Legislator Case Law & Legislation
2185/2014 AI generated

2185/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2185/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-11-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1353/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7047/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 5-7-2004 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

2185/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Με το άρθ. 131§1 του ν. 419/1976 "περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών" που ίσχυε μέχρι την 23-3-1998 (άρθρ. 150§1 του νέου Οργανισμού του ΥΠΕΞ που κυρώθηκε με το ν. 2594/1998), ορίζεται ότι "ως αποδοχαί απάντων των υπαλλήλων του Υπουργείου νοούνται ο βασικός μισθός του βαθμού μεθ' όλων των κατά τας κειμένας διατάξεις χορηγουμένων επιδομάτων και προσαυξήσεων".

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2185 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2185/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών και κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Πάρεδρο του ΝΣΚ Βασίλειο Καραγεώργο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ,2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Δ. Ν., συζ. Ι. Λ., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Σκορδάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-11-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1353/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7047/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 5-7-2004 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 1529/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο.

Εκδόθηκε η 3563/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το ήδη αναιρεσείον με την από 25-5-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Πάσσος, ανέγνωσε την από 26-9-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την διάταξη του άρθ. 90§3 ν.2362/1995 "Περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους" η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από την γένεση της.

Εξάλλου, σύμφωνα με την 2010481/1172/0022/1996 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 387) οι αποδοχές του προσωπικού του Υπουργείου Εξωτερικών, μονίμου και με σύμβαση, που υπηρετεί στην αλλοδαπή, καταβάλλονται κάθε δίμηνο και στην αρχή του διμήνου. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας ύστερ' από έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου επί αγωγής της αναιρεσίβλητης κατ' αυτού με αντικείμενο και την προσαύξηση του επιδόματος αλλοδαπής για οικογενειακά βάρη, με την προσβαλλομένη 3563/2007 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι, λαμβανομένου υπόψη ότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στο αναιρεσείον εναγόμενο την 16-11-2001, στην θεσπιζομένη με την ως άνω διάταξη διετή παραγραφή είχαν υποπέσει οι συναφείς αξιώσεις της αναιρεσίβλητης ενάγουσας, η οποία προσλήφθηκε την 4-3-1998 ως μεταφράστρια στην ελληνική πρεσβεία στην Βουλγαρία από το αναιρεσείον εναγόμενο, όντας έγγαμη και μητέρα δύο τέκνων, για το χρονικό διάστημα από 4-3-1998 έως 15-11-1999.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και μη δεχθέν ότι είχαν παραγραφεί και οι αξιώσεις για το περαιτέρω χρονικό διάστημα από 16/11-31/12/1999, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, οι αξιώσεις της αναιρεσίβλητης για το χρονικό διάστημα από 1/11-31/12/1999 γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικά επιδιώξιμες την 1-11-1999, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ. 90§3 ν. 2362/1995 και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο συναφής 1ος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

ΙΙ. Με το άρθ. 131§1 του ν. 419/1976 "περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών" που ίσχυε μέχρι την 23-3-1998 (άρθρ. 150§1 του νέου Οργανισμού του ΥΠΕΞ που κυρώθηκε με το ν. 2594/1998), ορίζεται ότι "ως αποδοχαί απάντων των υπαλλήλων του Υπουργείου νοούνται ο βασικός μισθός του βαθμού μεθ' όλων των κατά τας κειμένας διατάξεις χορηγουμένων επιδομάτων και προσαυξήσεων".

Περαιτέρω, με την §10 του ίδιου άρθρου, παρασχέθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό, προς αντιμετώπιση της διαφοράς κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα, Επίδομα Υπηρεσίας Αλλοδαπής (Ε.Υ.Α.) σε συνάλλαγμα, ανάλογα με τον κλάδο, τον βαθμό, τα οικογενειακά βάρη και το κόστος ζωής του τόπου στον οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος, ειδικότερα δε για τους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου και τους εμπειρογνώμονες του ΥΠΕΞ και ανάλογα με τις συνθήκες στέγασης που επικρατούν στη χώρα που υπηρετούν.

Σύμφωνα με την §11 του αυτού άρθρου το ως άνω επίδομα καθορίζεται κάθε φορά για τους υπαλλήλους που έχουν πρεσβευτικό βαθμό με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, ύστερ' από πρόταση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών και για όλους τους άλλους υπαλλήλους της εξωτερικής υπηρεσίας με την ίδια πράξη σε ποσοστό επί του επιδόματος που καθορίσθηκε για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό.

Περαιτέρω, με την Φ 083-58/1988 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας, Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ 177 Β'), που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 12§1 του ν.1256/1982 και 3§8 του 1288/1982 και κυρώθηκε με το άρθρο 25§1 του ν. 1884/1990, καθορίσθηκε το παραπάνω επίδομα για τους προϊσταμένους των διπλωματικών και προξενικών αρχών και για τους λοιπούς υπαλλήλους όλων των κλάδων και ορίσθηκε επιπλέον στην παράγραφο Γ' αυτής ότι στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος που καθορίσθηκε γι' αυτούς αυξάνεται κατά 10% κατά τις αναφερόμενες εκεί διακρίσεις.

Με τις παρ. Ε' και ΣΤ' της παραπάνω Κοινής Υπουργικής Απόφασης (ΚΥΑ) ορίζεται ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ν. 1504/1984.

Το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του με σύμβαση ενγένει προσωπικού μπορεί να μειώνεται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, εφόσον συντρέχουν ειδικοί γι' αυτό λόγοι. Με την 2001800/185/0022/17-3-1993 ΚΥΑ των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών, τροποποιήθηκε η παραπάνω παράγραφος Γ' της Φ 083-58/1988 και ορίσθηκε ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται από 1-1-1993 κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί ηλικίας μέχρις 6 ετών, κατά ποσοστό 8% για κάθε παιδί ηλικίας 7 έως 12 ετών και κατά ποσοστό 14% για κάθε παιδί ηλικίας 13 έως 18 ετών.

Τα παραπάνω ποσοστά αυξήθηκαν σε 8, 12 και 16% αντιστοίχως από 1.1.2001 με την 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/22.1.2001 ΚΥΑ, με την οποία καθορίσθηκε, κατά χώρα, και το ύψος του ΕΥΑ. Εξάλλου, κατά τις ταυτόσημες (με εκείνες του ν. 419/1976) διατάξεις του άρθρου 135§§ 4 και 5 του ν. 2594/1998, δηλαδή του από 24-3-1998 ισχύοντος νέου Οργανισμού του Υπ. Εξωτερικών, προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα παρέχεται σε συνάλλαγμα επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αναλόγως του κλάδου και του βαθμού.

Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών που ορίζονται για τα οικογενειακά βάρη και την στέγαση και καθορίζεται εκάστοτε για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπ. Εξωτερικών με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, για δε τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με την ίδια ΚΥΑ σε ποσοστό επ' αυτού το οποίο έχει καθορισθεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό.

Με το άρθρο 129§§ 2 και 5 του παραπάνω νόμου στις αρχές του εξωτερικού ορίζονται με ΠΔ θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Στις θέσεις αυτές προσλαμβάνονται επιτοπίως μόνιμοι κάτοικοι της χώρας, όπου εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή. Με την ΚΥΑ των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών για την πρόσληψή τους καθορίζεται και το ύψος της αντιμισθίας των ανωτέρω υπαλλήλων.

Η πρόσληψη γίνεται με σύμβαση καταρτιζόμενη από τον προϊστάμενο της αρχής. Οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε χρόνο λήξη του, οπότε οι οργανικές θέσεις τους μετατρέπονται σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού.

Ειδικά, για όσους από αυτούς ελάμβαναν το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, το ύψος αυτού μπορεί να αναπροσαρμόζεται, με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρχής, στην οποία υπηρετούν. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει καταρχήν ότι τα προβλεπόμενα στις ανωτέρω Κ.Υ.Α.

ποσοστά αύξησης για δαπάνες στέγασης και οικογενειακά βάρη δεν αποτελούν ξεχωριστό επίδομα, αλλά αύξηση του καταβαλλομένου Επιδόματος Υπηρεσίας Αλλοδαπής, το οποίο καταβάλλεται και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που οι κείμενες διατάξεις προβλέπουν για την καταβολή του.

Οι εκδιδόμενες κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 131§ 11 του ν. 419/1976 ή του άρθρου 135§ 5 του ν. 2594/1998 ΚΥΑ που καθορίζουν ή αυξάνουν το επίδομα αυτό με βάση τα οριζόμενα στους εξουσιοδοτικούς αυτούς νόμους κριτήρια και μέσα στα διαγραφόμενα πλαίσια δεν είναι δυνατόν να διακρίνουν τους υπαλλήλους σε κατηγορίες που δεν προβλέπονται από τους εξουσιοδοτικούς νόμους, όπως είναι η διάκριση αυτών σε μόνιμους, που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου, και σε υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου και να αυξήσουν το επίδομα μόνο στους πρώτους αποκλείοντας από την αύξηση τους δεύτερους.

Οι αποφάσεις, άρα, που στηρίζονται αποκλειστικά στην ανωτέρω διάκριση για ν' αυξήσουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής μόνο των μονίμων υπαλλήλων, βρίσκονται έξω από τα όρια της προαναφερόμενης νομοθετικής εξουσιοδότησης (άρθρ. 43§ 2 του Συντάγματος) και κατά το μέρος που εξαιρούν από την αύξηση αυτή τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου είναι ανίσχυρες (με την διαφορά, σημειώνεται, ότι η ΚΥΑ ΣΤ1/Μ/Φ. 083-13/ΑΣ. 2900/1993 που αφορά τις δαπάνες στέγασης, με την μορφή προσαύξησης του ΕΥΑ, δεν αυξάνει το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής όλων των μονίμων υπαλλήλων που υπηρετούν στο εξωτερικό και για τους οποίους δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου κατοικία, αλλά μόνο των μονίμων υπαλλήλων, που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού).

Κατά συνέπεια, οι κατά την έναρξη ισχύος του ν.2594/1998 την 24-3-1998 υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις εξωτερικές υπηρεσίες του Υπουργείου Εξωτερικών, διατηρούν σύμφωνα με το άρθ.129§5 του ως άνω νόμου, όπως προαναφέρθηκε, το εργασιακό καθεστώς τους μέχρι την καθοιονδήποτε τρόπο λήξη του και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, ειδικά δε για όσους απ' αυτούς ελάμβαναν το ΕΥΑ το ύψος του μπορεί να αναπροσαρμόζεται με υπουργική απόφαση και επομένως δικαιούνται κατά τον υπολογισμό του επιδόματος αυτού (και δη λόγω οικογενειακών βαρών) τα (αυξημένα) ποσοστά και ποσά που ορίζονται εκάστοτε για την αιτία αυτή με την σχετική ΚΥΑ (πρβλ.

ΑΠ942/2014, 162/2013). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας επί αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης κατά του τώρα αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζητούσε τις προσαυξήσεις του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής και για οικογενειακά βάρη κλπ. (και αφού η προηγουμένη 7047/2003 απόφασή του επί της αγωγής αυτής αναιρέθηκε με την 1529/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου), με την προσβαλλομένη 3563/2007 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι η αναιρεσίβλητη ενάγουσα με την από 4-3-1998 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και του πρέσβη της Ελλάδος στην Βουλγαρία, σύμφωνα με το άρθ.68§2 ν.419/1976, προσλήφθηκε ως μεταφράστρια στην ελληνική πρεσβεία στην Βουλγαρία, ότι με την σύμβαση αυτή ορίσθηκε ότι οι μηνιαίες αποδοχές της θα είναι αντίστοιχες με τον μισθό εσωτερικού διοικητικού γραμματέα ε' τάξης προσαυξανόμενες με το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής το παρεχόμενο στους υπαλλήλους του κλάδου αυτών το οποίο καθορίσθηκε στο ποσό των 1.700 δολλαρίων ΗΠΑ μηνιαίως, ότι η ενάγουσα παρείχε της υπηρεσίες της ως μεταφράστρια στην πρεσβεία στην Σόφια, με βάση την ως άνω σύμβαση και τις εκεί παρατιθέμενες (και προαναφερθείσες) νομοθετικές ρυθμίσεις, ήταν δε έγγαμη και μητέρα δύο τέκνων, του Ζ., που γεννήθηκε την 29-12-1993, και του Χ.-Α., που γεννήθηκε την 10-5-2001, και επομένως δικαιούται προσαύξηση επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για οικογενειακά βάρη από 16-11-1999, καθόσον οι συναφείς αξιώσεις της από 4-3-1998 μέχρι 15-11-1999 έχουν υποπέσει στην ειδική βραχυπρόθεσμη παραγραφή του άρθ. 90§3 ν.2362/1995, δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε την 16-11-2001, ότι με την ΚΥΑ 2001800/185/0022/1993 το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής από 1-1-1993 αυξήθηκε κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί ηλικίας μέχρι 6 ετών, κατά ποσοστό 8% για κάθε παιδί ηλικίας 7 έως 12 ετών και κατά ποσοστό 14% για κάθε παιδί ηλικίας 13 έως 18 ετών, τα ποσοστά δε αυτά αυξήθηκαν σε 8%, 12% και 16% αντίστοιχα από 1-1-2001 με την ΚΥΑ 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/22/1/2001, ενώ το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του πρέσβη στην Βουλγαρία ανερχόταν σε (α) 5900 δολλάρια ΗΠΑ κατά το διάστημα από 16/11-31/12-1999 (β) 6100 δολλ.

από 1/1/-31/12/2000 και (γ) 6300 δολλ. κατά το χρονικό διάστημα από 1/1-31/12/2001 και κατά συνέπεια η ενάγουσα δικαιούται να λάβει για προσαύξηση (επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής) λόγω οικογενειακών βαρών (1) από 16-11-1999 έως 31-12-1999 (εκ παραδρομής έχει τεθεί ως 31-12-2001, (5900 δολλ. ΗΠΑ?6%?1,5 μήνα =) 531 δολλ. ΗΠΑ (2) από 1/1-31/12 /2000 (6100 δολλ.

ΗΠΑ?10%?12 μήνες=) 7320 δολλ. ΗΠΑ για το α' παιδί και από 9/5-31/12/2001 (6100 δολλ.?6% ?7 μήνες και 21 ημέρες=) 2818 δολλ. για το β' παιδί και (3) από 1/1-31/12/2001 (6300 δολλ.?20% για τα δύο παιδιά?12 μήνες=) 15120 δολλ. και συνολικά για την αιτία αυτή 25.789 δολλ. ΗΠΑ, ποσό το οποίο, κατά το ισάξιό του σε ευρώ, αφού εξαφάνισε ενμέρει την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, υποχρέωσε το αναιρεσείον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα κατά μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο (και με την επισήμανση ότι, όπως αναφέρθηκε κατά την έρευνα του 1ου λόγου αναίρεσης, σε παραγραφή έχουν υποπέσει οι συναφείς αξιώσεις και μέχρι 31-12-1999), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου 2ος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Σύμφωνα με όλα τα προεκτεθέντα, πρέπει (α) ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση καθόσον μέρος της δέχθηκε ότι δεν είχαν παραγραφεί οι από την ως άνω αιτία αξιώσεις της ενάγουσας (για προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για οικογενειακά βάρη) και του χρονικού διαστήματος από 16/11 έως 31/12/1999 (β) να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο από το Δικαστήριο αυτό, αφού η προηγουμένη 7047/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για την ίδια υπόθεση αναιρέθηκε με την ΑΠ 1529/2005 (άρθ.580§3 εδ.

γ' ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή τελικά ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθ. 65§1 ν.4139/2013) (γ) να δικασθούν η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης του εναγομένου αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου (δ) να γίνει δεκτός ο σχετικός πρόσθετος λόγος έφεσης (ε) να εξαφανισθεί η 1353/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθόσον μέρος της δέχθηκε την αγωγή και ως προς τις ως άνω αξιώσεις, ν' απορριφθεί αυτή κατά το μέρος αυτό και (στ) να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων σύμφωνα με το άρθ.22§2 ν.3693/1957 λόγω της ενμέρει νίκης και ήττας αυτών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3563/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την έφεση και τους προσθέτους λόγους του εναγομένου-εκκαλούντος-αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.

Δέχεται τον συναφή πρόσθετο λόγο έφεσης.

Εξαφανίζει την 1353/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το ως άνω μέρος.

Δικάζει την από 9-11-2001 (και με αριθ.κατ.3659/2001) αγωγή της ενάγουσας-εφεσίβλητης-αναιρεσίβλητης κατά το ως άνω μέρος.

Απορρίπτει αυτήν κατά το ως άνω μέρος. Συμψηφίζει ενόλω τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ