Legislator Case Law & Legislation
2187/2013 AI generated

2187/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2187/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2187/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1952/2008, ΑΠ 219/2009, ΑΠ 484/1997). Δεν ιδρύεται, επίσης, ο παραπάνω λόγος, στην περίπτωση που το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο, σύμφωνα με την δεύτερη των άνω διατάξεων (ΑΠ 1952/2008, ΑΠ 422/1993).

Keywords

AI generated
non-implementation of the offending agreements termination of lease public takeover bid exclusion of public hearing action for exclusion from co-ownership right to a decision
AI generated
847/2017
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/10/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
538/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1124/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
183/2011
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Οκτωβρίου 1987 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 539/1988 πράξη του, 9320/2000 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 148/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30 Μαρτίου 2007 αίτησή του.
931/2012
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κων/νο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2187 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2187/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κλικίζο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων:1. Γ. Κ. του Σ. και 2Σ. Κ. του Γ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Διονυσία Λόξα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Νοεμβρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 377/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1898/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Ιανουαρίου 2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 4 Νοεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αρ.20 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη απ` αυτές λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή αποδίδει στο αποδεικτικό, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 432 επ.

ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, και στη συνέχεια καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σε αυτό, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999), όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο αυτό μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το τελευταίο κατά το σχηματισμό του πορίσματός του ως προς την ύπαρξη ή όχι του αποδεικτέου γεγονότος ( Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1952/2008, ΑΠ 219/2009, ΑΠ 484/1997). Δεν ιδρύεται, επίσης, ο παραπάνω λόγος, στην περίπτωση που το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο, σύμφωνα με την δεύτερη των άνω διατάξεων (ΑΠ 1952/2008, ΑΠ 422/1993).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι για παραμόρφωση της αχρονολόγητης εξοφλητικής απόδειξης του πρώτου των αναιρεσιβλήτων Γ. Κ., που ενεργούσε για τον εαυτό του ατομικά και ως πληρεξούσιος του δεύτερου εξ αυτών, σύμφωνα με την οποία καταβλήθηκε απ' αυτόν (αναιρεσείοντα) το ποσό των 93.000 ευρώ, προς εξόφληση των τριών τελευταίων δόσεων, ποσού 31.000 ευρώ εκάστη, του πιστωθέντος συνολικού τιμήματος των 148.000 ευρώ που αναγράφεται στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, βάσει του οποίου αγόρασε από τους αναιρεσίβλητους, αντί του τιμήματος αυτού, τις αναφερόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες (διαμέρισμα και αποθήκη), το οποίο (τίμημα) είχε συμφωνηθεί να καταβληθεί σε πέντε δόσεις, στις καθορισθείσες στο συμβόλαιο ημερομηνίες, με το να δεχθεί ότι με την καταβολή του ποσού αυτού (93.000 ευρώ) δεν εξοφλήθηκε ολόκληρο το πιστωθέν τίμημα, αλλά εξακολουθεί να οφείλεται ακόμη ποσόν 27.500 ευρώ και συγκεκριμένα, από την πρώτη δόση του πιστωθέντος τιμήματος ποσόν 2.500 ευρώ και από τη δεύτερη, ποσόν 25.000 ευρώ.

Από την προσβαλλόμενη όμως απόφαση προκύπτει, αφενός μεν και κυρίως, ότι το άνω Δικαστήριο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι με την καταβολή του άνω ποσού των 93.000 ευρώ δεν εξοφλήθηκε ολόκληρο το πιστωθέν τίμημα, αλλά έμεινε ανεξόφλητο μέρος αυτού, ποσού 27.500 ευρώ, συνεκτίμησε το παραπάνω έγγραφο, μαζί με τα υπόλοιπα προσκομισθέντα έγγραφα και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία (καταθέσεις μαρτύρων, λοιπά έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις κλπ), αφετέρου δε, δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου αλλά απέδωσε σ' αυτό νόημα διαφορετικό από αυτό που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, αναφορικά με το αποδεικτέο πραγματικό γεγονός, πλήττοντας όμως έτσι απαραδέκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για εκτιμητικό και όχι διαγνωστικό σφάλμα σε σχέση με το παραπάνω έγγραφο.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως (πρώτος), είναι απαράδεκτος.

Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (ΚΠολΔ 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1) (Ολ.

Α.Π. 8/2005). Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ` αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1β` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι δεν εξόφλησε ολοσχερώς το αναγραφόμενο στο άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο πιστωθέν εξολοκλήρου τίμημα, αντί του οποίου οι αναιρεσίβλητοι πώλησαν και μεταβίβασαν σ' αυτόν τις προρρηθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες, παραβιάζοντας έτσι την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 416 του ΑΚ, με την μη υπαγωγή σ' αυτόν των διδαγμάτων της κοινής πείρας α)"ότι στις συναλλαγές αγοραπωλησίας κατασκευαζομένων διαμερισμάτων, με πίστωση μέρους ή όλου του τιμήματος, μέχρι την αποπεράτωση και παράδοση του πωληθέντος, ο κατασκευαστής-πωλητής, κατά την ολοσχερή περαίωση και παράδοση του διαμερίσματος, απαιτεί την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του πιστωθέντος τιμήματος ή παρέχει, στη μακροθυμία του, πρόσθετη προθεσμία εξόφλησης ή, εν πάση περιπτώσει, ρυθμίζει κατά τινά τρόπο, διάφορο του στο σχετικό συμβόλαιο προβλεπομένου, την εξόφληση του υπολοιπομένου πιστωθέντος τιμήματος" και β) "ότι όταν ένα πρόσωπο κάποιας παιδείας και συναλλαγματικής εμπειρίας έχει εξ οιουδήποτε λόγου απαίτηση εξοφλητέα σε περιοδικές δόσεις, δεν υπογράφει εξοφλητική απόδειξη χωρίς καμία επιφύλαξη, εάν οφείλεται κάποια ή κάποιες από τις δόσεις".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί ο αναιρεσείων, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, με την παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να χρησιμοποιήσει τα διατεινόμενα απ' αυτόν διδάγματα κοινής πείρας, για την διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, όπως είναι η εξόφληση του τιμήματος μιας αγοραπωλησίας, πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ` αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 772/2006, ΑΠ 575/1978).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, νομίμως ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα) σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο αναιρεσείων δεν εξόφλησε ολόκληρο το αναγραφόμενο στο αγοραπωλητήριο πιστωθέν τίμημα, αλλά εξακολουθεί να οφείλει ακόμη το ποσόν των 27.500 ευρώ και συνεπώς δεν αποσβέσθηκε η εγγραφείσα προς εξασφάλιση της απαίτησης αυτής των αναιρεσίβλητων υποθήκη και η αγωγή κατά το αίτημά της να διαταχθεί η εξάλειψη της εν λόγω υποθήκης είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη και απορριπτέα.

Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ, αντίθετος τρίτος λόγος της αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων κατέληξε στην μη εξόφληση εξολοκλήρου του άνω πιστωθέντος τιμήματος, λαμβάνοντας υπόψη την προρρηθείσα αχρονολόγητη απόδειξη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η αιτίαση αυτή αναφέρεται σε εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 361 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ'ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, στα οποία περιλαμβάνονται και τα τεκμήρια, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τέταρτο και έκτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγους αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 περ.

γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο αναιρεσείων προσκόμισε με επίκληση για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού, ότι οι επίδικες οριζόντιες ιδιοκτησίες και τα κοινόχρηστα μέρη της πολυκατοικίας που βρίσκονται αυτές, δεν του παραδόθηκαν από τους αναιρεσίβλητους κατασκευαστές την συμφωνημένη ημερομηνία (28-2-2003), αλλά οι μεν οριζόντιες ιδιοκτησίες παραδόθηκαν στις 16-9-2003 οι δε κοινόχρηστοι χώροι στις 30-9-2003, και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη: 1) την από 25-9-2003 πρόσκληση και διαμαρτυρία του προς τους αναιρεσίβλητους, στους οποίους δηλώνει ότι παρέλαβε μεν τις οριζόντιες ιδιοκτησίες μόλις την 15-9-2003, αλλά οι κοινόκτητοι και κοινόχρηστοι χώροι εξακολουθούσαν να παρουσιάζουν ελλείψεις και να μην έχουν αποπερατωθεί και 2) το από 20-8-2003 έγγραφο μήνυμα της Ε.

Λ., αγοράστριας κι αυτής διαμερίσματος της ίδιας πολυκατοικίας, το οποίο απευθύνετο προς τους αναιρεσίβλητους και έγινε μετά από πρόσκλησή της από τους τελευταίους να παραλάβει πλήρως αποπερατωμένο το διαμέρισμά της και τους κοινόχρηστους χώρους, με το οποίο διαμαρτύρεται προς αυτούς ότι διαπίστωσε πλήθος ελλείψεων που αφορούν τους κοινόχρηστους χώρους, την είσοδο της πολυκατοικίας και τον περιβάλλοντα χώρο αυτής.

Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που περιλαμβάνονται στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι ρητώς αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν νομότυπα και των οποίων γίνεται επίκληση από τους διαδίκους και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν, με νόμιμη επίκληση, για να χρησιμεύσουν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα στα οποία αναφέρεται ο αναιρεσείων, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος.

Επομένως, οι ερευνώμενοι από την παραπάνω διάταξη αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εξάλλου, με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, προβάλλεται η αιτίαση ότι προς σχηματισμό του άνω αποδεικτικού πορίσματός του το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τα τεκμήρια (και όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας όπως αδόκιμα αναφέρεται στο αναιρετήριο) που συνάγονται από τα αμέσως ανωτέρω αναφερόμενα έγγραφα, με το να δεχθεί ότι το μεν διαμέρισμα του αναιρεσείοντος παραδόθηκε σ' αυτόν στις 8-3-2003, οι δε κοινόχρηστοι χώροι της πολυκατοικίας το τέλος Απριλίου του 2003, ενώ σύμφωνα με τα τεκμήρια που συνάγονται από τα έγγραφα αυτά, το μεν διαμέρισμα παραδόθηκε στις 15-9-2003, οι δε κοινόχρηστοι χώροι στις 30-9-2003.

Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα, καταλήγοντας ότι κανένα τεκμήριο δεν συνάγεται απ' αυτά περί παραδόσεως του διαμερίσματος και των κοινόχρηστων χώρων της πολυκατοικίας στους χρόνους που επικαλείται ο αναιρεσείων, αλλ' αντιθέτως, από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που συνεκτίμησε πλήρως αποδεικνύεται ότι αυτά παραδόθηκαν κατά τους προαναφερόμενους χρόνους.

Επομένως, και ο λόγος αυτός της αναίρεσης, από την ίδια ως άνω διάταξη (άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ'ΚΠολΔ), είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, αναφορικά με τον αγωγικό ισχυρισμό, περί επιδικάσεως στον αναιρεσείοντα της συμφωνηθείσης ποινικής ρήτρας, λόγω καθυστέρησης παράδοσης από τους αναιρεσίβλητους κατασκευαστές, των πωληθέντων σ' αυτόν υπό κατασκευήν οριζόντιων ιδιοκτησιών και των κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων της πολυκατοικίας που βρίσκονται αυτές, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι εναγόμενοι-εκκαλούντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) δεν παρέδωσαν στον ενάγοντα-εφεσίβλητο (ήδη αναιρεσείοντα) τις πωληθείσες σ' αυτόν οριζόντιες ιδιοκτησίες και τα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της πολυκατοικίας στη συμφωνηθείσα ημερομηνία (28-2-2003), αλλά καθυστέρησαν υπαιτίως την παράδοσή τους, η οποία πραγματοποιήθηκε για μεν το διαμέρισμα στις 8-3-2003, για δε τα κοινόκτητα και κοινόχρηστα της πολυκατοικίας στο τέλος Απριλίου 2003.

Τούτο αποδεικνύεται από την προσήκουσα εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται παραπάνω, ιδίως δε από τη συγκεκριμένη και πειστική επί του ζητήματος αυτού ένορκη κατάθεση του έχοντος ιδία αντίληψη μάρτυρος, ο οποίος εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά πρόταση των εναγομένων, που δεν αναιρείται από άλλα αποδεικτικά μέσα, καθόσον ο ενάγων, ο οποίος φέρει το βάρος αποδείξεως του κρίσιμου και αμφισβητηθέντος από του εναγόμενους ισχυρισμού του ότι η παράδοση σ' αυτόν των πωληθέντων έγινε το Σεπτέμβριο του 2003, δεν προσκόμισε επαρκή, για το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης αποδεικτικά μέσα, όπως επί παραδείγματι, αποδείξεις μεταφορικής εταιρείας για τη μετακόμισή του στο διαμέρισμα, στο οποίο εγκαταστάθηκε αμέσως μετά την παράδοσή του, αιτήσεις σύνδεσης με δίκτυα κοινής ωφέλειας κλπ.

Συνεπώς, οι εναγόμενοι-εκκαλούντες υποχρεούνται λόγω της υπερημερίας τους ως προς την παράδοση των πωληθέντων και της κατάπτωσης υπέρ αυτού την για την αιτία αυτή συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας, ποσόν 350 ευρώ για την καθυστέρηση παράδοσης του διαμερίσματος (ήτοι 50 ευρώ συμφωνηθείσα ημερησίως ποινική ρήτρα Χ 7 ημέρες) και ποσόν 600 ευρώ για την καθυστέρηση παράδοσης των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων της πολυκατοικίας (ήτοι 10 ευρώ συμφωνηθείσα ημερησίως ποινική ρήτρα Χ 60 ημέρες) και συνολικά ποσόν 950 ευρώ.

Από αυτό, ο μεν πρώτος εναγόμενος οφείλει να καταβάλει 760 ευρώ, ο δε δεύτερος 190 ευρώ, βάσει του ποσοστού κατά 80% και 20% αντίστοιχα συγκυριότητος καθενός στα πωληθέντα πράγματα, νομιμοτόκως από της επομένης της επιδόσεως προς αυτούς της σχετικής εξωδίκου οχλήσεως του ενάγοντος, δηλαδή από τις 26-9-2003". Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, υπό την έπίκληση της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι από εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που επικαλέσθηκε και προσκόμισε και χωρίς καμιά αξιολόγηση των στοιχείων αυτών και ιδίως της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρός του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, καθώς και τις ένορκες βεβαιώσεις στις οποίες περιέχονται καταθέσεις των μαρτύρων του, κατέληξε εσφαλμένα το Εφετείο στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι το μεν διαμέρισμα παραδόθηκε σ' αυτόν στις 8-3-2003, οι δε κοινόχρηστοι χώροι της πολυκατοικίας τέλος Απριλίου του 2003, ενώ από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσεκόμισε σαφώς προκύπτει ότι αυτά παραδόθηκαν στις 15-9-2003 και 30-9-2003, αντίστοιχα, κρίνοντας ανεπαρκή τα στοιχεία αυτά προς απόδειξη του τελευταίου αυτού αγωγικού ισχυρισμού του και ότι δεν προσκομίζονται άλλα αποδεικτικά στοιχεία, όπως αυτά που αναφέρει στην απόφασή του, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει αυτό.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας αναφέρεται ανωτέρω, το από τις αποδείξεις πόρισμα ως προς τον αγωγικό αυτό ισχυρισμό, εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και χωρίς αντιφάσεις, με τις ως άνω δε αιτιάσεις και τα επιχειρήματα που προβάλλει ο αναιρεσείων, πλήττεται αποκλειστικά και μόνο η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 1898/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-01-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1898/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ