Legislator Case Law & Legislation
2189/2014 AI generated

2189/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2189/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Αντικείμενο της παρούσης αποφάσεως αποτελεί η από 29-10-2013 αίτηση για αναίρεση της 324/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. .2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα με την αρ. κατ. 44821/3012-2004 αγωγή, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες, ζήτησαν για τους σ' αυτήν αναφερόμενους λόγους α) να αναγνωρισθεί ότι απασχολήθηκαν στον εναγόμενο Δήμο από της προσλήψεως τους μέχρι και την 31-12-1996 με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, β) να αναγνωρισθεί ότι συνήφθη μεταξύ αυτών και του εναγομένου σύμβαση αναγνώρισης χρέους προερχομένου από τη μη καταβολή σ' αυτούς του αγωγικού επιδόματος παραγωγικότητας για το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως 31-12-1996, άλλως επικουρικά ότι από την καταβολή της παραπάνω παροχής εξαιρέθηκαν μόνον αυτοί από το σύνολο των υπαλλήλων του εναγομένου κατά παράβαση της αρχής της ισότητας των άρθρων 4 και 22 του Συντάγματος και γ) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά στον καθένα για το ως άνω επίδομα παραγωγικότητας που δικαιούνται για τα έτη 1993 έως 1996 με βάση τη σύμβαση αναγνώρισης χρέους, άλλως επικουρικά με βάση την αρχή της ισότητας, άλλως επικουρικά με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Legislator headnote

AI generated

2189/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Την ασκηθείσα κατά της απόφασης αυτής έφεση του εναγομένου Δήμου το Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την 1982/2007 απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσίαν επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση. Κατά της αποφάσεως αυτής, ο εκκαλών-εναγόμενος, άσκησε την από 5-12-2008, αίτηση αναιρέσεως. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 304/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Keywords

AI generated
employment subject to social contributions local employment initiative work permit unpaid work fixed-term work local cost of living allowance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2189 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2189/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. Γ. του Γ., 2. Σ.-Λ. Γ., το γένος Π.-Τ. Λ., 3. Ό. Δ. του Ν., 4. Ε. Ζ. του Α., 5. Α. Κ. του Η., 6. Φ. Κ. του Σ., 7. Χ. Κ. του Γ., 8.Α. Κ. του Φ., 9. Ο. Κ. του Η., 10. Κ. Κ. του Δ., 11. Π. Ξ. του Δ., 12. Σ. Σ. του Σ., 13. Τ. Τ. του Ι., 14. Ε. Κ. του Μ., 15. Α. Β. του Γ., 16. Γ. Ι. του Ι., 17. Γ. (Γ.) Ρ. του Α. και 18. Θ. Λ. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Σαρακενίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Δήμου Θεσσαλονίκης, που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Στράνη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθ. 44821/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:32530/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1982/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 5-12-2008 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 304/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την παραπάνω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο.

Εκδόθηκε η 324/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-10-2013 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 24-3-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Αντικείμενο της παρούσης αποφάσεως αποτελεί η από 29-10-2013 αίτηση για αναίρεση της 324/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. .2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα με την αρ. κατ. 44821/3012-2004 αγωγή, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες, ζήτησαν για τους σ' αυτήν αναφερόμενους λόγους α) να αναγνωρισθεί ότι απασχολήθηκαν στον εναγόμενο Δήμο από της προσλήψεως τους μέχρι και την 31-12-1996 με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, β) να αναγνωρισθεί ότι συνήφθη μεταξύ αυτών και του εναγομένου σύμβαση αναγνώρισης χρέους προερχομένου από τη μη καταβολή σ' αυτούς του αγωγικού επιδόματος παραγωγικότητας για το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως 31-12-1996, άλλως επικουρικά ότι από την καταβολή της παραπάνω παροχής εξαιρέθηκαν μόνον αυτοί από το σύνολο των υπαλλήλων του εναγομένου κατά παράβαση της αρχής της ισότητας των άρθρων 4 και 22 του Συντάγματος και γ) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά στον καθένα για το ως άνω επίδομα παραγωγικότητας που δικαιούνται για τα έτη 1993 έως 1996 με βάση τη σύμβαση αναγνώρισης χρέους, άλλως επικουρικά με βάση την αρχή της ισότητας, άλλως επικουρικά με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 32530/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή ως νόμω και κατ' ουσία βάσιμη ως προς την κυρία βάση της και, αφού αναγνωρίσθηκε ότι οι ενάγοντες συνδεόταν με το εναγόμενο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και ότι μεταξύ αυτών και του εναγομένου συνήφθη σύμβαση αναγνώρισης του άνω επιδίκου χρέους υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα για τον καθένα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ δεν εξέτασε τις επικουρικές ως άνω βάσεις της αγωγής.

Την ασκηθείσα κατά της απόφασης αυτής έφεση του εναγομένου Δήμου το Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την 1982/2007 απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσίαν επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση. Κατά της αποφάσεως αυτής, ο εκκαλών-εναγόμενος, άσκησε την από 5-12-2008, αίτηση αναιρέσεως. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 304/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτό ότι, το δικαστήριο της ουσίας, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 873 ΑΚ και 114 του κωδικοποιηθέντος με το ΠΔ 410/1995 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, καθόσον, για την αφηρημένη αναγνώριση χρέους, απαιτείται σύμβαση, για την υπογραφή δε, και συνακόλουθα έγκυρη σύναψη, αυτής, για την οποία απαιτείται επιπλέον να γίνει εγγράφως τουλάχιστον η δήλωση του εναγομένου Δήμου για την αναγνώριση.

Τέτοια, όμως, έγγραφη δήλωση δεν αποτελεί, η ως άνω απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, αλλά αρμόδιος ήταν ο Δήμαρχος και όχι το Δημοτικό Συμβούλιο του εναγομένου. Ακολούθως αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση και παρέπεμψε, προς περαιτέρω εκδίκαση την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο. Μετά από κλήση του εκκαλούντος, συζητήθηκε εκ νέου η υπόθεση και το Εφετείο Θεσσαλονίκης και εκδόθηκε η με την κρινόμενη αίτηση προσβαλλόμενη απόφαση (324/2013).

Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η κύρια βάση της αγωγής, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 873 επ. ΑΚ. Στη συνέχεια το Εφετείο με την ίδια, ως άνω, απόφασή του δέχτηκε, όσον αφορά τις κύριες και επικουρικές βάσεις της αγωγής, μετ' εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, τα εξής: ότι "...οι ενάγοντες, που παρείχαν τις υπηρεσίες, ως μέλη της Δημοτικής ορχήστρας, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως 32-12-1996, στον εναγόμενο Δήμο....

Ότι, με την υπ' αρ. 2389/10-10-2002 ομόφωνη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του εναγομένου κατ' επίκληση των διατάξεων του άρθρου 27 παρ. 6α ν. 3013/2002 και κατόπιν της από 16-5-2002: αρνητικής γνωμοδότησης του νομικού του συμβουλίου (άρθ. 263 π.δ. 410/1995), ενέκρινε την καταβολή .του 50% του προαναφερθέντος επιδόματος παραγωγικότητος στους εργαζομένους του (μονίμους, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου και ορισμένου χρόνου) για τα έτη 1993 έως 1996, με σχετική δαπάνη του προϋπολογισμού του, ενώ για το υπόλοιπο 50% κρίθηκε ότι είναι οφειλή του Ελληνικού Δημοσίου δηλαδή τρίτου.

Ακολούθως με τις υπ' αρ. 2460/2002 και 2491/2002 αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου, εγκρίθηκε η λήψη δανείου για την καταβολή της ως άνω οικειοθελούς του παροχής προς τους εργαζομένους του ποσού 8.500.000 ευρώ από την Εμπορική Τράπεζα και στη συνέχεια μετά την λήψη του εν λόγω δανείου καταβλήθηκε αυτή κατά το άνω μέρος που βάρυνε τον εναγόμενο, όπως τούτο σαφώς προκύπτει και από την μετά λόγου γνώσεως κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων, για το άνω χρονικό διάστημα, στους αναφερομένους στις υπ' αρ. 1225/78297/13-11-2002 μισθολογικές καταστάσεις εργαζομένους του, μεταξύ των οποίων και ο τελευταίος (μάρτυρας) που παρείχαν τις υπηρεσίες τους σ' αυτόν με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου δικαίου (μόνιμο προσωπικό), εξαρτημένης εργασίας αορίστου και ορισμένου χρόνου, αφού προηγουμένως αυτοί είχαν υποβάλει τις σχετικές δηλώσεις συμβιβασμού που απαιτούσε η ως άνω διάταξη που ν. 3013/2002, χωρίς καμία περαιτέρω διάκριση, ενώ οι ενάγοντες εξαιρέθηκαν από τη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος, γιατί κρίθηκε ότι οι συμβάσεις, με τις οποίες παρείχαν τις υπηρεσίες τους, ήταν έργου και όχι εξαρτημένης εργασίας.

Η άνω έγκριση δε και η καταβολή της παροχής αυτής νομιμοποιήθηκε με βάση την διάταξη του άρθρ. 25 ν. 3156/2003". Στη συνέχεια δέχτηκε ότι " οι επίδικες αξιώσεις των εναγόντων που βασίζονται στις, περί ίσης μεταχείρισης και αδικαιολογήτου πλουτισμού, προαναφερόμενες διατάξεις, γεννήθηκαν, κατά τα αναφερόμενα την 1-5-2002 ήτοι κατά το χρόνο που άρχισε να ισχύει η ως άνω 27 παρ. 6α του Ν. 3013/2002 διάταξη, σε κάθε περίπτωση δε, κατά την 10-10-2002, που εγκρίθηκε η καταβολή αυτών, στο επί σχέση εργασίας ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου, χωρίς άλλη διάκριση προσωπικό του εναγομένου, και εξαιρέθηκαν οι ενάγοντες, κατά τα προαποδειχθέντα, με την υπ' αριθμ. 2189/10-10¬-2002 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου.

Μέχρι δε το χρόνο ασκήσεως της κρινόμενης αγωγής δι' επιδόσεως αυτής στον εναγόμενο στις 30-12-2004, όπως τούτο προκύπτει από την με ίδια ημερομηνία επισημείωση στο δικόγραφο αυτής, που επιδόθηκε στον εναγόμενο Δήμο, του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Ευστρατίου Δουκάκη. το οποίο επικαλείται και προσκομίζει νομίμως ο εναγόμενος, παρήλθε διετία".

Με βάση τις παραδοχές του αυτές κατέληξε ότι οι εν λόγω αξιώσεις των εναγόντων έχουν υποπέσει στην άνω παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 ν. 2362/1995, και απέρριψε τις επικουρικές βάσεις της αγωγής ως κατ' ουσία αβάσιμες. 1. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλ.

αν το δικαστήριο της ουσίας, απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση δίκης. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλ.

δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμα της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς , δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), των δημοτικών και κοινοτικών νομικών προσώπων κλπ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 56 του ν.δ. 496/1974, 3 ν. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το Π.Δ. 410/1995 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, "οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής και κατά τη παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, "η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεως της".

Μέσα στη διετία αυτή πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής, δηλαδή η κατάθεσή της στη γραμματεία του δικαστηρίου και η επίδοσή της στον εναγόμενο. Τέλος, στο άρθρο 27 παρ. 6α του ν. 3013/2002 "Αναβάθμιση της Πολιτικής Προστασίας" (ΦΕΚ Α' 102/1-5-2002) ορίζεται ότι: "α. Ποσά που θα καταβληθούν από τους Ο.Τ.Α. α' βαθμού, καθώς και από τα νομικά πρόσωπα των Ο.Τ.Α., σε βάρος των προϋπολογισμών τους, τα οποία αφορούν αμοιβές και πάσης φύσεως επιδόματα του προσωπικού τους, συμπεριλαμβανομένων και των πριμ παραγωγικότητας, ύστερα από συμβιβασμό ή κατάργηση δίκης, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 410/1995 και εφόσον η σχετική απόφαση των οικείων οργάνων ληφθεί εντός έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, θεωρούνται ως νομίμως καταβληθέντα, με την προϋπόθεση ότι οι σχετικές οφειλές αφορούν χρονικό διάστημα μέχρι 31.12.1996.

Με την ίδια απόφαση μπορεί να ρυθμιστεί η τμηματική καταβολή των πιο πάνω ποσών για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τέσσερα (4) έτη από τη λήψη της". Με την επακολουθήσασα διάταξη του άρθρου 25 του 3156/2003 (ΦΕΚ Α' 157/25.6.2003) ορίζεται ότι: "1. Κατά την αληθή έννοια της παραγράφου 6α του άρθρου 27 του ν. 3013/2002 (ΦΕΚ 102 Α') τα προβλεπόμενα σε αυτήν ποσά καταβάλλονται σε όλους τους δικαιούχους, υπαλλήλους των Ο.Τ.Α.

α' βαθμού, νομικών προσώπων και συνδέσμων τούτων, σε βάρος των προϋπολογισμών τους, ανεξαρτήτως του εάν ασκήθηκαν σχετικές αγωγές ή υποβλήθηκαν αιτήσεις εξώδικης αναγνώρισης των απαιτήσεων, η δε καταβολή των ίδιων ποσών θεωρείται νόμιμη και στις περιπτώσεις που έχουν, τελεσιδίκως, απορριφθεί σχετικές αγωγές των δικαιούχων ή έχει διαδράμει ο οικείος χρόνος παραγραφής των αντίστοιχων απαιτήσεων".

Η τελευταία ως άνω διάταξη, έχουσα γνήσιο ερμηνευτικό χαρακτήρα ανατρέχει στο χρόνο ισχύος της διάταξης του άρθρου 27 παρ. 6 του ν. 3013/2002. Οι εν λόγω διατάξεις, θεσπίσθηκαν για να καλυφθεί η ανισότητα που είχε δημιουργηθεί από τη μονομερή καταβολή του επιδόματος παραγωγικότητας σε διάφορες κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων και υπαλλήλων ΝΠΠΔ.

Με τις διατάξεις αυτές, του ν. 3013/2002, προβλέφθηκε η δυνατότητα της χορήγησης του επιδόματος παραγωγικότητας και στους εργαζόμενους στους ΟΤΑ, υπό την αίρεση, όμως, ότι θα ληφθεί σχετική απόφαση από τα αρμόδια όργανα του Δήμου, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία έξι (6) μηνών από τη δημοσίευσή του (1-5-2002). Από τη λήψη λοιπόν της απόφασης αυτής (από τα αρμόδια όργανα του Δήμου, εν προκειμένω του Δημοτικού Συμβουλίου), η οποία ως διοικητική πράξη έχει εκτελεστό χαρακτήρα (ΣτΕ 1736 ΚΑΙ 1737/2010), γεννιέται η ενοχή και η αντίστοιχη αξίωση του εργαζομένου-δανειστή να απαιτήσει την παροχή και αρχίζει η διαδρομή του χρόνου παραγραφής της αξίωσης του τελευταίου.

Το ίδιο χρονικό σημείο σηματοδοτεί την έναρξη της παραγραφής, όταν με την ίδια απόφαση εξαιρέθηκαν, από την παροχή, άλλες κατηγορίες εργαζομένων, στον ίδιο Δήμο, των οποίων ενδεχομένως οι απαιτήσεις να στηρίζονται, συντρεχόντων και των λοιπών όρων: 1) στην παραβίαση εκ μέρους του εργοδότη των Συνταγματικών αρχών της ισότητας και 2) του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού και στη μια και στην άλλη περίπτωση, την γενεσιουργό αιτία αυτών αποτελεί, η ίδια πιο πάνω απόφαση και από τότε που λήφθηκε αρχίζει η παραγραφή και των απαιτήσεων αυτών.

Στην κρινόμενη υπόθεση, από τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που εκτίθενται στην αρχή της παρούσης, προκύπτει ότι, με την 2189/10-10-2002 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του αναιρεσίβλητου Δήμου, αποφασίστηκε η καταβολή του επιδόματος παραγωγικότητας, για το οποίο έγινε λόγος πιο πάνω, η οποία (απόφαση), όπως αναφέρθηκε ως διοικητική πράξη, έχει εκτελεστό χαρακτήρα.

Με την απόφαση όμως αυτή, εξαιρέθηκαν της παροχής αυτής οι αναιρεσείοντες, υπό την έννοια ότι η απόφαση αυτή αφορούσε τους εργαζόμενους στο Δήμο, στους οποίους δεν συμπεριλαμβάνονται και εκείνοι οι οποίοι με σύμβαση έργου, όπως οι αναιρεσείοντες, είχαν αναλάβει την εκτέλεση ορισμένων υπηρεσιών. Η άσκηση της ένδικης αγωγής, με κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου και επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο Δήμο, όπως προκύπτει από τις ίδιες πιο πάνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης, αλλά και δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσείοντες, έλαβε χώρα στις 30-12-2004.

Επομένως, με το να δεχτεί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι οι ένδικες αξιώσεις των αναιρεσειόντων, είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή και να απορρίψει στη συνέχεια την αγωγή, ως κατ' ουσία αβάσιμη, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διότι τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πληρούσαν το πραγματικό του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, αφού, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη ορθώς έκρινε ως γενεσιουργό αιτία της αξιώσεως των αναιρεσειόντων, την από 10-10-2002 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του αναιρεσίβλητου και όχι την μεταγενέστερη άρνηση του τελευταίου να καταβάλλει το επίμαχο επίδομα.

Ο, ως άνω, καθορισμός του χρόνου έναρξης της παραγραφής, δεν έρχεται σε αντίθεση, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τις διατάξεις των άρθρων 4 και 22 του Συντάγματος και εκείνες του άρθρου 6 ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής. Τούτο διότι, οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν μεν τον κοινό νομοθέτη να καταργεί (και ενοχικά) δικαιώματα (ακόμη και με την μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής), δεν στερούν, όμως, απ' αυτόν την εξουσία να θεσπίζει ειδικές ρυθμίσεις, όταν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικοτέρου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, όπως και στην περίπτωση των Ο.Τ.Α.

Ειδικότερα δε, δεν απαγορεύουν στον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την ισχύ τους, καθώς και το χρόνο έναρξης αυτής (παραγραφής). Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση, περιέχει σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για το κρίσιμο, ως άνω ζήτημα της συνδρομής των όρων της παραγραφής των αξιώσεων των αναιρεσειόντων που δικαιολογεί το καταληκτικό απορριπτικό του πόρισμα.

Επομένως, οι 1ος και 2ος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγοι της κρινόμενης αίτησης, με τους οποίους αποδίδονται οι συναφείς από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 πλημμέλειες αβάσιμοι και απορριπτέοι. Το αν η εξαίρεση των αναιρεσειόντων από την χορήγηση παροχής αυτής, έγινε είτε σύμφωνα με τη απόφαση της Επιτροπής, όπως ανελέγκτως δέχτηκε η προσβαλλόμενη, είτε και με την αντίθετη υποστηριζόμενη, από τους αναιρεσείοντες άποψη ότι αυτή (εξαίρεση), εκδηλώθηκε με την μεταγενέστερη άρνηση εκτέλεσης εκ μέρους του αναιρεσίβλητου της θετικής, για τα συμφέροντα των αναιρεσειόντων, απόφασης αυτής, δεν ασκεί έννομη επιρροή.

Τούτο διότι, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη και στη μια και στην άλλη περίπτωση, γενεσιουργός αιτία παραμένει η απόφαση της, ως άνω, Επιτροπής και ο χρόνος λήψης αυτής αποτελεί συγχρόνως και την έναρξη της διετούς παραγραφής, η οποία και είχε συμπληρωθεί μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής. Έτσι λοιπόν οι επί μέρους αιτιάσεις, που περιέχονται στο 2ο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της κρινόμενης αίτησης, για το ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ελλιπείς αιτιολογίες όσον αφορά την έναρξη της παραγραφής, είναι αβάσιμοι.

Οι με τους ίδιους λόγους επί μέρους αιτιάσεις ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 25 Ν. 3156/2003 (ΦΕΚ Α 157/25-6-2003), δεν δέχτηκε ότι οι αξιώσεις τους, γεννήθηκαν το πρώτο με την έκδοση του ως άνω νόμου και συνακόλουθα δεν είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή, είναι αλυσιτελείς. Με την εν λόγω διάταξη ορίστηκαν τα εξής: "1.

Κατά την αληθή έννοια της παραγράφου 6α του άρθρου 27 του ν. 3013/2002 (ΦΕΚ 102 Α`) τα προβλεπόμενα σε αυτήν ποσά καταβάλλονται σε όλους τους δικαιούχους, υπαλλήλους των Ο.Τ.Α. α` βαθμoύ, νομικών προσώπων και συνδέσμων τoύτων, σε βάρος των προϋπολογισμών τους, ανεξαρτήτως του εάν ασκήθηκαν σχετικές αγωγές ή uποβλήθηκαν αιτήσεις εξώδικης αναγνώρισης των απαιτήσεων, η δε καταβολή των ίδιων ποσών θεωρείται νόμιμη και στις περιπτώσεις που έχουν, τελεσιδίκως, απορριφθεί σχετικές αγωγές των δικαιούχων ή έχει διαδράμει ο οικείος χρόνος παραγραφής των αντίστοιχων απαιτήσεων".

Η διάταξη αυτή, ως συνάγεται εκ του περιεχομένου της, είναι γνήσια ερμηνευτική της διάταξης του άρθρου 27 παρ. 6 του Ν. 3013/2002, με την οποία προβλέφθηκε η δυνατότητα του επιδόματος παραγωγικότητας, με τις εκεί διαγραφόμενες προϋποθέσεις, στους εργαζόμενους των ΟΤΑ και συνεπώς ως γνήσια ερμηνευτική ανατρέχει στο χρόνο ισχύος της προγενέστερης διάταξης, ενώ από το περιεχόμενο της διάταξης αυτής δεν προκύπτει μετάθεση του χρόνου παραγραφής των γεννηθέντων με τον προηγούμενο νόμο προβλεπόμενων αξιώσεων.

Τέλος, οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως , ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις τους, που αναφέρονται σε αυτούς, κατά το άλλο μέρος τους, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντα, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείοντα σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντα, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

2. Κατά τον αριθμό 20 του άρθ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει στο αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι, όμως, και όταν το δικαστήριο ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει, έστω και εσφαλμένα αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, διότι πράγματι στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Σε κάθε περίπτωση για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει απλά συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ .11 γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση ( απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ.

Μη λήψη, πάντως, δεν σημαίνει από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου, στο οποίου αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Τέλος, σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη.

Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ` αυτήν αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο προκειμένου ν` αχθεί στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα: 1) με τον 3ο λόγο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αρ. 2189/10-10-2002, απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης, καθόσον αν και αναγράφεται κατά λέξη "α)...

β. Το Δημοτικό Συμβούλιο ομόφωνα αποφάσισε την συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς μεταξύ του Δήμου Θεσσαλονίκης και των εργαζομένων του Δήμου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27 παρ. 6 α, β, γ του Ν. 3013/2002, τις επιστολές του ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α. και του Γεν. Γραμματέα του ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α. καθώς και την απόφαση της Βουλής κατά την συζήτηση του θέματος στην Βουλή των Ελλήνων.

γ) Το Δήμο Θεσσαλονίκης θα βαρύνει το 50% του συνολικού ποσού του πριμ παραγωγικότητας, του άλλου 50% βαρύνοντος το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με...", το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι δεν περιλαμβάνονται στους εργαζόμενους του αναιρεσίβλητου και συνακόλουθα ότι εξαιρέθηκαν της ένδικης παροχής. Β) με τον 5ο λόγο ότι τι δικαστήριο για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες στο λόγο αυτό, μισθολογικές καταστάσεις του προσωπικού του αναιρεσίβλητου, που εκδόθηκαν από το λογιστήριο του τελευταίου.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Και Γ) με τον 4ο λόγο, ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα χωρίς αποδείξεις. Ο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, (3ος λόγος) είναι απαράδεκτος, διότι στην πραγματικότητα αποδίδεται διαγνωστικό λάθος, ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, το οποίο το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ανέγνωσε, αλλά σφάλμα ως προς την αποδεικτική αξιολόγηση και δη την εκτίμησή του περιεχομένου του σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού εκείνου που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, δηλ.

η αιτίαση αυτή αναφέρεται στην μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση των πραγμάτων. Εξάλλου, ο 5ος λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τούτο διότι από τη διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το δικαστήριο της ουσίας, στην περί πραγμάτων κρίση του, κατέληξε από τη συνεκτίμηση "της κατάθεσης του μάρτυρα των εναγόντων (ο εναγόμενος δεν εξέτασε μάρτυρα), που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιλαμβάνεται στα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα πρακτικά συνεδριάσεώς του, τις .../2007 και .../2012 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των εναγόντων Α.

Μ., Μ. Χ., Α. Β. και Α. Δ. που δόθηκαν νομίμως ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης μετά από εμπρόθεσμη προ 24 ωρών κλήση του εναγομένου και όλα τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία.

Και τέλος, ενόψει του ότι από την ίδια, ως άνω, διαβεβαίωση, προκύπτει ότι το Εφετείο την επί της ουσίας κρίση του επί του ως άνω κρίσιμου ζητήματος σχημάτισε (όχι χωρίς απόδειξη αλλά) από τα λεπτομερώς μνημονευόμενα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία και διατύπωσε σαφές αποδεικτικό πόρισμα, ο περί του αντιθέτου, συναφής από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, 4ος λόγος της κρινόμενης αίτησης, είναι αβάσιμος.

Ενόψει, όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθεί στους αναιρεσείοντες, ως ηττώμενους διαδίκους η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, μειωμένη όμως κατ' άρθρο 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (Ν. 3463/2006), λόγω της δικονομικής ισότητας των διαδίκων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-10-2013 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αρ. 324/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων (1.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2014. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ