218/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 218 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 218/2012
Legislator headnote
AI generated218/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 218 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 218/2012
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 218 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 218/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Α. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Μαζαράκη.
Των αναιρεσίβλητων:1.της εταιρίας με την επωνυμία "ΚΑΛΤΣΟΜΑΝΙΑ Ανώνυμη Εμπορική Εταιρία Ειδών Ένδυσης" και διακριτικό τίτλο "ΚΑΛΤΣΟΜΑΝΙΑ Α.Ε", με έδρα στο Ναύπλιο, νομίμως εκπροσωπούμενης, και 2. Ε. Α., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7.1.2009 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2104/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 266/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Μαΐου 2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης ανέγνωσε την από 9 Σεπτεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική του δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με αριθ. 2396 ε'/5-7-2011 και 2395 ε'/5-7-201 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου ...αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με την πάνω σ' αυτό πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 19-9-2011 κατά την οποία η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας με σχετική σημείωση στο πινάκιο, επιδόθηκε, αντίστοιχα, με επίσπευση του αναιρεσείοντος, νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..
Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν οι διάδικοι αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στη προκειμένη περίπτωση δέχθηκε το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: "Ο Ν. Α. του Δ. (ήδη αναιρεσείων) είναι έμπορος, αφού ασκεί κατά κύριο και σύνηθες επάγγελμα πράξεις αντικειμενικά εμπορικές και ειδικότερα αγοράζει κάλτσες, εσώρουχα και άλλα συναφή είδη ενδύσεως, τα οποία μεταπωλεί με σκοπό το κέρδος. Στα πλαίσια της εμπορικής αυτής δραστηριότητάς του συνήψε με την πρώτη των κυρίως παρεμβαινουσών, εδρεύουσα στο Ναύπλιο, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΚΑΛΤΣΟΜΑΝΙΑ - Ανώνυμη Εμπορική Εταιρία Ειδών Ένδυσης" και με τον διακριτικό τίτλο "ΚΑΛΤΣΟΜΑΝΙΑ Α.Ε." (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της εισαγωγής εκ του εξωτερικού και της εμπορίας όμοιων ειδών, την από 1.3.2007 σύμβαση δικαιόχρησης, δυνάμει της οποίας του επετράπη να εμπορεύεται υπό το εμπορικό σήμα της ως άνω δικαιοπαρόχου του και να κάνει χρήση της υφιστάμενης επιχειρηματικής της οργάνωσης στη γεωγραφική περιοχή του Δήμου Κερατσινίου και ειδικότερα στο επί της οδού ...αριθμ. 24 κατάστημα, που είχε μισθώσει από 30.3.2006 για τις ανάγκες της εμπορικής του δραστηριότητας. Δυνάμει σχετικού όρου της ως άνω συμβάσεως δικαιόχρησης (υπό στοιχείο Ε) συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών ότι ο δικαιοδόχος, με την παραλαβή των εμπορευμάτων από τη δικαιοπάροχο, θα καταβάλλει το 50% της αξίας τους και για το υπόλοιπο 50% θα παραδίδει τραπεζική επιταγή δικής του εκδόσεως, μεταχρονολογημένη κατά τρεις μήνες. Σε περίπτωση δε αρνήσεως καταβολής του ποσοστού 50% της αξίας των εμπορευμάτων από τον δικαιοδόχο, η δικαιοπάροχος θα έχει δικαίωμα αρνήσεως παραδόσεως σ' αυτόν των εμπορευμάτων της παραγγελίας, αλλά και καταγγελίας της μεταξύ τους συμβάσεως. Ακόμη συμφωνήθηκε (υπό το στοιχείο ΣΤ') ότι μετά την έναρξη ισχύος της συμβάσεως ο δικαιοδόχος θα κατέβαλλε μηνιαίως στη δικαιοπάροχο μόνιμο δικαίωμα (προμήθεια) ανερχόμενο σε ποσοστό 3% επί του μηνιαίου τζίρου, ρυθμίσθηκε δε και ο τρόπος αυτής της καταβολής. Ο αιτών, για τις ανάγκες της λειτουργίας της επιχειρήσεώς του (διαμόρφωση καταστήματος, αγορά εμπορευμάτων κλπ), έλαβε από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος δύο τοκοχρεωλυτικά δάνεια, ποσού 15.000,00 € έκαστο, καθώς επίσης και πίστωση με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μέχρι του ποσού των 30.000,00 €, το οποίο αναπροσαρμόσθηκε στη συνέχεια στις 50.000,00 €, η εξόφληση δε των οφειλών αυτών συμφωνήθηκε να γίνεται σε μηνιαίες δόσεις. Προς εξασφάλιση της δανείστριας τράπεζας η δεύτερη των κυρίως παρεμβαινουσών Ευαγγελία Αντύπα (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), η οποία είναι εκ των συνιδρυτών και μέτοχος της πρώτης τούτων, ενεργώντας στα πλαίσια της παραπάνω συνεργασίας, αλλά και λόγω του ότι ο αιτών είχε προσωπική γνωριμία με τον πεθερό της Σπυρίδωνα Δαμίγο, εγγυήθηκε προσωπικά την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση των ως άνω δανείων και του χρεωστικού υπολοίπου της πιστώσεως, ενεχόμενη εις ολόκληρο με τον πρωτοφειλέτη και παραιτούμενη από την ένσταση της διζήσεως και από το κατ' άρθρο 853 A.K. δικαίωμά της να προτείνει κατά της τράπεζας ενστάσεις του πρωτοφειλέτη. Ο αιτών, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο έως τον Δεκέμβριο του έτους 2008, είχε εκδώσει εις διαταγή της εταιρίας "ΚΑΛΤΣΟΜΑΝΙΑ Α.Ε.", έναντι του λογαριασμού τους, μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές συνολικού ποσού 63.515,00 €. Παράλληλα, από 15.12.2008 έως 28.12.2008, προέβη σε αγορές εμπορευμάτων από την ίδια εταιρία, αξίας 6.622,93 €, χωρίς να προβεί σε κάποια χρηματική καταβολή έναντι αυτής. Οι συνολικές αγορές εμπορευμάτων, που πραγματοποίησε ο αιτών από την εταιρία "ΚΑΛΤΣΟΜΑΝΙΑ A.E." εντός του έτους 2008 ανέρχονται κατ' αξία στο ποσό των 91.000 00 € περίπου, ενώ υπολογίζεται, με βάση και τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, ότι θα είχε ασφαλώς μεταφέρει και από το προηγούμενο έτος κάποιο υπόλοιπο αδιάθετων εμπορευμάτων, αφού είναι εντελώς απίθανο στο τέλος του έτους 2007 να είχε μηδενισθεί το διαθέσιμο στο κατάστημά του υπόλοιπο εμπορευμάτων. Ο ίδιος αναφέρει στην αίτησή του ότι το ευρισκόμενο στο κατάστημά του υπόλοιπο εμπορευμάτων είναι αξίας 25.000,00 Ε. Προκύπτει, λοιπόν, με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι ο αιτών, κατά το έτος 2008, προέβη σε πωλήσεις εμπορευμάτων αξίας 70.000,00 έως 80.000,00 €, ώστε, λαμβανομένου υπόψη του ποσοστού κέρδους για τα εν λόγω είδη, που ανέρχεται περίπου σε 100%, υπολογίζεται ότι κατά το εν λόγω έτος εισέπραξε συνολικό ποσό 140.000,00 έως 160.000,00 € περίπου. Το στοιχείο αυτό και μόνο υποδηλώνει με σαφήνεια ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του περί αδυναμίας του να εξοφλήσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και ότι όμοια αδυναμία του επαπειλείται και για τις λοιπές οφειλές του, που Θα καταστούν ληξιπρόθεσμες στο άμεσο μέλλον. Αντίθετα, ως επικρατέστερη προβάλλει η εκδοχή, την οποία διατυπώνουν οι κυρίως παρεμβαίνουσες, ότι ο αιτών υπέβαλε την αίτηση περί κηρύξεώς του σε κατάσταση πτωχεύσεως καταχρηστικά, με αποκλειστικό σκοπό να αποφύγει με αθέμιτο και δόλιο τρόπο την εκπλήρωση των οικονομικών του υποχρεώσεων. Ενισχυτικό αυτού του συμπεράσματος είναι και το γεγονός ότι ο αιτών, προέβη την 1 η Δεκεμβρίου 2008, δηλαδή τριάντα ημέρες πριν από τη δήλωση της παύσεως των πληρωμών του, σε γονική παροχή, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1.12.2008 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Ασήμως Τσιλιβίγκου - Θάνου, προς τα δύο ανήλικα (ηλικίας 13 και 5 ετών αντίστοιχα) τέκνα του, ενός οικοπέδου, εμβαδού 288 τετρ. μέτρων, κείμενου στη συμβολή των οδών ... και ... του Δήμου ..., μετά της επ' αυτού οικίας, εμβαδού 80 τετρ. μέτρων. Είναι δε πρόδηλο, εν όψει της παραπάνω ηλικίας των ανηλίκων, ότι η γονική αυτή παροχή δεν δικαιολογείται από τις περιστάσεις, οι οποίες υπό φυσιολογικές συνθήκες συνοδεύουν ανάλογες παροχές γονέων προς τέκνα, συνιστάμενες κυρίως στην εξυπηρέτηση της προοπτικής δημιουργίας από αυτά αυτοτελούς οικογενειακής εγκαταστάσεως ή ενάρξεως κάποιας επαγγελματικής δραστηριότητας.Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω και εφ' όσον δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι αντικειμενικές προϋποθέσεις κηρύξεως του αιτούντος σε κατάσταση πτωχεύσεως, επιπρόσθετα δε αποδεικνύεται κατά τα ανωτέρω ότι η ένδικη αίτηση ασκήθηκε καταχρηστικά προς το σκοπό δόλιας εκ μέρους του αιτούντος αποφυγής πληρωμής των χρεών του(άρθρο 6 §§ 1 & 3 N. 3588/2007 "περί Πτωχευτικού Κώδικα"), η αίτηση αυτή, κατά παραδοχή της κύριας παρεμβάσεως ως βάσιμης και από ουσιαστική άποψη είναι απορριπτέα κατ'ουσία. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των κυρίως παρεμβαινουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε απορριφθεί η κύρια παρέμβαση, είχε γίνει δεκτή η αίτηση του αναιρεσείοντος και είχε κηρυχθεί αυτός σε κατάσταση πτώχευσης, δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε την παρέμβαση και απέρριψε την αίτηση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε τούτο την απόφασή του νόμιμης βάσης καθόσον με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά ,σύμφωνα με τα οποία δεν αποδείχθηκε η περιέλευση του αιτούντος σε αδυναμία να εξοφλήσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του ούτε επαπειλείται όμοια αδυναμία και για τις λοιπές οφειλές του που θα καταστούν ληξιπρόθεσμες στο άμεσο μέλλον ενώ αντίθετα αποδείχθηκε ότι ο αιτών υπέβαλε την αίτηση περί κηρύξεως σε κατάσταση πτωχεύσεως καταχρηστικά με αποκλειστικό σκοπό να αποφύγει με αθέμιτο και δόλιο τρόπο την εκπλήρωση των οικονομικών του υποχρεώσεων , διέλαβε στην απόφασή του σαφείς επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το διατακτικό της και καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 3 και 6παρ.1και 3του ν. 3588/2007 που εφάρμοσε και δεν απαιτούνταν προς τούτο και άλλες αιτιολογίες.
Συνεπώς ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το λοιπό μέρος του είναι απαράδεκτος διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο( άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ).
Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ` ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατ' εκτίμηση από τον αριθ.11 περ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και όχι από τον αριθ. 8 που αναφέρεται στο αναιρετήριο καθώς και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον ίδιο αριθμό (11) πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη οι καταθέσεις των μαρτύρων που περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκληθείσα απόφαση πρακτικά και τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο αυτής προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και όλα τα έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε ο αιτών και τα οποία αναφέρονται ειδικότερα στο λόγο τούτο. Κατά τα λοιπά οι ίδιοι λόγοι είναι απαράδεκτο διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων (αμφισβητείται η ουσιαστική βασιμότητα των δεκτών γενομένων ως άνω πραγματικών περιστατικών) που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ, από δε το συσχετισμό της με τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ.1 και 118 αριθ. 4 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, πρέπει να μνημονεύεται στο αναιρετήριο, αν δεν πρόκειται για τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, έχει νόμιμα προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν αυτού η απόφαση προσβάλλεται με την αναίρεση, και συγκεκριμένα να έχει προταθεί νόμιμα και δη με λόγο εφέσεως ή με τις προτάσεις, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η με τον τρόπο αυτόν πρόταση επιτρέπεται (βλ. σχ. Ολ.ΑΠ 43/1990). Κατ' ακολουθίαν ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτη την παρέμβαση των αναιρεσιβλήτων η οποία ασκήθηκε χωρίς τη τήρηση προδικασίας, με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά είναι προεχόντως αόριστος διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το λόγο τούτο προβλήθηκαν στο Εφετείο. Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 14 Μαΐου 2010 αίτηση του Ν. Α. για αναίρεση της υπ' αριθ. 266/2010 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ