2184/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2184/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566, παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2184 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2184/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Μαντά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..
Του αναιρεσιβλήτου: ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Οδυσσέα Ιωσηφίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2002 του ίδιου Δικαστηρίου, 815/2004 προδικαστικής και 6932/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ΑΘηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-3-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 27-9-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566, παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο (δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο) δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα : "Στις 27.6.2000 ο εναγόμενος εξέδωσε την υπ' αριθμ.....
επιταγή της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος, ποσού 555.000 δραχμών, πληρωτέα από τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό σε διαταγή της εταιρίας με την επωνυμία "...... ΕΠΕ". Η τελευταία οπισθογράφησε την επιταγή στον ενάγοντα, ο οποίος την εμφάνισε στις 4.7.2000 προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, πλην όμως αυτή δεν πληρώθηκε επειδή στον οικείο λογαριασμό δεν υπήρχε διαθέσιμο υπόλοιπο.
Ο εναγόμενος γνώριζε κατά το χρόνο εκδόσεως και πληρωμής της εν λόγω επιταγής ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον παραπάνω λογαριασμό, και παρά ταύτα εξέδωσε την εν λόγω επιταγή, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο ενάγων κατά το παραπάνω ποσό. Ο εναγόμενος δεν αρνείται ότι εξέδωσε την εν λόγω επιταγή, ισχυρίζεται όμως ότι δεν είχε δόλο, γιατί την επιταγή αυτή έδωσε στην παραπάνω εταιρία, προκειμένου να διευκολύνει οικονομικά τον μοναδικό εταίρο της.
Η έννοια όμως της επιταγής ως μέσου χρηματικής συναλλαγής και οι συνέπειες σε περίπτωση μη πληρωμής αυτής ήταν ασφαλώς γνωστές στον εναγόμενο, όταν δε παρέδωσε την επίδικη επιταγή στον ..... αποδέχθηκε το γεγονός της πιθανής περαιτέρω μεταβίβασης της επιταγής αυτής -άλλωστε αυτό ήταν το νόημα της διευκόλυνσης, να μπορεί δηλαδή ο τελευταίος να εξεύρει χρήματα οπισθογραφώντας την-, και συνεπώς γνώριζε ότι έπρεπε να βρίσκεται σε ετοιμότητα να εξοφλήσει την επιταγή μέσα στο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία εκδόσεώς της μέχρι την εμφάνισή της στην πληρώτρια τράπεζα.
Παρά ταύτα όμως ο εναγόμενος δεν είχε τα απαιτούμενα διαθέσιμα κεφάλαια στον οικείο λογαριασμό, διαπράττοντας έτσι το ποινικό αδίκημα του άρθρου 79 του ν. 5960133, από αυτή δε την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του ζημιώθηκε ο ενάγων κομιστής της επιταγής κατά το ποσό αυτής, ανερχόμενο σε 555.000 δραχμές. Οφείλει λοιπόν ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το παραπάνω ποσό, το οποίο ήδη αντιστοιχεί σε 1497 ευρώ, δεκτής γενομένης της αγωγής του τελευταίου, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφλησή της".
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως και υπό την επίκληση του άρθρου 560 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των άρθρων 281, 288, 300, 914 ΑΚ και 22 του Ν. 5960/1933, χωρίς να είναι σαφές το συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα που της προσάπτεται. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του.
Κατά το άρθρο 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ, προσωπική κράτηση μπορεί να διαταχθεί και για απαιτήσεις από αδικοπραξίες. Η διάταξη αυτή δεν καταργήθηκε από τη διάταξη του άρθρου 11 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του ΟΗΕ (Κυρ. Ν. 2462/1997), κατά το οποίο : "Κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση". Η διάταξη αυτή προδήλως αναφέρεται μόνο στις συμβατικές ενοχές και όχι στις αδικοπρακτικές και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αναλόγως και επί των τελευταίων, διότι είναι διαφορετικές οι προϋποθέσεις και η εσωτερική απαξία του αδικήματος από εκείνες της συμβατικής παράβασης. Ενόψει τούτου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια και υποστηρίζεται, ότι ανεπιτρέπτως διατάχθηκε η προσωπική κράτηση του αναιρεσείοντος ως μέσο εκτελέσεως της αποφάσεως, με την οποία επιδικάσθηκε στον αναιρεσίβλητο χρηματική απαίτηση εξ αδικήματος (εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής), τελεσθέντος εις βάρος του από τον αναιρεσείοντα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-3-2006 αίτηση του ....... για αναίρεση της 6932/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ