Legislator Case Law & Legislation
2189/2013 AI generated

2189/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2189/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2189/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγησή του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Keywords

AI generated
parental alienation syndrome congenital mental impairment lack of parental capacity inadequate psychiatric report deprivation of parental authority legal status of minor
AI generated
296/2015
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
237/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
437/2020
Η κρινόμενη από 8-3-2019 ( με αριθ.
1198/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-2-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 541/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 2336/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-11-2010 αίτησή της και με τους από 17-2-2012 πρόσθετους λόγους.
278/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή- Εισηγήτρια και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2189 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2189/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ. Χ. του Ν., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Κουτσαντώνη.

Του αναιρεσίβλητου: Δ. Ή. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Τζαβέλλα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/9/2000 αγωγή των Ν. Χ. και Α. Χ., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα της ανήλικης τότε ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3721/2002 μη οριστική, 6339/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 708/2011 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/4/2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 10/9/2013 έκθεσή της, με την οποία πρότεινε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1782 ΑΚ η διάταξη της διαθήκης είναι ακυρώσιμη, αν είναι προϊόν απειλής που ασκήθηκε παράνομα ή αντίθετα προς τα χρηστά ήθη. Όπως δε προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 150, 151 και 1782 παρ.1 ΑΚ για την ακύρωση της διαθήκης που συντάχθηκε υπό το κράτος απειλής, απαιτείται η απειλή να ασκήθηκε παράνομα ή αντίθετα προς τα χρηστά ήθη και στις συγκεκριμένες συνθήκες, να προξενεί φόβο σε γνωστικό άνθρωπο και επιπλέον να εκθέτει σε σπουδαίο και άμεσο κίνδυνο τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα, την ελευθερία, την τιμή, την περιουσία αυτού που απειλήθηκε ή των προσώπων που συνδέονται μαζί του στενότατα, να ήταν δε τέτοια ώστε συνεπεία της απειλής προέβη ο διαθέτης στη σύνταξη της διαθήκης.

Η απειλή μπορεί να συντελεστεί με οποιοδήποτε μέσο ή τρόπο και σε οποιοδήποτε χρόνο (είτε πριν είτε κατά τη σύνταξη της τελευταίας διάταξης). Εφόσον ο διαθέτης δεν ανεκάλεσε, μετά την παρέλευση της απειλής, τη διαθήκη του ενώ μπορούσε, δεν είναι δυνατό να τεθεί θέμα ακύρωσης αφού φαίνεται να λείπει η αναγκαία προϋπόθεση της ακύρωσης, το ότι δηλαδή χωρίς την απειλή ο διαθέτης δεν θα διατύπωνε τη διάταξη.

Απειλή δεν υπάρχει αν ο διαθέτης φοβήθηκε αυθόρμητα ή η διάταξη προήλθε από πειθώ, προτροπές και πιέσεις. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγησή του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με τη συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 17-2-2000 απεβίωσε στον Πειραιά, από οξύ εγκεφαλικό επεισόδιο, η ηλικίας 78 ετών Χ.

Κ. Χ., η οποία, ενόσω ζούσε, διέμενε με την θυγατέρα της Β. Χ. σε διαμέρισμα πολυκατοικίας επί της οδού ... αριθμ. …, στον …, ενώ σε άλλο διαμέρισμα της ιδίας πολυκατοικίας κατοικούσε ο υιός της Ν. Χ.. Η ως άνω αποβιώσασα άφησε δύο ιδιόγραφες διαθήκες, ήτοι α) την από 7-1-1995, που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 410/21-4-2000 πρακτικό δημοσιεύσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και κηρύχθηκε κυρία με την ταυτάριθμη απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και β) την από 13-3-1999, που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία με το υπ' αριθμ. 408/21-4-2000 πρακτικό και την ταυτάριθμη απόφαση του αυτού Δικαστηρίου αντίστοιχα.

Με την πρώτη εκ των ανωτέρω διαθηκών η διαθέτιδα εγκατέστησε, ως κληρονόμους της, επί της ακίνητης περιουσίας της, τα τέκνα της Β. Ή.-Χ. (μητέρα του εναγομένου-εκκαλούντος) και Ν. Χ. (πατέρα της ενάγουσας-εφεσίβλητης), καθώς και την εγγονή της Χ. Χ. (ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη) και κατέλειπε στα τέκνα της ακίνητα, τα οποία δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, και στην εγγονή της το ισόγειο διαμέρισμα επί της οδού ...

αριθμ…, στον …, αποτελούμενο από δύο κύρια δωμάτια, κουζίνα και λουτρό. Με την δεύτερη ιδιόγραφη διαθήκη της η διαθέτιδα εγκατέστησε ως κληρονόμο της τον εγγονό της Δ. Ή. (εκκαλούντα) και κατέλειπε σ' αυτόν το ίδιο ως άνω ισόγειο διαμέρισμα επί της οδού ... αριθμ. …, στον …, ανακαλώντας, έτσι, σιωπηρώς (βλ.

άρθρο 1764 ΑΚ) την προγενέστερη διαθήκη μόνο κατά το μέρος που η διαθέτιδα είχε εγκαταστήσει την εγγονή της ως κληρονόμο της επί του ισογείου διαμερίσματος. Επίμαχο θέμα, στο οποίο επικεντρώνεται η διαμάχη των διαδίκων, αποτελεί βεβαίως το γεγονός αν η επίδικη (τελευταία) διαθήκη είναι προϊόν απειλής, προερχόμενης από την θυγατέρα της διαθέτιδας Β.

Χ. προς χάρη του εναγομένου τέκνου της και συνιστάμενης, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, στο ότι, αν δεν συνέτασσε τη διαθήκη αυτή θα την έδιωχνε από την οικία της και έτσι θα εστερείτο των φροντίδων και των περιθάλψεων, που της ήταν αναγκαίες, λόγω της αδυναμίας της να αυτοεξυπηρετηθεί. Όμως, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται, κατ' αρχήν, ότι η διαθέτιδα -Χ.

Χ. ευρίσκετο, τουλάχιστον μέχρι τις 16-2-2000, σε καλή (λαμβανομένης υπόψη και της γεροντικής της ηλικίας) ψυχολογική, νοητική και σωματική κατάσταση. Για το ζήτημα αυτό, είναι αποκαλυπτική η ένορκη κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως Α. Δ., η οποία, παρά τις υπεκφυγές και αντιφάσεις της, αναφέρει ότι: "Επιπλέον κάθε μήνα συγκεντρωνόμαστε αρκετές κυρίες και ερχόταν κάποια κυρία που μας έφτιαχνε πεντικιούρ, πίναμε το καφεδάκι μας και πάντα λέγαμε τα βάσανα μας η μία στην άλλη.

Κάθε φορά η Χ. είχε και κάποιο παράπονο να μας πει διότι η κόρη της την πίεζε για το οικονομικό" (βλ. μαρτυρική κατάθεση της στις 5-3-2003). Για το ίδιο θέμα αναφέρθηκε, παρεμπιπτόντως, και ο άλλος μάρτυρας αποδείξεως Ν. Δ. (σύζυγος της προηγουμένης) σε μαρτυρική κατάθεση του, που δόθηκε στις 19-10-2005: "Ο λόγος που η διαθέτιδα έφυγε από το σπίτι του γιού της, όπου έμενε και πήγε να μείνει στο σπίτι της κόρης της Β., ήταν ότι ήθελε και έπρεπε να προσέχει τον εγγονό της, δηλαδή να τον παίρνει από το σχολείο, το μεσημέρι να είναι στο σπίτι να του ετοιμάζει φαγητό κ.λ.π".

Από τα ανωτέρω καταδεικνύεται ότι η διαθέτιδα είχε τη δυνατότητα να ικανοποιεί αυτόνομα και επαρκώς τις καθημερινές, άμεσες βιολογικές και βιοτικές ανάγκες της, δηλαδή να φροντίζει τον εαυτό της. Πρόσθετη, επιπλέον, βεβαίωση αποτελεί και η 9-10-2001 ιατρική βεβαίωση του οικογενειακού ιατρού-παθολόγου της διαθέτιδας Γ.

Ζ., ο οποίος, έχοντας ιδία αντίληψη, βεβαιώνει, μετά λόγου γνώσεως, κατά λέξη τα εξής: "Ήμουν οικογενειακός γιατρός-παθολόγος της Χ. Χ. του Κ. Η ανωτέρω έπασχε από χρόνια ιδιοπαθή υπέρταση, η οποία ερυθμίζετο επαρκώς με φαρμακευτική αντιυπερτασική αγωγή. Την παρακολουθούσα ανελλιπώς δύο φορές εβδομαδιαίως, από το έτος 1983 μέχρι και την 17-2-2000, οπότε και πέθανε από οξύ εγκεφαλικό επεισόδιο του τύπου της εγκεφαλικής αιμορραγίας...ήταν ιδιαίτερα περιποιητική... (και) ήταν πάντοτε σε πλήρη πνευματική ετοιμότητα, ακόμη και τις τελευταίες της στιγμές..." και ολοκληρώνει πιστοποιώντας ότι "...την παραμονή του εγκεφαλικού και του θανάτου της, την είχα επισκεφθεί, στη συνήθη επίσκεψη και ήταν περιποιητική, απύρετη και σε πλήρη διαύγεια".

Περαιτέρω ερευνητέο τυγχάνει και το εξίσου σημαντικής σημασίας ζήτημα περί του αν η διαθέτιδα είχε τη δυνατότητα να ανακαλέσει, χωρίς να την αντιληφθεί η θυγατέρα της, την επίμαχη ιδιόγραφη διαθήκη της, αν πράγματι η σύνταξη της ήταν προϊόν απειλής, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας. Περί του θέματος αυτού, η προαναφερόμενη μάρτυρας αποδείξεως Α.

Δ., στην κατάθεση της οποίας θεμελίωσε κυρίως την ουσιαστική κρίση της η εκκαλουμένη απόφαση, αναφέρει ότι μεταξύ αυτής και της διαθέτιδας, (η οποία είχε βαπτίσει την κόρη της μάρτυρος), δεν υπήρχαν μυστικά, μάλιστα δε αυτή κατείχε την πρώτη των ως άνω ιδιόγραφων διαθηκών (την από 7-1-1995), που της είχε εμπιστευθεί η κληρονομουμένη, η οποία ήταν πάρα πολύ συχνά στην οικία της.

Επίσης ότι στις 15-3-1999 της τηλεφώνησε κλαίγοντας και την πληροφόρησε ότι η θυγατέρα της (μητέρα του εναγομένου) της έφερε ένα σημείωμα και της είπε "αυτή τη στιγμή θα γράψεις στο γυιό μου το δυάρι, διαφορετικά θα σε πετάξω έξω, να φύγεις, να πας στο γυιό σου ή όπου θέλεις", ενώ μετά από λίγες ημέρες την επισκέφθηκε και της είπε ότι θέλει να αλλάξει τη διαθήκη χωρίς να την πάρει είδηση η κόρη της (βλ.

σελ. 5 της εισηγητικής εκθέσεως). Συνεχίζοντας την κατάθεση της σε άλλη ημερομηνία (5-3-2003) η ανωτέρω μάρτυρας αναφέρει ότι "Στις 6-2-2000 είχα συγκέντρωση στο σπίτι μου, είχα και άλλο κόσμο και είχε έλθει και η Χ.. Πριν από πολλές μέρες και μήνες μου είχε πει ότι θέλω να αλλάξω τη διαθήκη που μου επέβαλε με το ζόρι η κόρη μου....

Όμως είχα πολύ κόσμο και όταν μου ζήτησε μολύβι και χαρτί να αναιρέσει τη διαθήκη αυτή, δεν μπόρεσε να το κάνει αυτό διότι είχα πολύ κόσμο.... Ο φόβος της αποβιώσασας ήταν να μην τη διώξει από το σπίτι διότι εκεί είχε ένα δωματιάκι, είχε βολευτεί, δεν είχε που αλλού να πάει...." και τέλος στις 11-2-2004, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις κατέθεσε ότι "στο σπίτι της την έβλεπα σχεδόν κάθε μέρα, στο σπίτι μου δυσκολευόταν να έλθει εκτός από τις ημέρες που έπρεπε να κάνει πεντικιούρ......

Εξάλλου και τα αναφερόμενα στην κατάθεση του ετέρου μάρτυρα αποδείξεως Ν. Δ. βρίσκονται εντός των πλαισίων της καταθέσεως της άνω μάρτυρος συζύγου του Α. Δ., ενώ αντιθέτως οι καταθέσεις των μαρτύρων ανταποδείξεως Β. Χ. (θυγατέρας της κληρονομουμένης και μητέρας του εναγομένου) και Γ. Δ., συναδέλφου της προηγούμενης, συμπορεύονται με τους ισχυρισμούς του εναγομένου, που συνοψίζονται στο ότι η επίμαχη διαθήκη ήταν αποτέλεσμα ελεύθερης βουλήσεως της διαθέτιδας, η οποία ήταν να αφήσει το διαμέρισμα στον εγγονό από το τέκνο της που θα την φρόντιζε μέχρι το τέλος της.

Από την αξιολόγηση των ανωτέρω μαρτυρικών καταθέσεων (η ειλικρίνεια εκείνων των μαρτύρων αποδείξεως είναι αμφισβητούμενη), το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι η διαθέτιδα Χ. Χ., η οποία ήταν συνταξιούχος του ΤΕΒΕ με μηνιαία σύνταξη 90.000 δραχμών και με επιπλέον εισόδημα 80.000 δραχμών μηνιαίως από την εκμίσθωση του κληρονομιαίου ακινήτου, είχε την δυνατότητα, σε πλείστες περιπτώσεις, χωρίς μάλιστα να υπολογισθεί και η μετάβαση της, στις 22-4-1999, στη συμβολαιογράφο Πειραιώς Σοφία Λυμπεροπούλου για την υπογραφή της υπ' αριθμ.

…/22-4-1999 πράξεως συστάσεως οριζόντιας-κάθετης ιδιοκτησίας επί ακινήτου της στην .., αλλά και επαρκή χρόνο (από 14-3-1999 έως 16-2-2000) να ανακαλέσει, χωρίς αυτό να υποπέσει στην αντίληψη της θυγατέρας της, την επίμαχη διαθήκη της με δήλωση της σε μεταγενέστερη διαθήκη, ότι ανακαλεί την από 13-3-1999 ιδιόγραφη διαθήκη και να τη δώσει προς φύλαξη στην Α.

Δ., η οποία κατείχε και την πρώτη διαθήκη. Όμως, δεν προέβη σε ανάκληση της εν λόγω διαθήκης, διότι, όπως αποδεικνύεται από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις και έγγραφα), η σύνταξη αυτής δεν ήταν προϊόν απειλής, όπως κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά προϊόν ελεύθερης βουλήσεως της διαθέτιδας, η οποία θέλησε να αφήσει το συγκεκριμένο ακίνητο στο τέκνο της θυγατέρας της (εναγόμενο), η οποία και την φρόντιζε συνεχώς κατά την τελευταία προ του θανάτου της πενταετία.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το ότι η ίδια προέβη στη σύνταξη της πρώτης διαθήκης, καθ' ον χρόνο διέμενε με τον υιό της Ν. Χ. (πατέρα της ενάγουσας), με τον οποίο πίστευε ότι θα εξακολουθήσει να διαμένει μέχρι το τέλος του βίου της. Επίσης, πρέπει να λεχθεί ότι στην υποτιθέμενη περίπτωση, που πράγματι έλαβαν χώρα απειλές σε βάρος της από την θυγατέρα της, η αποβιώσασα, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχε καλή σωματική και ψυχολογική υγεία, αλλά και οικονομική ανεξαρτησία, θα μετακόμιζε στην οικία του υιού της επί της ίδιας πολυκατοικίας, με τον οποίο, καθώς και με την οικογένεια του, εξακολουθούσε να διατηρεί καλές σχέσεις.

Εξάλλου, το γεγονός ότι ενδεχομένως η διάταξη τελευταίας βουλήσεως της διαθετιδας να προήλθε από επίμονη προτροπή και ίσως πίεση της θυγατέρας της, αυτό δεν συνιστά απειλή και δεν καθιστά ακυρώσιμη την επίμαχη διαθήκη. Τέλος, το αναφερόμενο από την ενάγουσα, στο δικόγραφο της αγωγής της, ότι, δηλαδή, η επίμαχη ιδιόγραφη διαθήκη "αποτελεί αντιγραφή ενός κειμένου που είχε συνταχθεί εκ των προτέρων από άλλον....", αυτό είναι επιτρεπτό και δεν συνεπάγεται την ακύρωση της ιδιόγραφης διαθήκης, καθόσον, όπως προέκυψε, η διαθέτιδα γνώριζε γραφή (βλ.

αρθρ. 1721 ΑΚ, Ε.Α. 2549/1991, Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, ό.α., αρθρ. 1721, αρ. 8, Β.Βαθρακοκοίλη, ό.α., αρθρ. 1721, αρ. 12)." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την αγωγή της αναιρεσείουσας και στη συνέχεια έκανε δεκτή την έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης εξαφανίζοντας αυτή που είχε εκφέρει διάφορη κρίση και είχε δεχθεί την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται ενόψει των περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και ειδικότερα ενόψει του ότι δέχθηκε ότι η σύνταξη της δεύτερης ως άνω επίμαχης διαθήκης δεν ήταν προϊόν απειλής αλλά προϊόν ελεύθερης βούλησης της διαθέτιδας η οποία θέλησε να αφήσει το συγκεκριμένο ακίνητο στο τέκνο της θυγατέρας της (εναγόμενο) η οποία και την φρόντιζε συνεχώς κατά την τελευταία προ του θανάτου της πενταετία, μη παραβιάζοντας έτσι τις διατάξεις των άρθρων 150 και 1782 ΑΚ όπως αβάσιμα διατείνεται η αναιρεσείουσα.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω το Εφετείο κρίνοντας όπως ανωτέρω, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της μη ασκήσεως απειλής εις βάρος της διαθέτιδας Χ. Χ. κατά τη σύνταξη της ως άνω διαθήκης της, περιέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 150 και 1782 ΑΚ ως προς το ότι η προσβαλλόμενη διαθήκη δεν ήταν προϊόν απειλής αλλά προϊόν ελεύθερης βούλησης της διαθέτιδας, η οποία θέλησε να αφήσει το συγκεκριμένο ακίνητο στο τέκνο της θυγατέρας της (αναιρεσίβλητο).

Ουδεμία δε αντίφαση υφίσταται εκ του ότι το Εφετείο αναφέρεται μεταξύ άλλων στο ότι η επίμαχη διαθήκη δεν είναι προϊόν απειλής σε βάρος της αποβιώσασας επειδή αυτή είχε τη δυνατότητα να ανακαλέσει τη διαθήκη αλλά όμως δεν προέβη σε τέτοια ανάκληση διότι η σύνταξή της θα ήταν προϊόν απειλής ή ότι: εάν έλαβαν απειλές σε βάρος της αποβιώσασας, τότε αυτή θα μετακόμιζε στην οικία του υιού της, αφού κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, πρόκειται περί επιχειρηματολογίας του δικαστηρίου που σχετίζεται με τη συνεκτίμηση των αποδείξεων.

Ακολούθως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η ηττώμενη αναιρεσείουσα κατά το νόμιμο αίτημα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα αυτού και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου κατά το άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ στο δημόσιο ταμείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-4-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ.708/2011 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ