Legislator Case Law & Legislation
2182/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on tort damages; substantive review barred by constitutional principle of proportionality.

Case Number 2182/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the appellate court's decision on compensation amounts for a car accident death. The appellants argued the first-instance court erred in calculating damages, while the court held that such factual determinations are not subject to appellate review. The court ruled that the principle of proportionality, introduced by the Constitution, does not apply to the substantive assessment of damages in civil tort cases.

Legislator headnote

AI generated

Articles 127 of the Civil Code and 63 of the Code of Civil Procedure; The principle of proportionality introduced by Article 25(1) of the Constitution does not apply to the substantive determination of compensation amounts in civil tort cases.

Keywords

AI generated
civil tort damages principle of proportionality appellate review limitation substantive review constitutional principle application

Cited Legislation

AI generated
Article 127 of the Civil Code
Article 63 of the Code of Civil Procedure
Article 25(1) of the Constitution
Article 559(1) and (19) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2182 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Ικανότητα δικαστικής συμπαράστασης ενηλικιωθέντος. ΄Εγκριση αναιρέσεως με το ειδικό πληρεξούσιο. Αυτοκινητικό ατύχημα. Απορρίπτεται ως αβάσιμος λόγος αναιρέσεως από άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ για έλλειψη νομικής βάσης. Άρθρο 932 ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης δεν υπόκειται στον έλεγχο του ακυρωτικού, ούτε και από άποψη παραβιάσεως ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος.

Αριθμός 2182/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ..., 3) Χ3, κατοίκου ..., ατομικά και ως συνασκούντος μετά της ΑΑ, την γονική μέριμνα των ανηλίκων υιών του Χ3-Α και Χ3-Β, 4) Χ4, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη που ανακάλεσε την από 6/10/2009 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις. Ακολούθως, δήλωσε ότι οι α) Χ3-Α και β) Χ3-Β, ενηλικιώθηκαν και συνεχίζουν πλέον ατομικά την παρούσα δίκη. Εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ, κατοίκου ..., 2) Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "COMMERCIAL VALUE ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Αμπελιώτου-Αϊδαρίνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/5/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35210/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2184/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5/5/2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 9/12/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τον συνδυασμό των άρθρων 127 ΑΚ και 63 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι αυτός που συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Επομένως, μετά την ενηλικίωση του μέχρι τούδε ανικάνου παραστάσεως στο δικαστήριο με το δικό του όνομα διαδίκου, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου του, (ήτοι των ασκούντων, κατ' άρθρο 1510 ΑΚ, τη γονική μέριμνα αυτού γονέων του) και χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, κατ' άρθρο 286 ΚΠολΔ, συνεχίζεται η διαδικασία, με τη συμμετοχή του ενηλίκου διαδίκου.

Αν δε η ενηλικίωση αυτού έλαβε χώρα μετά την έκδοση της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής πρέπει να ασκείται από αυτόν ή κατ' αυτού, (αν ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος έλαβε γνώση της ενηλικιώσεώς του μέχρι της ασκήσεως της αναιρέσεως), στο δικό του όνομα και όχι στο όνομα του τέως αντιπροσώπου του.

Τυχόν ασκηθείσα στο όνομα του τελευταίου (αντιπροσώπου του), είναι απαράδεκτος, εκτός αν εγκριθεί εκ των υστέρων από τον ήδη ενήλικο, ως δικαιούχο διάδικο. Στην παρούσα περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 5-5-2008 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2184/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία ασκήθηκε, εκτός από τους άλλους, και τους υπ' αριθ. "3.

Χ3, και ΑΑ, του μεν πρώτου ατομικά, μετά της δευτέρας δε ως συνασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων υιών του Χ3-Α και Χ3-Β", με την κατάθεσή της, την 9-5-2008, στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου. Οι Χ3-Α και Χ3-Β, με δήλωσή τους, στα πρακτικά του δικαστηρίου, δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Ιωάννη Καραγκούνη, γνωστοποίησαν στους αναιρεσιβλήτους το γεγονός της ενηλικιώσεώς τους και ότι συνεχίζουν πλέον ατομικά την παρούσα δίκη, η οποία επαναλαμβάνεται στο πρόσωπο αυτών.

Ειδικότερα, ο Χ3-Β, γεννηθείς στις 19-8-1991, ήταν, κατά το χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως, ανήλικος και αντιπροσωπευόταν από τους γονείς του. Ο Χ3-Α, ως γεννηθείς την 13-7-1988, κατά τον ανωτέρω χρόνο είχε ενηλικιωθεί και επομένως η αίτηση αναιρέσεως έπρεπε να ασκηθεί στο όνομά του. Παρά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως, κατατεθείσα από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, που αγνοούσε την ενηλικίωσή του, είναι παραδεκτή, εφόσον ο ίδιος ο Χ3-Α, με το υπ' αριθμ. ...

ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Κομοτηνής Παγώνας Πατσιά-Πεπονίδου, "δηλωτικό εγκρίσεως", ενέκρινε αυτή, όπως την ενέκρινε και ο Χ3-Β, και επομένως νομίμως η δίκη συνεχίζεται στο όνομά τους.

ΙI. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτει πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο τι αποδείχτηκε ή δεν αποδείχτηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται σε συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνούμενης διάταξης του αριθ. 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του αριθ. 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του αριθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφ' όσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ' όσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσής, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Στις 8-9-2003 και περί ώρα 00:30, ο πρώτος εναγόμενος-πρώτος αναιρεσίβλητος, οδηγώντας το υπ' αριθμ. ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του και ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους ζημίες στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "COMMERCIAL VALUE Α.Ε.Α.Ζ.", κινούνταν επί της οδού ... , στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, με κατεύθυνση προς έξοδο πόλεως. Η άνω οδός είναι μονής κατευθύνσεως, συνολικού πλάτους 21 μέτρων και πλάτος πεζοδρομίου 4,50 μετρά, με έξι (6) λωρίδες κυκλοφορίας, είναι ευθεία, χωρίς να περιορίζεται η ορατότητα, η κατάσταση της οδού ήταν καλή, (το οδόστρωμα ξηρό), η κυκλοφορία, των οχημάτων αραιή, ενώ επικρατούσε σκοτάδι, με επαρκή τεχνητό φωτισμό νυκτός.

Η περιοχή είναι κατοικημένη και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 50 χιλιόμετρα την ώρα (βλ. έκθεση αυτοψίας). Την ίδια στιγμή, ο ΑΑ, ηλικίας 76 ετών, επιχείρησε να διέλθει κάθετα την ανωτέρω οδό ..., στο ύψος του ξενοδοχείου "...", την οποία και είχε διασχίσει, κατά το μεγαλύτερο τμήμα αυτής, οπότε, μόλις έφθασε, στο μέσον περίπου του ρεύματος πορείας, στο οποίο κινούνταν, ο πρώτος εναγόμενος και είχε φθάσει, από το έναντι πεζοδρόμιο, σε ελάχιστη απόσταση την οποία και έμελλε να διαδράμει, προκειμένου ν 'ανέλθει σ' αυτό, (πεζοδρόμιο), ο τελευταίος (α' εναγόμενος), οδηγώντας το παραπάνω αυτοκίνητό του, επέπεσε με το δεξιό πλάγιο τμήμα του οχήματός του, στο ύψος του δεξιού καθρέπτη, επί του άνω πεζού, τον οποίο παρέσυρε, με αποτέλεσμα να τον εκτινάξει επί του οδοστρώματος και να τραυματισθεί αυτός (πεζός) θανάσιμα σε διάφορα μέρη του σώματός του, ενώ το όχημα του πρώτου εναγομένου, αφού πραγματοποίησε, μετά την πρόσκρουση, αναστροφή επί τόπου, τελικά ακινητοποιήθηκε επί του οδοστρώματος, με κατεύθυνση αντίστροφη προς την πορεία του, όπως αναφέρει και στην από 8-9-2003 έκθεση ένορκης εξέτασης, στα πλαίσια της ποινικής δίκης, ο αυτόπτης μάρτυρας ... .

Ο άνω πεζός υπέστη αιμορραγικές διηθήσεις υπό την επικράνιο απονεύρωση, τα οστά, του κρανίου έφεραν κατάγματα, (κάταγμα ινιακού σε σχήμα V), ενώ ο εγκέφαλος έφερε διάχυτο υπαραχνοειδή αιμορραγία-αιμορραγία πλαγίων κοιλιών, με βαρεία θλάση μετωπιαίων ελίκων, από τα τραύματά του δε αυτά, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του (βλ.

την από 8-9-2003 ιατροδικαστική έκθεση του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης). Το άνω ατύχημα, οφείλεται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) του πρώτου εναγομένου και του θανόντα πεζού. Ειδικότερα, η αμέλεια του εναγομένου οδηγού, συνίσταται στο ότι αυτός, από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, δεν επέδειξε την επιμέλεια κάθε συνετού και ευσυνείδητου οδηγού και δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη τη προσοχή του (άρθρ. 12 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ.), ασκώντας τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του και έτσι δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα, όπως όφειλε και είχε δυνατότητα, τον άνω πεζό, αλλά έβαινε με αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα, άνω της επιτρεπομένης των 50 χιλιομέτρων την ώρα, μολονότι κινούνταν σε κατοικημένη περιοχή, (άρθρ. 20 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ.), ανεξάρτητα από το γεγονός ότι στην πορεία του, ο φωτεινός σηματοδότης έδειχνε πράσινο φως κυκλικής μορφής, με αποτέλεσμα να μη δυνηθεί, με τους κατάλληλους χειρισμούς, να ακινητοποιήσει το όχημα, που οδηγούσε, με το σύστημα πέδησης αυτού, ή έστω να πραγματοποιήσει τον απαιτούμενο αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, αφού υπήρχε ελεύθερο τμήμα του οδοστρώματος, για τη διενέργεια παρομοίου ελιγμού, ώστε έτσι ν' αποτρέψει την πρόσκρουση του οχήματός του, επί του άνω πεζού, τον οποίο παρέσυρε και τραυμάτισε θανάσιμα, πραγματοποιώντας εσφαλμένα αποφευκτικό ελιγμό προς τ' αριστερά.

Και τούτο διότι κατά την προσβαλλομένη, ο πρώτος εναγόμενος είχε τη δυνατότητα ν' αντιληφθεί έγκαιρα τον τελευταίο (πεζό}, αφού η οδός είναι ευθεία, η ορατότητα δεν περιορίζονταν, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή, και ναι μεν επικρατούσε σκότος, με επαρκή όμως τεχνητό φωτισμό, ο δε πεζός είχε διασχίσει, κατά το μεγαλύτερο μέρος το οδόστρωμα της οδού, στο οποίο κινούνταν, συνολικού πλάτους 21 μέτρων, χωρίς να εμπλακεί κατά τη διέλευσή του από αυτό (οδόστρωμα), σε τροχαίο ατύχημα, με άλλο κινούμενο, επί της ίδιας οδού όχημα.

Άλλωστε, ότι ο πρώτος εναγόμενος έβαινε με υπερβολική, λόγω κατοικημένης περιοχής, ταχύτητα, προκύπτει από το ότι, αμέσως μετά την πρόσκρουση, έχασε τον έλεγχο τον οχήματος, που οδηγούσε, το οποίο πραγματοποίησε, επί τόπου, αναστροφή επί του οδοστρώματος και ακινητοποιήθηκε, με κατεύθυνση αντίθετη προς την αρχική πορεία του.

Σημειωτέον, ότι ο άνω οδηγός και πρώτος εναγόμενος, στο αίμα του οποίου, μετά από σχετική εξέταση, βρέθηκε ποσοστό αλκοόλης, από 0,05% (βλ. την από 16-9-2003 έκθεση-εξέταση αίματος της Διεύθυνσης Εγκλημ/κών Ερευνών, Υποδ/νη Εγκλημ/κων Ερευνών Βόρειας Ελλάδας, Τμήμα Χημείου), που δεν επηρεάζει την ικανότητα προς οδήγηση, κατ' άρθρο 42 του Κ.Ο.Κ., όπως αντικαταστάθηκε, με το άρθρο 43 του ν.2963/23-11-2001, αμέσως μετά το ατύχημα, εγκατέλειψε τον τόπο του ατυχήματος και ανευρέθη, στη συνέχεια, από τα όργανα της αρμόδιας αστυνομικής αρχής (βλ.

την ίδια κατάθεση τον αυτόπτη μάρτυρα ...). Επομένως, ο πρώτος εναγόμενος είναι συνυπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος, κατά ποσοστό 70% . Για το ίδιο ατύχημα, όμως συνυπαίτιος είναι και ο θανών πεζός και μάλιστα, κατά ποσοστό 30%, ο οποίος προσπάθησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα, εκτός διαβάσεως πεζών (άρθρ. 38 παρ. 4 εδ.

α' του Κ.Ο.Κ.), μολονότι, έστω και σε αρκετή απόσταση επί του οδοστρώματος, (130 μέτρων περίπου), υπάρχουν διαβάσεις πεζών και επιπλέον, χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως, ότι με την ενέργειά του αυτή, δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων και δεν θα διακινδυνεύσει και ο ίδιος, ενόψει μάλιστα και της ηλικίας του, που προφανώς τον εμπόδιζε να επιταχύνει το βηματισμό του, σε οδό, της οποίας αφενός το πλάτος του οδοστρώματος ανέρχεται σε 21 μέτρα και αφετέρου παρατηρείται συνεχής ροή οχημάτων, οι οδηγοί των οποίων, ως επί το πλείστον, αναπτύσσουν ταχύτητα, κατά τη διέλευσή τους από αυτήν (οδό).

Το Δικαστήριο έχει σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση, για τις συνθήκες του ατυχήματος, από την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα ..., ο οποίος, ως τρίτος, ουδεμία έχει σχέση με τα διάδικα μέρη και για αυτό το Δικαστήριο δεν έχει λόγο ν' αμφιβάλει για την αξιοπιστία του και ο οποίος, μετά από προσωπική αντίληψη και γνώση περιγράφει απόλυτα πειστικά και εξιστορεί, ως παρατηρητής τις συνθήκες του ατυχήματος, αλλά και από την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα, που τη συνοδεύει, στο οποίο απεικονίζεται η κίνηση του άνω οχήματος, η πορεία του πεζού και το πιθανό σημείο πρόσκρουσης αυτού (οχήματος) επί του τελευταίου (πεζού), και τα οποία (έκθεση αυτοψίας και σχεδιάγραμμα), ως δημόσια έγγραφα, παρέχουν πλήρη απόδειξη, αφού για το περιεχόμενό τους δεν αντιλέγουν οι διάδικοι...

Επομένως, το Εφετείο, με το να δεχθεί κατά ένα μέρος, δυνάμει των ανωτέρω σκέψεων, την αγωγή των αναιρεσειόντων, δεν παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικές διατάξεις και η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφασή του έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, η οποία δεν είναι αντιφατική ή ανεπαρκής, αφού εκτίθεται με αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, και χωρίς να απαιτείται η παράθεση ετέρων πραγματικών γεγονότων, τα προκύψαντα εκ της διαδικασίας και απαιτούμενα προς εφαρμογή των εν λόγω ουσιαστικών κανόνων γεγονότα, οι συνθήκες του ατυχήματος αναφορικά με τη συγκλίνουσα υπαιτιότητα, κατά ποσοστό 70%, του οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου και κατά 30% του πεζού και η ύπαρξη ή όχι αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και του επελθόντος τροχαίου ατυχήματος, που είχε ως συνέπεια τη θανάτωση του πεζού.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ. Ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά το μέρος με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναγόμενες στην επιχειρηματολογία του Εφετείου και σε γεγονότα αρνητικά απλώς του σαφούς αποδεικτικού του πορίσματος.

ΙII. Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Κατά τη σταθερή νομολογία του Αρείου Πάγου ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, που οφείλεται στο δικαιούχο βάσει της ΑΚ 932, αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας.

Η κρίση αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως (αριθμός 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), είτε εκ πλαγίου (αριθμός 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), είτε παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Επομένως, η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως δεν υπόκειται στον έλεγχο του ακυρωτικού. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε και από άποψη παραβιάσεως ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος (ΟλΑΠ 6/2009).

Και τούτο διότι ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεως νόμου και συγκεκριμένα αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευόμενου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας. Δηλαδή, ο έλεγχος από άποψη τηρήσεως της αρχής αυτής γίνεται μεταξύ αφενός μεν της συνταγματικής διατάξεως, που προστατεύει κάποιο δικαίωμα, αφετέρου δε της νομοθετικής διατάξεως, που το περιορίζει.

Έξω, όμως, από το πεδίο αυτό τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απευθείας την αρχή της αναλογικότητας κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξη του νόμου, ο οποίος αναθέτει σ' αυτά να αποφασίζουν. Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν προέβη σε συγκεκριμένη περίπτωση στον προσδιορισμό εύλογης χρηματικής αποζημίωσης του άρθρου 932 ΑΚ, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά είναι εσφαλμένη και θα ελεγχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα, με βάση τους κανόνες που το ίδιο άρθρο, θέτει και στα πλαίσια, που οι ρυθμίζουσες τα ένδικα μέσα διατάξεις οριοθετούν τον έλεγχο.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας τη διάταξη 25 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την επιδίκαση των ποσών της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης στους ενάγοντες συγγενείς του θανόντος, διότι τα επιδικασθέντα ποσά, για κάθε αδελφό, είναι υπέρμετρα ασυνήθη σε σχέση με τα ποσά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις.

Ως προς το θέμα αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της τα εξής? "Στην προκείμενη περίπτωση, ο αιφνίδιος θάνατος του ΑΑ, ετών 76, συζύγου της πρώτης ενάγουσας, πατέρα των δεύτερου και τρίτου των εναγόντων, και παππού των ανηλίκων Χ3-Α και Χ3-Β, που εκπροσωπούνται από τους γονείς τους Χ3 και ΑΑ, προξένησε σ' αυτούς, εγγύτερους συγγενείς του και στενά συνδεόμενους με αυτόν, έντονο ψυχικό πόνο, αφού η πρώτη σύζυγός του στηριζόταν σ' αυτόν, τόσο ηθικά, όσο και συναισθηματικά, αλλά και οικονομικά, ενώ τα τέκνα του, μολονότι είχαν δημιουργήσει δική τους οικογένεια, διατηρούσαν ιδιαίτερα στενή επαφή και έτρεφαν αισθήματα αγάπης και στοργής, για το θανόντα πατέρα τους, ο τρίτος (ενάγων) μάλιστα διέμενε μαζί με τους γονείς του, αναφορικά δε με τα ανήλικα εγγόνια του Χ3-Α και Χ3-Β, ηλικίας ήδη 16 ετών και 14 ετών, αντίστοιχα, τα οποία διέμεναν μαζί του, υπήρχε έντονος συναισθηματικός δεσμός, με το θανόντα παππού τους, ενόψει και της ηλικίας τους.

Επίσης, ο θάνατός του προκάλεσε θλίψη και οδύνη και στον τέταρτο ενάγοντα, αδερφό του, λόγω της πολύ στενής συγγένειάς του και του ψυχικού δεσμού του, με το θύμα. Επομένως, στους προαναφερόμενους ενάγοντες, για την απάμβλυνση της ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν, από το θάνατο του Χ3-Α, πρέπει να επιδικασθεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση, το ύψος της οποίας, ενόψει του βαθμού του πταίσματος του εναγομένου οδηγού, των συνθηκών και περιστάσεων κάτω από τις οποίες επήλθε το θανατηφόρο γεγονός, του βαθμού ευαισθησίας, καθενός από τους δικαιούχους, η οποία είναι ανάλογη με την εγγύτητα της συγγένειας και τον οικογενειακό δεσμό με το θανόντα, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης και θέσης των διαδίκων μερών, πλην της ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, καθορίζεται, για την πρώτη ενάγουσα Χ1, σύζυγό του, στο ποσό των 30.000 ευρώ, για το δεύτερο ενάγοντα Χ2, τέκνο του, στο ποσό των 20.010 ευρώ, αφαιρουμένου του ποσού των 10 ευρώ, προκειμένου να παραστεί αυτός, ως πολιτικός ενάγων, στην ποινική δίκη, για τον τρίτο ενάγοντα Χ3, τέκνο του, για τον εαυτό του ατομικά, στο ποσό των 20.000 ευρώ, για τα ανήλικα εγγόνια του Χ3-Α και Χ3-Β, τα οποία εκπροσωπούνται, από τους Χ3 και ΑΑ, που ασκούν τη γονική μέριμνά τους, στο ποσό των 10.000 ευρώ, στον καθένα και για τον τέταρτο ενάγοντα Χ4, αδερφό του, στο ποσό των 14.000 ευρώ.

Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλούμενη απόφαση, επιδίκασε για την άνω αιτία διαφορετικά ποσά και συγκεκριμένα αυτά των 14.673,51 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα, των 11 .738,81 ευρώ, για τον καθένα από τους δεύτερο και τρίτο ενάγοντες, των 2.934,70 ευρώ για τον καθένα από τα ανήλικα και των 4.402,05 ευρώ για τον τέταρτο ενάγοντα, έσφαλε στην κρίση του και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός λόγος της από 10-1-2006 εφέσεως και να απορριφθεί, αντίστοιχα, ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος της από 7-9-2006 εφέσεως".

Σύμφωνα, όμως, με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ 1 και 19 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η ανωτέρω κρίση του δικαστηρίου δεν υπόκειται απευθείας ή εκ πλαγίου σε έλεγχο μέσω της αρχής της αναλογικότητας. Κατόπιν τούτων, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-5-2008 αίτηση των Χ1, κλπ, για αναίρεση της 2184/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ