Legislator Case Law & Legislation
2185/2009 AI generated

2185/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2185/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Αφαίρεση κατασκευασμάτων, κατά το άρθρο 591 Α.Κ. Ερμηνεία δικαιοπραξίας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 173,200 Α.Κ. Πότε συντελείται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων αυτών, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ. Έννοια "πραγμάτων", κατ΄ άρθρο 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ. Προυποθέσεις για την ίδρυση του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559, είναι το αποδεικτικό μέσο που προσκομίσθηκε με επίκληση να είναι νόμιμο και παραδεκτό. Η δικαστική ομολογία αποτελεί πλήρη απόδειξηκατά του ομολογήσαντος, όταν γίνεται με πρόθεση τούτου προς αναγνώριση του επιβλαβούς γι΄ αυτόν γεγονότος, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την συγκεκριμένη δίκη.

Legislator headnote

AI generated

2185/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 591 ΑΚ "Ο εκμισθωτής αποδίδει στο μισθωτή τις αναγκαίες δαπάνες που αυτός έκανε στο μίσθιο. Οι επωφελείς δαπάνες αποδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων. Ο μισθωτής έχει δικαίωμα να αφαιρέσει τα κατασκευάσματα που πρόσθεσε ο ίδιος στο μίσθιο".

Keywords

AI generated
removal of attached property right of removal removal expenses unlawful deprivation of movable property withdrawal leading to termination consignment of debt
AI generated
1329/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 1497/19-4-2010 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος και την 1845/11-5-2010 αίτηση του ήδη αναιρεσίβλητου για τον καθορισμό οριστικής τιμής αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Αφού συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκε η απόφαση 851/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-9-2011 αίτησή του.
1553/2021
οι διάδικοι παρίστανται στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο, αν πρόκειται για διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει να έχει δοθεί δικαστική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η έλλειψη αυτής, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παράστασης, καθώς και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως και ο διάδικος θεωρείται, ότι δεν παρίσταται (ΑΠ 838/2017, ΑΠ 1921/2014, ΑΠ 652/2014, πρβλ. ΟλΑΠ 8/2009, ΟλΑΠ 9/2003) και
1676/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/2/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2344/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2487/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/5/2008 αίτησή της και τους από 27/3/2009 πρόσθετους λόγους αυτής.
651/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
409/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2185 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Αφαίρεση κατασκευασμάτων, κατά το άρθρο 591 Α.Κ. Ερμηνεία δικαιοπραξίας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 173,200 Α.Κ. Πότε συντελείται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων αυτών, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ. Έννοια "πραγμάτων", κατ΄ άρθρο 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ. Προυποθέσεις για την ίδρυση του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559, είναι το αποδεικτικό μέσο που προσκομίσθηκε με επίκληση να είναι νόμιμο και παραδεκτό. Η δικαστική ομολογία αποτελεί πλήρη απόδειξηκατά του ομολογήσαντος, όταν γίνεται με πρόθεση τούτου προς αναγνώριση του επιβλαβούς γι΄ αυτόν γεγονότος, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την συγκεκριμένη δίκη.

Αριθμός 2185/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ..., 2) ..., 3) ..., ενεργούσας εν προκειμένω το μεν ατομικά ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος ..., το δε ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των τριών ανηλίκων τέκνων της: α) ..., β) ... και γ) αβάφτιστου άρρενος τέκνου του ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Λιάρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές ... και ..., που παραστάθηκαν μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Αχιλλέα Τσιχτή ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/11/2000 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6895/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5803/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ως άνω αναιρεσίβλητη με την από 15/9/2004 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 672/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 5803/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος που αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 4492/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/1/2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου ανέγνωσε την από 25/9/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 591 ΑΚ "Ο εκμισθωτής αποδίδει στο μισθωτή τις αναγκαίες δαπάνες που αυτός έκανε στο μίσθιο. Οι επωφελείς δαπάνες αποδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων. Ο μισθωτής έχει δικαίωμα να αφαιρέσει τα κατασκευάσματα που πρόσθεσε ο ίδιος στο μίσθιο".

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, αν ο μισθωτής κατά την διάρκεια της μισθώσεως πρόσθεσε στο μίσθιο κατασκευάσματα, για τα οποία δεν προτιμά ή δεν μπορεί να ζητήσει από τον εκμισθωτή τα δαπανηθέντα ποσά, λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων που ορίζονται στις δύο πρώτες παραγράφους του άρθρου τούτου, έχει δικαίωμα, κατά την απόδοση του μισθίου, να προβεί σε αφαίρεση των κατασκευασμάτων αυτών, εκτός αν οι συμβαλλόμενοι ρύθμισαν με άλλον τρόπο την τύχη των, πράγμα που δεν αποκλείεται από τις ανωτέρω διατάξεις, εφ' όσον αυτές είναι ενδοτικού χαρακτήρα.

Η διάταξη, όμως, αυτή έχει εφαρμογή οσάκις πρόκειται να κριθεί η τύχη "κατασκευασμάτων" στο μίσθιο, δηλαδή κινητών πραγμάτων, τα οποία συνδέθηκαν προς το κύριο πράγμα, κινητό ή ακίνητο, κατά τρόπον ώστε και μετά την σύνδεση να είναι ευδιάκριτα, ανεξαρτήτως αν απετέλεσαν συστατικό ή αν φέρουν προσωρινό χαρακτήρα.

Αντικείμενο της ενοχικής αξιώσεως του μισθωτού βάσει της διατάξεως του άρθρου 591 ΑΚ, είναι τα ίδια κινητά πράγματα, τα οποία αποτελούν "κατασκευάσματα", που έχουν προστεθεί στο μίσθιο και την αφαίρεση των οποίων είναι υποχρεωμένος να ανεχθεί ο εκμισθωτής, αν δε ο τελευταίος αρνείται να ανεχθεί την αφαίρεση, η ενοχική αξίωση του μισθωτού για αυτούσια παραλαβή των, δεν υφίσταται καμία αλλοίωση, αλλά εξακολουθεί κατευθυνόμενη στο ίδιο αντικείμενο.

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Τέτοιοι κανόνες είναι και οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., οι οποίοι αφορούν στην αναζήτηση, κατά την ερμηνεία των συμβάσεων και των δικαιοπραξιών γενικής, της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλομένων, χωρίς προσήλωση στις λέξεις που αυτοί χρησιμοποίησαν, και όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη.

Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι ανωτέρω διατάξεις, όταν, καίτοι διαπιστώνει, ανελέγκτως, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για την συμπλήρωση ή ερμηνεία των, στις διατάξεις των άρθρων 173, 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και την συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη ερμηνείας ή συμπληρώσεως, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστεως.

Οι αυτοί δε ερμηνευτικοί κανόνες παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξία, κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνα προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη ήτοι οι συνήθειες και τρόποι ενέργειας που επικρατούν στις συναλλαγές.

Ωσαύτως, παραβιάζονται εκ πλαγίου, υπό την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου στερείται νομίμου βάσεως, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., όταν η απόφαση δεν διευκρινίζεται αν στην δικαιοπραξία υπάρχει κενό ή ασάφεια και εντεύθεν ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας της και παρά ταύτα εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή των, ως άνω, ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών. (ΑΠ 79/1996).

Το δικαστήριο, κατά την εφαρμογή των, ως άνω, διατάξεων, διαπιστώνει κυριαρχικώς την βούληση των μερών, στην κρίση του δε αυτή δεν δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. β', η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτούς.

Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι η παράβαση ελέγχεται μόνον αν τα διδάγματα της κοινής πείρας αφορούν στην ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αορίστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, όχι όμως όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων εκτίμηση αποδείξεων ή ερμηνεία δικαιοπραξίας.

Εξ άλλου, ανεπάρκεια της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., υπάρχει, όταν το αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αναφέρονται ανεπαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριζε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αν η ανεπάρκεια ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (αρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς. Στην παρούσα περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά, εν σχέσει προς το δεύτερο επικουρικό αίτημα της αγωγής της ήδη αναιρεσιβλήτου, περί υποχρεώσεως των εναγομένων-αναιρεσειόντων να ανεχθούν την αφαίρεση των επί του μισθίου ακινήτου κατασκευασμάτων, που αναφέρονται στην αγωγή: "Δυνάμει του από 20-2-1997 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, οι αρχικά εναγόμενοι ..., ...

και ... εκμίσθωσαν στην ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία "... Ο.Ε.", για το χρονικό διάστημα από 1-3-97 έως 28-2-2003, ένα ισόγειο κατάστημα, κυριότητάς τους, επιφανείας 58 τ.μ., που βρίσκεται στον... επί της οδού ..., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί απ' αυτή προς άσκηση της εμπορικής της δραστηριότητας και ειδικότερα προς άσκηση σ' αυτό επιχείρησης καφετέριας.

Η ενάγουσα μισθώτρια εταιρεία παρέλαβε τη χρήση του μισθίου ακινήτου από την έναρξη της μίσθωσης και έκτοτε χρησιμοποιούσε αυτό, ως καφετέρια, συνεχώς, έως τις 16-5-2000, οπότε αυτή αποβλήθηκε, αναγκαστικά, από το μίσθιο ακίνητο, σε εκτέλεση της υπ' αρ. 1893/1999 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε καταστεί τελεσίδικη (βλ.

την υπ' αρ. 473/16-5-2000 έκθεση αποβολής του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ...). Περαιτέρω αποδείχθηκε από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, ότι η ενάγουσα εκμισθώτρια εταιρεία, κατά την έναρξη της μίσθωσης και προκειμένου να λειτουργήσει στο μίσθιο η επιχείρηση καφετέριας, εισήγαγε και τοποθέτησε στο μίσθιο ακίνητο, τις παρακάτω κατασκευές, που αποτελούν τον εξοπλισμό της καφετέριας: (α) ένα ξύλινο, από ξύλο μασίφ λουστραρισμένο απλικέ έπιπλο-μπάρα, διαστάσεως 7Χ0,5 γωνία και 2Χ0,5 περίπου μέτρων με μαρμάρινη επιφάνεια, (β) μία ανοξείδωτη κατασκευή, που περιλαμβάνει ψυγείο υγράς ψύξεως με βιτρίνα, διαστάσεων 2Χ0,75Χ0,85 μέτρων, ψυγείο αναψυκτικών διαστάσεων 2Χ0,70Χ0,85 μέτρων, ψυγείο παγωτού διαστάσεων 2Χ0,70Χ0,85 μέτρων, με τα αντίστοιχα μοτέρ, η οποία (ανοξείδωτη κατασκευή) καλύπτεται από το ξύλινο έπιπλο-μπάρα, που περιγράφεται στο στοιχείο (α) του παρόντος, (γ) μία ξύλινη λυόμενη κατασκευή, διαστάσεων 6,5 μέτρων περίπου, που περιλαμβάνει μπουκαλοθήκη, 8 ντουλάπια αποθήκευσης από μασίφ λουσταρισμένο ξύλο και βιτρίνες με γυάλινα ράφια, με πλάτη από κρύσταλλο αμμοβολής και κρυφό φωτισμό, (δ) 3 ντουλάπες αποθήκευσης, διαστάσεων 5Χ2,5 μέτρων, λυόμενης κατασκευής με εξωτερική επένδυση από μασίφ λουστραρισμένα απλικέ φύλλα "γαλλικά", με κρυφό φωτισμό διακόσμησης,(ε) διακοσμητικές λυόμενες ξυλοκατασκευές από μασίφ λουστραρισμένα ξύλα, με "κίονες" κατά διαστήματα, με ξύλινο διακοσμητικό απλικέ λουστραρισμένο αέτωμα και καθρέπτες ενδιάμεσα στους κίονες, συνολικής διάστασης 6Χ6 μέτρων περίπου, (στ) διακοσμητικές λυόμενες ξυλοκατασκευές από μασίφ λουστραρισμένα ξύλα, με "κίονες" κατά διαστήματα, με ξύλινο διακοσμητικό απλικέ λουσταρισμένο αέτωμα και κρύσταλλο αμμοβολημένο ενδιάμεσα στους κίονες, με κρυφό φωτισμό διαστάσεων 6Χ2,5 μέτρων. (ζ) 4 γυάλινες προθήκες, διαστάσεων 0,90Χ0,90 μέτρων με κρυστάλλινα ράφια, (η) ένα πάγκο ανοξείδωτο, διαστάσεων 6,5Χ0,70 μέτρων, με δύο γούρνες πλυσίματος, (θ) ένα σύστημα κλιματισμού, τύπου YORK, αποτελούμενο από (2) μονάδες 50.000 BTU και 40.000 BTU αντίστοιχα, με τα αντίστοιχα εξωτερικά μοτέρ, (ι) ένα σύστημα εξαερισμού με τα αντίστοιχα μοτέρ,(ι) ένα σύστημα εξαερισμού με τα αντίστοιχα μοτέρ,(κ) ένα σύστημα συναγερμού, μάρκας KATRANTZOS SECURITY, αποτελούμενο από 2 ραντάρ εσωτερικού χώρου, εξωτερική σειρήνα, τηλεχειριστήριο και τις αντίστοιχες επαφές, (λ) 80 σποτ αλογόνου με τις αντίστοιχες λάμπες.

Όλες οι ως άνω κατασκευές, που είναι προκατασκευασμένα και λυόμενα κινητά αντικείμενα, προσαρμόστηκαν στο μίσθιο ακίνητο προκειμένου να εξυπηρετήσουν εντελώς παροδικό σκοπό, ήτοι αποκλειστικά και μόνο για την εξυπηρέτηση της επιχείρησης καφετέριας, που η ενάγουσα θα ασκούσε στο μίσθιο ακίνητο μέχρι τη λήξη της ένδικης μίσθωσης.

Ειδικότερα, οι κατασκευές αυτές προσδέθηκαν στους τοίχους, στην οροφή και στο δάπεδο του μισθίου ακινήτου, με απλές βίδες ή κόλλα και δεν προκάλεσαν στο μίσθιο μόνιμη αλλοίωση ή οποιαδήποτε άλλη μη επισκευάσιμη βλάβη, μπορούν δε να αποχωριστούν ευχερώς από το μίσθιο ακίνητο (βλ. τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες του εσωτερικού χώρου του μισθίου με τις ως άνω κατασκευές).

Συνεπώς, οι ως άνω προσαρμοσθείσες στο μίσθιο ακίνητο κατασκευές δεν έχουν συνδεθεί με αυτό, κατά τρόπο μόνιμο, ώστε να εξυπηρετούν διαρκώς τον οικονομικό σκοπό αυτού καθ' εαυτού του μισθίου ακινήτου, αλλά μπορούν ευχερώς να αποχωριστούν από το μίσθιο ακίνητο, χωρίς βλάβη αυτού. Ύστερα απ' αυτά, οι κατασκευές αυτές αποτελούν "κατασκευάσματα", κατά την έννοια του άρθρου 591 παρ. 3 Α.Κ.

και δεν έχουν καταστεί συστατικά ή παραρτήματα του μισθίου ακινήτου. Γι' αυτό, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη, η στηριζόμενη στο άρθρο 1057 του Α.Κ. ένσταση ιδίας κυριότητας, που πρόβαλαν οι εναγόμενοι πρωτόδικα και επαναφέρουν με τις προτάσεις τους στην παρούσα δίκη, με την οποία (ένσταση) ισχυρίζονται ότι οι ως άνω κατασκευές έχουν καταστεί συστατικά του μισθίου ακινήτου, του οποίου αυτοί είναι συγκύριοι.

Με τον υπ' αριθμ. (10) του προαναφερθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, η ενάγουσα μισθώτρια εταιρεία και οι αρχικοί εναγόμενοι-εκμισθωτές συμφώνησαν, πλην των άλλων, και τα εξής: "Οι εκμισθωτές δεν υποχρεούνται σε καμία επισκευή, διόρθωση ή προσθήκη στο μίσθιο, κατά τη διάρκεια της μίσθωσης, κάθε δε τυχόν γενησομένη τοιαύτη από τη μισθώτρια, ακόμη και πολυτελής δαπάνη, παραμένει υπέρ του μισθίου, κατά τη λήξη της μίσθωσης, εάν το επιθυμούν οι εκμισθωτές, υποχρεουμένης, άλλως της μισθώτριας να επαναφέρει τούτο στην κατάσταση που το παρέλαβε, με δικές της δαπάνες".

Υπάρχει, όμως, ασάφεια στις δηλώσεις των συμβαλλομένων, σχετικά με την έννοια του προαναφερθέντος ειδικοτέρου όρου "προσθήκη". Γι' αυτό, πρέπει να αναζητηθεί η αληθής βούληση αυτών, ως προς το ως άνω θέμα. Από τον υπ' αρ. (10) όρο του μισθωτηρίου συμφωνητικού, που ερμηνεύεται, λόγω της ασάφειάς του, ως προς τον ειδικότερο όρο "προσθήκη", κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, προκύπτει ότι η αληθής βούληση των συμβαλλομένων ήταν να παραμείνουν, προς όφελος του μισθίου ακινήτου, μετά την λήξη της μίσθωσης, μόνο οι γενόμενες από τη μισθώτρια κατασκευές, που θα προσαρτώντο στο μίσθιο ακίνητο, κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο, προς διαρκή εξυπηρέτηση αυτού καθ' εαυτού του μισθίου ακινήτου και όχι και οι προκατασκευασμένες και λυόμενες κατασκευές που θα προσαρτώντο στο μίσθιο, προσωρινά, και θα χρησιμοποιούντο αποκλειστικά και μόνο για την εξυπηρέτηση της επιχείρησης καφετέριας, που θα ασκούσε η ενάγουσα στο μίσθιο ακίνητο.

Επομένως, οι προαναφερθείσες προκατασκευασμένες και λυόμενες κατασκευές, που η ενάγουσα τοποθέτησε και προσάρτησε στο μίσθιο ακίνητο, προς εξυπηρέτηση της επιχείρησης καφετέριας ("κατασκευάσματα"), δεν αποτελούν "προσθήκες" με την έννοια του όρου 10 του μισθωτηρίου συμφωνητικού. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ενάγουσα μισθώτρια εταιρεία, πέραν των ως άνω κατασκευασμάτων, είχε προβεί και σε άλλες κατασκευές στο μίσθιο ακίνητο, και ειδικότερα στην κατασκευή παταριού και σκάλας, που οδηγεί σ' αυτό καθώς και στην κατασκευή τουαλέτας στο πατάρι, οι οποίες (κατασκευές) είναι μόνιμες και εξυπηρετούν, κατά τρόπο διαρκή, αυτό καθ' εαυτό το μίσθιο ακίνητο, των οποίων (κατασκευών) την αφαίρεση δεν αξίωσε η ενάγουσα μετά τη λήξη της μίσθωσης, θεωρώντας, προφανώς, αυτές, ως "προσθήκες", οι οποίες, παραμένουν προς όφελος του μισθίου, σύμφωνα με τον όρο 10 του συμφωνητικού μισθώσεως.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη, η στηριζόμενη στο άρθρο 361 του Α.Κ. ένσταση των εναγομένων, την οποία πρόβαλαν πρωτόδικα και επαναφέρουν στο παρόν Δικαστήριο με τις προτάσεις τους, και με την οποία ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται να αξιώνει την αφαίρεση των ως άνω κατασκευών, διότι αυτές αποτελούν "προσθήκες" και έχουν παραμείνει προς όφελος του μισθίου ακινήτου, βάσει του υπ' αρ. 10 όρου του συμφωνητικού μισθώσεως.

Ύστερα απ' όσα προαναφέρθηκαν, η ενάγουσα δικαιούται, κατ' άρθρο 591 παρ. 3 του Α.Κ., να αφαιρέσει τα προαναφερθέντα κατασκευάσματα από το μίσθιο κατάστημα, ακόμη και μετά την αποχώρησή της από το μίσθιο..." Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο έκρινε, ότι η αληθής βούληση των συμβαλλομένων διαδίκων, εν σχέσει προς τον ειδικότερο όρο "προσθήκη", που περιέχεται στον 10ο όρο του μεταξύ αυτών καταρτισθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού, ήταν να παραμείνουν προς όφελος του μισθίου καταστήματος μόνον οι γενόμενες από τον μισθωτή κατασκευές, προς διαρκή εξυπηρέτηση αυτού καθ' εαυτού και όχι οι προκατασκευασμένες, λυόμενες κατασκευές που θα προσαρτώντο προσωρινώς στο μίσθιο προς εξυπηρέτηση της επιχειρήσεως που θα ασκείτο σ' αυτό, και (αφού απέρριψε την προταθείσα από τους εναγομένους ένσταση ιδίας κυριότητος επί των κατασκευασμάτων) δέχθηκε την αγωγή, κατά το ανωτέρω μέρος της, και υποχρέωσε τους εναγομένους-αναιρεσείοντες να ανεχθούν την αφαίρεση από τον μισθωτή ενάγοντα των κατασκευασμάτων που αναφέρονται στην απόφασή του.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 173, 200 ΑΚ, εφ' όσον, μετά την διαπίστωση από αυτό, ανελέγκτως, της υπάρξεως κενού ως προς τον, ως άνω, όρο "προσθήκη", προέβη σε ερμηνεία αυτού, με βάση την καλή πίστη, λαμβάνοντας υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη, οι παραδοχές του δε εκφράζουν την αντίληψη του συνετού και έντιμου κοινωνικού ανθρώπου και δεν προσκρούουν σε συναλλακτικά ήθη, αφού δεν είναι αντίθετη, αλλά συνηθισμένη η περίπτωση να γίνεται διαχωρισμός από τους συμβαλλομένους, επί μισθώσεως, των μονίμων κατασκευασμάτων που γίνονται από τον μισθωτή και εξυπηρετούν το μίσθιο, ώστε να παραμένουν σ' αυτό (με την έννοια της αδυναμίας του τελευταίου να αξιώσει αποζημίωση) και αυτών που αποτελούν τον εξοπλισμό του καταστήματος για την άσκηση της προβλεπομένης επιχειρήσεως (όταν μάλιστα αυτά αντιπροσωπεύουν μεγάλο ποσό).

Εξ άλλου, στην απόφασή του το Εφετείο διαλαμβάνει περιστατικά και διευκρινίζει ότι στην μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα σύμβαση υπάρχει κενό και ειδικότερα ως προς τον όρο "προσθήκη", που περιέχεται στον δέκατο όρο του από 20-2-1997 ιδιωτικού συμφωνητικού και εντεύθεν ότι υπάρχει ανάγκη ερμηνείας, με προσφυγή στις διατάξεις των άρθρων 173, 200 Α.Κ., στις οποίες και προσέφυγε, αναζητώντας, κατά τις παραδοχές του, την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβάνοντας υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη.

Επομένως, οι πρώτος και τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι αναιρέσεως από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των προαναφερομένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, ενώ οι αιτιάσεις που περιέχονται στον πρώτο λόγο αναιρέσεως είναι απαράδεκτες, διότι ανάγονται σε περιστατικά τα οποία, κατά την εκδοχή των αναιρεσειόντων, απεδεικνύοντο και οδηγούσαν σε αντίθετη κρίση από αυτή στην οποία κατέληξε το Εφετείο και επομένως στην εκτίμηση των αποδείξεων, οι αιτιάσεις δε που περιέχονται στον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, είναι απαράδεκτες, διότι ανάγονται στην πληρέστερη ανάλυση και ανάπτυξη του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο, όμως στην απόφαση εκτίθεται σαφώς, εν όψει του ότι ως καλή πίστη νοείται η εντιμότητα και η ευθύτητα στις συναλλαγές του χρηστού και έμφρονα ανθρώπου, ενώ τα συναλλακτικά ήθη αποτελούν προσδιοριστικά στοιχεία της καλής πίστεως και όχι αυτοτελές στοιχείο της ερμηνείας.

Ο αυτός δε λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, από το αυτό άρθρο και αριθμό, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ανεπάρκεια της αιτιολογίας, εν σχέσει προς τον προταθέντα από τους εναγομένους-αναιρεσείοντες ισχυρισμό περί ιδίας κυριότητας επί των επιδίκων κατασκευασμάτων, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που παραβιάσθηκαν, πού ακριβώς έγκειται η ανεπάρκεια και τι έπρεπε να περιληφθεί στην απόφαση, ώστε η αιτιολογία να είναι επαρκής.

Άλλως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της επικλήσεως της εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ πλημμέλειας, πλήττεται η περί των πραγμάτων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, επειδή το Εφετείο παραβίασε τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο ως διδάγματα της κοινής πείρας, "για την ερμηνεία της δικαιοπραξίας".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι ανάγεται όχι στην ερμηνεία των, ως άνω, κανόνων ουσιαστικού δικαίου (αρ. 173, 200 Α.Κ.) ή στην υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτούς, αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων και την ερμηνεία της δικαιοπραξίας.

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που έχει ασκηθεί με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση.

Προκειμένου περί ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, η οποία θεμελιώνεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη όλα τα πραγματικά περιστατικά. Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη τον αυτοτελή ισχυρισμό και τον απέρριψε, για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό.

Στην παρούσα περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο πραγματικά περιστατικά, τα οποία οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες είχαν επικαλεσθεί επί πλέον, προς θεμελίωση της ενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από την ενάγουσα, που είχαν προτείνει νομίμως ενώπιον του Εφετείου.

Με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά, κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος της: "... Με την από 26-7-2000 εξώδικη πρόσκληση, που επιδόθηκε στους εναγομένους την 1η Αυγούστου 2000, η ενάγουσα ζήτησε απ' αυτούς να της επιτρέψουν να αφαιρέσει από το μίσθιο τα κατασκευάσματα αυτά, εντός τριών ημερών από την επίδοση της εξώδικης όχλησης.

Γνωστοποίησε μάλιστα σ' αυτούς, με την ίδια εξώδικη πρόσκληση, ότι έχει ήδη πωλήσει τα ως άνω κατασκευάσματα σε τρίτο, αντί τιμήματος 10.000.000 δραχμών και ότι σε περίπτωση καθυστέρησης παραλαβής τους, αυτή θα υποστεί ισόποση ζημιά. Οι εναγόμενοι, με την από 18-9-2000 εξώδικη δήλωσή τους, που επιδόθηκε στην ενάγουσα, στις 29-9-2000, απαντώντας στην ως άνω πρόσκλησή της, αρνήθηκαν να της επιτρέψουν την παραλαβή των κατασκευασμάτων, πλην των ψυγείων, ισχυριζόμενοι ότι όλα τα λοιπά κατασκευάσματα αποτελούν "προσθήκες" που έχουν παραμείνει προς όφελος του μισθίου, σύμφωνα με τον υπ' αρ. 10 όρο του μισθωτηρίου συμφωνητικού.

Στη συνέχεια, η ενάγουσα, με την από 13-10-2000 νέα εξώδικη πρόσκληση, που επιδόθηκε στους εναγομένους, στις 16-10-2000, κάλεσε και πάλι τους εναγομένους να της επιτρέψουν να παραλάβει όλα τα ως άνω κατασκευάσματα συμπεριλαμβανομένων και των ψυγείων, στις 19-10-2000. Οι εναγόμενοι, όμως, αρνήθηκαν και πάλι να της επιτρέψουν να παραλάβει όλα τα κατασκευάσματα καθώς και τα ψυγεία, προβάλλοντας τον ίδιο ως άνω ισχυρισμό...

Περαιτέρω από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι η αφαίρεση των ως άνω "κατασκευασμάτων" από το μίσθιο ακίνητο θα προκαλέσει σ' αυτά (κατασκευάσματα) σοβαρές φθορές ή ολική καταστροφή και στο μίσθιο ακίνητο σοβαρές φθορές. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η αφαίρεση των ως άνω "κατασκευασμάτων" είναι ευχερής, αφού αυτά είναι προσαρτημένα στο μίσθιο με βίδες ή κόλλα.

Έτσι, αυτά δεν θα υποστούν φθορές κατά την αφαίρεσή τους, ούτε θα μειωθεί η αξία τους, αλλά θα παραμείνουν λειτουργικά και μετά την αφαίρεσή τους, δυνάμενα να χρησιμοποιηθούν ξανά, κατά τον προορισμό τους. Οι δε μικρές φθορές που θα προκληθούν στο μίσθιο ακίνητο από την αφαίρεσή τους, μπορούν, ευχερώς, να αποκατασταθούν, με μικρή δαπάνη και σε μικρό χρονικό διάστημα.

Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι το χρηματικό ποσό που θα απαιτηθεί για τις δαπάνες που θα υποβληθεί η ενάγουσα για την αποξήλωση των κατασκευασμάτων καθώς και για την αποκατάσταση των φθορών του μισθίου που θα προκληθούν από την αφαίρεση αυτών, υπερβαίνει την αξία που θα έχουν τα κατασκευάσματα μετά την αποξήλωσή τους.

Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε ότι είναι οικονομικά ασύμφορη, για την ενάγουσα, η αφαίρεση των κατασκευασμάτων από το μίσθιο ακίνητο. Ύστερα απ' αυτά, η ένδικη αξίωση της ενάγουσας προς αφαίρεση των κατασκευασμάτων, δεν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνο δε το γεγονός ότι κατά το χρονικό διάστημα που θα απαιτηθεί για την αφαίρεση των κατασκευασμάτων και για την αποκατάσταση των φθορών του μισθίου, θα είναι αδύνατον να λειτουργήσει η επιχείρηση (καφετέρια), που διατηρεί στο μίσθιο ακίνητο ο νέος μισθωτής αυτού και ότι οι εναγόμενοι έχουν υποχρέωση να παρέχουν ακώλυτη τη χρήση του μισθίου στο νέο μισθωτή, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας για αφαίρεση των κατασκευασμάτων.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη, η στηριζόμενη στο άρθρο 281 του Α.Κ. σχετική ένσταση των εναγομένων, που πρόβαλαν πρωτόδικα και στην παρούσα κατ' έφεση δίκη... "Από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, συνάγεται ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη και τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο πραγματικά περιστατικά, δεχόμενο, με την προηγούμενη κρίση του, τα αντίθετα, ήτοι ότι οι εναγόμενοι οχλήθηκαν επανειλημμένως από την ενάγουσα (από 1-8-2000 εγγράφως, ενώ η έξωση αυτής έγινε την 16-5-2000), προκειμένου να της επιτρέψουν να παραλάβει τα επίδικα κατασκευάσματα και αυτοί αρνήθηκαν, προβάλλοντας ότι αυτά έχουν παραμείνει προς όφελος του μισθίου, απέρριψε δε την προβληθείσα ένσταση, ως αβάσιμη.

Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, εν σχέσει προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση εκάστου τούτων.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' λόγο αναιρέσεως. Για την ίδρυση, όμως, του λόγου αυτού, πρέπει το αποδεικτικό μέσο να είναι νόμιμο και παραδεκτό. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 352 του ΚΠολΔ, "η ομολογία του διαδίκου, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνον που ομολόγησε.

Το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την εξώδικη ομολογία". Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 335 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται, ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνον εκείνη του διαδίκου, που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς ενώπιον του δικαστηρίου, που δικάζει την δίκη (ή του εντεταλμένου δικαστού), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικος και εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία έγινε επίκλησή της, ως αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1298/2008).

Η κατά τα ανωτέρω δε ομολογία, δηλαδή η παραδοχή, με μονομερή δήλωση, απευθυνομένη προς το δικαστήριο, που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρισίμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επικλήσεως και της αποδείξεώς του, πρέπει να έγινε με πρόθεση αυτόν, προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.

Απόδειξη, δηλαδή, δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνον η γενομένη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, πρέπει δε να είναι σαφής και συγκεκριμένη. Ειδικότερα, δικαστική ομολογία υπάρχει, όταν το ενώπιον του δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από τον διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 115/2007).

Στην παρούσα περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη της, ως αποδεικτικό μέσο που παρέχει πλήρη απόδειξη, την δικαστική ομολογία της ενάγουσας ήδη αναιρεσιβλήτου, η οποία περιέχεται στο δικόγραφο της ενδίκου αγωγής της και την οποία οι εναγόμενοι - αναιρεσείοντες είχαν επικαλεσθεί, νομίμως, προς απόδειξη των πραγματικών περιστατικών που θεμελίωναν την προταθείσα από αυτούς, νομίμως, ένσταση, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από την ενάγουσα και ειδικότερα ότι, "με την αποξήλωση των ξύλινων επενδύσεων, αυτές θα καταστρέφοντο ή θα υφίσταντο σημαντικές βλάβες, ώστε τελικά η αξία τους θα ήταν τόσο μικρή, σε σύγκριση με τις δαπάνες που θα έπρεπε να υποβληθεί η τελευταία τόσο για την αποξήλωση όσο και κυρίως για την επαναφορά του μισθίου στην κατάσταση που το παρέλαβε, ώστε το οικονομικό της συμφέρον επέβαλε να αφήσει τις επενδύσεις αυτές στο μίσθιο.! Όμως, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ενδίκου αγωγής, το οποίο επιτρεπτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., τα φερόμενα ως ομολογηθέντα πραγματικά περιστατικά αποτελούσαν τα επικληθέντα πραγματικά περιστατικά, προς θεμελίωση της κυρίας βάσεως και του κυρίου αιτήματος της αγωγής, που απερρίφθη, αμετακλήτως, με την προηγηθείσα 5803/2004 απόφαση του ίδιου Εφετείου, ως μη νόμιμος, "περί καταβολής αποζημιώσεως", συνεπεία μη εκπληρώσεως της παροχής από τους εναγομένους, με την απόδοση στην ενάγουσα των κατασκευασμάτων επί του μισθίου (εφ' όσον μετά την υπαναχώρηση του νέου αγοραστού ...

από την σύμβαση της πωλήσεως αυτών, ως ενιαίου συνόλου, καθίσταται ανέφικτη η ανεύρεση νέου αγοραστού), ενώ η προβληθείσα από τους εναγομένους ήδη αναιρεσείοντες ένσταση, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από την ενάγουσα, αφορά στο δεύτερο επικουρικό αίτημα της αγωγής", περί αποδόσεως αυτουσίων των κατασκευασμάτων", με τη υποχρέωση των εναγομένων να ανεχθούν την αφαίρεση αυτών, που αποτελούσε και το μόνον αντικείμενο της δίκης ενώπιον του Εφετείου, για την οποία εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση (μετά και την υπ' αριθμ. 672/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου).

Επί τη βάσει τούτων, δεν υφίσταντο εν προκειμένω οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις για το νόμιμο και παραδεκτό της δικαστικής ομολογίας, εφ' όσον αφ' ενός μεν δεν προκύπτει ομολογία με σκοπό αποδοχής των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την προταθείσα ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, όπως υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, αφ' ετέρου δε δεν έλαβε χώρα στην συγκεκριμένη δίκη, που δίκασε το Εφετείο και προτάθηκε η δικαστική ομολογία ως αποδεικτικό μέσο.

Επομένως, το Εφετείο, μη λαμβάνοντας υπ' όψη την επικαλουμένη δικαστική ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο που παρέχει πλήρη απόδειξη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και ο ανωτέρω πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος. Συναφώς, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και ο έκτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του αυτού άρθρου του Κ.Πολ.Δ., επειδή το Εφετείου παραβίασε την αποδεικτική δύναμη του αποδεικτικού μέσου της αυτής δικαστικής ομολογίας.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-1-2008 αίτηση των ... κ.λ.π., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 4492/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ