2184/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 86/1967, ορίζεται ότι "όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφαλίσεως ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν, με σκοπό αποδόσεως στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς και δεν καταβάλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών".
Legislator headnote
AI generated2184/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): γ) Όταν πρόκειται για εργοδότη ετερόρρυθμη εταιρεία, υπόχρεος για την καταβολή τους είναι οι ομόρρυθμοι εταίροι αυτής (αρ. 278 ν.4072/2012).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2184 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 2184/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου-Εισηγήτρια και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευφημία Παπαϊωάννου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 8515/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 12271/29-12-2017 αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 102/2018.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε: α) να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης που στρέφεται κατά του σκέλους της καταδίκης και β) να γίνει αυτή δεκτή κατά του σκέλους της απόρριψης των ελαφρυντικών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ' αριθμ. πρωτ. 12271/29-12-2017 αίτηση του Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ... (οδός ...) για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8515/2017 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία καταχωρήθηκε στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 εδ.α του Κ.Ποιν.Δ. βιβλίο στις 11 Δεκεμβρίου 2017, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα κατά το άρθρο 473 παρ. 1, 2 και 3 Κ.Ποιν.Δ. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των λόγων της.
1. Με την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 86/1967, ορίζεται ότι "όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφαλίσεως ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν, με σκοπό αποδόσεως στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς και δεν καταβάλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών".
Κατόπιν, με τη διάταξη του άρθρου 33 του ν. 3346/2005, όπως αντικ. με το άρθρο 30 του ν. 3904/2010 με τίτλο "εξορθολογισμός και βελτίωση στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης και άλλες διατάξεις", που ισχύει κατά το άρθρο 38 αυτού από τη δημοσίευση στην εφημερίδα της κυβερνήσεως στις 23-12-2010 (ΦΕΚ Τ.Α. 218), ορίζεται ότι "1. Για την εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών) να υπερβαίνει το ποσό των 20.000 ευρώ. 2.
Για την εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων που παρακρατούνται να υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ". Εξάλλου, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μήνα, μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ, κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, ορίζεται ότι ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τον χρόνο που έχει οριστεί (για την καταβολή τους).
Για την πληρότητα δε της αντικειμενικής υπόστασης των εν λόγω εγκλημάτων, απαιτείται το υποκείμενό τους να έχει την ιδιότητα του εργοδότη, κατά την έννοια του άρθρου 8 παρ. 5 του α.ν. 1846/1951, δηλαδή να πρόκειται για φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο προσφέρει την εργασία ή την υπηρεσία του το προσωπικό που υπάγεται στην ασφάλιση και το οποίο οφείλει, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατείτο μέρος των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους, για να το αποδώσει στον ασφαλιστικό οργανισμό.
Από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και όσα έγιναν δεκτά στην προεκτεθείσα νομική σκέψη προκύπτει πως για την στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών εισφορών που είναι γνήσια εγκλήματα παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των παραπάνω εισφορών μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία, απαιτείται να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση τα παρακάτω:
α) Η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ' αυτόν, καθώς και μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά στον ασφαλιστικό οργανισμό, που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό, β) Αναφορά, επί εργοδότη νομικού προσώπου (εταιρείας), της μορφής του νομικού προσώπου ή της εταιρείας και των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η ιδιότητα και η θέση που είχε ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος στην εταιρεία κατά το χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση εισφορών.
γ) Όταν πρόκειται για εργοδότη ετερόρρυθμη εταιρεία, υπόχρεος για την καταβολή τους είναι οι ομόρρυθμοι εταίροι αυτής (αρ. 278 ν.4072/2012).
Περαιτέρω, η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτήν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη.
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.
Δεν αποτελούν, όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στη παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ' αυτή.
Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί η έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 Κ.Π.Δ. στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το Δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση.
5. Περαιτέρω η κατά τα προεκτεθέντα επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά και στην κρίση για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, η οποία, επίσης, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητος προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής.
Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας σε περίπτωση δε παράλειψης του Δικαστηρίου να αποφανθεί επ' αυτού ιδρύεται ο προαναφερθείς εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β λόγος αναίρεσης. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός, δεν είναι νόμιμος ή δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε να διαλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολόγηση, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αόριστο ισχυρισμό, ενώ αιτιολογία για τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς εμπεριέχεται στην κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή (ΑΠ 1017/2015).
Εξάλλου, αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου στην περίπτωση που προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 Μ.Κ., αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής, εφόσον, βεβαίως, αυτός προβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. 'Όταν δε συντρέχουν περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως, κατά την επιμέτρησή της, λαμβάνει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 85 του Π.Κ.
Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του Π.Κ. με στοιχ. α και ε, ήτοι το ότι ο υπαίτιος: α) έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και ε) συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του.
Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, πρέπει ο υπαίτιος να έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, δηλαδή πρέπει ο έντιμος βίος του να ανάγεται σε όλες τις μορφές της συμπεριφοράς του. Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική αυτή περίσταση δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξης, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλ' απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά.
Συνεπώς, ο έντιμος βίος απαιτεί θετική συμπεριφορά, αποδεικνυόμενη με συγκεκριμένα περιστατικά.
Εξάλλου, η αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. ε Π.Κ. προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης υπό καθεστώς ελεύθερης κοινωνικής διαβίωσης. 'Όμως, ενόψει του εγκληματοπροληπτικού και σωφρονιστικού σκοπού της θέσπισης της οικείας διάταξης που διατρέχει την όλη, και υπό καθεστώς ελευθερίας, διαβίωση του υπαιτίου μετά την τέλεση της πράξης, δεν αρκεί για την στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού η καλή και συνήθης συμπεριφορά και δη εργασία και ομαλή οικογενειακή ζωή και μόνον, αλλά απαιτούνται πραγματικά περιστατικά, θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσής του και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη σχετική διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει. Εσφαλμένη δε εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται με πλάγιο τρόπο, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, το οποίο περιέχεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία θεμελίωσης και στην ταυτότητα του σχετικού εγκλήματος, υπάρχουν ελλείψεις, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Α.Π.80/2016).
Ενώπιον του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσείων, δια της συνηγόρου του, υπέβαλε εγγράφως και περιλήφθηκαν στα πρακτικά της, ανέπτυξε δε και προφορικά κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα:
ΙΙ.ΜΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ ΤΟΥ ΔΟΛΟΥ ΛΟΓΩ ΚΗΡΥΞΗΣ ΣΕ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΤΩΧΕΥΣΗΣ ΤΗΣ ΕΤΕΡΡΟΡΥΘΜΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ "... Ε.Ε." ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΟ ΤΙΤΛΟ "...".
1. Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 παρ. 1 του α.ν. 635/1937 και ήδη σήμερα άρθρο 17 παρ. 1 ΠτΚ, λόγω της "πτωχευτικής απαλλοτρίωσης" ο πτωχός στερείται αυτοδικαίως της διοικήσεως της πτωχευτικής περιουσίας, με αποτέλεσμα να είναι άκυρη κάθε πράξη - δικαιοπραξία ως προς την ομάδα των πιστωτών αυτού, που αφορά την πτωχευτική περιουσία, κατά δε το άρθρο 679 του Εμπορικού Νόμου, ήδη 171 ΠτΚ καθιερώνεται ποινική ευθύνη του πτωχεύσαντος από την πληρωμή των πιστωτών του μετά την παύση των πληρωμών ή ακόμη και έξι μήνες πριν από την ημέρα αυτή. Έτσι, η αυτόβουλη διάθεση των κεφαλαίων του πτωχεύσαντος, καθόσον αυτά συγκροτούν την πτωχευτική περιουσία, κατά τις ανωτέρω διατάξεις αποκλείεται, δεδομένου ότι κατά τη ratio της διάταξης η τελευταία πρέπει να προστατευθεί ώστε να μπορέσουν να ικανοποιηθούν οι δανειστές μέσα από την πτωχευτική διαδικασία (ΑΠ 162/1998 ΠοινΧρον 1998, σελ. 789). Άλλωστε, κατά τις διατάξεις του άρθρου 41 ΠτΚ οι πράξεις του πτωχού - οφειλέτη που διενεργήθηκαν εντός του χρόνου που περιλαμβάνεται από την ημέρα παύσης των πληρωμών όπως αυτή προσδιορίζεται στην απόφαση που κηρύττει την πτώχευση μέχρι τη δημοσίευση της τελευταίας, ήτοι εντός της καλουμένης "ύποπτης περιόδου", θεωρούνται επιζήμιες για την ομάδα των πιστωτών και είναι ανακλητέες από τον σύνδικο (ΑΠ 389/1997 ΝοΒ 1998, σελ. 1419).
2.Η απαγόρευση στον πτωχό να προβεί σε πληρωμές των πιστωτών του μετά την ημέρα παύσης των πληρωμών ή και έξι μήνες πριν από αυτή που καθιερώνει το άρθρο 679 παρ. 4 ΕμπΝ ήδη 171 ΠτΚ, ουσιαστικά απαγορεύει τις πληρωμές στον πτωχεύσαντα αναδρομικά, ήτοι από την ημέρα παύσης των πληρωμών, η απαγόρευση αυτή ενεργεί ως στοιχείο αναιρετικό του δόλου, σε χρόνο που εμπίπτει στην ύποπτη περίοδο. Τα παραπάνω έχουν κριθεί τόσο στις περιπτώσεις της μη καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών των εργαζομένων (ΑΠ 525/2011, ΠοινΧρον 2011, σελ. 186, ΑΠ 1100/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 565/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2295/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1245/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1503/1994 ΝοΒ 1995, σελ. 582, ΑΠ 1590/1990), της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (ΑΠ 659/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 202/2011, Αρμ 2011, σελ. 1363, ΑΠ 1948/2010 ΠοινΧρον 2011, σελ. 734, ΑΠ 249/1998, σελ. 892, ΑΠ 825/1997 ΝοΒ 1998, σελ. 270, ΑΠ 771/1995, ΠοινΧρον 1995, σελ. 1384), της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής (ΑΠ 2198/2003 ΠΧρον ΝΔ' σελ. 792, ΑΠ 2420/2003 ΠΛογ 2002 σελ. 2574, ΑΠ 1263/2002 ΠΛογ 2002 σελ. 1366, ΑΠ 1511/2002 ΠΛογ 2002 1531, ΕφΘεσ437/2006, Αρμ 2006
σελ. 917, ΠλημΚερκ5356/2005, Αρμ 2007, σελ. 98, ΠλημΚερκ4272/2005 σελ. 2006 σελ. 1267).
3.Όλα τα παραπάνω αδικήματα έχουν ως κοινό παρονομαστή τη μη καταβολή οφειλόμενου χρηματικού ποσού, ενώ διαφοροποιούνται μόνο ως προς την αιτία της χρηματικής οφειλής. Η παραπάνω ομοιότητα των αδικημάτων, η οποία θεμελιώνεται δικαιοπολιτικά στην ποινική απαξία των τυποποιούμενων συμπεριφορών θα πρέπει να οδηγήσει τους εφαρμοστές του δικαίου σε ενιαία αντιμετώπιση ως προς την ποινική αντιμετώπιση των συνεπειών της πτώχευσης στα υποκείμενα τέλεσης των αδικημάτων αυτών (adhocΠλημΚερκ5356/2005, Αρμ 2007
σελ. 98).
4. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 26 ΠτΚ, που αφορά τη δημόσια τάξη και είναι αναγκαστικού δικαίου, από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεων τους. Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ' αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως, ή η εκτέλεση τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας. Συνέπεια της παραπάνω αρχής αναστολής των ατομικών διώξεων είναι ότι δεν είναι επιτρεπτή η άσκηση αγωγής κατά του πτωχεύσαντος εκ μέρους των πιστωτών του, η δε δίκη που άρχισε πριν από την κήρυξη της πτώχευσης δεν μπορεί να συνεχισθεί σε οποιοδήποτε στάδιο και βρίσκεται (ΕφΔυτΜακ 40/2008Αρμ 2009, σελ. 235, ΕφΘεσ 1437/2002 Αρμ 2003 σελ. 1136).
5.Σύμφωνα με την αρχή της ultima ratio του ποινικού μας δικαίου, η ποινή αποτελεί το έσχατο μέσο προστασίας των εννόμων αγαθών, με αποτέλεσμα να μην κρίνεται ανεκτή η ποινική τιμώρηση μίας συμπεριφοράς που δεν αποτελεί αστικό αδίκημα (I. Μανωλεδάκης, Το έννομο αγαθό, σελ. 54).
6.Το αδίκημα του άρθρου 1 και 2 αν 86/1967 αποτελεί ένα γνήσιο, ιδιαίτερο έγκλημα παράλειψης (Θ. Παπακυριάκου, Φορολογικό Ποινικό Δίκαιο, σελ. 389), για την κατάφασή του δε όπως υποδεικνύει η διάταξη του άρθρου 15 ΠΚ καθώς και η διάταξη του άρθρου 27 ΠΚ, δέον να διερευνούνται οι αντικειμενικές δυνατότητες που διαθέτει το ποινικά υπόλογο φερόμενο πρόσωπο αναφορικά με την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων της επιχείρησης: α) τη γενική οικονομική κατάσταση της επιχείρησης και β) την πραγματική εξουσία την οποία ασκεί μέσα στην επιχείρηση το φυσικό πρόσωπο που φέρει την κρίσιμη για τη θεμελίωση της ποινικής ευθύνης τυπική ιδιότητα. Η παράλειψη διαπίστωσης των ανωτέρων αντικειμενικών, πραγματικών δεδομένων θα καθιστούσε "αντικειμενικοποιημένη την ποινική ευθύνη".
7.Έχει εύστοχα επισημανθεί ότι η μόνη ουσιαστικά περίπτωση όπου η νομολογία των Δικαστηρίων λαμβάνει υπόψη της ισχυρισμό περί αδυναμίας καταβολής του χρέους είναι αυτή κατά την οποία ο δράστης-οφειλέτης έχει κηρυχθεί σε πτώχευση, δεδομένου ότι η μη καταβολή δεν καλύπτεται από τον δόλο του δράστη (Καλλιντέρης, Η προσωπική ευθύνη διοικητών νομικών προσώπων, σελ. 78 επ. και παρατηρήσεις Θ. Σάμιου, σε ΔΦΝ, 2001, 687 επ.).
8.Στην περίπτωση του πτωχού οφειλέτου του Δημοσίου, όπως και στις αντίστοιχες περιπτώσεις του πτωχού εργοδότη ή εκδότη ακάλυπτης επιταγής ο δράστης βρίσκεται μπροστά σε μία αναπόφευκτα άδικη επιλογή: είτε να φροντίσει να καλύψει με διαθέσιμα κεφάλαια την επιταγή που έχει εκδώσει, την ασφαλιστική εισφορά που οφείλει, τις δεδουλευμένες αποδοχές των εργαζομένων του ή το χρέος προς το Δημόσιο διαπράττοντας με τον τρόπο αυτό το αδίκημα της χρεοκοπίας κατ' άρθρο 171 ΠτΚ είτε να μην ενεργήσει με τον ανωτέρω τρόπο και να διαπράξει το αδίκημα του άρθρου 1 ν. 86/1967, 25 ν. 1882/1990, 79 ν. 5960/1933 κλπ.
9. Oι περιπτώσεις αυτές αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα αναπόφευκτα άδικης επιλογής, όπου δεν υπάρχει ελευθερία επιλογής και αποφυγής του αδίκου. Δεν μπορεί λοιπόν να υπάρχει ουσιαστικό περιεχόμενο του καταλογισμού, κάθε δε επιλογή του δράστη πρέπει να κριθεί συγχωρετή και να αρθεί ο καταλογισμός του (Μανωλεδάκης, Γενική θεωρία Ποινικού Δικαίου, 2004, σελ. 984). Άλλωστε, η ικανότητα προς καταλογισμό αποτελεί τη βάση του ανθρωπίνως φευκτού της υπαιτιότητος (Χωραφάς, Ποινικό Δίκαιο, σελ. 231 επ., Ν. Ανδρουλάκης, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, τ. Α', σελ. 526)
10.Όπως αναλυτικά κατωτέρω εκτίθεται η ετερόρρυθμη εμπορική εταιρία με την επωνυμία "... Ε.Ε." και το διακριτικό τίτλο "..." και εγώ ο μοναδικός ομόρρυθμος εταίρος της κηρυχθήκαμε σε κατάσταση πτώχευσης δυνάμει της με αριθμό 2200/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (βλ. σχετικό έγγραφο) με την οποία, ορίστηκε ημέρα παύσης των πληρωμών η 1.05.2013 και διορίστηκε σύνδικος πτώχευσης ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης Σταύρος Σταύρου (AM ΔΣΘ 8976).
11.Στην προκειμένη περίπτωση κατέβαλα κάθε ανθρωπίνως δυνατή προσπάθεια να καταβάλω την ένδικη οφειλή μου στο σύνολό της. Συγκεκριμένα:
Όπως προκύπτει από την με αρ. 12804/27.12.2011 απόφαση ρύθμισης του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ (βλ. σχετικό έγγραφο) υπέβαλα αίτηση προκειμένου να ρυθμίσω τις κατά τον ανωτέρω χρόνο οφειλές μου. Το συνολικό ποσό της οφειλής μου κατά τον ανωτέρω χρόνο ανερχόταν σε 112.397,30 (ήτοι 92.994,01 ευρώ κ.ε. και 19.403,29 ευρώ π.τ.) προερχόμενο από εισφορές 07/2011, 09/2011, 10/2011 και 01/2012. Οι εν λόγω οφειλές μου κατέστησαν ληξιπρόθεσμες, εντούτοις μεσούσης της οικονομικής κρίσης και παρότι τα εισοδήματα της εταιρίας είχαν μειωθεί κατακόρυφα κατέβαλα κάθε δυνατή προσπάθεια να είμαι συνεπής ως προς την καταβολή και συμφώνησα να καταβάλω το συγκεκριμένο ποσό σε 36 μηνιαίες δόσεις 3.122,15 ευρώ έκαστη δόση. Το ποσό αυτό, ωστόσο, ήταν πολύ υψηλό για τα οικονομικά δεδομένα της εταιρίας και για το λόγο αυτό απώλεσα την σχετική ρύθμιση.
Όπως προκύπτει από την με αρ. 3179/22.03.2012 απόφαση ρύθμισης του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ (βλ. σχετικό έγγραφο), μετά την απώλεια της ανωτέρω ρύθμισης υπέβαλα νέα αίτηση προκειμένου να ρυθμίσω τις κατά τον ανωτέρω χρόνο οφειλές μου. Το συνολικό ποσό της οφειλής μου κατά τον ανωτέρω χρόνο ανερχόταν σε 130.196,83 (ήτοι 126.924,47 ευρώ κ.ε.
και 3.272,36 ευρώ π.τ.) προερχόμενο από εισφορές 07/2011, 09/2011, 10/2011 και 01/2012, 02/2012, 03/2012, 03/2012, 04/2012 και 05/2012. Οι εν λόγω οφειλές μου κατέστησαν ληξιπρόθεσμες. Παρά τις οικονομικές δυσκολίες της εταιρίας, προσπάθησα και πάλι να καταβάλω το συγκεκριμένο ποσό σε 61 μηνιαίες δόσεις 2.155,34 ευρώ έκαστη δόση. Το ποσό αυτό, μπόρεσα και κατέβαλα από 23.04.2012 έως και 29.03.2013 μεσούσης της οικονομικής κρίσης και μολονότι η εταιρία παρουσίαζε πια συστηματικά παθητικό, λόγω του οποίου οδηγήθηκε εν τέλει σε οριστική παύση πληρωμών, που οδήγησε στην κατάθεση της με α.α.
κατάθεσης 13537/2013 αίτησης με την οποία ζητούσαμε να κηρυχθεί η ετερόρρυθμη εμπορική εταιρία με την επωνυμία "... Ε.Ε." και το διακριτικό τίτλο "..." και εγώ ο μοναδικός ομόρρυθμος εταίρος της σε κατάσταση πτώχευσης. Παρόλα αυτά και ενώ είχαμε καταθέσει την ως άνω αίτηση για πτώχευση ρύθμισα εκ νέου τις οφειλές μου προς τον ασφαλιστικό μου φορέα ΙΚΑ - ΕΤΑΜ δυνάμει της υπ' αριθμ. 104494/29.05.2013 απόφασης (βλ.
σχετικό έγγραφο). Το συνολικό ποσό της οφειλής μου κατά τον ανωτέρω χρόνο ανερχόταν σε 113.103,33 (ήτοι 102.056,92 ευρώ κ.ε. και 11.046,33 ευρώ π.τ.) προερχόμενο από εισφορές 09/2011, 10/2011 και 01/2012, 02/2012 και 04/2012. Το ποσό αυτό ρυθμίστηκε σε 50 μηνιαίες δόσεις 325,44 ευρώ έκαστη δόση, το κατέβαλα δε ανελλιπώς μέχρι και τον Ιανουάριο 2014, ότε και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2200/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Έκτοτε, στερήθηκα αυτοδικαίως της διοίκησης της περιουσίας μου. Μολονότι λοιπόν είχα την πρόθεση να εξοφλήσω πλήρως και ολοσχερώς την οφειλή μου, ωστόσο το να συνεχίσω να καταβάλω τις δόσεις της ρύθμισης ήταν αντικειμενικά αδύνατο, διότι θα τελούσα την παράβαση του άρθρου 171 ΠτΚ. Ως εκ τούτου απωλέσθηκε και η εν λόγω ρύθμιση, όχι όμως από δική μου υπαιτιότητα.
Συνεπώς η απαιτούμενη συνδρομή του αξιολογικού-δεοντολογικού στοιχείου της ενοχής ("άλλως δύνασθαι πράπειν", "μη φευκτόν της υπαιτιότητας") δεν πληρούται καθώς δεν υπήρχε καμία απολύτως δυνατότητα μου συμμόρφωσης προς τη δικαιική επιταγή καταβολής του χρέους ενόψει της αυτοδίκαιης αποστέρησης από εμένα της διαχείρισης και διοίκησης της πτωχευτικής περιουσίας (άρθρο 2 ΑΝ 635/1937, ήδη άρθρο 17 παρ. 1 Ν 3588/2007) και την παράλληλη απειλή ποινικών κυρώσεων σε περίπτωση πληρωμής των πιστωτών μετά την ημερομηνία παύσης πληρωμών (άρθρο 679 ΕΝ, ήδη 171 παρ. 1 Ν 3588/2007).
Σημειώνω επίσης ότι, ακόμη και στην ύστατη στιγμή κατέβαλα προσπάθεια να εξοφλήσω πλήρως και ολοσχερώς την οφειλή μου συνολικού ποσού 134.643,62 ευρώ (ήτοι 103.079,67 ευρώ κ.ε. και 17.946,71 ευρώ π.τ.) αξιοποιώντας τις ευνοϊκές διατάξεις του ν. 4321/2015 και να υπαχθώ σε ρύθμιση 100 δόσεων ποσού εκάστης δόσης 1.346,44 ευρώ, όπως προκύπτει από την από 17.06.2015 αίτηση που υπέβαλα στον ασφαλιστικό μου φορέα ΙΚΑ - ΕΤΑΜ (βλ. σχετικό έγγραφο). Ωστόσο, η υπαγωγή μου στην εν λόγω ρύθμιση δεν κατέστη εφικτή, από αποκλειστική υπαιτιότητα του συνδίκου της πτώχευσης, μοναδικού διαχειριστή της περιουσίας μου, ο οποίος, μολονότι νομίμως κλητεύθηκε προς τούτο (βλ. σχετικό έγγραφο) δεν ανταποκρίθηκε στην πρόσκλησή μου να καταβάλει εμπροθέσμως την 1η δόση της ρύθμισης έως 22.06.2015 και κάθε επόμενη. Ήδη μέχρι σήμερα ο άνω σύνδικος δεν προέβη σε καμία ενέργεια ρύθμισης της οφειλής μου.
Τέλος, αναφέρω ότι ενδεικτικό της έλλειψης από πλευράς μου του απαιτούμενου δόλου για την τέλεση της αποδιδόμενης σε βάρος μου παράβασης είναι το γεγονός ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα λειτουργίας της εταιρίας και μέχρι τον Ιανουάριο 2014, ότε εκδόθηκε η απόφαση της πτώχευσης καταβάλλονταν συνεπώς όλες οι τρέχουσες εισφορές (ήτοι δεν κατέστη ληξιπρόθεσμη καμία μεταγενέστερη της 04/2012 οφειλή μου.
III. ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΗΣ ΕΛΑΦΡΥΝΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΠΡΟΤΕΡΟΥ ΕΝΤΙΜΟΥ ΒΙΟΥ.
1. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς.
Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής (βλ.
ενδεικτικά σε ΑΠ 20/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Όταν δε συντρέχουν περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως, κατά την επιμέτρησή της, λαμβάνει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ.
Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.
Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους (βλ. ενδεικτικά σε ΑΠ 69/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 35/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ στοιχ.
α ήτοι ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το αδίκημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενική κοινωνική ζωή. Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, πρέπει ο υπαίτιος να έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, δηλαδή πρέπει ο έντιμος βίος του να ανάγεται σε όλες τις μορφές της συμπεριφοράς του και δεν αρκεί, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών, μόνο η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου (βλ.
ενδεικτικά σε ΑΠ 126/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 941/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 287/2011, 729/2011, ΑΠ 736/2011).
2. Η ετερόρρυθμη εμπορική εταιρία με την επωνυμία "... Ε.Ε." και το διακριτικό τίτλο "..." συστάθηκε με το από 02.09.2003 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης ετερόρρυθμης εμπορικής εταιρείας και είχε ως καταστατικό σκοπό την "εμπορία χονδρικώς και λιανικώς στο εσωτερικό και στο εξωτερικό και διανομή κάθε είδους που αφορά εκκλησιαστικά είδη, σκεύη, άμφια, εικονογραφήσεις, θυμίαμα, συστήματα ήχου και γενικά κάθε είδος που αφορά στις ανάγκες εξοπλισμού και λειτουργίας και λατρείας Ιερών Ναών, Μονών και κατηχητικών ή ιδιωτών".
Επίσης, την "εμπορία παντός προϊόντων γραφικών τεχνών (π.χ. εικόνων, εντύπων ή βιβλίων που άπτονται θρησκευτικών θεμάτων της Ορθοδόξου Εκκλησίας), την σύναψη, υπογραφή και εκτέλεση συμβολαίων σχετικών με τους σκοπούς, και ιδίως όσον αφορά την ανάληψη αγιογραφήσεων και ξυλογλύπτων, με οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η ραφή ιερατικών αμφίων - στολών, και η επιδιόρθωση αυτών, η παραγωγή εικόνων και χριστιανικών συμβόλων από υγρή πορσελάνη και η κατασκευή ιερών σκευών, όπως επίσης και η επαργύρωση ή επιχρύσωσή τους.
Ο νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρίας ήμουν από την πρώτη στιγμή εγώ, ο μοναδικός ομόρρυθμος εταίρος αυτής (βλ. σχετικά έγγραφα). Η εταιρία λόγω του σκοπού της συναλλασσόταν κατά κύριο λόγο με ενοριακούς και μητροπολιτικούς ναούς, εκκλησίες, Ιερές Μονές, Ησυχαστήρια καθώς και ιερείς, διάκονους, ιεροψάλτες, μοναχούς και μοναχές, ενοριακά και φιλοπτωχικά ταμεία, επιτροπές ιερών ναών κ.α.
Επίσης με θρησκευόμενους πιστούς που προμηθεύονταν πράγματα αφιερωμένα στην ορθόδοξη λατρεία τόσο για ιδιωτική τους χρήση, όσο και για προσφορές, δώρα, αφιερώματα κλπ.
Η άνω εταιρία αποτέλεσε την κύρια επαγγελματική μου δραστηριότητα για δέκα και πλέον έτη, ενώ ήταν και η μόνη πηγή βιοπορισμού μου.
Ωστόσο, η οικονομική κρίση που μαστίζει τη χώρα από τα τέλη του 2009 και κλιμακούμενα έως σήμερα είχε ως συνέπεια την μόνιμη και οριστική έλλειψη ρευστότητας της εταιρίας και συνακόλουθα την οριστική παύση των πληρωμών της. Το αντικείμενο δε της δραστηριότητας έχει ιδιαιτερότητες, που το καθιστούν πλέον ευάλωτο σε συνθήκες γενικευμένης έλλειψης ταμειακής ρευστότητας. Ειδικότερα, οι πωλήσεις της εταιρίας δεδομένου ότι δεν αφορούσαν σε είδη πρώτης ανάγκης ή άμεσης κατανάλωσης άρχισαν να περιορίζονται δραματικά. Επιπρόσθετα, η μείωση των αποδοχών και των εισοδημάτων που συντελέστηκε στη χώρα την τελευταία τριετία εκμηδένισε τη δυνατότητα αποταμίευσης των πιστών, και αντίστοιχα τη δυνατότητά τους για ενίσχυση των ταμείων των εκκλησιών, με προσφορές, δωρεές κλπ. Έτσι τα έσοδα των κυριότερων πελατών της εταιρίας, ήτοι των Ιερών Ναών και των Μονών εκμηδενίστηκαν πλήρως. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την οικονομική ασφυξία, διότι δημιουργήθηκε σταδιακά πλήρης έλλειψη ρευστότητας. Τα ταμειακά υπόλοιπα εκμηδενίστηκαν, χρηματικές υποχρεώσεις παρέμεναν ανεξόφλητες, ενώ οι λιγοστές παραγγελίες έπρεπε να εκτελεστούν ιδίως όταν αφορούσαν είδη όπως νάμα, θυμίαμα κλπ δεδομένου ότι οφείλαμε να καταβάλλουμε κάθε προσπάθεια, και για τους προφανείς λόγους ηθικής τάξης, να προμηθεύσουμε τους παλαιούς πελάτες μας, ανεξαρτήτως υπολοίπου ή πληρωμής της παραγγελίας.
Στην ως άνω οικονομική ασφυξία προστέθηκε και η απότομη διακοπή της τραπεζικής χρηματοδότησης και η ταυτόχρονη καθυστέρηση έγκρισης των πιστώσεων της εταιρίας από τα τραπεζικά ιδρύματα, συνδεόμενες με επαχθείς αξιώσεις ασφαλειών και πρόσθετων εγγυήσεων έκλεισαν την στρόφιγγα του τραπεζικού δανεισμού και προκάλεσαν ακόμη δραματικότερη επιδείνωση της ταμειακής ρευστότητας της εταιρίας.
Οι προμηθευτές, στους οποίους σωρεύτηκαν ανεξόφλητα υπόλοιπα λογαριασμών εντός του έτους 2012 τροποποίησαν τους όρους πληρωμής και παράδοσης των προϊόντων τους, διακόπτοντας την πίστωση και απαιτώντας την άμεση εξόφληση ή την εξόφληση εντός μικρού χρονικού διαστήματος, συνήθως ενός μηνός, πολλοί δε πελάτες μας κατέστησαν γνωστή την πλήρη αδυναμία τους να εξοφλήσουν τις οφειλές τους, με αποτέλεσμα τη διόγκωση του παθητικού της εταιρίας.
Προσπάθησα με κάθε τρόπο να συνεχίσω την λειτουργία της εταιρίας. Όμως όλα τα παραπάνω οδήγησαν σε μία πρωτοφανή ταμειακή ασφυξία, ώστε ήταν αναπόφευκτο πια τόσο η εταιρία όσο και εγώ προσωπικά να κηρυχθούμε σε κατάσταση πτώχευσης, όπως ήδη αναφέρθηκε με την με αριθμό 2200/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
3. Μέχρι τη χρονική συγκυρία του επιχειρηματικού εκτροχιασμού για τους λόγους που αμέσως ανωτέρω αναλυτικά εξέθεσα, ήτοι για λόγους που δεν αφορούν στο πρόσωπό μου, έζησα μία έντιμη οικονομική και επαγγελματική ζωή, με ήθος και αξιοσύνη. Είμαι έγγαμος και πατέρας τριών τέκνων. Ήμουν ένας άριστος και επιμελής επιχειρηματίας και ταυτόχρονα ένας αφοσιωμένος και συνεπής οικογενειάρχης. Τηρούσα στο ακέραιο όλες τις οικονομικές υποχρεώσεις τόσο της εταιρίας όσο και τις προσωπικές μου προς το Δημόσιο, προς τους ασφαλιστικούς φορείς και προς τους τρίτους, απολάμβανα δε του σεβασμού από όλους. Απολάμβανα το σεβασμό και την εμπιστοσύνη όλων των εργαζομένων της εταιρίας. Επίσης είχα άριστη συνεργασία και σχέση με όλους τους προμηθευτές και τους πελάτες της εταιρίας, απολάμβανα του σεβασμού και της εμπιστοσύνης τους, που εκδηλώθηκε έμπρακτα επιλέγοντας την συνεργασία μας, παρά τον τεράστιο ανταγωνισμό του κλάδου μας. Κατάφερα επί 10 και πλέον έτη να δραστηριοποιηθώ, να ανελιχθώ και εν τέλει να εδραιωθώ και να επιλεγώ από έναν κύκλο προσώπων, όπου το ήθος και οι αξίες, η συνέπεια και η εντιμότητα είναι υψίστης αξίας και αποτελεί το κυριότερο κριτήριο για τις επιλογές τους.
Περαιτέρω, ακόμη και μέσα στο κλίμα της έντονης ταμειακής δυσχέρειας επεδίωξα να φανώ συνεπείς με τις υποχρεώσεις μου. Συγκεκριμένα, κατέβαλα κάθε δυνατή προσπάθεια να είμαι συνεπής προς τον ασφαλιστικό μου φορέα υπαγόμενος σε ρύθμιση. Μάλιστα, ακόμη και στις 31.05.2013, ήτοι μετά την κατάθεση της αίτησης για την κήρυξη σε πτώχευση, ζητήσαμε να υπαχθούμε στις διατάξεις του αρ. 62 ν. 4087/2012 και ζητήσαμε τον διακανονισμό των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τον ασφαλιστικό μου φορέα ΙΚΑ, κατέβαλα δε ανελλιπώς την ορισθείσα μηνιαία δόση (βλ.
σχετικό έγγραφο). Σημειωτέον το συνολικό ποσό των εισφορών που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και για τις οποίες συντάχθηκε η με αριθμό 506/ΠΕΕ/Α/804/2011 ΠΕΕ ανερχόταν σε 32.490,00 ευρώ (Βλ. σχετικά το με ΒΜ Τ2011/3979 ένδικο κλητήριο θέσπισμα, το οποίο συντάχθηκε τον Δεκέμβριο του έτους 2011), ήδη δε το ποσό αυτό κατόπιν των καταβολών στις οποίες προέβην ανέρχεται στο ποσό των 14.912,67 ευρώ, όπως προκύπτει από την με αρ. 96/13.01.2015 ατομική ειδοποίηση που μου έλαβα (βλ.
σχετικό έγγραφο) και την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα τηρούμενα στον ασφαλιστικό μου φορέα αρχεία, κατέβαλα ανελλιπώς και τις τρέχουσες εισφορές του μοναδικού εργαζομένου που απασχολούνταν στην εταιρία μέχρι την έκδοση της απόφασης της πτώχευσης (βλ.
σχετικό έγγραφο). Επίσης, ήδη με την από 17.06.2015 αίτηση ρύθμισης προς τον ασφαλιστικό μου φορέα ΙΚΑ- ΕΤΑΜ επεδίωξα να υπαχθώ στις ευεργετικές ρυθμίσεις του ν. 4321/2015. Βάσει αυτής μπορούσα να υπαχθώ σε ρύθμιση των 100 δόσεων ποσού 1.346,44 ευρώ, εκάστη δόση. Η πρώτη δόση έπρεπε να καταβληθεί από το σύνδικο της πτώχευσης έως 22.06.2015 (βλ.
σχετικό έγγραφο). Με την από 18.06.2015 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση προς τον σύνδικο της πτωχεύσεως κ. Σταύρο Σταύρου (βλ. σχετικό έγγραφο), καλούσα αυτόν όπως προβεί στην ως άνω καταβολή, διότι εγώ στερούμαι της διαχείρισης της περιουσίας μου, την οποία πλέον ασκεί ο ίδιος. Ωστόσο, ο τελευταίος, δεν προέβη σε καταβολή με συνέπεια να απολέσω τη δυνατότητα ρύθμισης της συνολικής οφειλής μου προς τον ασφαλιστικό μου φορέα, περαιτέρω δε απώλεσα το δικαίωμά μου να υποβάλω νέα αίτηση για υπαγωγή μου στις ανωτέρω ρυθμίσεις.
Ο σύνδικος μέχρι σήμερα δεν έχει προβεί σε καμία ενέργεια για την πρόοδο της πτώχευσης όπως προκύπτει από το σχετικό πιστοποιητικό της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Επίσης, δεν έχει προβεί σε ρύθμιση της οφειλής μου προς τον Ασφαλιστικό μου φορέα ΙΚΑ.
Αποδεικνύεται, συνεπώς, ότι ο μοναδικός λόγος που δεν κατέβαλα τις επίδικες ασφαλιστικές εισφορές προς τον ασφαλιστικό φορέα ΙΚΑ με την ιδιότητά μου ως ομορρύθμου εταίρου και νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας με την επωνυμία "... Ε.Ε." ήταν η τεράστια οικονομική δυσχέρεια που αντιμετωπίσαμε και η λόγω αυτής κήρυξη σε κατάσταση πτώχευσης της εταιρίας. Άπαντα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά συγκροτούν τις αντικειμενικές περιστάσεις για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου (βλ. ενδεικτικά adhoc ΑΠ 1275/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- ΖΗΤΩ Την απαλλαγή μου από κάθε κατηγορία, άλλως να μου αναγνωριστούν επιπρόσθετα και οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ και 82 παρ. ε ΠΚ.".
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 8515/2017 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, κατόπιν νομικής σκέψης, δέχθηκε ανελέγκτως στο σκεπτικό του, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, πρακτικά πρωτοβάθμιων δικών, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογία κατηγορουμένου), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
"Ο κατηγορούμενος στη .... με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσε κατ' εξακολούθηση το ίδιο έγκλημα. Ειδικότερα, ως εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία ... Ε.Ε., καθώς είναι το μοναδικό ομόρρυθμο μέλος της ετερόρρυθμης εταιρίας, με αντικείμενο την κατασκευή ιερατικών ειδών και κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-2011 έως 1-12-2011, έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 01/08/2011 έως 31/10/2011 στην επιχείρησή του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίες με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές, ποσού 38.553,11 € μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για την μη καταβολή των εισφορών αυτών συνάχθηκε η με αριθμό 506/ΠΕΕ/Α/1.....8/2011 ΠΕΕ, συνολικού ποσού εισφορών 38.553,11 ευρώ.
1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο (εργοδοτικών) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 25.702,07 ευρώ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές.
2)Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή του (εργατικές), ποσού 12.851,04 €, με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση.
Ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου περί έλλειψης δόλου (άρνηση της κατηγορίας), διότι έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης δυνάμει της 2200/3.2.2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και από τις 1.5.2013 που ορίστηκε ως χρόνος παύσης των πληρωμών αδυνατούσε να καταβάλλει διότι θα μείωνε την πτωχευτική περιουσία, δεν ευσταθεί. Και τούτο διότι, η πτώχευση του οφειλέτη ασκεί έννομη επιρροή επί της ποινικής ευθύνης του υπόχρεου υπό την προϋπόθεση ότι η κήρυξη της πτώχευσης έλαβε χώρα πριν να καταστεί ληξιπρόθεσμη η οφειλή (ΑΠ 659/2011, δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ).
Εν προκειμένω όμως οι εισφορές (εργοδοτικές και εργατικές) έγιναν ληξιπρόθεσμες ήδη κατά το διάστημα από 1.10.2011 μέχρι 1.12.2011, δηλαδή πολύ πριν κηρυχθεί ο κατηγορούμενος σε κατάσταση πτώχευσης και πριν την ημέρα παύσης των πληρωμών. Η κατάσταση αυτή που επικαλείται και αποδεικνύει ο κατηγορούμενος θα εκτιμηθεί στα πλαίσια της επιμέτρησης της ποινής.
Τέλος, αποδείχθηκε ότι συντρέχουν περιστατικά που στοιχειοθετούν την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84§2 β' του ΠΚ. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην τέλεση της πράξης όχι από ταπεινά αίτια αλλά επειδή κατά το χρόνο που έπρεπε να είναι συνεπής στις υποχρεώσεις του έναντι του ασφαλιστικού φορέα (ΙΚΑ) άρχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα ρευστότητας καθώς οι πελάτες του (ιερείς, μονές, ιεροί ναοί) μείωσαν κατά πολύ τις παραγγελίες τους, τα δε χρέη έναντι των τραπεζικών εταιριών ανήλθαν στο ποσό των 258.929,69 ευρώ ενώ επιβλήθηκε κατάσχεση σε βάρος της περιουσίας του και από την ..... Δ.Ο.Υ. (βλ. 5η και 6η σελίδα της υπ' αρ. 2200/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), προβλήματα που τελικώς οδήγησαν στην πτώχευση της εταιρίας. Επομένως, πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο ποινή μειωμένη στα πλαίσια του άρθρου 83 περ. δ' του ΠΚ.
Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένα περιστατικά που να στοιχειοθετούν άλλες ελαφρυντικές περιστάσεις. Ειδικότερα, το μόνο θετικό συγκεκριμένο περιστατικό που αποδείχθηκε είναι η ύπαρξη οικογένειας πλην όμως δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένα θετικά περιστατικά έντιμης ζωής σε όλους τους υπόλοιπους τομείς της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 84§2α' του ΠΚ. Τέλος, οι προσπάθειες για ρύθμιση του χρέους στις οποίες προέβη ο κατηγορούμενος δεν στοιχειοθετούν περιστατικά για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84§2 ε' του ΠΚ, καθώς με αυτές ο κάθε οφειλέτης στοχεύει στη συνέπεια που ο νόμος προβλέπει, δηλαδή στην αναστολή της ποινικής δίωξης".
Ακολούθως το Πλημμελειοδικείο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης 8 μηνών που ανεστάλει, ήτοι του ότι:
"Στη Θεσσαλονίκη, από 1-10-2011 έως 1-12-2011, τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία ... Ε.Ε. και A.M.Ε.: ...650, Υποκ/μα ΙΚΑ ..., είδος επιχείρησης: Κατασκευή Ιερατικών ειδών και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 01/08/2011 έως 31/10/2012 στην επιχείρησή του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίες με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές, ποσού 38.553,11 € μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για την μη καταβολή των εισφορών αυτών συνάχθηκε η με αριθμό 506/ΠΕΕ/Α/1.....8/2011 ΠΕΕ, συνολικού ποσού εισφορών 38.553,11 ευρώ.
1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο (εργοδοτικών) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 25.702,07 ευρώ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές.
2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή του (εργατικές), ποσού 12.851,04 €, με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση.
Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος στην πράξη του ωθήθηκε από μη ταπεινά αίτια (άρθρ. 84 § 2β Π.Κ.)".
Με αυτά που δέχθηκε κατά το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης αυτής πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ.α, 27, 94, 375 παρ. 1 Π.Κ., 1 παρ. 1 και 2 Α.Ν. 86/1967, 33 Ν. 3346/2005 όπως αυτό αντικ.
με το αρ. 30 ν. 3904/2010 και 26 παρ. 3 και 27 παρ. 1 του Α.Ν. 1846/51 όπως ισχύουν, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός που πρότεινε ο αναιρεσείων περί έλλειψης δόλου του, που απαιτείται για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε καθόσον έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης, είναι όπως και ο ίδιος δέχεται αρνητικός της κατηγορίας τοιούτος κι εντεύθεν το Δικαστήριο, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του, αφού η απαιτούμενη αιτιολογία εμπεριέχεται σ' αυτήν περί ενοχής.
Στην προκείμενη, όμως, υπόθεση στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης υφίσταται ειδική παραδοχή-αιτιολογία αφορώσα αυτόν τον ισχυρισμό, κατά την οποία "ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί έλλειψης δόλου (άρνηση της κατηγορίας) διότι έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης δυνάμει της 2200/3-2-2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και από τις 1-5-2013 που ορίστηκε ως χρόνος παύσης των πληρωμών αδυνατούσε να καταβάλλει διότι θα μείωνε την πτωχευτική περιουσία, δεν ευσταθεί.
Και τούτο διότι, η πτώχευση του οφειλέτη ασκεί έννομη επιρροή επί της ποινικής ευθύνης του υπόχρεου υπό την προϋπόθεση ότι η κήρυξη της πτώχευσης έλαβε χώρα πριν να καταστεί ληξιπρόθεσμη η οφειλή (ΑΠ 659/2011..).
Εν προκειμένω όμως, οι εισφορές (εργοδοτικές και εργατικές) έγιναν ληξιπρόθεσμες ήδη κατά το διάστημα από 1-10-2011 μέχρι 1-12-2011, δηλαδή πολύ πριν κηρυχθεί ο κατηγορούμενος σε κατάσταση πτώχευσης και πριν την ημέρα παύσης των πληρωμών". Εξάλλου, για την κατάφαση και της πλήρωσης της υποκειμενικής υπόστασης των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε ο ήδη αναιρεσείων (την οποία και μόνον αφορούν οι λόγοι αναίρεσης) το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα εισφερθέντα αποδεικτικά μέσα, δεν υπήρχε δε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πλέον συγκεκριμένα, από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει αναμφίβολα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα συναξιολόγησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα προσκομισθέντα απ' αυτόν έγγραφα που αναγνώσθηκαν, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις αυτού, κατά τις οποίες το Δικαστήριο δέχτηκε τα ακριβώς αντίθετα από εκείνα που προέκυπταν από τα αποδεικτικά μέσα γιατί κατ' αυτόν (αναιρεσείοντα) αφού προέβαινε σε ρυθμίσεις των οφειλών του τις οποίες λόγω τις οικονομικές κρίσεις παραβίαζε αυτά (ένδικα χρέη του) δεν θεμελιώνουν ποινική του ευθύνη, πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως, διότι προβάλλονται απαραδέκτως, αφού η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστά λόγο αναίρεσης.
Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του Κ.Π.Δ. (ο Δ κατά τα αντίστοιχα τμήματά του) λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι α) δεν μνημονεύει ούτε κατ' είδος τα έγγραφα που έλαβε υπόψη του και δεν προκύπτει ότι τα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση και β) απέρριψε χωρίς αιτιολογία τον αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό του και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Καθόσον αφορά τους προβληθέντες ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας αυτοτελείς ισχυρισμούς εκ μέρους του κατηγορουμένου ήδη αναιρεσείοντος για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α και ε ΠΚ πρέπει κατ' αρχήν να εκτεθεί ότι από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό, που κατά τα προεκτεθέντα αλληλοσυμπληρώνονται με σαφήνεια, προκύπτει ότι αυτοί απορρίφθηκαν και επομένως ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.
Β Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια της έλλειψης ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ. γιατί δεν διέλαβε απόφαση επί των προβληθέντων αυτοτελών ως άνω ισχυρισμών του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, υπό μόνο το ανωτέρω εκτεθέν περιεχόμενο χωρίς ειδικότερη αναφορά σε συγκεκριμένη θετική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, δηλωτική της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσης του επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση των πράξεων της ούτε και συγκεκριμένα περιστατικά που θεμελιώνουν θετική και επωφελή για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά, δεν ήταν επαρκώς ορισμένοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του για την αναγνώριση στο πρόσωπό του των εκ του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ.
ε και α του Π.Κ. ελαφρυντικού της για μεγάλο διάστημα μετά τις πράξεις της καλής συμπεριφοράς του και του προτέρου έντιμου βίου αντίστοιχα. Επομένως, το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στους ως άνω ισχυρισμούς, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή τους, ορθά δε απέρριψε αυτούς με την προεκτεθείσα στο σκεπτικό του αιτιολογία.
Μετά ταύτα ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των ως άνω ελαφρυντικών, είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ. 2 και 369 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο, εκτός αν αυτό αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφο διαδικαστικό ή αναφέρεται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό του προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα.
Περαιτέρω, στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 Κ.Π.Δ.
πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικά δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης και συγκεκριμένα τη σελίδα 4 αυτών, προκύπτει ότι ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας αναγνώσθηκαν "τα πρακτικά των πρωτοβαθμίων δικών, επί των οποίων εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ.23530/7-12-2016 (πιν. 4) και 23529/7/12/2016 (πιν.5) αποφάσεις του Β' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με τ' αναγνωστέα σ' αυτές έγγραφα, καθώς και φωτοαντίγραφο του με αριθ.8719/25-10-2017 πιστοποιητικού περί πτωχεύσεως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο προσκομίσθηκε από την συνήγορο του κατηγορουμένου και το οποίο, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα, αναγνώσθηκε δημόσια στο ακροατήριο" από την για τον ίδιο λόγο επισκόπηση των πρακτικών των πρωτοβάθμιων δικών προκύπτει ότι τα αναφερόμενα σ' αυτές έγγραφα που αναγνώσθηκαν είναι:
η με αριθμ. 2200/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (εκούσια δικαιοδοσία), η με αρ.πρωτ. 444/2015/32257/17-6-2015 Αίτηση Ρύθμισης, το με αρ. πρωτ. 11347/24-11-2015 πιστοποιητικό του τμήματος πτωχεύσεων του Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, το με αρ. πρωτ. 8055/20-9-2016 πιστοποιητικό του τμήματος πτωχεύσεων του Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, η με αρ.πρωτ. 96/13-1-2015 ατομική ειδοποίηση του ΙΚΑ, οι με αρ.
πρωτ. 8512/6-9-2011,12.804/27-12-2011,3179/22-3-2012,104.494/29-5-2013 αρχικές αποφάσεις ρύθμισης, η υπ' αρ. ...2Β/19-6-2015 έκθεση επίδοσης της από 18-6-2015 εξώδικης δήλωσης-πρόσκλησης με το αντίστοιχο έγγραφο και το με αρ.πρωτ. 6323/16-6-2015 απαντητικό έγγραφο του ΙΚΑ με τις αντίστοιχες πιστώσεις. Με την αναφορά αυτή των εν λόγω εγγράφων, ενόψει και της αρίθμησής τους και του τίτλου τους, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους καθόσον μάλιστα τα προσκόμισαν προς ανάγνωση ο ίδιος ο κατηγορούμενος ήδη αναιρεσείων και η συνήγορός του κι εντεύθεν ήταν γνωστό το περιεχόμενό τους σ' αυτούς (κατηγορούμενο και συνήγορο του) και είχαν αμφότεροι τη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε πάντως από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης.
Ακόμη τα ως άνω έγγραφα που αναφέρεται ότι αναγνώσθηκαν στα πρακτικά εφόσον τα τελευταία δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά δεν επιτρέπεται αμφισβήτηση του γεγονότος ότι αναγνώσθηκαν κατ' άρθρο 141 παρ.3 ΚΠΔ σε συνδυασμό με άρθρο 140 του ίδιου Κώδικα και η σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος, πως "δεν προκύπτει ότι πράγματι αναγνώσθηκαν" είναι απαράδεκτη και ως τοιαύτη απορριπτέα.
Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το τμήμα του που αποδίδεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω έλλειψης ταυτότητας των εγγράφων "που φέρεται ότι αναγνώσθηκαν στην ακροαματική διαδικασία" με αποτέλεσμα να στερηθεί του δικαιώματος σχολιασμού των και υποβολής παρατηρήσεων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. α' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε για πρώτη φορά από την Ελλάδα με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ 53/74 και αποτελεί, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού Δικαίου και υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης εσωτερικού νόμου, ορίζεται ότι "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε....., είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως".
Η παραβίαση της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της ποινικής απόφασης, πέρα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, εκτός αν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια, που υπάγεται στους προβλεπόμενους από την εν λόγω διάταξη λόγους αναίρεσης, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ.
δ' ΚΠΔ, όπως το στοιχ. δ' της παρ. 1 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 11 του Ν. 3904/23-12-2010. Κατά συνέπεια, εφόσον, στην προκειμένη περίπτωση, δεν συντρέχει βάσιμος λόγος αναίρεσης εκ των προβλεπομένων στο άρθρο 510 ΚΠΔ, απορριπτέος ως αβάσιμος τυγχάνει και ο σχετικός λόγος της κρινομένης αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας, λόγω παραβίασης του ανωτέρω άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ περί δίκαιης δίκης, ο οποίος όμως θεμελιώνεται στις προαναφερθείσες αβάσιμες και ήδη απορριφθείσες πλημμέλειες.
Μετά ταύτα και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. πρωτ. 12271/29-12-2017 αίτηση του Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ... (οδός ...) για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8515/2017 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Δεκεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ