Legislator Case Law & Legislation
2184/2014 AI generated

2184/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2184/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 140/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 118/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-12-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Βρυνιώτης, ανέγνωσε την από 11-9-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.

Legislator headnote

AI generated

2184/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ'αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2184 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2184/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Πάρεδρο του ΝΣΚ Θεόδωρο Στριλάκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ε. Λ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 140/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 118/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-12-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Βρυνιώτης, ανέγνωσε την από 11-9-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ'αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον, υπ'αριθμ. 4226Β/28-5-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο της Καρδίτσας, Σ. Μ., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη με την οποία ορίστηκε δικάσιμος για συζήτησή της, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας καθώς και κλήση για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως αυτής.

Ο αναιρεσίβλητος, όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε πληρεξούσιος δικηγόρος του κατέθεσε έγγραφη δήλωση (κατ'άρθρο 242 παρ.2 και 573 Κ.Πολ.Δ.), μη παραστάσεως στο ακροατήριο. Επομένως, παρά την απουσία του, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών (568 παρ.4 εδ.α και 576 παρ. 2 εδ. α'και γ Κ.Πολ.Δ.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 249 εδ.α'ΚΠολΔ: "Αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από ύπαρξη ή ανυπαρξία μιάς έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης εκκρεμούς δίκης σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη, ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή, απόφαση που δεν θα μπορεί να προσβληθεί".

Παρά τη γραμματική διατύπωση της άνω διάταξης περί αναβολής της συζήτησης, πρόκειται περί αναστολής της δίκης, επιδιώκονται δε μ' αυτή δυο παράλληλοι σκοποί: Η εναρμόνιση των δικαστικών κρίσεων, ώστε να προληφθεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων και η εξυπηρέτηση της οικονομίας της δίκης. Η αναστολή εναπόκειται και αυτεπαγγέλτως στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου, μπορεί δε να εφαρμοσθεί και στην αναιρετική δίκη, παρά τη μη ρητή αναφορά στο άρθρο 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

των διατάξεων του άρθρου 249 Κ.Πολ.Δ., γιατί η απαρίθμηση σ' αυτό (573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ,) των εφαρμοζομένων στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση διατάξεων, δεν είναι περιοριστική. Η πρόληψη έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων επιτυγχάνεται μέσω της προκειμένης διάταξης, όταν η ένσταση εκκρεμοδικίας αργεί, γιατί δεν πληρούνται οι αυστηρές προϋποθέσεις του άρθρου 222 ΚΠολΔ.

Για την ευθεία εφαρμογή της άνω διάταξης, προϋποτίθεται κατ' αρχήν δεσμός προδικαστικότητας μεταξύ των δύο δικών, δηλαδή εξάρτηση της διάγνωσης της διαφοράς από άλλη έννομη σχέση (ΑΠ 1191/2010, 215/1999). Συνακόλουθα, εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του Αρείου Πάγου, να διατάξει την αναβολή (αναστολή) της συζήτησης της υπόθεσης που εκκρεμεί ενώπιόν του, όταν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την επίλυση νομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου και συναρτάται με έννομη σχέση η οποία αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του επιδίκου δικαιώματος, ενώ παράλληλα η διάγνωση στην άλλη δίκη του νομικού αυτού ζητήματος, θα συντελέσει στην επιτάχυνση της πορείας της εκκρεμούσας ενώπιον του και την ασφαλέστερη διάγνωση του ζητήματος αυτού, με την εναρμόνιση των δικαστικών κρίσεων, την αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων και τη διαφύλαξη της ενότητας της νομολογίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή (κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ότι η μη χορήγηση στον ενάγοντα υπαλλήλου του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, που απασχολείται στις υπηρεσίες της Περιφέρειας Θεσσαλίας, στον κλάδο ΔΕ Διοικητικού, με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αμειβόμενος, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου, που διέπει τον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, της καθοριζόμενης από το άρθρο 14 Ν 3016/2002, παροχής των 176 ευρώ μηνιαίως, η χορήγηση της οποίας συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, χωρίς να συναρτάται από καμμιά άλλη προϋπόθεση, όπως ιδιαίτερες συνθήκες εργασίας, είδος εργασίας ή πρόσωπα των εργαζομένων, συνιστά δυσμενή μεταχείριση, ανεπίτρεπτη μισθολογική διάκριση και αντισυνταγματική ρύθμιση σε βάρος τους.

Ότι, προς αποκατάσταση της διαταραχθείσας συνταγματικής αρχής της ισότητας, σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας (άρθρ. 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος) και προς άρση της άνισης διάκρισης πρέπει να επεκταθεί η χορήγηση της ειδικής αυτής παροχής και στον, ενάγοντα η οποία (παροχή) ακόμα και μετά την κατάργηση του άρθρου 14 ν. 3205/2003 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών αποφάσεων με το άρθρο 28 παρ. 4 ν. 3205/2003, διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά, με το άρθρο 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003, χωρίς να απαιτείται άλλη προϋπόθεση, πλην της υπαγωγής τους στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, όπως αυτό εκάστοτε ισχύει (Ν. 2470/1997 έως 31-12-2003 και Ν. 3205/2003 από 1-1-2004).

Κατ' ακολουθία των παραδοχών αυτών, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και υποχρέωσε το αναιρεσείον να του καταβάλει την επίδικη παροχή για το χρονικό διάστημα από1-1-2008 μέχρι 30-12-2009, ανερχόμενη στο ποσό των 4224 ευρώ.

Την κρίση αυτή του δικαστηρίου ουσίας προσβάλλει το αναιρεσείον, με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως εκ του άρθρου 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 13 Ν. 2738/1999, 14 Ν. 3016/2002, 24 παρ. 2 και 3 και 28 παρ.4 Ν. 3205/2003.

Όμως, η ευδοκίμηση ή μη του λόγου αυτού αναίρεσης εξαρτάται από την κρίση για το ζήτημα, της επέκτασης ή μη, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), της χορήγησης της παροχής των 176 ευρώ και σε κατηγορίες υπαλλήλων, υπαγομένων στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης και αμειβομένων σύμφωνα με αυτό, ως μόνης προϋπόθεσης για τη χορήγηση της, εξομοιούμενης (της παροχής αυτής), με τμήμα του μισθού τους, χωρίς διάκριση σε χαμηλόμισθους ή μη υπαλλήλους και ανεξάρτητα αν λαμβάνουν ή όχι οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή ανώτερη των 176 ευρώ, ή η χορήγησή της εξαρτάται και από τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 14 Ν. 3016/2002 και 24 παρ 2 Ν. 3205/2003, μη εξομοιούμενη με μισθό, και το οποίο ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, διότι α-φορά μεγάλη κατηγορία εργαζομένων στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα λοιπά ΝΠΔΔ, έχει ήδη παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την 1320/2013 απόφαση του Τμήματος αυτού, έχει δε ορισθεί δικάσιμος προς συ-ζήτηση αυτού η 18-12-2014.

Συνεπώς, συντρέχει νόμιμη κατ' ουσία περίπτωση, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 249 Κ.Πολ.Δ., να αναβληθεί (ανασταλεί) η έκδοση αποφάσεως επί του πρώτου σκέλους του λόγου αναιρέσεως εκ του άρθρου 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος έχει ως κύριο το ίδιο ακριβώς νομικό ζήτημα, εωσότου εκδοθεί απόφαση επί της παραπεμφθείσας στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού ως άνω υπόθεσης, για την εναρμόνιση των δικαστικών κρίσεων, ώστε να αποφευχθεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων και για την ενότητα της νομολογίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναβάλλει την έκδοση αποφάσεως επί της από 12-2-2013 αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 118/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας έως ότου εκδοθεί απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την 1320/2013 απόφαση του Β1 Τμήματος του Αρείου Πάγου.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2014.

Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ