218/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated218/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σκοπός της εν λόγω δήλωσης είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής της νομικής κατάστασης χωρίς να υπάρχει στο δηλούντα πρόθεση τέτοιας πραγματικής μεταβολής. Εικονική μπορεί να είναι η δήλωση βούλησης όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία, αλλά και σε σύμβαση, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση για την αντίστοιχη ακυρότητα της σύμβασης προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 218 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 218/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λουκά Παπαγγελή .
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, χας Ζ, θυγ. Ν, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Αποστόλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4180/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 7878/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-4-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 20-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 138, 180, 211 και 214 Α.Κ. προκύπτουν τα εξής : Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά αποκαλείται εικονική και είναι άκυρη, θεωρούμενη σαν να μην έγινε. Εικονική είναι λοιπόν η δήλωση βούλησης, η οποία σε γνώση του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Σκοπός της εν λόγω δήλωσης είναι να δημιουργηθεί στους άλλους η εντύπωση μεταβολής της νομικής κατάστασης χωρίς να υπάρχει στο δηλούντα πρόθεση τέτοιας πραγματικής μεταβολής. Εικονική μπορεί να είναι η δήλωση βούλησης όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία, αλλά και σε σύμβαση, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση για την αντίστοιχη ακυρότητα της σύμβασης προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος.
Σε περίπτωση που ο δηλών είναι άμεσος αντιπρόσωπος άλλου, εικονική είναι η δήλωση βούλησης, η οποία σε γνώση του αντιπροσώπου και όχι του αντιπροσωπευομένου δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα (ΑΠ 633/2006). Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 139 ΑΚ, κατά την οποία η εικονικότητα δεν βλάπτει εκείνον που συναλλάχθηκε αγνοώντας την, προκύπτει ότι η εικονικότητα και η από αυτήν ακυρότητα υπάρχει μόνο έναντι εκείνου που συναλλάχθηκε εν γνώσει αυτής, όχι δε και κατά εκείνου που την αγνοεί (ΑΠ 437/2001, ΑΠ 197/1999).
Έτσι, στην εικονικότητα μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και συμφωνία όλων των κατά το χρόνο της κατάρτισής της συμβαλλομένων για το ότι η σύμβαση που συνάφθηκε είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθέναν που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 180 ΑΚ και 68 και 70 ΚΠολΔ. (ΑΠ 382/2009, ΑΠ 74/2006).
Εξάλλου, καμία επιρροή δεν ασκεί επί του κύρους της καταρτισμένης σύμβασης πωλήσεως το αν ο αγοραστής κατέβαλε πράγματι και με ποιο τρόπο το συμφωνημένο τίμημα, αφού αυτό μπορεί να χαριστεί ή να εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής ή μπορεί η σχετική αξίωση να αποσβεσθεί με παραγραφή ή κατ' άλλο τρόπο. Απλώς το δικαστήριο κατά την έρευνα της ύπαρξης συναλλακτικής πρόθεσης των συμβαλλομένων, μπορεί να συναγάγει τεκμήριο ή επιχείρημα για το ότι η σύμβαση πώλησης δεν είναι εικονική ως προς το πρόσωπο του αγοραστή από το αποδεικνυόμενο γεγονός της καταβολής του τιμήματος από τον ίδιο (ΑΠ 323/2009).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1142, 1147 του ίδιου Κώδικα, ο επικαρπωτής ασκεί ίδια μεν νομή έναντι μόνον των τρίτων με διάνοια δικαιούχου (οιονεί νομή), η οποία ως περιεχόμενο έχει ειδικές και κατ' ιδίαν χρησιμότητες του πράγματος, έναντι δε του ψιλού κυρίου και για το σύνολο των εξουσιών πάνω στο πράγμα ασκεί νομή μόνο στο όνομα του τελευταίου.
Έτσι, ο ψιλός κύριος είναι ο πραγματικός νομέας του ακινήτου και ασκεί τη νομή μέσω του επικαρπωτή (ΑΠ 1955/2008, ΑΠ 939/2000). Επίσης, κατά μεν το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2005). Τέλος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα αναγκαία κατά νόμο περιστατικά για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με την ένδικη διεκδικητική αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, την ένσταση του εναγόμενου περί εικονικότητας της γενόμενης μεταβίβασης του αναφερόμενου ποσοστού του επίδικου ακινήτου προς τον σύζυγο και δικαιοπάροχο της ενάγουσας με αποτέλεσμα ο τελευταίος να μην αποκτήσει ποτέ το ποσοστό αυτό, καθώς και την ένσταση του εναγομένου περί ιδίας κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου, δέχτηκε, κατά την ενέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Με το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγ.Γαντζία που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο ... με αριθμό ...η άγαμος τότε και ηλικίας 54 ετών και μετέπειτα σύζυγος του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος Β θυγ. ..., πώλησε στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη και στον τότε σύζυγο της τελευταίας Ζ, και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, την ψιλή κυριότητα, και παρακράτησε εφ' όρου ζωής της την επικαρπία, των παρακάτω αναφερόμενων και στην επί της οδού ...
της περιοχής του κέντρου Αθηνών κείμενη πολυκατοικία υφιστάμενων τριών (3) αυτοτελών και ανεξάρτητων οριζόντιων ιδιοκτησιών (διαμερισμάτων) της κυριότητος της, ήτοι: Α) του με αριθμό 1 διαμερίσματος τεσσάρων κυρίων δωματίων και λοιπών βοηθητικών χώρων του πέμπτου (Ε) πάνω από το ισόγειο σε δεύτερη εσοχή ορόφου επιφάνειας 125,50 τ.μ., Β) του με αριθμό 1 διαμερίσματος τεσσάρων κυρίων δωματίων και λοιπών βοηθητικών χώρων του έκτου (ΣΤ) πάνω από το ισόγειο σε τρίτη εσοχή ορόφου επιφανείας 90,50 τ.μ.
και Γ) του υπ' αριθ.1 διαμερίσματος του δώματος επιφάνειας 12 τ.μ., αντί τιμήματος 1.500.000 δραχμών για το πρώτο, 1.080.000 δραχμών για το δεύτερο και 120.000 δραχμών για το τρίτο και συνολικά 2.700.000 δραχμών, το οποίο σύμφωνα με τις δηλώσεις των συμβληθέντων αντιπροσώπευε την κατά τον χρόνο συνάψεως της συμβάσεως αγοραία αξία της μεταβιβασθείσης ψιλής κυριότητας των προαναφερόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών.
Κατά τη σύναψη της εν λόγω αγοραπωλητήριας σύμβασης ο εκ των αγοραστών Ζ εκπροσωπήθηκε από την ενάγουσα - σύζυγο του (επίσης αγοράστρια του 1/2 εξ αδιαιρέτου), η οποία συμβλήθηκε αφ' ενός για τον εαυτό της ατομικά και αφετέρου εξ ονόματος και για λογαριασμό του εν λόγω συζύγου της δυνάμει του ... πληρεξουσίου του Συμβ/φου Αθηνών Ζαχαρία Μ.Αλεξάνδρου.
Με την 2568/5-11-1984 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας) λύθηκε ο μεταξύ της ενάγουσας και του άνω συζύγου της υφιστάμενος γάμος και ο τελευταίος στα πλαίσια ρυθμίσεως των μεταξύ τους διαφορών με το ...αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμβ/φου Αθηνών Ζαχαρία Μεν. Αλεξάνδρου που μεταγράφηκε νόμιμα στις 21-3-1984 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο ...
με αριθμό ... μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στην ενάγουσα - σύζυγο του το 1/2 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας των προαναφερόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών, το οποίο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, είχε αγοράσει με το παραπάνω... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, και έτσι η ενάγουσα απέκτησε έκτοτε το 100% της ψιλής κυριότητας των εν λόγω οριζόντιων ιδιοκτησιών.
Κατά το έτος 1988 η προαναφερόμενη πωλήτρια της ψιλής κυριότητας και σύζυγος τότε του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος Β συζ. Χ, άσκησε κατά των παραπάνω αγοραστών της ψιλής κυριότητας, την από 17-6-1988 (5382/1988) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή της, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί άκυρη ως εικονική η παραπάνω αγοραπωλητήρια σύμβαση που είχε συνάψει με τους τελευταίους, για την οποία υπέγραψαν μεταξύ τους το προαναφερόμενο ...
αγοραπωλητήριο συμβόλαιο. Κατά τη συζήτηση της αγωγής αυτής, ο εκ των εναγομένων Ζ δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, με συνέπεια αυτός να δικαστεί ερήμην. Μετά ταύτα εκδόθηκε ερήμην του τελευταίου η 3024/1989 απόφαση-πράξη με την οποία, αφού κρίθηκε νόμιμη η αγωγή στηριζόμενη στις διατάξεις του αρθ. 138 επ.
ΑΚ, έγινε αυτή δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, κατά το μέρος που αφορούσε τον παραπάνω εναγόμενο (λόγω του εκ της ερημοδικίας του εναγομένου τεκμηρίου ομολογίας) και αναγνωρίσθηκε έναντι του τελευταίου άκυρη, ως εικονική, η εν λόγω αγοραπωλητήρια σύμβαση, ενώ κατά το μέρος που αφορούσε την συνεναγόμενη - ομόδικο του και ενάγουσα στην ένδικη υπόθεση τάχθηκαν σχετικές αποδείξεις σε βάρος της τότε ενάγουσας.
Κατά της απόφασης αυτής, που επιδόθηκε στον παραπάνω ερημοδικασθέντα εναγόμενο Ζ στις 14-6-1989, ο τελευταίος δεν άσκησε κανένα ένδικο μέσο, από την άσκηση των οποίων και παραιτήθηκε με εξώδικη δήλωση του, προς την τότε ενάγουσα, που επέδωσε στην τελευταία στις 11-7-1989, με αποτέλεσμα η απόφαση αυτή να καταστεί τελεσίδικη, την οποία και μετέγραψε η τότε ενάγουσα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στις 12-2-02 ως σημείωση μερικής ακύρωσης, ως εικονικού, του εν λόγω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, γεγονός που γνωστοποίησε στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη με την από 14-5-02 εξώδικη δήλωση της που επέδωσε στην τελευταία στις 28-5-02.
Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων που τάχθηκαν με την παραπάνω πράξη - απόφαση, εκδόθηκε η 480/97 οριστική απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως αβάσιμη στην ουσία της έναντι της εν λόγω εναγομένης. Κατά της απόφασης αυτής, η τότε ενάγουσα άσκησε ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου (Εφετείου Αθηνών) την από 17-4-1997 έφεση της επί της οποίας εκδόθηκε η 9092/1998 απόφαση.
Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα της νομικής βασιμότητας της αγωγής (ενόψει του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης), έκρινε ότι η αγωγή αυτή, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της, δεν είχε νόμιμο έρεισμα στις περί εικονικών δικαιοπραξιών διατάξεις των αρθ. 138, 139 ΑΚ, όπως δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση του, αλλά σε εκείνη του άρθρου 147 ΑΚ, και μετά ταύτα αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη 480/1997 οριστική απόφαση και την προεκδοθείσα 3024/1989 πράξη του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά το τμήμα της που αφορούσε την εν λόγω εναγομένη, έταξε αποδείξεις σε βάρος της τότε ενάγουσας - εκκαλούσας, προκειμένου η τελευταία ν' αποδείξει την στηριζόμενη στις διατάξεις του αρθ. 147 ΑΚ ιστορική βάση της αγωγής της.
Μετά την διεξαγωγή των αποδείξεων η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση, οπότε συζητήσεως γενομένης στις 20-4-2000 αντιμωλία των διαδίκων εκδόθηκε η 6451/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως αβάσιμη στην ουσία της. Κατά των άνω αποφάσεων του Εφετείου η τότε ενάγουσα άσκησε την από 12-12-00 αναίρεση της, η οποία και απορρίφθηκε με την 1680/01 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, αποδείχθηκε ότι η προαναφερόμενη πωλήτρια και μετέπειτα σύζυγος του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος Β συζ.Χ απεβίωσε στις 3-3-2004, οπότε και αποσβέσθηκε αυτομάτως η παρακρατηθείσα υπέρ της τελευταίας επικαρπία επί των παραπάνω αναφερόμενων αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών και επέστρεψε αυτομάτως στην κυριότητα από την οποία είχε αποσπασθεί και ενώθηκε με την ψιλή κυριότητα σε πλήρη κυριότητα με αποτέλεσμα έκτοτε η ενάγουσα ν' αποκτήσει την πλήρη κυριότητα των παραπάνω ακινήτων.
Η εν λόγω αποβιώσασα, με την ... ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Φωτεινής Δάβαλου - Παϊκόπουλου δημόσια διαθήκη της που δημοσιεύθηκε νόμιμα από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με το 3621/25-6-2004 πρακτικό, εγκατέστησε γενικό κληρονόμο της σε ολόκληρη την κινητή και ακίνητη περιουσία της τον εναγόμενο - ήδη εκκαλούντα σύζυγο της, ο οποίος και αποδέχθηκε την κληρονομιά της δυνάμει της...
ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίας Οικονόμου δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς την οποία μετέγραψε στις 8-11-2004 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο 4542 με αριθμό 450, και ο οποίος και μετά το θάνατο της προαναφερόμενης συζύγου του εξακολουθούσε να κατέχει τα εν λόγω ακίνητα.
Τον Απρίλιο του 2004, η ενάγουσα πληροφορήθηκε από τις εφημερίδες το θάνατο της προαναφερόμενης πωλήτριας και με την από 2-5-2004 εξώδικη δήλωσή της προς τον εναγόμενο που του επέδωσε στις 6-5-2004 ζήτησε από τον τελευταίο να της τα παραδώσει, πλην όμως εκείνος δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημα της αυτό, αλλά αντίθετα άσκησε εναντίον της την από 9-11-2004 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί διανομής αγωγή του, με την οποία ισχυριζόμενος ότι τυγχάνει συγκύριος των άνω ακινήτων κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, διότι τα απέκτησε από την εκ διαθήκης κληρονομιά της προαναφερόμενης συζύγου του, ζήτησε να διαταχθεί από το Δικαστήριο η λύση της κοινωνίας με την αυτούσια διανομή των άνω ακινήτων.
Μετά τις εξελίξεις αυτές, η ενάγουσα, για την προστασία των δικαιωμάτων της, άσκησε εναντίον του την ένδικη αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση. Προς απόκρουση της αγωγής αυτής ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών είχε προβάλει πρωτοδίκως τον ισχυρισμό, τον οποίο επαναφέρει με την έφεση του, ότι δηλαδή εκείνος τυγχάνει συγκύριος των εν λόγω ακινήτων και δη κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, διότι τα απέκτησε από την εκ διαθήκης κληρονομιά της κατά τ' ανωτέρω αποβιωσάσης στις 3-3-2004 συζύγου του, την οποία αποδέχθηκε και μετέγραψε τη σχετική πράξη αποδοχής, δεδομένου ότι η αγοραπωλητήρια σύμβαση για την οποία συντάχθηκε το ...
συμβόλαιο, την οποία επικαλείται η ενάγουσα για να θεμελιώσει την ύπαρξη του πωληθέντος σ' αυτήν δικαιώματος ψιλής κυριότητας στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου της Ζ, κατά το μέρος που αφορά τον τελευταίο, είναι εικονική και ως εκ τούτου άκυρη, θεωρούμενη ότι δεν έγινε ποτέ, γεγονός που κρίθηκε με την 3024/1989 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που κατέστη τελεσίδικη, μετά και την παραίτηση του τελευταίου από τα ένδικα μέσα κατ' αυτής.
Ως εκ τούτου ο δικαιοπάροχος αυτός της ενάγουσας ουδέποτε απόκτησε το 1/2 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας των άνω ακινήτων, το οποίο φέρεται ότι μεταβίβασε στην τελευταία με το ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, και επομένως η ενάγουσα, η οποία κατά το χρόνο συνάψεως της τελευταίας αυτής αγοραπωλητήριας σύμβασης (20-3-1984) τελούσε σε γνώση της προεκτεθείσας εικονικότητας, ως αποκτήσασα από μη κύριο, δεν απέκτησε ποτέ το δια της τελευταίας αυτής συμβάσεως πωληθέν δικαίωμα, το οποίο μετά την αναγνώριση της εικονικότητας και τη συνακόλουθη μερική ακυρότητα της 65453/1980 αγοραπωλητήριας σύμβασης εξακολούθησε να ανήκει στην κατά τ' ανωτέρω αποβιώσασα σύζυγό του, από την εκ διαθήκης κληρονομιάς της οποίας περιήλθε στον ίδιο (εκκαλούντα).
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχτηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, όταν κατά το έτος 1984, στα πλαίσια διευθέτησης των οικονομικών διαφορών που είχε με τον τότε σύζυγο και δικαιοπάροχο της, ενόψει της επικείμενης λύσεως του γάμου τους, αγόραζε από τον τελευταίο με το ... συμβόλαιο το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας των παραπάνω ακινήτων, γνώριζε ότι η πραγματοποιηθείσα κατά το έτος 1980 αγοραπωλητήρια σύμβαση με την οποία ο σύζυγός της απέκτησε το εν λόγω 1/2 εξ αδιαιρέτου ποσοστό της ψιλής κυριότητας, ήταν εικονική και ως εκ τούτου άκυρη κατά το μέρος που αφορούσε τον τελευταίο.
Τέτοια γνώση εκ μέρους της δεν αποδείχθηκε ούτε από την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάσθηκε με επιμέλεια του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος αλλά ούτε και από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Άλλωστε η τελευταία δεν είχε οποιοδήποτε έννομο συμφέρον να προβεί στη σύναψη της αγοραπωλητήριας αυτής σύμβασης, αν γνώριζε την ύπαρξη της επικαλούμενης εικονικότητας, η αναγνώριση της εικονικότητας της οποίας πραγματοποιήθηκε πολύ μεταγενέστερα και δη κατά το έτος 1989 με την 3024/1989 απόφαση.
Ανεξάρτητα όμως από τα παραπάνω, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, κατά τη σύναψη της αγοραπωλητήριας σύμβασης του έτους ...) ο εν λόγω δικαιοπάροχος της εκπροσωπήθηκε από την ίδια την ενάγουσα, πλην όμως με την 3024/1989 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της, κρίθηκε ότι η εικονικότητα συνέτρεχε στο πρόσωπο του άνω δικαιοπαρόχου της Ζ και στην προκείμενη περίπτωση ο εναγόμενος - εκκαλών δεν ισχυρίσθηκε ότι η εικονικότητα αυτή συνέτρεχε στο πρόσωπο της τελευταίας, η οποία κατά τη σύναψη της συμβάσεως αυτής ενήργησε ως άμεσος αντιπρόσωπος του εν λόγω δικαιοπαρόχου της.
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι η ενάγουσα, που κατά την κατάρτιση της επίμαχης σύμβασης ενήργησε ως αντιπρόσωπος του συζύγου της δεν γνώριζε την προαναφερθείσα εικονικότητα, η οποία έτσι δεν την δεσμεύει και ως εκ τούτου η προς την ενάγουσα κατά το έτος 1984 μεταβίβαση του 1/2 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας των επίδικων ακινήτων είναι έγκυρη με συνέπεια η ενάγουσα μετά και τον επελθόντα το έτος 2004 θάνατο της επικαρπώτριας, να καταστεί αποκλειστικά κυρία των επιδίκων με παράγωγο τρόπο, καθώς και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), καθόσον εκείνη και ο δικαιοπάροχός της νεμήθηκαν τα ακίνητα αυτά μέσω της επικαρπώτριας με καλή πίστη, διάνοια κυρίου και δυνάμει νόμιμων τίτλων από τις 24-10-1980 και εφεξής μέχρι τις 28-5-2002 για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, άλλως με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας.
Κατόπιν τούτου, δέχτηκε την ένδικη αγωγή, επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε κρίνει όμοια και απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138, 139, 180, 211, 214, 1142, 1147, 1045, 1046 και 1051 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, ότι η ενάγουσα, και κατά τη σύναψη της περιεχόμενης στο ...
συμβόλαιο αγοραπωλητήριας σύμβασης και όταν, κατά το έτος 1984 αγόραζε από το σύζυγο και δικαιοπάροχό της το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας των επίδικων ακινήτων, δεν γνώριζε ότι η πραγματοποιηθείσα κατά το έτος 1980 σύμβαση, με την οποία ο σύζυγός της απέκτησε το εν λόγω ποσοστό της ψιλής κυριότητας, ήταν εικονική και ως εκ τούτου άκυρη κατά το μέρος που αφορούσε το σύζυγό της και ότι έτσι η ως άνω προς αυτή μεταβίβαση ήταν έγκυρη, με συνέπεια μετά και το θάνατο της επικαρπώτριας να καταστεί αποκλειστικά κυρία των επιδίκων με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία).
Οι δε αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που εφάρμοσε. Επομένως, οι συναφείς πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του και τέταρτος κατά το πρώτο μέρος του λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Επειδή, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, με το να δεχτεί ότι η ενάγουσα δεν γνώριζε την εικονικότητα της προοαναφερθείσας σύμβασης, καθόσον είναι αδιανόητο, όταν ένα έγγαμο ζεύγος αποκτά έκαστος εξ αυτών το 1/2 της ψιλής κυριότητας επί των επίδικων ακινήτων, να μη γνωρίζει έκαστος για το άλλο, αν υπήρξε πραγματική πώληση με καταβολή τιμήματος ή όχι, όπως είναι αδιανόητο απλοί άνθρωποι, χωρίς σημαντικούς πόρους, όπως η ενάγουσα και ο σύζυγός της, να δεσμεύουν το έτος 1980 το σημαντικό ποσό των 4.252.000 δραχμών για να προβούν στην αγορά αποκλειστικά και μόνο της ψιλής κυριότητας ακινήτων.
Με το περιεχόμενο όμως αυτό, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία κανόνα δικαίου, ήτοι των διατάξεων των άρθρων 138 και 139 ΑΚ που επικαλείται ο αναιρεσείων, ή την υπαγωγή σ' αυτές αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αλλά αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών.
Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δίκαιο που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κυρία παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκε τελεσίδικα και τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν τις έννομες συνέπειες.
Εξάλλου ο από το πρώτο μέρος της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ` αυτό η απόφαση, όσο και η κρίση της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα ανελέγκτως γίνονται δεκτά, αν επομένως αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων (ΑΠ 560/2009, ΑΠ 613/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως το σκεπτικό της αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε, δέχτηκε ότι η μετέπειτα σύζυγος του εναγομένου Β με το ...συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγ. Γαντζία, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, πώλησε στην ενάγουσα και στον τότε σύζυγό της Ζ και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα την ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας εφόρου ζωής της την επικαρπία, τις αναφερόμενες τρεις αυτοτελείς και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες, αντί συνολικού τιμήματος 2.700.000 δραχμών.
Κατά τη σύναψη της εν λόγω σύμβασης ο εκ των αγοραστών Ζ εκπροσωπήθηκε από την ενάγουσα σύζυγό του δυνάμει πληρεξουσίου συμβολαίου στη συνέχεια δε, με το ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ζαχαρία Αλεξάνδρου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ανωτέρω Ζ μεταβίβασε στην ενάγουσα λόγω πωλήσεως το ποσοστό του της ψιλής κυριότητας των οριζόντιων ιδιοκτησιών.
Ακολούθως, η πωλήτρια της ψιλής κυριότητας άσκησε κατά των παραπάνω αγοραστών την από 17-6-1988 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί άκυρη ως εικονική η πιο πάνω σύμβαση που αυτή είχε συνάψει με τους τελευταίους. Κατά τη συζήτηση της αγωγής εκείνης, ο εκ των εναγομένων δικάστηκε ερήμην, οπότε εκδόθηκε η 3024/1989 απόφαση-πράξη, με την οποία έγινε δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη κατά το μέρος που αφορούσε τον εναγόμενο Ζ και αναγνωρίστηκε έναντι του τελευταίου άκυρη ως εικονική η ανωτέρω σύμβαση, ενώ κατά το μέρος που αφορούσε τη συνεναγόμενη και ήδη ενάγουσα στην ένδικη υπόθεση τάχθηκαν σχετικές αποδείξεις σε βάρος της τότε ενάγουσας.
Ο εναγόμενος Ζ δεν άσκησε κανένα ένδικο μέσο, με αποτέλεσμα η απόφαση αυτή να καταστεί τελεσίδικη. Μετά την διεξαγωγή των αποδείξεων εκδόθηκε η 480/1997 οριστική απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως αβάσιμη στην ουσία της έναντι της ως άνω εναγομένης. Κατά της απόφασης αυτής η τότε ενάγουσα άσκησε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η 9092/1998 απόφαση, η οποία έκρινε ότι η αγωγή εκείνη δεν είχε νόμιμο έρεισμα στις περί εικονικών δικαιοπραξιών διατάξεις των άρθρων 138, 139 ΑΚ, αλλά σε εκείνη του άρθρου 147 ΑΚ και μετά ταύτα εξαφάνισε την εκκαλουμένη 480/1997 οριστική απόφαση και την προεκδοθείσα 3024/1989 πράξη του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά το τμήμα της που αφορούσε την εν λόγω εναγομένη και έταξε νέες αποδείξεις.
Μετά την διεξαγωγή των αποδείξεων εκδόθηκε η 6451/2000 απόφαση του Εφετείου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως αβάσιμη στην ουσία της. Κατά των αποφάσεων του Εφετείου η τότε ενάγουσα άσκησε αίτηση αναίρεσης, η οποία απορρίφθηκε με την 1680/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε γνώση της εικονικότητας εκ μέρους της ήδη ενάγουσας, οπότε η εικονικότητα αυτή, που αφορά μόνο τον συνεναγόμενο Ζ, δεν την δεσμεύει.
Επομένως, το Εφετείο, που, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι δεν παράγεται δεδικασμένο, για την παρούσα επί της άνω διεκδικητικής της κυριότητας των επίδικων ακινήτων αγωγής της αναιρεσιβλήτου δίκη, από την 3024/1989 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε σε προηγούμενη μεταξύ της δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης και του τότε συζύγου της δίκη, και έλαβε υπόψη τον περί δεδικασμένου ισχυρισμό και δεν παραβίασε το νόμο με το να μη δεχθεί την ύπαρξη δεδικασμένου, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος, κατά το πρώτο και το τρίτο μέρος του, από τους αριθμούς, αντίστοιχα, 8 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος.
Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ. ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τους συναφείς πρώτο, κατά το υπόλοιπο μέρος του, δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του και τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγους αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
β' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του, ήτοι α) ότι η γενόμενη μεταβίβαση προς τον Ζ ήταν άκυρη ως εικονική και ότι τόσον η ενάγουσα όσο και ο ανωτέρω Ζ γνώριζαν την εικονικότητα της σύμβασης αυτής και β) την ένστασή του περί κτήσεως της κυριότητας επί των επιδίκων από τη σύζυγό του με τακτική και έκτακτη χρησικτησία.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και τους απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμους. Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-4-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 7878/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ