2188/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2188/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο της 7-11-2012, κατά την οποία αναβλήθηκε πάλι από το πινάκιο, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, όπως προκύπτει από το σχετικό απόσπασμα του πινακίου καταχώρισης των υποθέσεων που θα συζητηθούν.
Full text
Απόφαση 2188 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2188/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. Π. χήρας Χ., το γένος Γ. Φ., κατοίκου ... και προσωρινά διαμένουσας στον ... η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Γ. Κ. του Χ. και 2)Β. Κ. του Χ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Μορφόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/7/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5908/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 6866/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/7/2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 3/11/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 28/7/2010 αίτησης για αναίρεση της 6866/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τους αναιρεσίβλητους υπ'αρ..../24.2.2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …με τις σ'αυτήν συνημμένες σχετικές: 1)απόδειξη παραλαβής εγγράφου που θυροκολλήθηκε και 2)βεβαίωση κατάθεσης συστημένου γράμματος στα ΕΛΤΑ, αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 16-11-2011 επιδόθηκε με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα.
Κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο της 7-11-2012, κατά την οποία αναβλήθηκε πάλι από το πινάκιο, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, όπως προκύπτει από το σχετικό απόσπασμα του πινακίου καταχώρισης των υποθέσεων που θα συζητηθούν.
Κατά την τελευταία δικάσιμο (18-9-2013) η αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου με πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε κατέθεσε δήλωση μη παράστασης της κατ'άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ).
Η αναιρεσείουσα δεν χρειαζόταν να κλητευθεί και πάλι μετά την προαναφερόμενη αρχική νομότυπη κλήτευσή της, καθόσον η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρα 226 παρ.4 εδ.δ'και 575 ΚΠολΔ).
Συνεπώς η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία της αναιρεσείουσας που έχει νόμιμα κλητευθεί (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 και 299 ΚΠολΔ, οι οποίες, κατ'εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 524 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την έφεση, προκύπτει ότι ο εκκαλών μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της έφεσης που άσκησε κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που εκδόθηκε σε βάρος του.
Η περί παραίτησης από το ένδικο μέσο της έφεσης σχετική δήλωση του εκκαλούντος γίνεται κατά τους τύπους του άρθρου 297 ΚΠολΔ, δηλαδή ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτούμενου, οπότε το Εφετείο αποφαίνεται καταργημένη τη δίκη. Η παραίτηση από το δικόγραφο της έφεσης έχει ως συνέπεια ότι η έφεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε.
Περαιτέρω κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση της αναίρεσης είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον, το οποίο προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Ο αναιρεσείων υφίσταται βλάβη, όταν βλάπτεται (ηττάται) δηλαδή απορρίπτονται οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού αιτήσεις του αντιδίκου του.
Η βλάβη πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικο του αναιρεσείοντος, το δε έννομο συμφέρον πρέπει να κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου αναίρεση επιτρέπεται κατ'άρθρο 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Τέλος η εσφαλμένη μη κήρυξη του απαραδέκτου προϋποθέτει ότι το σχετικό αίτημα είχε υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, μέμφεται η αναιρεσείουσα την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα σ'αυτόν, παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, δηλαδή δεν απέρριψε την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή ακινήτου των αναιρεσιβλήτων, η οποία έπασχε ακυρότητα, επειδή οι αρχικά τρείς πρώτοι εναγόμενοι ήτοι η Α.
Ν., Δ. Π. και Ι. Π. είχαν ήδη αποβιώσει πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής και συνεπώς, αυτή απευθυνόταν κατ'ανυπάρκτων προσώπων. Όπως όμως προκύπτει από την παραδεκτή εκτίμηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και όπως εκτίθεται στον αναιρετήριο "....κατά την εκφώνηση της υπόθεσης...η πληρεξουσία δικηγόρος των εκκαλούντων...με προφορική δήλωση ενώπιον του ακροατηρίου δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της έφεσης ως προς τους δεύτερο ως και ενδεκάτη των εφεσιβλήτων, που φέρονται ως καθολικοί διάδοχοι των αρχικών πρώτης, δευτέρου και τρίτου των εναγομένων, οι οποίοι (εφεσίβλητοι) κατά την εκφώνηση δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο...", στη συνέχεια δε το Εφετείο κήρυξε καταργημένη τη δίκη ως προς αυτούς.
Επομένως, ενόψει του ότι, σύμφωνα με την προηγηθείσα σκέψη, η έφεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ως προς του εφεσίβλητους αυτούς και, συνεπώς, το Εφετείο δεν μπορούσε να ερευνήσει, σε σχέση με τους τρείς πιο πάνω εναγόμενους, την επικαλούμενη ακυρότητα της ένδικης αγωγής, ο ως άνω ερευνώμενος αναιρετικός λόγος πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται : α)για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στα δικαστήρια της ουσίας, β)για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ)για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νομίμως, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις. Πρόταση όμως του ισχυρισμού στο δικαστήριο της ουσίας ή αναλόγως επίκληση του σχετικού μ'αυτόν αποδεικτικού μέσου δεν υπάρχει, όταν ο διάδικος που παραπονείται δεν εμφανίστηκε στη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και δικάσθηκε ερήμην.
Αυτό συμβαίνει και όταν η εφεσίβλητη δικάσθηκε ερήμην στο εφετείο και το τελευταίο προχώρησε στη διαδικασία σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 524 παρ.4 εδ.α'ΚΠολΔ) σχ.ΑΠ 845/2012 και 1025/2010.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο, λόγο κατά το δεύτερο μέρος του της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παρέλειψε να απορρίψει ως απαράδεκτη την κατά παράβαση του άρθρου 526 εδ.α'ΚΠολΔ μεταβολή στην κατ'έφεση δίκη της βάσης της ένδικης αναγνωριστικής της κυριότητας του ακινήτου αγωγής από τους τότε εκκαλούντες και ήδη αναιρεσιβλήτους.
Ο ανωτέρω λόγος όμως είναι πρωτίστως απορριπτέος ως απαράδεκτος κατ'άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και την επιτρεπτή επισκόπηση της υπ'αριθμ.5908/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε σε πρώτο βαθμό επί της ένδικης αγωγής, η εναγόμενη - εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα δεν παρέστη ούτε στο πρωτοβάθμιο ούτε και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ως εκ τούτου δεν προβλήθηκε ποτέ ο σχετικός ισχυρισμός περί απαράδεκτης μεταβολής της βάσης της ένδικης αγωγής στο Εφετείο από τους ενάγοντες - εκκαλούντες.
Άλλωστε και σε κάθε περίπτωση ο ίδιος ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση των δικογράφων της ένδικης αγωγής και της από 3-1-2008 έφεσης των εναγόντων τα διαλαμβανόμενα στην ένδικη αγωγή περιστατικά που τη θεμελιώνουν είναι τα ίδια με τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω έφεση, εκτός της μνείας του έτους 2006 (επίσκεψης των εναγομένων στους ενάγοντες) που αναφέρεται από πρόδηλη παραδρομή στο εφετήριο αντί του ορθού 2005 που αναφέρεται στην ένδικη αγωγή, χωρίς αυτό να έχει κάποια ουσιώδη επίδραση στην έκβαση προκειμένης δίκης.
ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Με το λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, είτε αυτή διατυπώνεται ρητά είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Ωστόσο, ελλείψεις στη διατύπωση της μείζονος πρότασης, όπως η μη αναγραφή των νομικών διατάξεων και η μη παράθεση του περιεχομένου τους ή η μη ανάλυση του νοήματος τους, δεν ιδρύουν το λόγο αυτό, αρκεί δε να υπάρχει κανόνας δικαίου, ο οποίος, με βάση τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, επάγεται την έννομη συνέπεια που αυτό δέχτηκε ως διατακτικό της απόφασής του (Ολ.ΑΠ 32/1996 και ΑΠ 1382/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο διέλαβε σ'αυτήν σαφώς και ειδικώς όλα τα αγοραπωλητήρια συμβόλαια ....το συμβόλαιο γονικής παροχής με βάση τα οποία οι ενάγοντες κατέστησαν αποκλειστικά συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας αυτών ολοκλήρου του επιδίκου ακινήτου.
Ειδικότερα αναφέρει: 1)το υπ'αρ..../1988 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Δέσποινας Παπαδημητρίου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, με το οποίο μεταβιβάσθηκε στους ενάγοντες η κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα τους των 5/12 αυτού λόγω αγοράς του από τους αληθείς κυρίους του:
α)Ι. Κ., )Δ. Κ., )Ε. σύζυγο Ν. Κ., )Ι. Ι. Κ., ε)Μ. Κ. του Ν. και )Σ. Κ. του Γ., 2)το υπ'αριθμ..../1998 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτας Παλαμήδη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, με το οποίο μεταβιβάσθηκε στους ενάγοντες κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα αυτών του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου λόγω αγοράς του από τους αληθείς κυρίους (συγκυρίους) αυτών:
α)Ι. Κ., )Ν. Κ. του Σ. και )Γ. Κ. του Σ., 3)το υπ'αριθμ..../1998 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτας Παλαμήδη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, με το οποίο μεταβιβάσθηκε στους ενάγοντες, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου που καθένα, το 1/15 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου λόγω της αγοράς του από την αληθή κυρία αυτού Μ.
χήρα Ε. Ν., η οποία με το υπ'αριθμ..../1998 συμβόλαιο της προαναφερόμενης συμβολαιογράφου, που νόμιμα μεταγράφτηκε, κληρονόμησε το ως άνω ιδανικό μερίδιο επί του επιδίκου ακινήτου που στη συνέχεια μεταβίβασε στους ενάγοντες και 4)το υπ'αριθμ..../2001 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτας Παλαμήδη, το οποίο έχει νόμιμα μεταγραφεί και με το οποίο μεταβιβάσθηκε, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθένα των εναγόντων, τα υπόλοιπα 26/60 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου από τον πατέρα τους Χ.
Κ. του Γ., αληθή κύριο αυτού, λόγω γονικής παροχής εκείνου προς τους ενάγοντες. Με βάση δε τους προαναφερόμενους τίτλους κτήσης της συγκυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου το Εφετείο δέχθηκε, ενόψει του ότι δεν προβλήθηκε αμφισβήτηση ειδικά εκ μέρους της τέταρτης εναγόμενης - πρώτης εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας της συγκυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, ότι οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι ολοκλήρου του επιδίκου ακινήτου, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας του, κατά παράγωγο τρόπο.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 1033, 1192 περ.1, 1194 και 1198 ΑΚ), τους οποίους εφάρμοσε, αφού τα ως άνω περιστατικά ήταν αρκετά για την εφαρμογή τους. Κατ' ακολουθίαν των προεκτιθεμένων ο δεύτερος λόγος από τον αριθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της κρινόμενης αίτησης με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα των ανωτέρω είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δοθέντος ότι το Εφετείο δέχθηκε κατά τα προεκτεθέντα ότι οι αναιρεσίβλητοι συνομολόγησαν με τη συγκυριότητα των δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων.
IV. Κατά το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, ενώ κατά τον αριθμό 11 περ.γ του ίδιου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Οι πιο πάνω αναιρετική λόγοι όμως δεν ιδρύονται, αν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε ή δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει, εφόσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, κατ'εφαρμογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, σε αναιρετικό έλεγχο. Οι τρίτος και τέταρτος, επομένως, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η αναιρεσείουσα την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τους αριθμούς 10 και 11 περ.γ', αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Ε. Τ., είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού αναφέρονται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας της εν λόγω μαρτυρικής κατάθεσης.
Μετά απ' όλα τα παραπάνω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-7-2010 αίτηση της Κ. χήρας Χ. Π., για αναίρεση της υπ'αριθμ.6866/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ