2182/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2182/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος αυτός της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και ο συναφής προς αυτόν δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη μη επικληθέντα νομίμως έγγραφα. Ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης και κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.
Full text
Απόφαση 2182 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2182/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΥΜΦΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΓΕΩΡΓΙΚΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΕΜΦΙΑΛΩΣΕΩΝ ΑΕ", η οποία εδρεύει στη Σάλακο Ρόδου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσούλα Τζοβάρα.
Του αναιρεσείοντος: ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Κοκκίδου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-7-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2000 του ίδιου Δικαστηρίου 286/2002 προδικαστική και 320/2005 οριστική του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 27-12-2005 αίτησή της και τους από 17-8-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 10-9-2007 και 20-9-2007 εκθέσεις της, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό αυτής με τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β, 453 και 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Στο Εφετείο η επίκληση των αποδεικτικών μέσων μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 του ΚΠολΔ, με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών (Ολ.
ΑΠ 9/2000, 14/2005, 15/2005). Καμία όμως διάταξη νόμου δεν επιβάλλει ούτε στον διάδικο που επικαλείται τα αποδεικτικά έγγραφα, να αναφέρει την ημεροχρονολογία καθενός τούτων ή τον τυχόν υπάρχοντα αριθμό πρωτοκόλλου αυτών ή άλλο μερικότερο στοιχείο για την εξειδίκευσή του, ούτε στο δικαστήριο, προκειμένου να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει σ' αυτήν τέτοια στοιχεία κάθε αποδεικτικού εγγράφου, αρκεί να μην γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητα του επικαλούμενου και προσκομιζόμενου εγγράφου και ότι τούτο πράγματι προσκομίστηκε νόμιμα.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο της κρινόμενης αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 11 (περ. β) του ΚΠολΔ ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη τα μνημονευόμενα στο αναιρετήριο τέσσερα έγγραφα (αξιόγραφα) που ο αναιρεσίβλητος δεν είχε επικαλεσθεί νομίμως με τις προτάσεις του που κατέθεσε στο Εφετείο, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Όπως, όμως, προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο των ενώπιον του Εφετείου εγγράφων προτάσεων του αναιρεσιβλήτου, αυτός είχε επικαλεσθεί, πλην των άλλων τα έγγραφα αυτά, καταγράφοντας στις εν λόγω έγγραφες προτάσεις του ότι επικαλείται και προσκομίζει πέντε (5) αξιόγραφα. Η επίκληση δε αυτή είναι σαφής και ορισμένη, χωρίς να απαιτείται η αναφορά μερικότερων στοιχείων, αφού προσδιορίζεται το είδος των εγγράφων (αξιόγραφα), έτσι ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα αυτών και ότι αυτά πράγματι προσκομίσθηκαν.
Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος αυτός της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και ο συναφής προς αυτόν δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη μη επικληθέντα νομίμως έγγραφα. Ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης και κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.
β΄ του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη τα προαναφερόμενα έγγραφα που ο αναιρεσίβλητος δεν είχε επικαλεσθεί νομίμως με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε κατά την πρώτη ενώπιόν του συζήτηση της υπόθεσης αφού, όπως συνάγεται από τις διατάξεις του άρθρου 529 του ΚΠολΔ στην κατ΄ έφεση δίκη επιτρέπεται οι διάδικοι να επικαλεσθούν νέα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα (άρθρα 339 και 432 επ.
ΚΠολΔ), εκτός αν το Εφετείο αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται ως απαράδεκτα, διότι, κατά την κυριαρχική του κρίση δεν είχαν προσκομισθεί από τον διάδικο εγκαίρως από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαρειά αμέλεια, πράγμα που δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση.
Επειδή, με το άρθρο 23α του ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών" που προστέθηκε με το ν. 5076/1931 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν.δ. 4237/1962, ορίζεται ότί : α) δάνεια της εταιρίας προς ιδρυτάς, μέλη του διοικητικού συμβουλίου, γενικούς διευθυντάς ή διευθυντάς αυτής, συγγενείς αυτών μέχρι και του τρίτου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας συμπεριλαμβανομένων ή συζύγων των ανωτέρω, ως και παροχή πιστώσεως προς αυτούς καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, ή παροχή εγγυήσεων υπέρ αυτών προς τρίτους, απαγορεύονται απολύτως και είναι άκυρα.
β) οιαισδήποτε άλλαι συμβάσεις της εταιρίας μετά την ως άνω προσώπων είναι άκυροι, άνευ προηγουμένης ειδικής εγκρίσεως υπό της γενικής συνελεύσεως των μετόχων. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει προκειμένου περί συμβάσεως μη εξερχομένης των ορίων της τρεχούσης συναλλαγής της εταιρίας μετά των πελατών της".
Από τη διατύπωση των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι τον κανόνα αποτελεί η ακυρότητα των οποιοδήποτε άλλων συμβάσεων των αναφερομένων στις διατάξεις αυτές προσώπων μετά της εταιρίας και ότι, κατ΄ εξαίρεση, οι συμβάσεις αυτές είναι έγκυρες, στις περιπτώσεις της προηγούμενης ειδικής έγκρισης αυτών από τη γενική συνέλευση των μετόχων ή της ένταξής τους εντός των ορίων της τρέχουσας συναλλαγής της εταιρίας.
΄Ετσι, προβάλλοντας η εταιρία την ακυρότητα ορισμένης σύμβασης, λόγω της κατάρτισής της με κάποιο από τα παραπάνω πρόσωπα, απόκειται στον μαχόμενο υπέρ του κύρους αυτής και προτείνει νομίμως και να αποδείξει την προηγούμενη έγκρισή της από τη γενική συνέλευση των μετόχων, με την οποία συμπληρώθηκε η αντίστοιχη εξουσία του διοικητικού συμβουλίου ή ότι το αντικείμενο της σύμβασης αυτής εντάσσεται στα όρια της τρέχουσας συναλλαγής της εταιρίας υπό την ως άνω έννοια (Ολ ΑΠ 452/2005).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο ΄Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, προβάλλοντας αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, κατά παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 23α του Ν. 2190/1920 δέχθηκε ότι είναι νόμιμη η αγωγή του αναιρεσιβλήτου περί κατάρτισης σύμβασης δανείου μεταξύ αυτής και του τελευταίου, μέλους του ΔΣ αυτής, παρότι η δανειακή αυτή σύμβαση, χωρίς την ύπαρξη προηγούμενης ειδικής έγκρισης από τη γενική συνέλευση είναι άκυρη.
Από την επισκόπηση των προσκομιζομένων διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, ηττηθείσα στον πρώτο βαθμό, όπου δεν παρέστη και ασκήσασα έφεση, η οποία επέφερε, κατ΄ άρθρο 528 ΚΠολΔ, την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, του άνω (στηρίζοντα το λόγο αυτό αναίρεσης) ισχυρισμό δεν πρόβαλε στο Εφετείο με τις προτάσεις της ενώπιόν του πρώτης συζήτησης της έφεσης, αλλά κατά την μετ΄ απόδειξη (δεύτερη) συζήτηση της υπόθεσης αυτής στο άνω δικαστήριο (Εφετείο) με τις προτάσεις που κατατέθηκαν, όπως από την επισκόπησή τους προκύπτει, την ημέρα της συζήτησης (4-3-2005), χωρίς να επικαλεσθεί και αποδείξει (και το δικαστήριο κρίνει) ότι η καθυστερημένη προβολή του ισχυρισμού αυτού οφείλεται σε λόγο εκ των αναφερομένων στο άρθρο 269 παρ. 2 ΚΠολΔ και δικαιολογούντα αυτήν (καθυστερημένη προβολή).
Επομένως, ο ισχυρισμός αυτός δεν προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας. Περαιτέρω, ουδεμία από τις άνω εξαιρέσεις παραδεκτής πρότασης λόγου αναίρεσης στηριζομένου σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας συντρέχει εν προκειμένω, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν αφορά τη δημόσια τάξη και δεν υφίσταται σφάλμα του Εφετείου που να προκύπτει από την απόφασή του, ενόψει του ότι δεν διαλαμβάνεται σ΄ αυτή η παραδοχή ότι η σύμβαση αυτή καταρτίσθηκε χωρίς την προηγούμενη έγκριση της γενικής συνέλευσης, ώστε να είναι άκυρη και επομένως η απόφαση, που την έκρινε έγκυρη, να έσφαλε και το σφάλμα να προκύπτει από αυτή.
Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-12-2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΝΥΜΦΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΓΕΩΡΓΙΚΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΜΦΙΑΛΩΣΕΩΣ ΑΕ" για αναίρεση της 320/2005 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου και τους προσθέτους λόγους αυτής. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ