Legislator Case Law & Legislation
2187/2006 AI generated

2187/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2187/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Κούκλη και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2187/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ιδιαίτερα όμως πρέπει να αιτιολογείται η απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής.

Keywords

AI generated
customs tax fraud counterfeiting of goods auction adjudication market manipulation sale by sample terms of sale
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2187 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2187/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Κούκλη και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Βέργο, για αναίρεση της 53286/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ....., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Νοεμβρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 110/2006.

Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 του Π.Κ. (όπως ίσχυαν μετά την αντικατάσταση της παρ. 2 με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996 και πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο 14 παρ. 3 του ν. 2721/1999, αλλά και κατά τον κρίσιμο επί του προκειμένου χρόνο τελέσεως της πράξεως το έτος 1997). "1.- Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους".

Το έγκλημα προϋποθέτει, ιδιοποίηση παρανόμως ξένου (ολικά ή εν μέρει) κινητού πράγματος, που περιήλθε στην κατοχή του υπαίτιου με οποιονδήποτε τρόπο. Ξένο θεωρείται το πράγμα, όταν είναι υπό ξένη κυριότητα, κατά την έννοια του αστικού δικαίου και δεν έχει περιέλθει στην κατοχή του υπαιτίου, με κάποια νόμιμη μεταβιβαστική της κυριότητας πράξη, ενώ ιδιοποίηση του πράγματος, συνιστά η οικειοποίηση και κατακράτησή του.

Η κατοχή λαμβάνεται όχι υπό την νομική έννοια (του αστικού δικαίου), αλλά υπό την έννοια της δυνατότητας ασκήσεως φυσικής και πραγματικής επί του πράγματος εξουσίας και διαθέσεως αυτού κατά τον προορισμό του. Κινητό πράγμα είναι και το χρήμα. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ.

Δ΄ του Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως, όταν σ΄ αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Ιδιαίτερα όμως πρέπει να αιτιολογείται η απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής.

Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, εκ της οποίας ιδρύεται ιδιαίτερος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ.

Β΄ του Κ.Π.Δ. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός, δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε να διαλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση, απαντήσεως, μάλιστα αιτιολογημένα, σε απαράδεκτο ή αόριστο ισχυρισμό, ενώ αιτιολογία για τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, εμπεριέχεται από τα πράγματα, στην κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή.

Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε΄ του Κ.Π.Δ και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στην διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο εν σχέσει με την ορθή εφαρμογή του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την προσβαλλομένη υπ΄ αριθμ. 53286/2005 απόφαση του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό που αλληλοσυμπληρώνονται, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα στο σκεπτικό κατ΄ είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, για τα οποία πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος: "διότι αν και κατ΄ εντολή του πολιτικώς ενάγοντος διαμεσολάβησε στη κατάρτιση του από 15-10-1997 προσυμφώνου αγοραπωλησίας του σκάφους ιδιοκτησίας του ανωτέρω με όνομα ...

και έλαβε την ίδια ημέρα στο Παλ. Φάληρο ως αρραβώνα το ποσό των 2.000.000 με την επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς με αριθμό ... την οποία και εισέπραξε, ο οποίος σύμφωνα με τον όρο Β΄ της πιο πάνω σύμβασης σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης αποπληρωμής του τμήματος ή σε περίπτωση υπαναχώρησης του αγοραστή θα εκρατείτο απ΄ τον πωλητή εντολέα πολιτικώς ενάγοντα, ματαιωθείσης της κατάρτισης της οριστικής σύμβασης το Μάρτιο του 1998 με υπαιτιότητα του αγοραστή Χ δεν απέδωσε το πιο πάνω ποσό στον πωλητή αλλά το παρεκράτησε και το ενσωμάτωσε παράνομα στη δική του περιουσία.

Στη κρίση του αυτή το Δικαστήριο οδηγείται κυρίως απ΄ την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος σε συνδυασμό με τα από 9-2-98 και 16-3-98 τηλετυπήματα απ΄ τα οποία προκύπτει πλήρως ότι η ματαίωση της αγοραπωλησίας του επίδικου σκάφους έγινε από υπαιτιότητα του αγοραστή Χ, ο οποίος αδυνατούσε να καταβάλει το συμφωνηθέν τίμημα, μέχρι το τέλος του μηνός Φεβρουαρίου, που έφεραν ημεροχρονολογία έκδοσης οι παραδοθείσες από τον ίδιο τέσσερις μεταχρονολογημένες επιταγές, έκδοσής του ως διαχειριστής της εταιρείας "ΕΥΡΩΠΗ ΟΡΙΟΝ ΕΠΕ" το οποίο δεν κατέβαλε ούτε μέχρι 31-3-98 που συμφωνήθηκε να καταβληθεί τελικά.

Όλα δε τα παραπάνω περιστατικά δεν αναιρούνται από την κατάθεση της μάρτυρα υπεράσπισης και αδελφής-συνεταίρου του κατηγορουμένου ότι η αγοραπωλησία δεν συνήφθη από υπαιτιότητα του πολιτικώς ενάγοντος, γιατί το σκάφος παρουσίαζε πραγματικά ελαττώματα και μάλιστα κρυμμένα εξαιτίας εργασιών που έγιναν μετά σ΄ αυτό αφού η κατάστασή του ήταν πλήρως γνωστή στον κατηγορούμενο αφού είχε πωληθεί από μέλος της οικογένειάς του στον πολιτικώς ενάγοντα, το ίδιο δε μίσθωνε επί σειρά ετών για την εκτέλεση ταξιδίων αναψυχής η ίδια η μάρτυρας.

Κατόπιν αυτών η απόδοση του πιο πάνω ποσού από τον κατηγορούμενο στον Χ που φέρεται ότι έγινε τον Μάϊο του 1999 καμία έννομη επιρροή δεν ασκεί στην προκειμένη υπόθεση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος που είναι ο πραγματικός δικαιούχος αυτού και εντολέας του και το αποδοθέν απ΄ τον κατηγορούμενο ποσό των 2.000.000 δρχ.

μετά την 31-3-1998 ήταν ξένο πράγμα γι΄ αυτόν που το έλαβε στην κατοχή του κατά την εκτέλεση της εντολής και όφειλε να το αποδώσει στον πολιτικώς ενάγοντα (εντολέα) και όχι στον (από προσύμφωνο) αγοραστή Χ (βλεπ. σχετ. Α.Π 891/2004 Ε΄ Τμ. (Συμβ.) Α.Π. 1426/2004 Στ΄ Τμήμα Συμβ.) Ελλ. Δικ/νη 45, 1571 - 1572 Α.Π. 2354/2003 (Συμβ.) Ποιν. Δικ. 2004, 489).

Συνακόλουθα απορριπτέος κρίνεται και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι με την απόδοση του ποσού αυτού στον Χ, δεν έχει διαπράξει υπεξαίρεση ανεξαρτήτως του ότι αυτός δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό αλλά αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό (βλεπ. σχετ. ΑΠ 2199/2003 Ποιν. Δικ. 2004 382)". Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση και του επέβαλε ποινή φυλάκισης επτά μηνών.

Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ΄ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην αναφερόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 α΄ ΠΚ την οποία ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.

Ειδικότερα το δικαστήριο δέχθηκε με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, ότι ο κατηγορούμενος υπεξαίρεσε το ποσό των 2.000.000 δρχ. το οποίο μετά την 31-3-98 ήτο ξένο πράγμα γι΄ αυτόν που το έλαβε στην κατοχή του κατά την εκτέλεση της εντολής και όφειλε να το αποδώσει στον πολιτικώς ενάγοντα-εντολέα και όχι στον αγοραστή, πράγμα που συνέβη μετά την υπ΄ αυτού συντελεσθείσα υπεξαίρεση.

Επομένως ο συναφής εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται αφενός η ελλιπής αιτιολογία της απόφασης και αφετέρου εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 375 παρ. 1α Π.Κ. είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος η αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν απαντά καθόλου στον νομίμως προβληθέντα ισχυρισμό του κατηγορουμένου, κατά τον οποίο το φερόμενο ως υπεξαιρεθέν ποσό των δραχμών 2.000.000 δεν παρεκρατήθη από αυτόν αλλά απεδόθη εις τον αγοραστή Χ την 20-5-1999, είναι αβάσιμος διότι το δικαστήριο αιτιολογημένα απέρριψε αυτόν, αν και αυτός δεν ήταν στην πραγματικότητα αυτοτελής ισχυρισμός αλλά αρνητικός της κατηγορίας και επομένως το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση, όπως αναφέρθηκε να απαντήσει ή να διαλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολογία.

Επομένως ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του 583 παρ.1 ΚΠΔ στα δικαστικά έξοδα.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 14 Νοεμβρίου 2005 αίτηση του ....., για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 53286/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και,

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ