Legislator Case Law & Legislation
2182/2014 AI generated

2182/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2182/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθμ. 27339/27-6-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33179/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 568/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-7-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Βρυνιώτης, ανέγνωσε την από 16-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη του τρίτου.

Legislator headnote

AI generated

2182/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν ο πιο πάνω εκπρόσωπος του νομικού προσώπου δεν βρίσκεται στην κατοικία του ή στο Κατάστημα κ.λ.π. του νομικού προσώπου, το έγγραφο παραδίδεται στην πρώτη μεν περίπτωση, σε έναν από τους συγγενείς, υπηρέτες ή άλλους που συνοικούν με τον παραλήπτη και στη δεύτερη περίπτωση, στο διευθυντή του καταστήματος, του γραφείου ή του εργαστηρίου ή σε έναν από τους συνεταίρους, συνεργάτες, υπαλλήλους ή υπηρέτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2182 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2182/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης-Γεώργιος Γεννηματάς" που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Αργυρίου και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Α. Δ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, λόγω της ιδιότητός του ως δικηγόρος και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθμ. 27339/27-6-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33179/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 568/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-7-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Βρυνιώτης, ανέγνωσε την από 16-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη του τρίτου.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο αναιρεσίβλητος αυτοπροσώπως την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 124 παρ. 2, 126 παρ. 1 περιπτ. γ', 127 παρ. 1, 128, 129 και 139 παρ. 1 περ. δ' Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι για να είναι νόμιμη η επίδοση εγγράφου σε νομικό πρόσωπο, πρέπει το εν λόγω έγγραφο να παραδοθεί στον κατά το νόμο ή, το καταστατικό του εκπρόσωπό του, είτε στην κατοικία του, είτε στο Κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο του νομικού προσώπου.

Αν ο πιο πάνω εκπρόσωπος του νομικού προσώπου δεν βρίσκεται στην κατοικία του ή στο Κατάστημα κ.λ.π. του νομικού προσώπου, το έγγραφο παραδίδεται στην πρώτη μεν περίπτωση, σε έναν από τους συγγενείς, υπηρέτες ή άλλους που συνοικούν με τον παραλήπτη και στη δεύτερη περίπτωση, στο διευθυντή του καταστήματος, του γραφείου ή του εργαστηρίου ή σε έναν από τους συνεταίρους, συνεργάτες, υπαλλήλους ή υπηρέτες.

Αν κανένα από τα προαναφερόμενα πρόσωπα δεν βρίσκεται στην κατοικία, στο κατάστημα, στο γραφείο, ή στο εργαστήριο γίνεται θυροκόλληση του προς επίδοση εγγράφου και τηρούνται περαιτέρω οι διατυπώσεις της παρ. 4 του άρθρου 128 Κ.Πολ.Δ. 'Οποιος ενεργεί την επίδοση συντάσσει έκθεση, η οποία, εκτός από όσα απαιτεί το άρθρο 117, πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιέχει και μνεία του προσώπου στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο και τον τρόπο που επιδόθηκε σε περίπτωση απουσίας ή άρνησης του παραλήπτη ή των προσώπων που ορίζονται στα άρθρα 128 έως 139 και 138.

Για το έγκυρο της επίδοσης εγγράφου σε νομικό πρόσωπο, αν το έγγραφο δεν παραδοθεί στα χέρια του κατά το νόμο ή το καταστατικό του εκπροσώπου του, απαιτείται η αναγραφή στην έκθεση επίδοσης της ιδιότητας και του ονοματεπωνύμου του προσώπου αυτού, όχι όμως και η αναγραφή του ονοματεπωνύμου του εκπροσώπου του νομικού προσώπου, ο οποίος δεν ανευρέθηκε (Ολομ.

ΑΠ 900/1985). Η επίδοση εγγράφου σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, γίνεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 126 παρ. 1 περ. δ' Κ.Πολ.Δ., στον εκπρόσωπό τους. Εξάλλου το Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "Γ. Γεννηματάς - Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ (Ενοποιημένος Οργανισμός Υ4α/οικ. 123895/31-12-2012) εκπροσωπείται από τον Διοικητή του σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 3329/2005 "Περιφερειακό Σύστημα ΕΣΥ και Κοινωνικής Αλληλεγγύης - ΔΙΠΕ Νοσοκομεία κ.λ.π., στο άρθρο 7 παρ. 23 του άνω νόμου ρητώς αναφέρεται ότι "ο Διοικητής εκπροσωπεί το νοσοκομείο δικαστικώς και εξωδίκως καθώς και έναντι τρίτων και δύναται να εκχωρεί τη νόμιμη εκπροσώπηση των μονάδων ευθύνης του στον Αναπληρωτή Διοικητή στη δε παράγραφο 26 του ίδιου άρθρου, αναφέρεται ότι: "Ο Διοικητής μπορεί να μεταβιβάζει με πράξη του στον Αναπληρωτή Διοικητή του νοσοκομείου και σε ιεραρχικά υφιστάμενα όργανα την εξουσία να υπογράφουν με εντολή του, πράξεις ή άλλα έγγραφα της αρμοδιότητάς του και να ασκούν συγκεκριμένες αρμοδιότητές του".

Για την εγκυρότητα όμως της έκθεσης επίδοσης, που συντάσσεται κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 139 παρ. 1 πρέπει να αναγράφεται σ' αυτή ότι ο κατά νόμο εκπρόσωπος του νοσοκομείου (Διοικητής) απουσιάζει ή κωλύεται να παραλάβει το προς επίδοση έγγραφο. Στην προκειμένη περίπτωση, από την 3553/29-5-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Μ.

Ι. Γ., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσίβλητος προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αναιρεσιβαλλόμενης 568/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, επιδόθηκε στην Προϊσταμένη του τμήματος της Γραμματείας του αναιρεσείοντος Νοσοκομείου, Μ. Π.. Δεν αναγράφεται, όμως, στην έκθεση, η οποία φέρει την υπογραφή της προαναφερομένης παραλαβούσας και την σφραγίδα του αναιρεσείοντος νοσοκομείου, ότι κατά το χρόνο της πραγματοποίησης της επίδοσης, απουσίαζε ή κωλύονταν, ο Διοικητής και ο αναπληρωτής Διοικητής ή λοιπά ιεραρχικά κατώτερα όργανα, ως νόμιμοι εκπρόσωποι του Διοικητή ή ότι η Γραμματέας του νοσοκομείου, που παρέλαβε την επίμαχη έκθεση επίδοσης, ήταν εξουσιοδοτημένη από το Διοικητή, πρόσωπο για την παραλαβή και υπογραφή της εν λόγω έκθεσης (βλ.

ΑΠ 396/06 Ελ Δνη 2006, 796). Ενόψει αυτών η επίδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προς την Προϊσταμένη του Τμήματος γραμματείας του αναιρεσείοντος, δεν είναι έγκυρη, και, συνακόλουθα, δεν άρχισε η νόμιμη (άρθρ. 564 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) τριακονθήμερη προθεσμία της αναίρεσης, η οποία, ας σημειωθεί, ότι ασκήθηκε την 24-7-2012 και η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στις 29-5-2012, ήτοι μετά παρέλευση της αναφερόμενης τριακονθήμερης προθεσμίας.

Συνεπώς η άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι εμπρόθεσμη, αφού δεν έχει παρέλθει η προθεσμία των τριών ετών από τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλόμενης 568/10-3-12 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η ένσταση του αναιρεσιβλήτου περί εκπροθέσμου ασκήσεως της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, του ζητήματος τούτου, άλλωστε, ερευνωμένου και εξ' επαγγέλματος υπό του Δικαστηρίου, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.

Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2738/1999, η συλλογική διαπραγμάτευση για την ρύθμιση των όρων και των συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν υπάγονται στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι, ιδίως, τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.

Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορούν να ρυθμισθούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας νομοθετικής εξουσιοδότησης, είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης.

Στο άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών, που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το έτος 2001. 2.

Με όμοιες αποφάσεις, οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται ολικά ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατό εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.

Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ, περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.

Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ) καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβανομένου υπόψη για την χορήγηση ή μη των παροχών αυτών του συνολικού ποσού των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για την χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την χορήγησή τους. (...) Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002".

Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με ορισμένους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές ΚΥΑ, με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω ειδική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονταν από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", ανεξάρτητα από το αν οι κλάδοι των υπαλλήλων αυτών είχαν εκπροσωπηθεί ή όχι στις προηγηθείσες συλλογικές διαπραγματεύσεις.

Ενώ, δηλαδή, η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 είχε προβλεφθεί προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λάμβαναν πρόσθετες παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις επεκτάθηκε η χορήγηση της ειδικής παροχής, χωρίς να τίθεται ως προϋπόθεση η μη λήψη πρόσθετων μισθολογικών παροχών.

Στη συνέχεια, με το άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 3205/2003 "Μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μόνιμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", από την έναρξη της ισχύος του (1-1-2004) καταργήθηκε το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 και όλες οι Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις, που είχαν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση αυτού, δηλαδή όλες οι διατάξεις με τις οποίες προβλεπόταν η χορήγηση της ως άνω ειδικής παροχής και η επέκταση της σε διάφορους κλάδους υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ.

Για να μη γίνει χειρότερη, όμως, η μισθολογική θέση των υπαλλήλων, στους οποίους είχε χορηγηθεί η εν λόγω ειδική παροχή μέχρι εκείνη την χρονική στιγμή, ορίστηκε με το άρθρο 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, ότι "ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/ 2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά, μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου".

Επακολούθησε ο Ν. 3336/2005, με το άρθρο 2 παρ. 3 του οποίου ορίζεται ότι "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του Ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπικής διαφοράς, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που την λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.

Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005". Με την παραπάνω παράγραφο του άρθρου 2 του ως άνω Ν. 3336/2005 καθορίζεται ότι δικαιούχοι της προσωπικής διαφοράς του άρθρου 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003 είναι από 1-1-2005 όλοι οι υπάλληλοι του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α., οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνταν μέχρι 31-12-2003 τα ποσά του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, του άρθρου 49 του Ν. 2956/ 2001 (όπως αυτό τροποποιήθηκε με την παράγραφο 5 του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002) και του άρθρου 12 παρ. 4 του Ν. 3050/2002.

Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 249 εδ. α' ΚΠολΔ: "Αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μίας έννομης σχέσης, ή την ακυρότητα, ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό η διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη, ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή, απόφαση που δεν θα μπορεί να προσβληθεί".

Παρά τη γραμματική διατύπωση της άνω διάταξης περί αναβολής της συζήτησης, πρόκειται περί αναστολής της δίκης, επιδιώκονται δε μ' αυτή δυο παράλληλοι σκοποί: Η εναρμόνιση των δικαστικών κρίσεων, ώστε να προληφθεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων και η εξυπηρέτηση της οικονομίας της δίκης. Η αναστολή εναπόκειται και αυτεπαγγέλτως στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου, μπορεί δε να εφαρμοσθεί και στην αναιρετική δίκη, παρά τη μη ρητή αναφορά στο άρθρο 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

των διατάξεων του άρθρου 249 Κ.Πολ.Δ., γιατί η απαρίθμηση σ' αυτό (573 παρ. 1 ΚΠολΔ) των εφαρμοζομένων στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση διατάξεων, δεν είναι περιοριστική. Η πρόληψη έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων επιτυγχάνεται μέσω της προκειμένης διάταξης, όταν η ένσταση εκκρεμοδικίας αργεί, γιατί δεν πληρούνται οι αυστηρές προϋποθέσεις του άρθρου 222 ΚΠολΔ.

Για την ευθεία εφαρμογή της άνω διάταξης, προϋποτίθεται κατ' αρχήν δεσμός προδικαστικότητας μεταξύ των δύο δικών, δηλαδή εξάρτηση της διάγνωσης της διαφοράς από άλλη έννομη σχέση. Συνακόλουθα, εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του Αρείου Πάγου, να διατάξει την αναβολή (αναστολή) της συζήτησης της υπόθεσης που εκκρεμεί ενώπιόν του, όταν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την επίλυση νομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου και συναρτάται με έννομη σχέση η οποία αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του επιδίκου δικαιώματος, ενώ παράλληλα η διάγνωση στην άλλη δίκη του νομικού αυτού ζητήματος, θα συντελέσει στην επιτάχυνση της πορείας της εκκρεμούσας ενώπιόν του και την ασφαλέστερη διάγνωση του ζητήματος αυτού, με την εναρμόνιση των δικαστικών κρίσεων, την αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων και τη διαφύλαξη της ενότητας της νομολογίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει περαιτέρω ότι το Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε ότι η μη χορήγηση στον ενάγοντα δικηγόρο που απασχολείτο στο αναιρεσείον με σύμβαση έμμισθης εντολής (με πάγια μηνιαία αντιμισθία) αμειβόμενος, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου, που διέπει τον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, της καθοριζόμενης από το άρθρο 14 Ν. 3016/2002, παροχής των 176 ευρώ μηνιαίως, η χορήγηση της οποίας συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, χωρίς να συναρτάται από καμμιά άλλη προϋπόθεση, όπως ιδιαίτερες συνθήκες εργασίας, είδος εργασίας ή πρόσωπα των εργαζομένων, συνιστά δυσμενή μεταχείριση, ανεπίτρεπτη μισθολογική διάκριση και αντισυνταγματική ρύθμιση σε βάρος τους.

Ότι, προς αποκατάσταση της διαταραχθείσας συνταγματικής αρχής της ισότητας, σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας (άρθρ. 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος) και προς άρση της άνισης διάκρισης πρέπει να επεκταθεί η χορήγηση της ειδικής αυτής παροχής και στον ενάγοντα, η οποία (παροχή) ακόμα και μετά την κατάργηση του άρθρου 14 ν. 3016/2002 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών αποφάσεων με το άρθρο 28 παρ. 4 ν. 3205/2003, διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά, με το άρθρο 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003, χωρίς να απαιτείται άλλη προϋπόθεση, πλην της υπαγωγής τους στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, όπως αυτό εκάστοτε ισχύει (Ν. 2470/1997 έως 31-12-2003 και Ν. 3205/2003 από 1-1-2004) και συνέχισε να καταβάλλεται σε όλους τους υπαλλήλους, στους οποίους είχε χορηγηθεί με τις ανωτέρω Κ.Υ.Α., προσαυξάνοντας τις αποδοχές τους, ενώ και με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3336/ 2005 η ίδια παροχή χορηγήθηκε και σε όσους διορίστηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων ήδη χορηγούνταν η παροχή. 'Ότι η μη χορήγηση της παροχής αυτής στον ενάγοντα συνιστά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας.

Κατ' ακολουθία των παραδοχών αυτών, το Εφετείο Θεσσαλονίκης, επικύρωσε, με απόρριψη των σχετικών λόγων της εφέσεως του αναιρεσείοντος, την πρωτόδικη απόφαση (υπ' αριθμ. 33179/2009) που είχε αποφανθεί ομοίως και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, υποχρεώνοντας το αναιρεσείον να του καταβάλει την επίδικη παροχή για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 μέχρι 30-6-2008 ανερχόμενη στο ποσό των 1.536,0 ευρώ.

Την κρίση αυτή του δικαστηρίου ουσίας προσβάλλει το αναιρεσείον, με τους πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 599 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης, για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 1, 80 του Συντάγματος, 13 Ν. 2738/1999, 14 Ν. 3016/2002, 24 παρ. 2 και 3, 28 παρ. 4 και 56 Ν. 3205/2003.

Όμως, η ευδοκίμηση ή μη του λόγου αυτού αναίρεσης, εξαρτάται από την κρίση για το ζήτημα, της επέκτασης ή μη, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), της χορήγησης της παροχής των 176 ευρώ και σε κατηγορίες υπαλλήλων, υπαγομένων στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης και αμειβομένων σύμφωνα με αυτό, ως μόνης προϋπόθεσης για τη χορήγησή της, εξομοιούμενης (της παροχής αυτής), με τμήμα του μισθού τους, χωρίς διάκριση σε χαμηλόμισθους ή μη υπαλλήλους και ανεξάρτητα αν λαμβάνουν ή όχι οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή ανώτερη των 176 ευρώ, ή η χορήγηση της εξαρτάται και από τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 14 Ν. 3016/2002 και 24 παρ. 2 Ν. 3205/2003, μη εξομοιούμενη με μισθό, και το οποίο ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, διότι αφορά μεγάλη κατηγορία εργαζομένων στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα λοιπά ΝΠΔΔ, έχει ήδη παραπεμφθεί στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την 1320/2013 απόφαση του Τμήματος αυτού και είχε οριστεί δικάσιμος προς συζήτηση αυτού η 18-12-2014.

Συνεπώς, συντρέχει νόμιμη περίπτωση, κατ' ουσία, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 249 Κ.Πολ.Δ., να αναβληθεί (ανασταλεί) η έκδοση αποφάσεως επί του άνω λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., αλλά και επί του δευτέρου λόγου περί διετούς παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου (συνεχόμενου μετά του πρώτου λόγου), των ετών 2002, 2003 και 2004, ο οποίος (1ος λόγος), έχει ως κύριο το ίδιο ακριβώς νομικό ζήτημα, εωσότου εκδοθεί απόφαση επί της παραπεμφθείσας, στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού, ως άνω υπόθεσης, για την εναρμόνιση των δικαστικών κρίσεων ώστε να αποφευχθεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων και για την ενότητα της νομολογίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναβάλλει την έκδοση αποφάσεως επί της από 24-7-2012 αιτήσεως του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ "Γ. Γ.", για αναίρεση της 568/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, έως ότου εκδοθεί απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την 1320/2013 απόφαση του Β1 Τμήματος του Αρείου Πάγου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ