διά την παρεμπόδισιν πτώσεως υλικών, εργαλείων και αντικειμένων πάσης φύσεως εις την εκσκαφήν πρέπει τα χείλη της εκσκαφής να περιβάλλωνται από κράσπεδα ύψους τουλάχιστον 0,15 εκατοστών του μέτρου, η δε επένδυσις της τάφρου, εις τας περιπτώσεις κατά τας οποίας υφίσταται τοιαύτη επένδυσις, να εξέχη της επιφανείας του εδάφους τουλάχιστον κατά 0,15 εκατοστά του μέτρου...".

Κατά το άρθρο 13 του ίδιου π.δ. (1073/1981) : "Τα πρανή ορυγμάτων ή και αι αντιστηρίξεις των επιθεωρούνται υπό αρμοδίου προσώπου, μετά πείρας, οριζομένου υπό του εργοδότου, ως ακολούθως: α) Καθ' εκάστην, εις τας θέσεις εργασίας εκσκαφών βάθους πλέον του ενός μέτρου και πεντήκοντα εκατοστών (1,50) του μέτρου β)... Αι τυχόν παρατηρήσεις των επιθεωρήσεων αυτών αναγράφονται εις το Ημερολόγιον Μέτρων Ασφαλείας της Εργασίας.

Λεπτομερής εξέτασις κάθε είδους εκσκαφής διενεργείται υπό του επιβλέποντος μηχανικού: Μετά την εκτέλεσιν ανατινάξεων. Μετά την εμφάνισιν ζημιών εις αντιστηρίξεις ξυλοδεσίες, πασσαλοφράγματα ή μετά από καταπτώσεις πρανών. Προ της επαναλήψεως εργασιών, διακοπεισών λόγω θεομηνίας ή παγετού, αναφέρονται δε και αι τυχόν απαιτούμεναι ενισχύσεις.

Ανεξαρτήτως των προηγουμένων άπαξ της εβδομάδος. Αι εκθέσεις των εξετάσεων αυτών περιλαμβάνονται εις το Ημερολόγιον Μέτρων Ασφαλείας της Εργασίας". Κατά το άρθρο 111 του ίδιου π.δ. (1073/1981): "Διά την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλειαν της εφαρμογής του παρόντος ως και του π.δ. 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών" εις τας οικοδομικάς και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας, παρίστανται ανελλιπώς καθ' όλην την διάρκειαν της ημερησίας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται ή οι εκπρόσωποι τούτων.

Το προσωπικόν εκάστου συνεργείου πρέπει να επιθεωρήται τουλάχιστον άπαξ της ημέρας υπό του επικεφαλής του υπεργολάβου, άπαξ δε της εβδομάδος, υπό του εργολάβου, εφ' όσον έχει ειδικάς γνώσεις ή υπό καταλλήλου εκπροσώπου του. Οι υπεργολάβοι και εργολάβοι οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των κατά φάσιν εργασίας απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας".

Κατά το άρθρο 3 π.δ. 305/1996 "1. Για εργοτάξιο όπου είναι παρόντα πολλά συνεργεία ορίζεται ένας ή περισσότεροι συντονιστές σε θέματα ασφάλειας και υγείας κατά την εκπόνηση της μελέτης του έργου, σύμφωνα με την παράγραφο 8 του άρθρου 2 του παρόντος διατάγματος. 2. Για εργοτάξιο όπου είναι παρόντα πολλά συνεργεία ορίζεται ένας ή περισσότεροι συντονιστές σε θέματα ασφάλειας και υγείας κατά την εκτέλεση του έργου, σύμφωνα με την παράγραφο 9 του άρθρου 2 του παρόντος διατάγματος. 3.

Πριν από την έναρξη λειτουργίας του εργοταξίου ο εργολάβος ολόκληρου του έργου και εάν δεν υπάρχει ο κύριος του έργου μεριμνά για την εκπόνηση σχεδίου ασφάλειας και υγείας και για την κατάρτιση φακέλου ασφάλειας και υγείας. 4. Η υποχρέωση εκπόνησης σχεδίου ασφάλειας και υγείας υπάρχει: α. Σε κάθε περίπτωση που σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου απαιτείται συντονιστής σε θέματα ασφάλειας και υγείας κατά την εκπόνηση της μελέτης του έργου.

β. Οταν οι εργασίες που πρόκειται να εκτελεσθούν ενέχουν ιδιαίτερους κινδύνους όπως αυτές απαριθμούνται στο παράρτημα

ΙΙ του άρθρου 12 του παρόντος διατάγματος. γ. Οταν απαιτείται εκ των προτέρων γνωστοποίηση σύμφωνα με την παράγραφο 12 του παρόντος άρθρου. 5... 6... 7... 8... 9... 10... 11... 12. Προκειμένου για εργοτάξιο με προβλεπόμενη διάρκεια εργασιών που θα υπερβαίνει τις 30 εργάσιμες ημέρες και στο οποίο θα ασχολούνται ταυτόχρονα περισσότεροι από 20 εργαζόμενοι ή ο προβλεπόμενος όγκος εργασίας θα υπερβαίνει τα 500 ημερομίσθια ο εργολάβος ολόκληρου του έργου και όταν δεν υπάρχει ο κύριος του έργου πρέπει να διαβιβάζει στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας πριν από την έναρξη των εργασιών την εκ των προτέρων γνωστοποίηση που καταρτίζεται σύμφωνα με το παράρτημα

ΙΙΙ του άρθρου 12 του παρόντος διατάγματος...". Κατά το άρθρο 32 ν. 1568/1985: "Α. Ο εργοδότης έχει υποχρέωση: 1. Να λαμβάνει κάθε μέτρο που απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόμενοι και οι τρίτοι που παραβρίσκονται στους τόπους εργασίας από κάθε κίνδυνο που μπορεί να απειλήσει την υγεία ή τη σωματική τους ακεραιότητα. 2.

Να εφαρμόζει κάθε υπόδειξη των τεχνικών και υγειονομικών επιθεωρητών εργασίας και γενικά να διευκολύνει το έργο τους μέσα στην επιχείρηση. 3. Να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας. 4. Να λαμβάνει συλλογικά μέτρα προστασίας των εργαζομένων. 5. Να γνωστοποιεί στους εργαζομένους τον επαγγελματικό κίνδυνο από την εργασία τους. 6.

Να ενθαρρύνει την εκπαίδευση των εργαζομένων σε θέματα υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας. 7. Να ενημερώνει τους εργαζομένους για τη νομοθεσία που ισχύει σχετικά με την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας και για τον τρόπο εφαρμογής της από την επιχείρηση. 8. Να καταρτίζει πρόγραμμα προληπτικής δράσης και βελτίωσης των συνθηκών εργασίας στην επιχείρηση. 9.

Να τηρεί ειδικό βιβλίο ατυχημάτων στο οποίο να αναγράφονται τα αίτια και η περιγραφή του ατυχήματος...". Εξ άλλου από τα άρθρα 297, 300, 330 και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου που υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας του, να είναι παράνομη η πράξη ή η παράλειψή του και να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του υπαιτίου ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, ικανή να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Το αν η πράξη ή παράλειψη ήταν ικανή, αντικειμενικά εξεταζόμενη, να επιφέρει τη ζημία, δηλαδή το αν ευρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο και μάλιστα από την άποψη της παράβασης ή μη των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Η κρίση όμως ότι η πράξη ή παράλειψη υπήρξε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Δεν αποκλείεται κατ' αρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα συντέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος.

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται επίσης ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ.: "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Προσδιοριστικό στοιχείο για τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποίησης με βάση τη διάταξη αυτή αποτελεί, πλην των άλλων, και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος (Α.Π. 1546/2014).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 922 Α.Κ. "Ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του". Πρόστηση είναι η τοποθέτηση, διορισμός, χρησιμοποίηση από ένα πρόσωπο (τον προστήσαντα) ενός άλλου προσώπου (του προστηθέντος) σε θέση ή απασχόληση (διαρκή ή μεμονωμένη εργασία) που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υπόθεσης ή υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου (προστήσαντος).

Για να υπάρχει σχέση πρόστησης θα πρέπει να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να μπορεί να δίνει στον δεύτερο εντολές ή οδηγίες και να τον ελέγχει ή επιβλέπει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανέθεσε. Ειδικότερα από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 922, 681, 688-691 Α.Κ.

καθώς και εκείνης του άρθρου 4 παρ. 1 ν. 1396/1983 προκύπτει ότι ο εργολάβος δεν θεωρείται κατ' αρχήν προστηθείς του εργοδότη, όταν όμως ο εργοδότης επιφύλαξε για τον εαυτό του ρητώς ή σιωπηρώς τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου και μάλιστα το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση πρόστησης προς τον εργοδότη.

Επομένως για τη θεμελίωση αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης κατά του υπαιτίου του ατυχήματος, ως και κατά εκείνου ο οποίος με σύμβαση έργου ανέθεσε στον υπαίτιο την εκτέλεση του έργου όπου συνέβη το ατύχημα, αναγκαία προϋπόθεση είναι ο εργοδότης να έχει επιφυλάξει για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη του έργου, στοιχεία τα οποία συνιστούν την ιδιότητα του τελευταίου ως προστήσαντος τον υπαίτιο εργολάβο (Α.Π. 1840/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Οι δύο πρώτοι εναγόμενοι αδελφοί Ε. και Β. Ζ., συγκύριοι μαζί με το μη διάδικο πλέον τρίτο αδελφό τους Δ. Ζ. ενός οικοπέδου επί της οδού ... (πρώην οδός ...) του Δήμου ..., δυνάμει της... .../2008 άδειας ανέγερσης οικοδομής, εκδοθείσας από τη Διεύθυνση Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ..., άρχισαν εργασίες ανέγερσης διώροφης μετά υπογείου οικοδομής.

Προς τούτο όρισαν επιβλέποντα μηχανικό τον πέμπτο εναγόμενο Κ. Ρ., αρχιτέκτονα μηχανικό, ο οποίος και συνέταξε τις σχετικές μελέτες, ήτοι αρχιτεκτονική, φέροντος οργανισμού, θερμομόνωσης, ύδρευσης, αποχέτευσης και παθητικής πυροπροστασίας. Οι ανωτέρω κύριοι του έργου, δύο πρώτοι εναγόμενοι, δεν ανέθεσαν την εκτέλεση ολόκληρου του έργου ανέγερσης της οικοδομής σε ένα εργολάβο αλλά επέλεξαν διάφορους εργολάβους, με τους οποίους προέβησαν σε χωριστές συμφωνίες για την εκτέλεση των μερικότερων τμημάτων του έργου.

Συγκεκριμένα ανέθεσαν στον τέταρτο εναγόμενο Ι. Π. τις εργασίες κατασκευής του ξυλοτύπου της θεμελίωσης, του προβόλου και του εξωτερικού ξυλοτύπου του τοιχίου του υπογείου, στον εργολάβο Ι. Τ. τις εργασίες κατασκευής και τοποθέτησης του σιδηροπλισμού της οικοδομής και στους έκτο και έβδομη εναγομένους τις εργασίες εκσκαφής για τη θεμελίωση της οικοδομής.

Η ανάθεση εκ μέρους των εργοδοτών-κυρίων του έργου της εκτελέσεως των επιμέρους τμημάτων του έργου σε διαφορετικούς εργολάβους προκύπτει από τα όσα διαπίστωσαν οι τεχνικοί επιθεωρητές του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, που συνέταξαν την... …/4-8-2010 έκθεση έρευνας θανατηφόρου ατυχήματος, στην οποία καταγράφουν και τις δηλώσεις όλων των εμπλεκομένων, οι οποίοι έχουν καταθέσει τα ίδια σχετικώς και στην ποινική διαδικασία.

Ο ισχυρισμός αυτών ότι ανέθεσαν όλο το έργο στον τέταρτο εναγόμενο I. Π., αυτός δε επέλεγε τα λοιπά διαφορετικά συνεργεία, χωρίς καμμία ανάμειξή τους, δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο. Καταρρίπτεται δε τούτο από το γεγονός ότι την κύρια εργασία του φέροντος οργανισμού που είναι η τοποθέτηση του σιδηροπλισμού είχε αναλάβει άλλος εργολάβος (I.

Τ.), συνεπώς ο I. Π. δεν μπορεί να ήταν εργολάβος όλου του φέροντος οργανισμού αλλά μόνο του ξυλοτύπου (καλούπωμα), όπως ο ίδιος υποστηρίζει, περαιτέρω δε και ο εναγόμενος Γ. Ν. υποστηρίζει εξ αρχής ότι οι κύριοι του έργου ανέθεσαν σ' αυτόν (και αυτός στην εταιρία των υιών του) τις εργασίες εκσκαφής. Από το γεγονός τούτο, δηλαδή της αναθέσεως του έργου σε πλείονες εργολάβους και όχι αποκλειστικά σε έναν για ολόκληρο το έργο, προκύπτει ανενδοίαστα ότι οι εργοδότες-κύριοι του έργου επιφύλαξαν για τον εαυτό τους τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου.

Ο τέταρτος των εναγομένων, εργολάβος κατασκευής του ξυλοτύπου της ανεγειρόμενης οικοδομής που προαναφέρθηκε, προσέλαβε τον Ιανουάριο του 2010 τον Κ. Φ. του Β., υιό της πρώτης ενάγουσας, αδερφό του εκπροσωπούμενου από την πρώτη ενάγουσα ανήλικου τέκνου αυτής και της δεύτερης ενάγουσας και εγγονό της τρίτης και τέταρτης των εναγόντων, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργασθεί ως εργάτης στις εκτελούμενες από αυτόν οικοδομικές εργασίες.

Ο ανωτέρω έχασε τη ζωή του στο ένδικο ατύχημα υπό τις ειδικότερες περιστάσεις που θα εκτεθούν κατωτέρω. Μέχρι τις 21-6-2010 που έλαβε χώρα το ατύχημα, στην εν λόγω οικοδομή είχε γίνει από τον έκτο των εναγόντων [προδήλως εννοείται: έκτο των εναγομένων, ήδη μη διάδικο], που ενεργούσε για λογαριασμό της έβδομης εταιρίας, η εκσκαφή βάθους περίπου 3,50 μέτρων για τη θεμελίωση της οικοδομής, η κάλυψη του πυθμένα της εκσκαφής με χαλίκι και στη συνέχεια η επίστρωση με μπετόν καθαριότητος, ακολούθως το συνεργείο του τετάρτου των εναγομένων ανέλαβε να κατασκευάσει τον ξυλότυπο της θεμελίωσης, τον ξυλότυπο προβόλου, καθώς και τον εξωτερικό ξυλότυπο του τοιχίου του υπογείου, διέκοψε δε την εργασία αυτή όταν έφθασε σε κατάλληλο ύψος ώστε να γίνει η τοποθέτηση του σιδηροπλισμού στα θεμέλια και τον πρόβολο από το συνεργείο του εργολάβου I.

Τ. που είχε αναλάβει την εργασία αυτή. Την ημέρα του ατυχήματος εγίνοντο εργασίες σιδηροπλισμού, οι οποίες διεκόπησαν δύο φορές λόγω δυνατής βροχόπτωσης. Η εκσκαφή είχε ολοκληρωθεί ήδη προ αρκετών ημερών, συγκεκριμένα είχε γίνει το χρονικό διάστημα από 2-6-2010 έως 7-6-2010. Εξαιτίας της δυνατής βροχόπτωσης ο τέταρτος των εναγομένων I.

Π. μαζί με τον Κ. Φ., οι οποίοι εκείνη την ημέρα (21-6-2010) εργάζονταν σε άλλη οικοδομή, μετέβησαν στην επίδικη οικοδομή για να ελέγξουν την κατάσταση αυτής. Αφού προέβησαν σε έλεγχο περιμετρικά της οικοδομής, ο τέταρτος των εναγομένων θεώρησε σκόπιμο να τοποθετηθούν μερικά μπετοφόρμ (ήτοι ξύλινες επιφάνειες που χρησιμοποιούνται για καλουπώματα μπετόν) μεταξύ των πρανών και του εξωτερικού ξυλοτύπου του τοιχίου του υπογείου, ώστε να μην πέσουν μέσα στον πρόβολο χώματα τόσο από τα πρανή της εκσκαφής όσο και από τα προϊόντα της εκσκαφής που είχαν εναποτεθεί κοντά στα χείλη αυτής.

Μετά ταύτα, κατόπιν απόφασης του τετάρτου των εναγομένων, κατέβηκαν με τον Κ. Φ. μέσω μιας φορητής ξύλινης σκάλας εντός του χώρου της εκσκαφής μεταξύ του πρανούς αυτής και του ξυλοτύπου του τοιχίου της οικοδομής. Μαζί τους ήταν και ο D. O., τεχνίτης καλουπατζής, εργαζόμενος επίσης στον τέταρτο των εναγομένων και ο οποίος, ευρισκόμενος εκτός της εκσκαφής, έδινε τα "μπετοφόρμ" στον τέταρτο των εναγομένων και στον Κ.

Φ., οι οποίοι είχαν μεταξύ τους εντός της εκσκαφής μία απόσταση δύο μέτρων περίπου, σε αντικριστή θέση για να καλύπτουν το καλούπι του προβόλου. Και ενώ οι ανωτέρω εκτελούσαν την προαναφερθείσα εργασία και περί ώρα 14.25 περίπου και αφού είχαν ήδη τοποθετήσει δύο μπετοφόρμ και περίμεναν από τον D. O. ένα ακόμη μπετοφόρμ, αποκόπηκε ενιαίο τμήμα από το πρανές της εκσκαφής στην πλευρά που ευρίσκοντο ο Π.

Ι. και ο Κ. Φ. και καταπλάκωσε τον Κ. Φ.. Ο τέταρτος εναγόμενος ήταν όρθιος και τα χώματα που έπεσαν τον κάλυψαν μέχρι λίγο πάνω από τα γόνατα, ενώ ο Κ. Φ., που τη στιγμή εκείνη ήταν σκυμμένος, καταπλακώθηκε εντελώς. Αμέσως ειδοποιήθηκαν το ΕΚΑΒ και η Πυροσβεστική Υπηρεσία, ενώ οι παρευρισκόμενοι προσπάθησαν ανεπιτυχώς να απεγκλωβίσουν τον Κ.

Φ., ο οποίος απεγκλωβίσθηκε λίγο αργότερα από την Πυροσβεστική Yπηρεσία και διαπιστώθηκε ο θάνατός του. Σύμφωνα με την ... …/2010 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής του ιατροδικαστή-καθηγητή ιατροδικαστικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Θ. Β. ο θάνατός του επήλθε από ασφυξία και τις κακώσεις θώρακος και κοιλίας που υπέστη κατά το ένδικο ατύχημα.

Οι τεχνικοί επιθεωρητές του Κέντρου Πρόληψης Επαγγελματικού Κινδύνου [ΚΕ.Π.Ε.Κ.] ..., στην... …/2010 έκθεση έρευνας καταγράφουν αναλυτικά τον τρόπο εκσκαφής, ο οποίος δεν ήταν σύμφωνος με τις προδιαγραφές που ορίζουν οι σχετικές διατάξεις, καθώς και τις ελλείψεις μέτρων ασφαλείας, στις αιτίες δε αυτές αποδίδουν το ως άνω εργατικό ατύχημα και το θάνατο του Κ.

Φ.. Ειδικότερα επισημαίνεται ότι η εκσκαφή έφθασε σε βάθος περίπου 3,50 μέτρων, συγκεκριμένα από την επιφάνεια του εδάφους (χείλη εκσκαφής) μέχρι την επιφάνεια του μπετόν καθαριότητας ύψος 3,20 μ. περίπου, ενώ από τον πρόβολο επί του οποίου εργαζόταν ο θανών μέχρι την επιφάνεια του εδάφους ύψος περίπου 2,60 μ.

Επίσης τα πρανή της εκσκαφής δεν είχαν καμμία κλίση αλλά ήταν απολύτως κατακόρυφα. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν (άρθρο 9 π.δ. 1073/1981), τις οποίες επικαλούνται και οι συντάκτες της έκθεσης, ενόψει του βάθους της εκσκαφής, το οποίο υπερέβαινε τα 2 μέτρα, ήταν υποχρεωτική η αντιστήριξη της εκσκαφής, η οποία (αντιστήριξη) παραλείπεται μόνο εάν η εκσκαφή πραγματοποιείται σε βράχο, καθώς και όταν η ισορροπία των πρανών της εκσκαφής έχει εξασφαλιστεί με κατάλληλη κλίση αυτών, περιπτώσεις που δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω.

Επισημαίνουν περαιτέρω οι επιθεωρητές ότι στην υπό κρίση περίπτωση η αντιστήριξη της εκσκαφής επιβαλλόταν και για πρόσθετους ειδικούς λόγους, ήτοι από το γεγονός ότι κατά μήκος της πλευράς όπου έγινε το ατύχημα εκτείνεται η μεγάλης κυκλοφορίας οδός ..., από την οποία διέρχονται και βαρέα οχήματα που προκαλούν κραδασμούς, το γεγονός ότι πλησίον των χειλέων της εκσκαφής είχε εναποτεθεί μεγάλη ποσότητα προϊόντων εκσκαφής που επέφερε ώθηση του εδάφους, καθώς και το γεγονός ότι τόσο την ημέρα του ατυχήματος όσο και την προηγούμενη υπήρχε έντονη βροχόπτωση, με αποτέλεσμα τον εμποτισμό του εδάφους και τη μείωση της σταθερότητάς του.

Η ευθύνη για τον τρόπο εκσκαφής και την αντιστήριξη αυτής βαρύνει το μελετητή και επιβλέποντα μηχανικό, πέμπτο εναγόμενο, κατ' επέκταση δε και τους δύο πρώτους εναγομένους, κυρίους του έργου, ως προστήσαντες αυτόν κατά τα προεκτεθέντα. Συγκεκριμένα, όπως και στην προμνησθείσα έκθεση έρευνας αναφέρεται, ο πέμπτος εναγόμενος, επιβλέπων το έργο, στο σχέδιο ασφάλειας και υγείας που προβλέπεται από το άρθρο 3 του π.δ. 305/1996 και το οποίο υπεβλήθη μαζί με τα λοιπά δικαιολογητικά έγγραφα για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, υπογράφεται δε από τον ίδιο και τους κυρίους του έργου, στην ενότητα "Β.

Κίνδυνοι που ενδέχεται να παρουσιαστούν κατά την εκτέλεση του έργου" και έναντι της ένδειξης: "Πιθανός κίνδυνος από αστοχία εδάφους (π.χ. κατολισθήσεις, καταρρεύσεις, υποχωρήσεις πρανών εκσκαφής, αποκολλήσεις βράχων κλπ)", αποφαίνεται αρνητικά, αναγράφοντας τη λέξη όχι. Επίσης στο ίδιο έντυπο στη δεύτερη σελίδα, στην ενότητα "Γ.

Μέτρα για την πρόληψη και αποτροπή των κινδύνων και γενικά την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων" και έναντι της ένδειξης "Μέτρα προστασίας εργαζομένων από κίνδυνο: 1. Αστοχίας του εδάφους", αναγράφει επί λέξει: "Δεν απαιτείται εκσκαφή με μηχανικά μέσα και πιθανή αντιστήριξη του εδάφους". Επομένως ο επιβλέπων μηχανικός, πέμπτος εναγόμενος, στο ανωτέρω έγγραφο διατυπώνει την εκτίμηση ότι δεν υπάρχει πιθανός κίνδυνος από αστοχία εδάφους, όπως κατολίσθηση, κατάρρευση ή υποχώρηση πρανών εκσκαφής, ενώ ως προς τα μέτρα προστασίας εργαζομένων αποφαίνεται ότι δεν επιβάλλεται αντιστήριξη του εδάφους, χωρίς να αιτιολογεί τούτο, αφού ούτε η εκσκαφή εγίνετο σε βράχο ούτε υπεδείκνυε να δοθεί η ανάλογη κλίση στα πρανή αυτής.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο επιβλέπων μηχανικός τις προηγούμενες του ατυχήματος ημέρες είχε μεταβεί πολλάκις στο έργο, επομένως είχε γνώση της εκσκαφής, η οποία όπως προαναφέρθηκε είχε ολοκληρωθεί προ δύο εβδομάδων περίπου (στις 7-6-2010) - ο ίδιος άλλωστε στις προτάσεις του αναφέρει ότι οι εργασίες εκσκαφής είχαν γίνει προ 15ημέρου - και βεβαίως δεν είχε υποδείξει να γίνει με διαφορετικό τρόπο η εκσκαφή, δηλαδή με κλίση των πρανών ή να ληφθούν μέτρα αντιστήριξης αυτής, αφού δεν είχε προβλέψει και καταγράψει κάτι τέτοιο στο παραπάνω έγγραφο (Σ.Α.Υ.), το οποίο είχε συντάξει και υπογράψει ο ίδιος.

Διαπιστώθηκε επίσης ότι στο εν λόγω έργο δεν ετηρείτο ημερολόγιο μέτρων ασφάλειας κατά παράβαση του άρθρου 8 του ν. 1396/1983. Το ημερολόγιο μέτρων ασφαλείας είχαν υποχρέωση να προμηθευτούν οι κύριοι του έργου, να το θεωρήσουν στην αρμόδια υπηρεσία πριν την έναρξη των εργασιών και να το θέσουν στη διάθεση του επιβλέποντος μηχανικού, ώστε να έχει αυτός τη δυνατότητα να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου αλλά και στους εργολάβους και υπεργολάβους τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου, κάτι που δεν έγινε.

Πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με το άρθρο 13 του π.δ. 1073/1981 ο επιβλέπων μηχανικός που έχει ορισθεί από τον κύριο του έργου οφείλει να εξετάζει κάθε είδους εκσκαφή και να καταγράφει τις παρατηρήσεις των εξετάσεων αυτών στο ημερολόγιο μέτρων ασφαλείας. Στην υπό κρίση περίπτωση εκ των υστέρων, στις 28-6-2010, δηλαδή μετά το ατύχημα, προσκομίσθηκε στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εργασίας και θεωρήθηκε ημερολόγιο μέτρων ασφαλείας για το έργο αυτό.

Επίσης κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας (άρθρο 3 π.δ. 305/1996) οι κύριοι του έργου, δεν είχαν υποβάλει στην ίδια υπηρεσία την "εκ των προτέρων γνωστοποίηση", ορίζοντας συντονιστή ασφάλειας και υγείας για όλες τις φάσεις του εκτελούμενου έργου, έπραξαν δε τούτο επίσης εκ των υστέρων (28-6-2010), όρισαν δε ως συντονιστή ασφάλειας και υγείας τον ως άνω επιβλέποντα μηχανικό, πέμπτο εναγόμενο.

Αποδείχθηκε εξάλλου ότι στον παθόντα δεν είχε χορηγηθεί κράνος προστασίας κεφαλής από τον εργοδότη του τέταρτο εναγόμενο, καθώς και ότι την ημέρα εκείνη δεν παρευρίσκοντο στο έργο ούτε οι κύριοι αυτού ούτε ο επιβλέπων μηχανικός. Σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα, τις διατάξεις και τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, το παραπάνω ατύχημα και τα αποτελέσματά του οφείλονται αποκλειστικά σε αμέλεια των δύο πρώτων εναγομένων, κυρίων του έργου, του τετάρτου εναγομένου, εργολάβου του ξυλοτύπου, προστηθέντος από τους δύο πρώτους και απασχολούντος τον παθόντα δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και του πέμπτου εναγομένου, επιβλέποντος το έργο και προστηθέντος επίσης εκ μέρους των δύο πρώτων εναγομένων.

Και τούτο διότι: α) ως προς τους δυο πρώτους εναγομένους, παρότι αυτοί, ως συγκύριοι του ανωτέρω ακινήτου στο οποίο εκτελείτο με εντολή και για λογαριασμό τους το παραπάνω τεχνικό έργο, ήταν κύριοι του έργου αυτού και ως εκ τούτου ... υπόχρεοι από το νόμο να παρευρίσκονται στο χώρο εκτέλεσής του καθ' όλο το χρονικό διάστημα που αυτό εκτελείτο, δεν παρευρίσκονταν ούτε δε είχαν ειδοποιήσει σχετικά το νόμιμο εκπρόσωπό τους, ανωτέρω επιβλέποντα μηχανικό, ώστε να παρευρίσκεται αυτός.

Αντίθετα, αν παρευρίσκονταν οι ίδιοι, το ελάχιστο που θα έπρατταν θα ήταν να αποτρέψουν την κάθοδο στην τάφρο της εκσκαφής εργαζομένων χωρίς ατομικά μέτρα ασφαλείας, εν προκειμένω χωρίς κράνος προστασίας κεφαλής, το οποίο, αν δεν προστάτευε πλήρως τον παθόντα, θα απέτρεπε πιθανότατα κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής το θανατηφόρο αποτέλεσμα.

Οι δύο πρώτοι εναγόμενοι εξάλλου βαρύνονται και με το πταίσμα των υπ' αυτών προστηθέντων τετάρτου και πέμπτου εναγομένων, για το οποίο θα γίνει λόγος αμέσως κατωτέρω. Οι ίδιοι εξάλλου ευθύνονται για την παράλειψή τους να τηρήσουν ημερολόγιο ασφαλείας, να το θέσουν στη διάθεση του επιβλέποντος μηχανικού, ώστε να έχει αυτός τη δυνατότητα να υποδεικνύει στους εργολάβους και υπεργολάβους, τα απαιτούμενα κατά περίπτωση μέτρα ασφαλείας, καθώς και να ορίσουν συντονιστή ασφαλείας, όπως αναπτύχθηκε παραπάνω.

Ο ισχυρισμός των εναγομένων αυτών (δύο πρώτων), που αναπτύσσεται και με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς τους, ότι δεν ευθύνονται διότι δεν επιφύλαξαν για τον εαυτό τους τη διεύθυνση και εποπτεία του έργου, καταρρίπτεται όχι μόνο από το γεγονός ότι δεν ανέθεσαν την εκτέλεση όλου του έργου σε έναν εργολάβο αλλά σε πλείονες που επέλεγαν οι ίδιοι όπως εκτέθηκε ανωτέρω, αλλά και από το γεγονός ότι την ημέρα εκείνη (του ατυχήματος) ο πρώτος εξ αυτών (Ε.

Ζ.) έδωσε εντολή στον τέταρτο εναγόμενο, εργολάβο του ξυλοτύπου, να μεταβεί στο έργο λόγω της επί διήμερο ισχυρής βροχόπτωσης και να λάβει μέτρα για να μην καταπέσουν χώματα εντός του χώρου εκσκαφής και του σιδηροπλισμού ... καθώς και από το γεγονός ότι οι ίδιοι υπέδειξαν στους ενεργούντες την εκσκαφή το χώρο που θα εναποθέσουν τα προϊόντα της εκσκαφής και να εναποθέσουν κάποιες ποσότητες χώματος στο χείλος του σκάμματος...

περιστατικά που καταδεικνύουν συνεχή και άμεση ανάμειξή τους στην επίβλεψη του έργου. Τέλος, παρότι την ημέρα του ατυχήματος δεν παρευρίσκονταν στο χώρο του έργου, τις προηγούμενες ημέρες οι δύο πρώτοι εναγόμενοι μετέβαιναν εκεί σχεδόν καθημερινά... γεγονός που επίσης ενισχύει την κρίση περί ενεργού αναμείξεώς τους στην εκτέλεση του έργου και την επίβλεψη των εκτελούμενων εργασιών, β) Ο τέταρτος εναγόμενος εργολάβος, προστηθείς εκ μέρους των δύο πρώτων εναγομένων για την εκτέλεση του έργου κατασκευής του ξυλοτύπου, απασχολών δε ο ίδιος τον παθόντα δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας τόσο στο συγκεκριμένο όσο και άλλα οικοδομικά έργα που είχε αναλάβει την εποχή εκείνη, βαρύνεται με αμέλεια ως προς την επέλευση του θανατηφόρου ατυχήματος, καθόσον υπέδειξε ο ίδιος στον παθόντα να εισέλθει εντός του σκάμματος χωρίς να τον εφοδιάσει προηγουμένως με κράνος προστασίας κεφαλής, ανεξαρτήτως του ότι δεν του είχαν χορηγήσει τέτοιο οι κύριοι του έργου που βαρύνονται με την προμήθειά του.

Η παράλειψη αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν θανατηφόρο αποτέλεσμα όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, γ) ο πέμπτος εναγόμενος μηχανικός, ορισθείς νομίμως ως επιβλέπων το έργο εκ μέρους των κυρίων του έργου και επομένως προστηθείς αυτών, βαρύνεται με αμέλεια στην επέλευση του ένδικου θανατηφόρου εργατικού ατυχήματος, διότι δεν υπέδειξε ως εκ της ιδιότητος και των καθηκόντων του τον ορθό και σύμφωνο με τους κανόνες της τεχνικής και τη νομοθεσία τρόπο εκσκαφής.

Συγκεκριμένα, παρότι η εκσκαφή έφθασε σε βάθος πολύ άνω των 2 μέτρων, ήτοι περίπου 3,50 μ. και έπρεπε υποχρεωτικώς να ληφθούν μέτρα αντιστήριξης αυτής εφόσον δεν εγίνετο σε βράχο, δεν υπέδειξε τη λήψη τέτοιων μέτρων ούτε υπέδειξε να δοθεί κλίση στα πρανή της εκσκαφής ώστε να αποφευχθεί η κατάρρευση αυτών.

Επίσης επέτρεψε να εναποτεθούν μεγάλες ποσότητες χώματος στα χείλη της εκσκαφής, με αποτέλεσμα να επιβαρυνθεί το έδαφος εκεί, χωρίς να επισημάνει τον εκ τούτου κίνδυνο στον εργολάβο ή στους κυρίους του έργου. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι δεν είχε οριστεί επιβλέπων των εκσκαφών αλλά άλλων τμημάτων του έργου (φέροντος οργανισμού κλπ), τούτο όμως δεν κρίνεται βάσιμο καθόσον οι εκσκαφές αποτελούν το αναγκαίο προηγούμενο της κατασκευής του φέροντος οργανισμού, επίσης δε ο ίδιος...

ήταν ο μελετητής του έργου και είχε αποφανθεί περί του τρόπου εκσκαφής και τυχόν προστασίας αυτής με το σχέδιο ασφάλειας και υγείας που προαναφέρθηκε, το οποίο αυτός συνέταξε. Επίσης υποστηρίζει ότι σε κάθε περίπτωση δεν επέβλεψε τις εργασίες εκσκαφής, οι οποίες έγιναν εν αγνοία του προ 15ημέρου από του ατυχήματος.

Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός δεν κρίνεται βάσιμος καθόσον... ο επιβλέπων μηχανικός είχε μεταβεί πολλές φορές τις προηγούμενες ημέρες στο έργο και μάλιστα παρουσία των κυρίων του έργου υπέδειξε και τα όρια της εκσκαφής. Ανεξαρτήτως όμως της αβασιμότητος του ισχυρισμού αυτού, η ευθύνη του εν λόγω εναγομένου θεμελιώνεται στις προγενέστερες παραλείψεις αυτού, οι οποίες προκύπτουν ανενδοίαστα από τα έγγραφα που αναφέρθηκαν, ήτοι την έκθεση έρευνας των αρμοδίων επιθεωρητών του Υπουργείου Εργασίας σε συνδυασμό και κυρίως με το "σχέδιο ασφάλειας και υγείας", που ο ίδιος ο επιβλέπων συνέταξε και υπέγραψε, υπεβλήθη δε ως απαραίτητο δικαιολογητικό για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, στο οποίο όπως εκτέθηκε αναλυτικά παραπάνω αποφαίνεται ότι δεν συντρέχει κίνδυνος από καταρρεύσεις, υποχωρήσεις πρανών κλπ, καθώς και ότι δεν επιβάλλεται αντιστήριξη του εδάφους, παρότι η αντιστήριξη ήταν όχι απλώς απαραίτητη αλλά υποχρεωτική κατά νόμο αφού η εκσκαφή είχε βάθος πολύ άνω των 2 μέτρων, δεν εγίνετο σε βράχο ούτε με ανάλογη κλίση των πρανών, η οποία (κλίση) θα καθιστούσε μη αναγκαία άλλη αντιστήριξη.

Εξάλλου το βάθος της εκσκαφής ήταν οπωσδήποτε γνωστό σ' αυτόν, αφού ως μελετητής του έργου γνώριζε το βάθος του προβλεπόμενου στη μελέτη και την οικοδομική άδεια υπογείου (μικτό 3 μ., καθαρό 2,80 μ., πέραν του βάθους των θεμελίων). Η προμνησθείσα ευθύνη του πέμπτου εναγομένου, επιβλέποντος μηχανικού, δεν αναιρείται και αν ακόμη ήθελαν υποτεθεί αληθή τα υποστηριζόμενα με την έφεση και τις προτάσεις του, ότι δηλαδή, παρότι ο ίδιος εμφανιζόταν καθημερινά στο εργοτάξιο και προσπαθούσε να υποδεικνύει στους εργαζομένους τα μέτρα ασφαλείας που έπρεπε να τηρούν, απαιτούσε από τους ιδιοκτήτες και τον εργολάβο να συμμορφώνονται με τις υποδείξεις του και να μην εκτελούνται εργασίες εν αγνοία του, οι ανωτέρω, ιδιοκτήτες και εργολάβος, αρνούνταν να συμμορφωθούν προς τις οδηγίες του, αρνήθηκαν να τηρήσουν το ημερολόγιο του έργου, όπως τους υπέδειξε και γενικώς αντιμετώπισε έντονη επιθετικότητα από τον εργολάβο (τέταρτο εναγόμενο) και αδιαφορία από τους οικοπεδούχους...

Αν τα ανωτέρω ήταν αληθή οφείλε ο εν λόγω εναγόμενος, επιβλέπων του έργου, να καταθέσει την εντολή στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, ώστε να χωρήσει αναστολή των οικοδομικών εργασιών μέχρι τη λήψη όλων των μέτρων ασφαλείας. Αντιθέτως δεν βαρύνει αμέλεια τους τρεις τελευταίους εναγομένους, οι οποίοι διενήργησαν την εκσκαφή, καθόσον ενήργησαν σύμφωνα με τις υποδείξεις του μελετητή και επιβλέποντος μηχανικού, ολοκλήρωσαν δε το έργο τους ήδη 15 ημέρες πριν το χρόνο του ατυχήματος, απεχώρησαν δε από το εργοτάξιο, στο οποίο ανέλαβαν και εκτελούσαν εργασίες οι εργολάβοι του ξυλοτύπου (τέταρτος εναγόμενος) και του σιδηροπλισμού (I.

Τ.). Οι εν λόγω εναγόμενοι διενήργησαν την εκσκαφή χωρίς κλίση των πρανών αφού δεν υπεδείχθη τούτο από τον επιβλέποντα μηχανικό, κάτι που ούτε ο τελευταίος υποστηρίζει, διαφορετικά θα το είχε αναγράψει στο προαναφερθέν "σχέδιο ασφάλειας και υγείας". Σημειώνεται ότι αν είχε υποδειχθεί να δοθεί κλίση στα πρανή της εκσκαφής, τούτο θα συνεπαγόταν οικονομικό όφελος για τους διενεργούντες το έργο της εκσκαφής, αφού η αμοιβή τους θα υπολογιζόταν σε περισσότερα κυβικά μέτρα.

Άλλα μέτρα αντιστήριξης της εκσκαφής δεν θα μπορούσαν ούτως ή άλλως να λάβουν οι εν λόγω εναγόμενοι, και αν ακόμη τους υποδεικνύονταν, αφού δεν είναι αντικείμενο της εργασίας τους. Σημειώνεται εδώ ότι και η έκθεση έρευνας των επιθεωρητών, λαμβάνοντας υπόψη τη μελέτη του έργου, την οικοδομική άδεια και όλα τα ευρήματα, δεν αποδίδει κάποια υπαιτιότητα στους εν λόγω εναγομένους ως προς το ένδικο ατύχημα...

Εξάλλου, ενόψει όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, δεν βαρύνει οποιαδήποτε συνυπαιτιότητα τον παθόντα. Τούτο διότι αυτός, ηλικίας μόλις 19 ετών, με μικρή πείρα σε οικοδομικές εργασίες και κυρίως στην εκτίμηση των εργασιακών κινδύνων και των μέτρων ασφαλείας, δεν ήταν σε θέση να εκτιμήσει τον κίνδυνο από την επισφαλή και μη σύννομη εκσκαφή και την έλλειψη αντιστήριξης αυτής.

Ο ίδιος δεν ήταν αρμόδιος να λάβει μέτρα ατομικής ασφάλειας, τα οποία κατά νόμο βαρύνουν τον εργοδότη, εν προκειμένω τους κυρίους του έργου (πλασματικούς εργοδότες) και τον εργολάβο υπό τις εντολές του οποίου ενεργούσε (πραγματικό εργοδότη). Ούτε εξάλλου αποδείχθηκε ότι του υπεδείχθη να πράξει ο,τιδήποτε προς αποτροπή του κινδύνου και αυτός αρνήθηκε ή αδιαφόρησε, πολύ δε περισσότερο ότι του χορηγήθηκε κράνος κεφαλής και δεν το χρησιμοποίησε.

Περαιτέρω ουδείς μπορεί να αξιώσει, κατά την καλή πίστη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, από ένα νεαρό εργαζόμενο με ελάχιστη εμπειρία, ακόμη και αν υποψιαστεί τους κινδύνους κατά τη διάρκεια της εργασίας του, να αρνηθεί να παράσχει αυτήν αν προηγουμένως οι ανωτέρω αρμόδιοι δεν λάβουν τα προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας, διακινδυνεύοντας την απώλεια του πενιχρού ημερομισθίου.

Θα προσέκρουε στην καλή πίστη αλλά και στις νομικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν, που ορίζουν τους εργοδότες, τον εργολάβο και τον επιβλέποντα υπεύθυνους για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας, να μετακυληθεί στον ανίσχυρο εργαζόμενο, το βάρος να λάβει μέτρα ασφαλείας της σωματικής του ακεραιότητας, απαλλάσοντας αντιστοίχως της ευθύνης αυτής εκείνους που αποκομίζουν τα οφέλη από μια επικίνδυνη επαγγελματική δραστηριότητα".

Με βάση αυτές τις παραδοχές και άλλες που αφορούν το ύψος της επιδικαστέας υπέρ κάθε ενάγοντος χρηματικής ικανοποίησης το εφετείο, το οποίο προηγουμένως είχε κηρύξει καταργημένη τη δίκη ως προς τον τρίτο εναγόμενο Δ. Ζ. (ήδη μη διάδικο), απέρριψε τις εφέσεις των πρώτου και δευτέρου εναγομένων Ε. και Β. Ζ. (ήδη αναιρεσειόντων), τετάρτου εναγομένου Ι.

Π. (ήδη μη διαδίκου), πέμπτου εναγομένου Κ. Ρ. (ήδη μη διαδίκου) και δέχθηκε τις εφέσεις των έκτου, εβδόμης και ογδόου εναγομένων (ήδη μη διαδίκων) και των εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων) κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως προς τον τρίτο εναγόμενο και είχε γίνει μερικώς δεκτή ως προς τους λοιπούς), εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, αφού δε κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε ως προς τους έκτο, έβδομη και όγδοο εναγομένους και τη δέχθηκε μερικώς ως προς τους λοιπούς.

Έτσι που έκρινε το εφετείο: Α) δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρθηκαν στην αρχή αυτής της σκέψης και ιδίως εκείνες των άρθρων 330, 914, 922, 932, 662 Α.Κ., 2, 3, 4 παρ. 1, 7 και 8 ν. 1396/1093, π.δ. 1073/1981 και 32 ν. 1568/1985 και Β) δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ευθύνης των πρώτου και δευτέρου εναγομένων, κυρίων του έργου, για το θανάσιμο τραυματισμό του οικείου των εναγόντων:

α) λόγω παράνομων και υπαίτιων παραλείψεων των ιδίων και ειδικότερα διότι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 32 ν.1568/1985, 8 ν. 1396/1983 και 3 π.δ. 305/1996 δεν παρευρίσκοντο στο χώρο εκτέλεσης του έργου οι ίδιοι ή δια του εκπροσώπου τους πέμπτου εναγομένου, δεν είχαν προμηθευθεί και δεν είχαν υποβάλει προς θεώρηση στην αρμόδια υπηρεσία το προβλεπόμενο από τη δεύτερη διάταξη ημερολόγιο μέτρων ασφαλείας ούτε είχαν υποβάλει στην ίδια υπηρεσία την προβλεπόμενη από την τρίτη διάταξη "εκ των προτέρων γνωστοποίηση", ορίζοντας συντονιστή ασφάλειας και υγείας για όλες τις φάσεις του εκτελούμενου έργου και β) λόγω της ιδιότητάς τους ως προστησάντων τους τέταρτο και πέμπτο εναγομένους, υπεργολάβο και επιβλέποντα μηχανικό αντίστοιχα, συνυπαιτίους κατά τις ίδιες παραδοχές του θανάτου του οικείου των εναγόντων.

Ειδικότερα ως προς το ζήτημα της ιδιότητας των δύο πρώτων εναγομένων ως προστησάντων τους τέταρτο και πέμπτο, το εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του τη ρητή παραδοχή ότι "οι εργοδότες-κύριοι του έργου επιφύλαξαν για τον εαυτό τους τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου", η οποία δεν είναι αντιφατική προς τις λοιπές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του με τις οποίες εξειδικεύεται το πταίσμα καθενός από τους τέταρτο και πέμπτο συνεναγομένους τους, για το οποίο είναι αυτοί συνυπεύθυνοι ως προστήσαντες αυτούς.

Συνεπώς οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα και αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Εξ άλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 295/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα εξής έγγραφα: α) τις .../1-7-2010 έγγραφες εξηγήσεις του Ι. Π. προς το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας ..., β) χειρόγραφες αποδείξεις ποσών έναντι, τις οποίες εξέδιδε ο Ι.

Π., υπογράφοντας κάτω από αυτές ως "εργολάβος", γ) την από 25-6-2010 αναγγελία ατυχήματος του Ι. Π. προς την Επιθεώρηση Εργασίας ..., δ) την .../2008 οικοδομική άδεια της Διεύθυνσης Πολεοδομίας ΝΑ ... και ε) την …/4-8-2010 έκθεση έρευνας θανατηφόρου ατυχήματος της Επιθεώρησης Εργασίας, τα οποία έγγραφα αυτοί επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προκειμένου να αποδείξουν την αβασιμότητα της αγωγής και ειδικότερα του αγωγικού ισχυρισμού ότι είχαν επιφυλάξει για τον εαυτό τους τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου.

Ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από την αοριστία του όσον αφορά την περιγραφή των αναφερόμενων με το στοιχείο β εγγράφων, τα οποία δεν προσδιορίζονται επαρκώς, είναι απορριπτέος σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος διότι από τη γενική μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του "και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα και λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων" σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες παραδοχές της, σαφώς προκύπτει ότι το εφετείο έλαβε υπόψη και τα έγγραφα αυτά, των οποίων δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση, αν και γίνεται και ειδική μνεία των εγγράφων με τα στοιχεία δ και ε.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς εκείνες των άρθρων 106, 237 εδ. α περ. β, 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε (Α.Π. 649/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη: α) την προανακριτική κατάθεση του συνεναγομένου τους Ι. Π., β) την προανακριτική κατάθεση του D.

O. και γ) τη μαρτυρική κατάθεση του μάρτυρα Ι. Κ., τα οποία ουδείς διάδικος επικαλέσθηκε και προσκόμισε. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι τα μεν αναφερόμενα πιο πάνω με τα στοιχεία α και β έγγραφα (προανακριτικές καταθέσεις) επικαλέσθηκαν νομίμως οι ενάγοντες με τις από 4-5-2015 έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του εφετείου (σελίδες 6 και 30 αυτών αντίστοιχα), ενώ η κατάθεση του μάρτυρα Π. (και όχι Ι.) Κ. (στην προσβαλλόμενη αναφέρεται μόνο με το επώνυμο), ο οποίος εξετάσθηκε με επιμέλεια των έκτου, εβδόμης και ογδόου εναγομένων, περιλαμβάνεται στα 594/2014 πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων), τα οποία επίσης επικαλέσθηκαν νομίμως οι ενάγοντες (σελίδα 3 των ανωτέρω εγγράφων προτάσεών τους).

Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση, να μην καταδικασθούν όμως οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, δεδομένου ότι οι τελευταίοι, παραστάντες με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και μη έχοντας καταθέσει έγγραφες προτάσεις, δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-1-2016 αίτηση για αναίρεση της 173/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ