2189/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Βασίλειο Λυκούδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2189/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): με αριθμό ..., και ήταν εφάπαξ καταβλητέα και έγινε ληξιπρόθεσμη στις 30/1/1998. Με τον στον κύριο δικόγραφο της αίτησης μοναδικό λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι η ποινική δίωξη σε βάρος του αναιρεσείοντος για την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε, η οποία ασκήθηκε ύστερα από αίτηση (μηνυτήρια αναφορά) του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ ....
Full text
Απόφαση 2189 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2189/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Βασίλειο Λυκούδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κολλιόπουλο, για αναίρεση της 3440/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Απριλίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 29 Αυγούστου 2006, δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 777/2006.
Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφ΄ όσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ με καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού ανάλογα με το είδος του οφειλομένου φόρου και το ποσόν της ληξιπρόθεσμης οφειλής.
Με την πιο πάνω αντικατάσταση του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τελωνεία και αφ΄ ετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής και έτσι πράξεις που ήσαν προηγουμένως αξιόποινες κατέστησαν πλέον ανέγκλητες.
Επομένως, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του από τις διατάξεις αυτές προβλεπομένου πιο πάνω εγκλήματος που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση είναι: α)η ύπαρξη βεβαιωμένων χρεών, β)η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, γ)ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή με δόσεις) και δ)το ληξιπρόθεσμο αυτού, δηλαδή ο ακριβής χρόνος καταβολής του, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε και η μη πληρωμή του μέσα σε ορισμένη προθεσμία.
Πρόκειται για έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, υπό την έννοια ότι οι πλείονες τρόποι πραγματώσεώς του που αναφέρονται στο νόμο, δηλαδή, ι) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους και ιι) η καθυστέρηση της εφάπαξ καταβολής του χρέους πέραν των δύο μηνών, μπορεί να εναλλαχθούν μεταξύ τους. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ.
Δ΄ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ΄ αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17, 18, 19 και 21 παρ. 2 του Ν. 2523/1997, με την τελευταία των οποίων ορίζεται ότι η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα και δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή, σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής, προκύπτει ότι, προκειμένου περί των ιδιωνύμων εγκλημάτων της φοροδιαφυγής που προβλέπονται από αυτές τις διατάξεις και αναφέρονται περιοριστικά και μόνο στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), στην μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και, τέλος, στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19), όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου 2523/97), από την έναρξη της ισχύος αυτού, επιβάλλεται ως αναγκαίος όρος για τη νομότυπη δίωξη των υπ΄ αυτών και μόνο διατάξεων προβλεπομένων εγκλημάτων φοροδιαφυγής, στην περίπτωση μεν που έχει ασκηθεί από τον υπόχρεο προσφυγή κατά της διαπιστωθείσας φορολογικής του παράβασης, η προηγούμενη επί της προσφυγής τελεσίδικη κρίση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, στην περίπτωση δε που δεν ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, ή οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης.
Η έλλειψη δε της προϋπόθεσης αυτής συνιστά λόγο διακωλυτικό της ποινικής δίωξης και καθιστά αυτή, σε περίπτωση άσκησής της, απαράδεκτη. Η προϋπόθεση όμως αυτή, η οποία, ως εισάγουσα ευμενέστερη για τον δράστη των εγκλημάτων αυτών ρύθμιση, εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 24 του ν. 2523/1997, και επί εκείνων που τελέστηκαν πριν από την ισχύ του, δεν απαιτείται, προκειμένου περί των εγκλημάτων, τα οποία συνίστανται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες του και, συνεπώς, για την δίωξη αυτών δεν απαιτείται προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης αλλά ούτε, σε περιπτώσεις άσκησης προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επί της προσφυγής απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου.
Για τους λόγους αυτούς, στην περίπτωση παραβίασης της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν εφαρμόζεται ούτε η παρ. 4 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, σύμφωνα με την οποία, για την άσκηση της ποινικής δίωξης, η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα της οικείας έκθεσης ελέγχου, της καταλογιστικής πράξης του φόρου και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις φορολογικές παραβάσεις των άρθρων 17, 18, και 19 του νόμου αυτού, όχι δε και στην καθυστέρηση καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 23 του ως άνω νόμου). 2.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε κατ΄ έφεση, με την υπ΄ αριθμ. 3440/2006 απόφασή του, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, δηλαδή για παραβίαση της προθεσμίας καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο και, συγκεκριμένα, για το ότι δεν κατέβαλε προς το Δημόσιο οφειλή από παρακρατούμενους φόρους ύψους 228.326, 45 ευρώ που έχει βεβαιωθεί από την Δ.Ο.Υ ....
με αριθμό ..., και ήταν εφάπαξ καταβλητέα και έγινε ληξιπρόθεσμη στις 30/1/1998. Με τον στον κύριο δικόγραφο της αίτησης μοναδικό λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι η ποινική δίωξη σε βάρος του αναιρεσείοντος για την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε, η οποία ασκήθηκε ύστερα από αίτηση (μηνυτήρια αναφορά) του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ ....
προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη, διότι, η εν λόγω μηνυτήρια αναφορά, ενόψει του ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προέκυπτε ότι είχε ασκηθεί προσφυγή κατά του οικείου φορολογικού ελέγχου, δεν συνοδευόταν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 4 του Ν. 2523/1997, από α)επικυρωμένο αντίγραφο της οικείας έκθεση φορολογικού ελέγχου, β)από επικυρωμένο αντίγραφο των καταλογιστικών πράξεων των ένδικων φόρων και γ) από επικυρωμένο αντίγραφο των στοιχείων από τα οποία να αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της ένδικης, φορολογικής εγγραφής.
Όμως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, στην περίπτωση του αναιρεσείοντος, ο οποίος καταδικάσθηκε για παραβίαση προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν ήταν απαραίτητη για την άσκηση της ποινικής δίωξης η επισύναψη στη μηνυτήρια αναφορά των ως άνω διαδικαστικών εγγράφων. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Η΄ του ΚΠΔ ως άνω λόγος του αναιρετηρίου, για υπέρβαση εξουσίας, λόγω του ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν κήρυξε απαράδεκτη την ασκηθείσα ποινική δίωξη, αλλά προχώρησε στην έρευνα της υπόθεσης και καταδίκασε ως ανωτέρω τον αναιρεσείοντα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Απορριπτέοι, εξ άλλου, ως αβάσιμοι είναι και οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ πρόσθετοι λόγοι για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και παραβίαση εκ πλαγίου των πιο πάνω διατάξεων (έλλειψη νόμιμης βάσης) με την ειδικότερη αιτίαση ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι, στο μεν σκεπτικό, η παραβίαση συνίσταται στη μη καταβολή μέσα στη δίμηνη προθεσμία του εφάπαξ καταβλητέου ποσού των 228.326,45 ευρώ, στο δε διατακτικό αυτής διαλαμβάνεται στην αρχή αυτού ότι "η παραβίαση αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων, προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονται σε δόσεις ή σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονται εφάπαξ".
Τούτο δε, διότι δεν δημιουργείται καμμία αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, από την μη διαγραφή από το διατακτικό των εντύπων ενδείξεων στην αρχή αυτού, που αφορούν χρέη καταβαλλόμενα σε δόσεις, αφού στο διατακτικό περαιτέρω αναφέρεται επί λέξει "Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του (αναιρεσείοντα) στην Δ.Ο.Υ ....
διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ (αριθμός ειδικού βιβλίου ....) που συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό δραχμών 77.802.230 ή 228.326,45 ευρώ, που αφορά παρακρατούμενους φόρους, δηλαδή καθυστέρησε την καταβολή πέραν των 2 μηνών από τη λήξη καταβολής για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ", ήτοι υπάρχει πλήρης ταύτιση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, της απόφασης ως προς τον τρόπο τέλεσης της αξιόποινης πράξης, της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, συνιστάμενο στην καθυστέρηση της εφάπαξ καταβολής του χρέους πέραν των δύο μηνών, ενόψει δε αυτού, το Δικαστήριο δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, με αντιφατικές αιτιολογίες, τις πιο πάνω ουσιαστικές διατάξεις και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ΄ αυτής πρόσθετοι λόγοι, πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7 Απριλίου 2006 αίτηση του ..... και τους επ΄ αυτής από 29 Αυγούστου 2006 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 3440/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Σεπτεμβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ