Legislator Case Law & Legislation
218/2007 AI generated

218/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 218/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

218/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο αναιρεσείων με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο προσάπτει στο Εφετείο τη μομφή ότι έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε η αναιρεσίβλητη με τις ενώπιόν του προτάσεις της και προσκόμισε, τα οποία ωστόσο ουδόλως ανέλυσε αυτή αξιολογικά στις αυτές προτάσεις της και έτσι κατά τον αναιρεσείοντα το Εφετείο υπέπεσε σε πλημμέλεια από τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 11 ή 19 της ΚΠολΔ 559.

Keywords

AI generated
digital rights management non-implementation of the offending agreements unpaid licensing royalties programme agreement unauthorized decoding of encrypted services information technology contract
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 218 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 218/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Ρένα Ασημακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: .... εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καλονόμο.

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Β.ΣΑΛΟΥΣΤΡΟΣ Ανώνυμης Εμπορικής και Τεχνικής Εταιρείας" που εδρεύει στο Ηράκλειο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Αθανάσιο-Μιλτιάδη Κόκκινο και Διονύσιο Βέρρα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-5-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 131/2001 του ίδιου Δικαστηρίου η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο λόγω αρμοδιότητας, 117/2003 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και 289/2005 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-9-2005 αίτησή του και τους από 24-9-2006 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Παπανικολάου ανέγνωσε την από 27-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αίτησης αναίρεσης, όπως αυτή συμπληρώνεται με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του με το οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την αναιρεσιβαλλομένη για πλημμέλειες μόνο με την ενάριθμη παραπομπή σε αναιρετικούς λόγους της ΚΠολΔ 559, ήτοι με μνεία των αριθμών 1, 11 και 19 της διάταξης αυτής και παράλληλη παράθεση αποσπασμάτων των παραδοχών του Εφετείου, χωρίς να αναφέρεται η αιτία για την οποία οι συγκεκριμένες παραδοχές οδήγησαν σε πλημμέλειες από τις παραπάνω διατάξεις, είναι αόριστος.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αόριστος, αφού σ' αυτόν δεν αναφέρονται τα ουσιώδη "πράγματα" που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα ενώπιον του Εφετείου και το δικαστήριο εκείνο δεν τα έλαβε υπόψη του. Ο αυτός λόγος από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο γιατί με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη όλους τους κρίσιμους αγωγικούς ισχυρισμούς και τους λόγους έφεσης του ενάγοντος χωρίς ο τελευταίος ως εκκαλών και εφεσίβλητος να τους επαναλάβει αναλυτικά στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του, είναι απαράδεκτος, αφού ούτε από τις διατάξεις των άρθρων 240, 520,. 522 και 525 ΚΠολΔ ούτε από άλλη διάταξη κωλύεται το Εφετείο να επιληφθεί αγωγικών ισχυρισμών επαναφερομένων προς έρευνα ενώπιόν του με το εφετήριο του ενάγοντος, επειδή ο τελευταίος δεν περιέλαβε και πάλι αναλυτικά την αγωγή και την έφεσή του στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του.

Ο αναιρεσείων με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο προσάπτει στο Εφετείο τη μομφή ότι έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε η αναιρεσίβλητη με τις ενώπιόν του προτάσεις της και προσκόμισε, τα οποία ωστόσο ουδόλως ανέλυσε αυτή αξιολογικά στις αυτές προτάσεις της και έτσι κατά τον αναιρεσείοντα το Εφετείο υπέπεσε σε πλημμέλεια από τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 11 ή 19 της ΚΠολΔ 559.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η λήψη υπόψη από το Εφετείο αποδεικτικών μέσων που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι ενώπιόν του, δεν καθίσταται πλημμελής, εμπίπτουσα στον αναιρετικό λόγο του αριθμού 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε σε κάποιον άλλο αναιρετικό λόγο της ίδιας διάταξης, εκ του ότι οι διάδικοι δεν ανέλυσαν ή δεν αξιολόγησαν αποδεικτικά τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου.

ΙΙ.- Όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ δικαστικά τεκμήρια μπορούν να συναχθούν από τα δικαστήρια της ουσίας από οπουδήποτε, άρα και από ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, οι οποίες δεν έγιναν στα πλαίσια της δίκης, κατά την οποία κρίνεται η διαφορά αλλά εξ αφορμής άλλης δίκης μεταξύ των αυτών διαδίκων, εκτός εάν το δικαστήριο κρίνοντας κυριαρχικώς και ανελέγκτως δέχεται ότι οι βεβαιώσεις αυτές έχουν ληφθεί επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν και στη δίκη, κατά την οποία κρίνεται η διαφορά. Τα αυτά ισχύουν και επί υποθέσεως δικαζόμενης κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, και τούτο διότι από τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η απαιτούμενη στο τελευταίο εδάφιο αυτής διατύπωση της κλητεύσεως του αντιδίκου αναφέρεται σε ένορκες βεβαιώσεις που λαμβάνονται ενόψει της συγκεκριμένης δίκης, κατά τη διεξαγωγή της οποίας προσκομίζονται από τον διάδικο. Αντίθετα αν αυτές λήφθηκαν για να χρησιμοποιηθούν σε διαφορετική δίκη αποτελούν αποδεικτικό μέσο προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και παραδεκτώς λαμβάνονται υπόψη κατά την διαδικασία στην οποία εφαρμόζεται η παραπάνω διάταξη του άρθρου 671 ΚΠολΔ.

Εν προκειμένω, από την προσβαλλόμενη απόφαση, επί υποθέσεως δικασθείσης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, προκύπτει ότι οι συνεκτιμηθείσες από το Εφετείο προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της ενάγουσας .... , Χ1, .... ενώπιον της συμβολαιογράφου Ηρακλείου .... και περιλαμβάνονται στις υπ' αριθμ. 2523, 2524 και 2541/1994 πράξεις της αντίστοιχα και 2) .... ενώπιον της συμβολαιογράφου Ηρακλείου ..... και περιλαμβάνεται στην υπ' αριθμ. .... πράξη της, "έχουν γίνει στα πλαίσια προηγούμενης δίκης των αυτών διαδίκων (ασφαλιστικά μέτρα)".

Συνεπώς, δεν έγιναν για να χρησιμεύσουν στην ενώπιον του Εφετείου δίκη επί της από 3-5-1999 αγωγής της αναιρεσίβλητης και νόμιμα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο εκείνο "για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", χωρίς συγχρόνως να δεχθεί ότι είχε τηρηθεί η διατύπωση της προηγούμενης κλήτευσης του αντιδίκου κατά τη σύνταξή τους. Είναι, λοιπόν, αβάσιμος ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναίρεσης με βάση το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ.-

ΙΙΙ.- Η αποζημίωση που προβλέπεται από τα άρθρα 297 και 298 ΑΚ, παρεχόμενη από τον υπόχρεο σε χρήμα, περιλαμβάνει τόσο τη θετική ζημία όσο και το διαφυγόν κέρδος που προσδοκάται με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, πρέπει, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, να εκτίθενται στην αγωγή.

Δεν είναι όμως ανάγκη να αναγράφεται στην αγωγή ότι ο ενάγων δεν εξοικονόμησε δαπάνη ή να προσδιορίζεται και να αφαιρείται η τυχόν εξοικονομηθείσα, διότι τα περιστατικά αυτά ανάγονται στην καθορισμό του ύψους της ζημίας που γίνεται βάσει των αποδείξεων, ύστερα από πρόταση του εναγόμενου ή και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ακόμη και από το Εφετείο, εφόσον το ζήτημα του ύψους της αποθετικής ζημίας καταστεί αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης (Ολ ΑΠ 22/1995).

Εν τούτοις τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις, όπως και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, πρέπει, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, να εκτίθενται στην αγωγή. Δεν αρκεί η απλή επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ, ούτε η αναφορά του συνολικά φερόμενου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη κατά περίπτωση μνεία των συγκεκριμένων περιστάσεων και μέτρων που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια, καθώς και η επίκληση των κονδυλίων αυτών, ώστε να μπορεί να διαταχθεί απόδειξη.

Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα εκθέτει στην από 3-5-1999 αγωγή της, όπως δέχθηκε και το Εφετείο, τα εξής: Στις 12-11-1991 προσέλαβε τον εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως μηχανικό ηλεκτρονικών υπολογιστών (Η/Υ). Από το 1992 εντάχθηκε στο τμήμα προγραμματισμού και έρευνας της επιχείρησής της, το οποίο ασχολούνταν αποκλειστικά με την παραγωγή, βελτίωση, επεξεργασία και πώληση σε τρίτους ενός πρωτότυπου προγράμματος μαζικής παραγωγής με την ονομασία ".... ".

Το πρόγραμμα αυτό ήταν δημιούργημα της επιχείρησής της και δικό της περιουσιακό στοιχείο και απευθυνόταν στους Δήμους και στις Κοινότητες, στους οποίους το διέθετε. Από το 1991 μέχρι τις 5-3-1994, που απώλεσε το πρόγραμμα, πραγματοποίησε τις αναφερόμενες σ' αυτή (αγωγή) συγκεκριμένες πωλήσεις σε Δήμους και Κοινότητες της χώρας, αντί των αναφερόμενων τιμών.

Αυτό είχε αποθηκευτεί υπό τις δύο μορφές του (πηγαία και αντικειμενική) με μαγνητική εγγραφή σε δύο σκληρούς δίσκους, που ήταν εγκατεστημένοι σε δύο ανεξάρτητους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τους οποίους διέθετε το τμήμα προγραμματισμού της. Επίσης όλο το πρόγραμμα είχε καταχωρισθεί σε δισκέτες, οι οποίες, μαζί με όλο το έντυπο υλικό που αφορούσε το πρόγραμμα (περιγραφή, συνοδευτικό υλικό) υπήρχαν στο αρχείο του παραπάνω τμήματος.

Ο εναγόμενος λίγες ημέρες πριν από την οικειοθελή αποχώρησή του από την εργασία, που έγινε στις 5-3-1994, με πρόθεση κατέστρεψε παρανόμως το περιεχόμενο των δύο σκληρών δίσκων στους οποίους είχε αποθηκευτεί το πρόγραμμα (πηγαίο και αντικειμενικό), προέβη στην αφαίρεση όλων των δισκετών στις οποίες είχε καταχωρισθεί το πρόγραμμα από το αρχείο της, καθώς και όλου του έντυπου υλικού που αφορούσε την περιγραφή του με το συνοδευτικό του υλικό από το ίδιο αρχείο.

Εξ αιτίας των ενεργειών αυτών του εναγομένου προσβλήθηκε το περιουσιακό δικαίωμά της στο εν λόγω πρόγραμμα, αφού αυτή στερήθηκε το λογισμικό ".... ", που αποτελεί αποκλειστικά δικό της περιουσιακό στοιχείο, διότι δεν μπορούσε για μεγάλο διάστημα να το επαναδημιουργήσει και να υποστηρίξει τα προγράμματα των Δήμων στους οποίους είχε πωλήσει το εν λόγω πρόγραμμα, δεδομένου ότι είχε συμβατικώς αναλάβει την υποχρέωση να τους καλύπτει σε περίπτωση βλάβης και έτσι να υποστεί σημαντική ζημία.

Ζήτησε δε με αυτήν, μετά από παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει σ' αυτήν ως αποζημίωσή της και το ποσό των 138.000.000 δραχμών, που αντιπροσωπεύει τα εισοδήματα που απώλεσε η ενάγουσα εξ αιτίας του ότι από τις 5-3-1994 έως το τέλος του 1996, που κατάφερε να επαναδημιουργήσει το πρόγραμμα, στερήθηκε τη χρήση του.

Το ποσό δε αυτό θα κέρδιζε με πιθανότητα και σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, καθόσον θα πραγματοποιούσε τις αναφερόμενες στην αγωγή πωλήσεις, όπως αναλυτικά αναφέρει σ' αυτή. Η αγωγή με το ως άνω περιεχόμενο ως προς το κεφάλαιο του διαφυγόντος κέρδους είναι πλήρως ορισμένη σύμφωνα με την ΑΚ 298 και τις ΚΠολΔ 111 παρ. 2,118 περ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον περιέχει, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσης σκέψης, όλα εκείνα τα περιστατικά που απαιτούνται για τον προσδιορισμό του.

Ειδικότερα, εκτίθεται σ' αυτή ο ακριβής αριθμός των πωλήσεων των επιμέρους κατηγοριών του προγράμματος ".... ", και το ποσό που θα αποκόμιζε από κάθε πώληση, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις και τα προπαρασκευαστικά μέτρα που είχε λάβει, στα οποία στηρίζεται η προσδοκία της, με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, για πραγματοποίηση των πωλήσεων αυτών και του κέρδους που απώλεσε.

Πραγματικά περιστατικά επιπλέον αυτών, δεν απαιτούνται καθόσον δεν ανάγονται στη βάση της αγωγής, και μπορούν, αν αμφισβητηθούν, να προκύψουν από τις αποδείξεις. Το Εφετείο που έκρινε την αγωγή ορισμένη, νομικά, ποσοτικά και ποιοτικά, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθμούς, 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα στον τέταρτο αναιρετικό λόγο είναι αβάσιμα.

Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του όπου με την επίκληση πλημμελειών της αναιρεσιβαλλομένης από τους αριθμούς 10, 11, 17 και 19 της ΚΠολΔ 559, στην πραγματικότητα πλήττει αυτή για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, και πλημμελή αξιολόγηση και ανάλυση των αποδεικτικών μέσων, με αποτέλεσμα να δεχθεί ότι η αποθετική ζημία της ενάγουσας (καθαρό κέρδος) ανέρχεται σε 9.800.000 δραχμές, ήτοι 14.000.000 δρχ.

ακαθάριστα έσοδα μείον ποσοστό 30% που αντιπροσωπεύει τα έξοδά της, ήτοι εκείνα που με πιθανότητα θα κατέβαλεν η ενάγουσα στον εναγόμενο και στον Χ1, όπως έκανε μέχρι τότε, για να επιτύχει αύξηση των πωλήσεων, ενώ, κατά τον αναιρεσείοντα, αν εκτιμούσε σωστά τις αποδείξεις, έπρεπε, όπως πρόβαλεν αυτός με την έφεσή του, να αφαιρέσει και άλλα έξοδα της ενάγουσας, είναι απαράδεκτος κατά την ΚΠολΔ 561 παρ. 1, ως πλήττων την ακυρωτικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου.

Περαιτέρω, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, γιατί όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης και μάλιστα από τη βεβαίωσή της ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις παραδοχές της, καθίσταται, κατά τρόπο αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, και τα κάτωθι έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του, προς έμμεση απόδειξη, ο αναιρεσείων ήτοι :

α) την 735/2000 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, η οποία, μάλιστα, ειδικώς μνημονεύεται στην αναιρεσιβαλλομένη και αναλύεται αξιολογικά σ' αυτή, β) το από 5-8-1994 τιμολόγιο πώλησης του προγράμματος ".... ", γ) τις 4, 5 και 12/1994 αποφάσεις της Κοινότητας .... δ) την επιστολή της αναιρεσίβλητης από Απριλίου 1994 και ε) την από 6-11-2000 βεβαίωση της περιφερειακής Διοίκησης Ν.

Ρεθύμνης. Ο ίδιος λόγος από τον αριθμό 20 της ΚΠολΔ 559 είναι απαράδεκτος, αφού με τούτον ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για εκτιμητικό και όχι για διαγνωστικό σφάλμα σε σχέση με το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 735/2000 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του όπου με την επίκληση πλημμελειών της αναιρεσιβαλλομένης από τους αριθμούς 1, 12 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στην πραγματικότητα πλήττει αυτή για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και πλημμελή αξιολόγηση και ανάλυση των αποδεικτικών μέσων, με αποτέλεσμα να δεχθεί περιστατικά διάφορα από εκείνα που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Κρήτης στην άνω απόφασή του και επίσης να δεχθεί ότι ο αναιρεσείων βαρύνεται με υπαιτιότητα με τη μορφή της αμέλειας, ενώ, κατά τον αναιρεσείοντα, αν εκτιμούσε σωστά τις αποδείξεις και ιδίως το περιεχόμενο των αμέσως ανωτέρω εγγράφων έπρεπε, όπως πρόβαλεν αυτός με την έφεσή του, να συμπορευθεί με τα γενόμενα δεκτά στην υπ' αριθμ. 735/2000 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, να κάνει δεκτούς τους αρνητικούς ισχυρισμούς αυτού (αναιρεσείοντος) και να απορρίψει κατ' ουσίαν την αγωγή, είναι απαράδεκτος κατά την ΚΠολΔ 561 παρ. 1, ως πλήττων την ακυρωτικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου.-

IV.- Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο αφού επιλήφθηκε αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας, περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη αυτού. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ, όσες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο, κατά το άρθρο 322 παρ. 1α ΚΠολΔ το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για μία έννομη σχέση που έχει προβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ, δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα παρισταμένων μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, κατά το άρθρο 325 περ. 1 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο ισχύει υπέρ και κατά των διαδίκων και κατά το άρθρο 331 ιδίου Κώδικα, το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα.

Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι με την 553/1997 απόφαση του καθύλη αρμόδιου δικαστηρίου, ήτοι του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία έγινε τελεσίδικη μετά την απόρριψη της εφέσεως που ασκήθηκε κατ' αυτής με την 3/1999 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, αναγνωρίστηκε μεταξύ των αυτών διαδίκων υπό την αυτή ιδιότητα παρισταμένων, κατόπιν σχετικής αγωγής της ιδίας ενάγουσας κατά του αυτού εναγομένου, με δύναμη δεδικασμένου, ότι το δικαίωμα της εκμετάλλευσης και της προστασίας του προσωπικού δεσμού προς το πρόγραμμα ".... " ανήκει στην ενάγουσα και στη συνέχεια υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον, καθώς και να επιστρέψει στην ενάγουσα το πρόγραμμα ".... " με την παράδοση όλων των δισκετών αντιγράφων που είχε στα χέρια του, καθώς και του εντύπου και συνοδευτικού υλικού του πρωτότυπου προγράμματος.

Έτσι, συνεχίζει το Εφετείο, σχετικά με τα παραπάνω προδικαστικά ζητήματα περί του εάν, δηλαδή, ανήκει στην ενάγουσα το δικαίωμα εκμετάλλευσης του προγράμματος ".... " και το δικαίωμα προστασίας του προσωπικού της δεσμού με αυτό, καθώς και της προσβολής των δικαιωμάτων αυτών με τον τρόπο που περιγράφεται παραπάνω, όπως γίνεται δεκτό από τις ως άνω αποφάσεις, τα οποία ζητήματα είναι αναγκαίες προϋποθέσεις για τη θεμελίωση στην παρούσα υπόθεση της αδικοπρακτικής ευθύνης του εναγομένου, υπάρχει δεδικασμένο και το Δικαστήριο οφείλει να θεωρήσει ως υπάρχουσες τις καλυπτόμενες από το δεδικασμένο προδικαστικές έννομες σχέσεις της υπάρξεως των ως άνω δικαιωμάτων της ενάγουσας στο πρόγραμμα ".... " και της προσβολής των δικαιωμάτων αυτών με τον ως άνω τρόπο.

Από τις παραδοχές αυτές, σε συνδυασμό με άλλες της αυτής απόφασης, βάσει των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, ότι, δηλαδή, ο εναγόμενος και αναιρεσείων κατέστρεψε τους αναφερόμενους σκληρούς δίσκους και αφαίρεσε από το αρχείο της ενάγουσας όλα τα αντίγραφα ασφαλείας που το περιείχαν και το σχετικό έντυπο υλικό, παρανόμως, και άνευ δικαιώματος και από υπαιτιότητά του (αμέλεια) πιστεύοντας, δηλαδή, πεπλανημένα, από αμέλειά του, ότι το πρόγραμμα ".... " ανήκε σ' αυτόν, αν και γνώριζε, επί πλέον, ότι η ενάγουσα με τα στοιχεία που θα παρέμεναν σ' αυτήν, ήτοι τα τμήματα του πηγαίου κώδικα που βρίσκονταν εγκατεστημένα στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, που χειριζόταν ο Χ1 και τα αντίγραφα του εκτελέσιμου προγράμματος που είχε ήδη πωλήσει, δεν θα μπορούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα (μέχρι, δηλαδή, να κατορθώσει να το ανασυνθέσει) να το εκμεταλλευτεί και να υποστηρίξει τους πελάτες της, προκύπτει σαφώς (ΚΠολΔ 561 παρ. 2) ότι το Εφετείο δέχθηκε το αναφερόμενο δεδικασμένο μόνον ως προς το παρεμπίπτον ζήτημα της έννομης σχέσης της ιδιοκτησίας επί του προγράμματος ".... " και συγκεκριμένα, ότι αυτό ανήκε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, στην ενάγουσα.

Με τις παραδοχές του αυτές περί δεδικασμένου δεν δέχθηκε τούτο το Εφετείο παρά το νόμο και έτσι δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα στον έκτο λόγο αναίρεσης (από τον αριθμό 16 όχι και 19 της ΚΠολΔ 559) και στον πρώτο πρόσθετο λόγο (από τον αριθμό 16, όχι και 1 και 19, του άρθρου 559 ΚΠολΔ) είναι αβάσιμα.

Στον έβδομο λόγο αναίρεσης και στον δεύτερο πρόσθετο λόγο ο αναιρεσείων επαναλαμβάνει τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, ότι, δηλαδή, η αποστέρηση της χρήσεως του προγράμματος .... διήρκεσε για ένα ακόμη έτος, ήτοι μέχρι τον lούνιο 1995, καθότι κατά την κρίση της "η μη λήψη από την ενάγουσα της δισκέτας μετά την επίδοση στις 30-9-1994 της με την ίδια ημερομηνία έμπρακτης προσφοράς, με την οποία ο εναγόμενος την προσέφερε σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 734/1994 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, δεν αποδεικνύει ότι η ενάγουσα είχε τη δυνατότητα εκμετάλλευσης του προγράμματος κατά το χρονικό αυτό σημείο, ούτε ότι αυτή συνετέλεσε με δικό της πταίσμα στην αδυναμία της να διαθέσει παραπέρα το πρόγραμμα και να υποστηρίξει τα ήδη πωληθέντα προγράμματα και στη συνακόλουθη ζημία από την ανυπαρξία πωλήσεών του, όπως ισχυρίζεται με την έφεσή του ο εναγόμενος.

Η ενάγουσα χρειαζόταν το σύνολο του προγράμματος και κυρίως το σύνολο του πηγαίου κώδικα, το οποίο όμως δεν πρόσφερε ο εναγόμενος με την παράδοση της ως άνω δισκέτας". Ακολούθως, ο αναιρεσείων υπό την επίκληση πλημμελειών της αναιρεσιβαλλομένης από τους αριθμούς 16, 1, 19, 17, 11 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στην πραγματικότητα πλήττει αυτή για κακή εκτίμηση των αποδείξεων σε σχέση με τις αμέσως ανωτέρω παραδοχές της, ενώ, κατά τον αναιρεσείοντα, το Εφετείο, αν εκτιμούσε ορθά τα εκτιθέμενα αποδεικτικά μέσα, έπρεπε να δεχθεί ότι ήταν προσήκουσα η εκ μέρους του προσφορά των δισκετών (και όχι μιας μόνον) προς την ενάγουσα, ότι αυτές αρκούσαν για την παραγωγή του προγράμματος ".... " από την ενάγουσα και ότι η αποστέρηση της χρήσης, εν προκειμένω, του προγράμματος "... " θα περατωνόταν τη συγκεκριμένη ημερομηνία της προσφοράς (30-9-1994).

Συνακόλουθα, πάντοτε, κατά τον αναιρεσείοντα, αν είχε εκτιμήσει το Εφετείο ορθά, όπως αυτός εκθέτει, τις αποδείξεις δεν θα είχε επιδικάσει σε βάρος του διαφυγόντα κέρδη πέραν από το χρόνο αυτό (30-9-1994) μέχρι και τον lούνιο του 1995 και τούτο γιατί το Εφετείο δέχθηκε πώς "περαιτέρω αποδείχθηκε ότι αυτή κατά το χρονικό διάστημα από 5-3-1994 μέχρι και τον lούνιο του 1995 που επαναδημιούργησε το πρόγραμμα........

δεν είχε τη δυνατότητα να το διαθέσει...... Για το χρονικό αυτό διάστημα........θα πραγματοποιούσε οπωσδήποτε.....

..ήταν 14.000.000". Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί προσβάλλει την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου σε σχέση με το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η ενάγουσα στερήθηκε την απόλαυση της ιδιοκτησίας της επί του προγράμματος ".... " συνεπεία της εκτιθέμενης στην ίδια απόφαση αδικοπραξίας του αναιρεσείοντος. Τέλος, ο προαναφερόμενος πέμπτος (V) λόγος περιέχων και την ειδικότερη αιτίαση από τον αριθ. 19 της ΚΠολΔ 559, συνιστάμενη, κατά τον αναιρεσείοντα, στο ότι δεν προκύπτει κατά τρόπο σαφή, από τις παραδοχές του Εφετείου αν δέχεται δόλο ή αμέλεια αυτού, είναι αβάσιμος, γιατί από τις άνω παραδοχές του Εφετείου, συνάγεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις πως το δικαστήριο εκείνο δέχθηκε ότι το εν προκειμένω πταίσμα (υπαιτιότητα) του αναιρεσείοντος έχει τη μορφή της αμέλειας.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-9-2005 αίτηση του .... , και το από 24-9-2006 δικόγραφο προσθέτων λόγων για αναίρεση της 289/2005 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναριεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ