2188/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.
Legislator headnote
AI generated2188/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η στάθμιση αυτή ανήκει στον εργοδότη, που έχει υπόψη του όλα τα στοιχεία της επιχειρήσεώς του και της αγοράς, αφού, με το καθεστώς της ελεύθερης οικονομίας που αποτελεί θεμελιώδη αρχή της ισχύουσας συνταγματικής τάξης, η επιλογή των κατάλληλων μέσων ή τρόπων για την επιδίωξη του οικονομικού σκοπού της επιχείρησης ανήκει στην ελεύθερη εκτίμηση του εργοδότη και δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2188 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2188/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ναυτιλιακής Εταιρίας με την επωνυμία "ΜΙΝΩΪΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ν.Ε." που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Τριαντάφυλλο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ι. Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παναγιώτη Σαπουντζάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2420/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 716/2012 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-12-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 27-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.
Άκυρη ως καταχρηστική είναι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου, όπως είναι και η ανάπτυξη από τον εργαζόμενο νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης, που είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα της επιχείρησης του εργοδότη, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά).
Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ (ΑΠ 924/2010).
Ειδικότερα, επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομοτεχνικούς λόγους, όπως μεταξύ άλλων είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της επιχειρήσεως και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομιών, που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες, τις οποίες η επιχείρηση αντιμετωπίζει, η απόφαση (επιλογή) του εργοδότη να αντεπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχειρήσεως δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια από πλευράς σκοπιμότητας ή αναγκαιότητας.
Η στάθμιση αυτή ανήκει στον εργοδότη, που έχει υπόψη του όλα τα στοιχεία της επιχειρήσεώς του και της αγοράς, αφού, με το καθεστώς της ελεύθερης οικονομίας που αποτελεί θεμελιώδη αρχή της ισχύουσας συνταγματικής τάξης, η επιλογή των κατάλληλων μέσων ή τρόπων για την επιδίωξη του οικονομικού σκοπού της επιχείρησης ανήκει στην ελεύθερη εκτίμηση του εργοδότη και δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.
Ελέγχεται όμως αφενός μεν ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής του εργοδότη να προβεί σε απολύσεις για τους ανωτέρω λόγους και της καταγγελίας συμβάσεως συγκεκριμένου εργαζόμενου ως έσχατου μέσου αντιμετωπίσεως των προβλημάτων της επιχειρήσεως και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζόμενου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως δηλαδή επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Πράγματι η καταγγελία της εργασιακής σχέσεως παραμένει το έσχατο μέσο αντιμετωπίσεως των προβλημάτων τη επιχείρησης και τα δικαστήρια, με ευρεία χρήση του ελέγχου της καταχρηστικής ασκήσεως του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη, μπορούν να ελέγξουν, αν η καταγγελία ήταν αναπόφευκτη ή θα ήταν δυνατή για τον εργοδότη η επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού (στα πλαίσια της ανέλεγκτης αποφάσεώς του για αναδιάρθρωση των υπηρεσιών της επιχειρήσεως) με τη λήψη άλλων ηπιότερων μέτρων, όπως η απασχόληση του μισθωτού σε άλλη θέση ή η μερική απασχόληση, ακόμη και με τη χρήση της λεγόμενης τροποποιητικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, την απασχόλησή του δηλαδή σε άλλη θέση έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σ' αυτή.
Επομένως, ο εργοδότης που επιχειρεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας στα πλαίσια της αναδιάρθωσης της επιχείρησής του, διατηρεί τη δυνατότητα, εφόσον ο μισθωτός δεν αποδέχεται τη μεταβολή αυτή, να καταγγείλει έγκυρα τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Η καταγγελία αυτή δεν είναι καταχρηστική από μόνο το λόγο ότι έγινε ύστερα από την απόκρουση της βλαπτικής μεταβολής, εκτός αν συντρέχουν στην περίπτωση αυτή και άλλα κρίσιμα περιστατικά, όπως είναι η ύπαρξη εκδικητικών κινήτρων του εργοδότη.
Περαιτέρω, κατά γενική αρχή, που συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 200, 281, 288 και 388 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 651,658,660 και 662-667 του ίδιου Κώδικα, από τις οποίες απορρέει η υποχρέωση πρόνοιας του εργοδότη προς τους μισθωτούς, κατά την απόλυση κάποιου από το προσωπικό της επιχειρήσεώς του για οικονομικοτεχνικούς λόγους, ο εργοδότης οφείλει, συγκρίνοντας μεταξύ εκείνων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ίδιου επιπέδου από απόψεως ικανότητας, προσόντων και αποδόσεως (την οποία απόδοση οφείλει να πληροφορηθεί) να επιλέξει τον απολυτέο βάσει των κοινωνικών και οικονομικών κριτηρίων της αρχαιότητας, η οποία, ως αντικειμενικό κριτήριο, εκτιμάται υπό την έννοια της διάρκειας της απασχόλησης του εργαζομένου στη συγκεκριμένη επιχείρηση, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η προϋπηρεσία του σε άλλους εργοδότες (ΑΠ 13/2014, 384/2012), της ηλικίας, της οικογενειακής κατάστασης κάθε μισθωτού, της αποδοτικότητος και τη δυνατότητα εξεύρεσης απ' αυτόν άλλης εργασίας ή έστω να προτείνει στο μισθωτό που πρόκειται να απολυθεί την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σ' αυτή, έτσι ώστε να καταγγελθεί η εργασιακή σχέση του υπαλλήλου ή των υπαλλήλων για τους οποίους η απόλυση θα είναι λιγότερο επαχθής.
Η παράλειψη του εργοδότη να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει τα παραπάνω κριτήρια καθιστά την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αντίθετη με την αρχή της καλόπιστης εκπλήρωσης της παροχής και με την απαγορευτική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, με αποτέλεσμα να παρίσταται άκυρη (άρθρο 174 ΑΚ).
Συνεπώς, και σύμφωνα με τα όσα προηγουμένως αναφέρθηκαν, όταν ο εργοδότης κατά αγωγής με την οποία επιδιώκεται η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και η επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η καταγγελία οφείλεται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, δικαιούται ο μισθωτός αντικρούοντας το σχετικό ισχυρισμό του εργοδότη, να επικαλεσθεί, είτε, όπως προαναφέρθηκε, "καθ' υποφοράν" με την αγωγή του είτε αντενιστάμενος με τις νομότυπες προτάσεις του, ότι ο εργοδότης δεν έλαβε υπόψη του εν λόγω κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλ. αν το δικαστήριο της ουσίας, απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου η αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως για ελλείπεις, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της αποφάσεως επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.
Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
Τέλος, κατά τη διάταξη δε, του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από εκτίμηση των μετ' επίκληση, προσκομισθέντων, από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, δέχτηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα: "Δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων στον Πειραιά την 1-12-2002 ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη ανώνυμη ναυτιλιακή εταιρεία με την επωνυμία "ΜΙΝΩΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ν.Ε." (διακριτικός τίτλος "ΜΙΝΟΑΝ LΙΝΕΣ"), προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος γραφείου στο ναυτιλιακό πρακτορείο, που διατηρεί η εναγομένη στον Πειραιά (οδός … αριθ. 6-10), αφού η τελευταία αναγνώρισε την προϋπηρεσία του ενάγοντος, ως υπαλλήλου ναυτιλιακού πρακτορείου, από τις 24-6-1992 μέχρι τις 30- 11-2002 στην εταιρεία "DIA TRAVEL ΕΠΕ", ως διανυθείσα στην ίδια (εναγομένη).
Ο ενάγων εργάστηκε στην εναγομένη ως υπάλληλος-επιθεωρητής του τμήματος πωλήσεων, μέχρι τα μέσα του έτους 2007, οπότε μεταφέρθηκε στο πρακτορείο εισιτηρίων πλοίων του Πειραιά (… αριθ. 6-10) ως εκδότης εισιτηρίων. Στη θέση αυτή παρέμεινε επί ένα έτος, μέχρι τα μέσα του έτους 2008, οπότε μετακινήθηκε από την εναγομένη στο κιόσκι-εκδοτήριο εισιτηρίων του λιμένος Πειραιώς, όπου απασχολήθηκε ανελλιπώς μέχρι την απόλυσή του στις 2-7-2010.
Η υπηρεσιακή αυτή εξέλιξη του ενάγοντος δεν μπορεί να θεωρηθεί δυσμενής από οικονομικής πλευράς, καθότι αυξήθηκαν οι τακτικές αποδοχές του, με την προσθήκη επιδομάτων, που δεν προβλέπονταν για τη προγενέστερη θέση, που κατείχε, ήτοι του υπαλλήλου-επιθεωρητή του τμήματος πωλήσεων και η οποία, παρά τον τίτλο της, δεν συνιστά διευθυντική θέση.
Ωστόσο, η τοποθέτηση του στο κιόσκι εισιτηρίων στο λιμάνι του Πειραιά, δηλαδή ουσιαστικά σε ημιϋπαίθριο χώρο, εκτεθειμένο στις δυσμενείς καιρικές συνθήκες, ενέχει στοιχεία υποβιβασμού. Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύεται ότι το καλοκαίρι του 2010, υπό την πίεση των αρνητικών οικονομικών αποτελεσμάτων της εργοδότριας εταιρείας-εναγομένης, συνεπεία κυρίως της αύξησης του ανταγωνισμού και της δυσχερούς οικονομικής συγκυρίας, η οποία είχε άμεσο οικονομικά αντίκτυπο στην οικονομική πορεία της τελευταίας, κατέστη επιτακτική η ανάγκη οικονοτεχνικής αναδιοργάνωσης της εναγομένης, η οποία επέβαλε μεταξύ των άλλων περικοπών των εξόδων της και τη μείωση του προσωπικού της, στα πλαίσιο της οποίας η εναγομένη προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας επτά υπαλλήλων της, μεταξύ των οποίων και του ενάγοντος.
Αποδεικνύεται ότι οι λόγοι, που επέβαλαν τη μείωση του προσωπικού της εναγομένης ήταν πραγματικοί και όχι προσχηματικοί. Ωστόσο δεν έγινε επιλογή των απολυομένων και εν προκειμένω του ενάγοντος με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά), εκτός του ότι στη θέση του ενάγοντος προσλήφθησαν δύο εποχιακοί υπάλληλοι, τρίμηνης σύμβασης εργασίας, οι οποίοι, κατ' αντικειμενική κρίση, δεν διέθεταν την εμπειρία και την προϋπηρεσία του τελευταίου.
Στο ίδιο τμήμα, ήτοι στο τμήμα κρατήσεων εισιτηρίων στο λιμάνι του Πειραιά απασχολούντο τον Ιούλιο του 2010 οι συνάδελφοι του ενάγοντος Δ. Β., Χ. Γ., Δ. Κ., Ε. Κ., Α. Μ., Ά. Φ. και η Ε. Μ.. Από τους προαναφερόμενους υπαλλήλους του εν λόγω τμήματος απολυτέοι ήταν, με βάση τα κοινωνικά και οικογενειακά βάρη, αλλά και από απόψεως ηλικίας, ο ενάγων (άγαμος και ηλικίας 35 ετών) και η Ε.
Μ. (άγαμη και ηλικίας 31 ετών). Από τους δύο, ικανότερη με βάση τις παλαιότερες αξιολογήσεις, με την έννοια της παραγωγικότητας, κρίθηκε η Ε. Μ. και έτσι προκρίθηκε η απόλυση του ενάγοντος, παρά το ότι ο τελευταίος ήταν μεγαλύτερος ηλικιακά και αρχαιότερος στην υπηρεσία, λόγω της εκ μέρους της εναγομένης αναγνώρισης της δεκαετούς προϋπηρεσίας του, που προαναφέρθηκε.
Από τις προσκομιζόμενες αξιολογήσεις ανθρωπίνου δυναμικού των ετών 2006 έως 2010, προκύπτει ότι ο μέσος όρος βαθμολογίας του μεν ενάγοντος είναι 73,15 το 2006, 78,85 το 2007, 74,64 το 2008, 72,08 το 2009, της δε Ε. Μ. 77,22 το 2006, 75,87 το 2007, 74,79 το 2008, 73,91 το 2009 και 76,59 το έτος 2010. Ο ενάγων χαρακτηρίζεται, στις αξιολογήσεις αυτές, γενικά σοβαρό και ευγενικό άτομο με τους συνεργάτες της εταιρείας, έντιμος, αξιοπρεπής, καλός χρήστης των ηλεκτρονικών υπολογιστών και γνώστης οικονομικών θεμάτων.
Χρειάζεται βελτίωση και εκπαίδευση σε θέματα επικοινωνιακής τακτικής πωλήσεων. Επισημαίνεται, μάλιστα, ότι σε άλλη θέση (οικονομικό -επιθεωρητής πωλήσεων) θα είχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον και απόδοση. Η Ε. Μ. χαρακτηρίζεται, στις ίδιες αυτές εκθέσεις αξιολόγησης, ως άτομο χαμηλών τόνων, πολύ καλή υπάλληλος, πολύ εξυπηρετική, δεν έχει όμως φιλοδοξίες και δεν διαθέτει διοικητικά προσόντα.
Επισημαίνεται δε ότι πρέπει να γίνει πιο επικοινωνιακή και πιο υπομονετική με την πελατεία της εναγομένης και χρειάζεται σεμινάρια στο πρόγραμμα έκδοσης εισιτηρίων. Υπό τα περιστατικά αυτά καθίσταται σαφές ότι ο ενάγων υστερούσε ελαφρώς έναντι της Ε. Μ. ως προς την τελική βαθμολογία, είχε, όμως πληρέστερη κατάρτιση και μεγαλύτερη εμπειρία από την τελευταία και μάλιστα με προοπτική τοποθέτησής του εκ νέου στη θέση του επιθεωρητή του τμήματος πωλήσεων ή στις οικονομικές υπηρεσίες της εναγομένης.
Έτσι, η εναγομένη διατηρώντας την νεώτερη, ηλικιακά και υπηρεσιακά, Ε. Μ. και επιλέγοντας προς απόλυση τον ενάγοντα άσκησε το δικαίωμα της καταγγελίας της συμβάσεως καταχρηστικά". Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, δέχτηκε ότι η αγωγή ήταν κατ' ουσία βάσιμη και στη συνέχεια απέρριψε, την ασκηθείσα εν μέρους της αναιρεσείουσας, έφεση επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε αποφανθεί ομοίως.
Με τις κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε ευθέως (με εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία) τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αλλά και εκ πλαγίου περιέχουσα ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο έλεγχος ο αναιρετικός έλεγχος για τα κρίσιμα ζητήματα της ένδικης διαφοράς.
Ειδικότερα : 1) όσον αφορά την αρχαιότητα του ενάγοντος σε σχέση με εκείνη της υπό σύγκριση υπαλλήλου, δέχτηκε ότι ο πρώτος υπερτερεί εκείνης, λαμβάνοντας υπόψη και συνυπολογίζοντας, εσφαλμένως, την 10ετή υπηρεσία του σε άλλο εργοδότη, χωρίς παράλληλα να αναφέρεται στο χρόνο προσλήψεως της Ε. Μ. και 2) ενώ δέχεται ότι η εν λόγω υπάλληλος (Ε.
Μ.), που κατείχε την ίδια θέση με τον ενάγοντα υπερείχε και στα υπόλοιπα κριτήρια, με βάση τις εκθέσεις αξιολόγησης, όλως αντιφατικά καταλήγει ότι ο τελευταίος, υπερείχε έναντι εκείνης και δεν έπρεπε να απολυθεί διότι είχε πληρέστερη κατάρτιση και μεγαλύτερη εμπειρία, όχι για τη θέση που κρινόταν αλλά για εκείνη του επιθεωρητή πωλήσεων ή των οικονομικών υπηρεσιών, προσόντα όμως που δεν ήταν κρίσιμα, για το ουσιώδες ζήτημα της παραμονής του ή μη στη θέση του πωλητή εισιτηρίων.
Ενόψει αυτών οι συναφείς από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναιρέσεως, είναι βάσιμοι και συνακόλουθα πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο. Τέλος η δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσίβλητου (άρθρο 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. 716/2012 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει προς εκδίκαση την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Επιβάλλει τη δικαστική δαπάνη στον αναιρεσίβλητο την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ