Legislator Case Law & Legislation
2181/2014 AI generated

2181/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2181/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2181/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης άσκησαν εφέσεις οι ενάγοντες της δεύτερης και τρίτης αγωγής - εναγόμενοι στην πρώτη αγωγή και ήδη αναιρεσείοντες ενώπιον του Εφετείου, το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεσης των εναγόντων της τρίτης αγωγής, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόντων της δεύτερης αγωγής, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση κατά το μέρος που τους αφορούσε και απέρριψε ως μη νόμιμη και την κύρια βάση της αγωγής τους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2181 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2181/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:

Α) Των αναιρεσειόντων: 1)Μ. συζ. Ε. Α., το γένος Ν. Κ., 2)Θ. χήρας Ν. Κ., το γένος Χ. Μ. και 3)Ε. Α. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Κοντογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Β) Των αναιρεσειουσών: 1)Γ. Κ., 2)Ε.-Ε. Κ. και 3)Ε. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνου Λιδωρίκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Β. Β. του Γ., 2)Ε. Β. του Β. και 3)Γ. - Μ. Β. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Βλαχογιάννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις: 1)από 25/11/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, 2)από 6/2/2009 αγωγή των Γ. Κ., Ε.-Ε. Κ. και Ε. Κ. (ήδη αναιρεσείουσες της Β υπόθεσης) και 3)από 15/6/2009 αγωγή των Μ. Ε. Α. και Θ. χήρας Ν. Κ. (1ης και 2ης αναιρεσείουσες της Α υπόθεσης), οι οποίες κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4371/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 1141/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/7/2012 αίτησή τους και οι αναιρεσείουσες με την από 24/7/2012 Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε τις από 23/9/2013 εκθέσεις της, με τις οποίες εισηγήθηκε: α)να απορριφθεί η από 18/7/2012 αίτηση περί αναιρέσεως της 1141/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και β)να γίνει δεκτή η από 24/7/2012 αίτηση περί αναιρέσεως της 1141/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 246 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 Κ.Πολ.Δ.) το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάζει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων, Στην προκειμένη περίπτωση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο συζητήθηκαν 1) η από 18-7-2012 αίτηση αναιρέσεως των Μ. Α., Θ. Κ. και Ε. Α. και 2) η από 24-7-2012 αίτηση αναιρέσεως των Γ., Ε.-Ε. και Ε. Κ., οι οποίες στρέφονται κατά της 1141/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να συνεκδικασθούν, επειδή είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται η μείωση των εξόδων.

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεκδικάσθηκαν οι ακόλουθες τρεις αγωγές 1) αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων (και στις δύο αιτήσεις αναίρεσης) κατά όλων των ήδη αναιρεσειόντων, αναγνωριστική συγκυριότητας ακινήτου και ακυρότητας δικαιοπραξιών 2) αγωγή των αναιρεσειόντων Μ.

Α. και Θ. Κ. κατά των αναιρεσιβλήτων, αναγνωριστική συγκυριότητας, ψιλής κυριότητας και επικαρπίας και 3) αγωγή των αναιρεσειόντων Γ., Ε.-Ε. και Ε. Κ. κατά των αναιρεσιβλήτων, αναγνωριστική συγκυριότητας, ψιλής κυριότητας και επικαρπίας με την απόφασή του δε έγινε δεκτή κατά ένα μέρος ως κατ' ουσίαν βάσιμη η πρώτη αγωγή και απορρίφθηκαν ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας η δεύτερη, και ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας κατά την επικουρική της βάση η Τρίτη αγωγή και ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς την κυρία βάση αυτής.

Κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης άσκησαν εφέσεις οι ενάγοντες της δεύτερης και τρίτης αγωγής - εναγόμενοι στην πρώτη αγωγή και ήδη αναιρεσείοντες ενώπιον του Εφετείου, το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεσης των εναγόντων της τρίτης αγωγής, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόντων της δεύτερης αγωγής, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση κατά το μέρος που τους αφορούσε και απέρριψε ως μη νόμιμη και την κύρια βάση της αγωγής τους.

Η απόφαση αυτή του Εφετείου προσβάλλεται με τις αιτήσεις αναίρεσης με τις οποίες αποδίδονται πλημμέλειες ως προς την κρίση του με βάση την οποία έγινε κατ' ουσίαν δεκτή η πρώτη αγωγή, επιπλέον δε με την αίτηση αναίρεσης των εναγόντων της τρίτης αγωγής και ως προς την κρίση του για την απόρριψη ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας της αγωγής τους.

Επειδή η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Ειδικότερα αν τυχόν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα αν και διαλαμβάνονταν στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αρ. 8 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης.

Αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα τότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 14 του προαναφερόμενου άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός.

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1, α και β Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου, διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων, που εκτιμάται ως διαδικαστικό έγγραφο από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. εκτίθενται τα ακόλουθα: Ο απώτατος δικαιοπάροχος των διαδίκων υπήρξε κύριος ενός οικοπέδου, την κυριότητα τμήματος του οποίου μεταβίβασε το έτος 1956 με αιτία την πώληση, για την οποία συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε, στην άμεση δικαιοπάροχο των εναγόντων.

Ότι τόσον το αγορασθέν ακίνητο όσον και εκείνο που απέμεινε στον πωλητή ήταν μη άρτια και μη οικοδομήσιμα και προκειμένου να υπάρξει δυνατότητα οικοδόμησης, προέβησαν οι προαναφερόμενοι σε ανταλλαγή εκατέρωθεν εξ αδιαιρέτου τμημάτων των οικοπέδων τους, η οποία καταρτίσθηκε συμβολαιογραφικώς και μεταγράφηκε η σχετική πράξη, από την οποία ανταλλαγή προέκυψε ενιαίο κοινό ακίνητο, στο οποίο με την ίδια συμβολαιογραφική πράξη συστήθηκε παράλληλα κάθετη διηρημένη ιδιοκτησία, η οποία είναι έγκυρη αφού δεν ακυρώθηκε μέχρι την έναρξη ισχύος του ΝΔ/τος 1024/1971 και καθορίσθηκαν διακεκριμένα τμήματα του κοινού οικοπέδου στα οποία θα ανεγείρονταν αυτοτελή οικοδομήματα αποκλειστικής κυριότητας καθενός των παραπάνω συμβληθέντων, κατέκτησαν δε αυτοί αυτοδικαίως συγκύριοι του ενιαίου οικοπέδου με τη συστατική της οροφοκτησίας πράξη.

Ότι κατασκευάσθηκε πολυώροφη οικοδομή στο παραπάνω διακεκριμένο τμήμα του κοινού οικοπέδου, που καθορίσθηκε προς αποκλειστική χρήση της δικαιοπαρόχου τους, με ποσοστό συγκυριότητας 1/2 εξ αδιαιρέτου επ' αυτού, τα διαμερίσματα της οποίας περιήλθαν στην κυριότητα των εναγόντων παραγώγως. Ότι μετά το θάνατο του συγκυρίου παραπάνω πωλητή και δικαιοπαρόχου των εναγομένων αποδέχθηκαν συμβολαιογραφικώς με σχετική πράξη που μεταγράφηκε, οι κληρονόμοι του μεταξύ των οποίων οι θυγατέρες του πρώτη και τέταρτη των εναγομένων, ως ανήκον στην κληρονομία του, το καθορισθέν με την πράξη της σύστασης κάθετης οροφοκτησίας τμήμα του μείζονος ακινήτου προς αποκλειστική του χρήση για την ανέγερση οικοδομήματος, ως αυτοτελές οικόπεδο και όχι ως ανήκον στη συγκυριότητά του.

Ότι ακολούθως κατέτμησαν το ίδιο ακίνητο σε δύο τμήματα, το πρώτο των οποίων περιήλθε παραγώγως στην κυριότητα της πρώτης και δεύτερης των εναγομένων και συνενώθηκε με τμήμα όμορου ακινήτου, μη άρτιου και μη οικοδομήσιμου, ανήκοντος στην αναμφισβήτητη κυριότητα του προαναφερθέντος απώτατου δικαιοπαρόχου των διαδίκων, και το δεύτερο περιήλθε παραγώγως στην κυριότητα των τέταρτης, πέμπτης και έκτης των εναγομένων και συνενώθηκε και τούτο με τμήμα του ίδιου όμορου ακινήτου, επίσης μη άρτιου και μη οικοδομήσιμου, έτσι ώστε να αποτελέσουν με τη συνένωση ενιαία και αυτοτελή οικόπεδα άρτια και οικοδομήσιμα, επί των οποίων και ειδικότερα στα όμορα του επιδίκου τμήματα αυτών ανεγέρθησαν πολυώροφες οικοδομές, που ανήκουν στην κυριότητα των εναγομένων προσβάλλοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τη συγκυριότητά τους.

Ότι είναι άκυρες οι μεταβιβαστικές της κυριότητας του διακεκριμένου τμήματος του κοινού μείζονος οικοπέδου, ως αυτοτελούς ακινήτου και όχι ως ανήκοντος στη συγκυριότητα του απώτατου δικαιοπαρόχου τους, λόγω της σύστασης της κάθετης οροφοκτησίας, καθ' όσον έγιναν κατά παράβαση των σχετικών περί αυτής διατάξεων, άλλως κατά παράβαση του Ν.690/1948 και ότι οι τρεις πρώτοι των εναγομένων, προέβησαν σε διαταρακτικές της συγκυριότητάς τους πράξεις, ενεργώντας οικοδομικές εργασίες σε τμήμα του κοινού οικοπέδου.

Ζήτησαν δε να αναγνωρισθούν συγκύριοι του επιδίκου μείζονος οικοπέδου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των δικαιοπραξιών με τις οποίες μεταβιβάσθηκε η κυριότητα του επιδίκου στους εναγομένους με τις σχετικές συμβολαιογραφικές πράξεις, που αναφέρουν ειδικότερα σ' αυτήν.

Με τον πρώτο λόγο των αναιρέσεων αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., στην οποία υπέπεσε το Εφετείο με το να μην απορρίψει, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας την αγωγή επειδή δεν αναφέρεται στο δικόγραφο αυτής ο τρόπος με τον οποίο καθορίσθηκε το ποσοστό συγκυριότητας των εναγόντων σε 1/2 εξ αδιαιρέτου στο επίδικο οικόπεδο, καθώς και σε ποιο ποσοστό καθένας τούτων (εναγόντων) ζήτησε να αναγνωρισθεί συγκύριος κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ίδιου ακινήτου, ισχυρισμό τον οποίο είχαν προβάλλει παραδεκτώς, ως εναγόμενοι, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προς απόκρουση της αγωγής και επανέφεραν στη δευτεροβάθμια δίκη ως εκκαλούντες.

Ο λόγος αυτός ως προς την πρώτη αιτίαση είναι αβάσιμος καθ' όσον ναι μεν δεν εκτίθεται στην αγωγή αν καθορίσθηκε με τη συστατική της κάθετης οροφοκτησίας πράξη ή με άλλο τρόπο το ποσοστό της αναγκαστικής συγκυριότητας των συγκεκριμένων τμημάτων στο ενιαίο οικόπεδο, πλην όμως για το ορισμένο της αναγνωριστικής της συγκυριότητας αγωγής αρκεί για τη νομική πληρότητα αυτής η αναφορά των θεμελιωτικών στοιχείων της απόκτησης του αξιούμενου δικαιώματος, (της συγκυριότητας) και δεν απαιτείται και καθορισμός των ιδανικών μερίδων των συγκυρίων που μπορεί να συμπληρωθεί με τις αποδείξεις, ενόψει και του κανόνα του άρθρου 785 παρ. 2 ΑΚ στον οποίο παραπέμπει το άρθρο 1113 ΑΚ, σύμφωνα με τον οποίο αν ένα δικαίωμα ανήκει σε περισσότερους από κοινού, σε περίπτωση αμφιβολίας λογίζεται ότι τα μέρη είναι ίσα.

Η δεύτερη αιτίαση είναι απαράδεκτη καθ' όσον δεν έχουν έννομο συμφέρον οι αναιρεσείοντες-εναγόμενοι να την προτείνουν, αφού ουδεμία βλάβη υφίστανται από την επικαλούμενη έλλειψη. Α) Περαιτέρω ως προς την αίτηση αναίρεσης των Μ. Α., Θ. Κ. και Ε. Α..

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ. 11 περγ' Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.

Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους να καθορίζεται δε ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα,, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. , ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων το 5186/24-4-2009 έγγραφο της αρμόδιας Πολεοδομίας Αθηνών, το οποίο είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις τους στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής.

Από την περιλαμβανομένη στην προσβαλλομένη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα τα οποία είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι και από το περιεχόμενο της απόφασης δεν γεννάται καμμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, παρά τη μη ειδική αναφορά του παραπάνω εγγράφου, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τούτο με τις υπόλοιπες αποδείξεις για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Επομένως είναι αβάσιμος ο λόγος αυτός της αναίρεσης.

Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση δηλαδή με ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, δέχθηκε ως μνημονευόμενα σ' αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικώς στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίσι βλαπτική για τον επικαλούμενο τον αναιρετικό αυτό λόγο.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κλπ., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, από τη συνεκτίμηση δε αυτή οδηγήθηκε σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι εχώρησε παραμόρφωση του εγγράφου.

Και τούτο επειδή η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας, που έχει εξαχθεί από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων είναι κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικώς ανέλεγκτη. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. , συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του .../1956 συμβολαίου ανταλλαγής τμημάτων οικοπέδων, που καταρτίσθηκε μεταξύ των απωτάτων δικαιοπαρόχων των διαδίκων, προκειμένου τα όμορα μη άρτια ακίνητά τους να αποτελέσουν ένα ενιαίο ακίνητο, του οποίου αυτοί κατέστησαν συγκύριοι, καθ' όσον δέχθηκε ότι οι παραπάνω συμβληθέντες στη σχετική δικαιοπραξία συμφώνησαν να έχουν συγκυριότητα στο κοινό ενιαίο ακίνητο 50% ο καθένας, ενώ τέτοια συμφωνία, ως προς το ποσοστό συγκυριότητας, δεν αναφέρεται στο ίδιο συμβολαιογραφικό έγγραφο.

Όπως όμως προκύπτει από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης, στις οποίες διαλαμβάνεται το περιεχόμενό του, όπως διατυπώνεται στο ίδιο έγγραφο, το Εφετείο ορθώς ανέγνωσε τούτο, χωρίς να υποπέσει σε διαγνωστικό σφάλμα, δε δέχθηκε ότι στο έγγραφο αυτό αναφερόταν συμφωνία των συμβληθέντων δικαιοπαρόχων των διαδίκων, ότι καθένας τούτων θα είναι συγκύριος κατά 50% του κοινού ακινήτου, σχημάτισε δε την προαναφερόμενη δικανική του κρίση από τη συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι για το ουσιώδες ζήτημα του εξ αδιαιρέτου ποσοστού συγκυριότητας των τελευταίων, μη μορφώνοντας την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά το περιεχόμενό του παραπάνω έγγραφο, χωρίς άλλωστε να εξαίρεται η ιδιαίτερη αποδεικτική του αξία για το ίδιο ουσιώδες ζήτημα.

Συνεπώς ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Αναφέρεται δηλαδή η διάταξη αυτή σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης. Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών για το ουσιώδες ζήτημα του ποσοστού συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο που συνίστανται στο ότι ενώ το Εφετείο δέχθηκε "ότι με το συμβόλαιο ανταλλαγής ποσοστών (.../1956)) μεταξύ των συμβαλλομένων δε συμφωνήθηκε ποσοστό συνιδιοκτησίας και είναι θέμα απόδειξης αν τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσοστά είναι πραγματικά ή όχι", ακολούθως δέχεται ότι "οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν (στο .../1956 συμβόλαιο) ποσοστό συνιδιοκτησίας 50% ο καθένας).

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθ' όσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, τέτοιες παραδοχές δε διαλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση αυτής. Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ' ορθή υπαγωγή του διαλαμβανομένου νομικού σφάλματος από τον αρ. 19 και όχι από τον αρ. 8, που αναφέρεται στο αναιρετήριο, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων, με τον οποίο διατύπωσαν παράπονα για την απόρριψη σιγή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του ισχυρισμού τους περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως του τρίτου τούτων, ως εναγομένου στην ένδικη αγωγή.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθ' όσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, έχει σαφή και επαρκή αιτιολογία, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της παθητικής νομιμοποιήσεως του τρίτου των αναιρεσιβλήτων με την παραδοχή ότι "αυτός όπως και η πρώτη και δεύτερη των εναγομένων διατάραξαν τη συγκυριότητα των εναγόντων στο επίδικο ακίνητο σε τμήμα αυτού για την κατασκευή σκεπασμένου χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων", αμφισβητώντας κατ' αυτόν τον τρόπο τη συγκυριότητα των τελευταίων, γεγονός που επιτρέπει την άσκηση εναντίον του της ένδικης αναγνωριστικής της συγκυριότητας αγωγής.

Με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο απέρριψε με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων, με τον οποίο διατύπωσαν παράπονα, ως προς την κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, σε σχέση με το εμβαδόν τμήματος του επιδίκου ακινήτου, στο οποίο έκρινε ότι διενήργησαν οι τελευταίοι διαταρακτικές της συγκυριότητας των εναγόντων πράξεις, αφού άλλοτε δέχεται ότι είναι 58,10 τ.μ.

και άλλοτε ότι είναι 74,10 τ.μ. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος καθ' όσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης έχει σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία με την παραδοχή ότι οι εναγόμενοι διατάραξαν τη συγκυριότητα των εναγόντων σε τμήμα του επιδίκου ακινήτου επιφανείας 74,10 τ.μ.

Β) Ως προς την αίτηση αναίρεσης των Γ., Ε.-Ε. και Ε. Κ. Επειδή από την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 70 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι μπορεί να ζητηθεί με σχετική αγωγή αναγνώριση της υπάρξεως ή της ανυπαρξίας έννομης σχέσης υπό την προϋπόθεση της συνδρομής εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος για την αιτούμενη αναγνώριση.

Επομένως μπορεί να ζητηθεί και η αναγνώριση της κυριότητας του ενάγοντος. Στην περίπτωση αυτή για την πληρότητα της αγωγής απαιτείται η παράθεση όλων των στοιχείων που απαιτούνται για την πληρότητα της διεκδικητικής αγωγής του άρθρου 1094 ΑΚ, πλην της επικλήσεως της νομής ή κατοχής του πράγματος από τον εναγόμενο, η οποία δεν απαιτείται και επί πλέον η ειδική επίκληση του εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος για την αιτούμενη αναγνώριση, που αποτελεί ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, συνιστάμενο είτε στην προσβολή από τον εναγόμενο του δικαιώματος του τελευταίου με αποβολή και κατάληψη του επιδίκου ακινήτου ή με άλλη ενέργεια η παράλειψη ενέργειας που έπρεπε να γίνει είτε και με απλή αμφισβήτηση, εφόσον με αυτήν δημιουργείται σύγχυση ή αμφιβολία, την οποία έχει ο ενάγων έννομο συμφέρον να άρει.

Από την παραδεκτή επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. της αναγνωριστικής περί δικαιώματος κυριότητας ακινήτου αγωγής των αναιρεσειόντων προκύπτει ότι εκθέτουν σ' αυτήν ότι κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο, τακτική κα έκτακτη χρησικτησία και από την άποψη του εννόμου συμφέροντος τούτων προς άσκηση αυτής, γίνεται επίκληση της αμφισβήτησης της κυριότητάς τους στο ίδιο ακίνητο από τους αναιρεσίβλητους, που δικαιολογεί την αιτούμενη αναγνώριση θεμελιούμενη έτσι επαρκώς στα οριζόμενα στο άρθρο 70 Κ.Πολ.Δ.

Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στη προσβαλλομένη απόφαση η από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια για την παρά το νόμο απόρριψη της αγωγής των αναιρεσειόντων, ως αόριστης, από το Εφετείο λόγω ελλείψεως των θεμελιωτικών του εννόμου συμφέροντος στοιχείων και ειδικότερα επειδή δεν εκτίθενται σ' αυτήν περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η επικαλούμενη αμφισβήτηση, για την κρίση του οποίου είχαν διατυπώσει παράπονα με σχετικό λόγο έφεσης είναι βάσιμος.

Επειδή, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.

Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. των προτάσεων των αναιρεσειόντων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αυτοί μεταξύ των άλλων ισχυρισμών, προς απόκρουση της αγωγής, ως εναγόμενοι, πρόβαλαν και την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγικής αξίωσης την οποία επανέφεραν με λόγο έφεσης και ενώπιον του Εφετείου, επικαλούμενοι προς θεμελίωση της ιστορικής βάσης αυτής "ότι από το 1972, που αποδέχθηκε την κληρονομία του δικαιοπαρόχου πατέρα της η πρώτη τούτων, αλλά και οι υπόλοιποι μεταγενέστερα κατέχουν έκτοτε το επίδικο και ασκούν σ' αυτό πράξεις εξουσιάσεως με τη θέληση να είναι αποκλειστικά δικό τους, όπως χρήση του ακινήτου για κατοικία, έκδοση πολεοδομικών αδειών, σύνταξη σχεδιαγραμμάτων, καταμέτρησης αυτού, συλλογή καρπών, εκμίσθωση του ακινήτου σε τρίτον.

Ότι ουδέποτε από το 1956 όταν η δικαιοπάροχος των εναγόντων ανύψωσε μεταξύ των δύο τμημάτων του αρχικού οικοπέδου 10 και 10α, που αγόρασε, τοίχο ύψους 2,5 μ., που χώριζε έκτοτε τα δύο αυτά τμήματα, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε δίοδος που να τα ενώνει, άσκησε το ένδικο δικαίωμα, ότι οι ενάγοντες δεν εκδήλωσαν καμμία ενόχληση, ανάμιξη ή παρέμβαση σε οποιαδήποτε δική τους και των δικαιοπαρόχων τους ενέργεια, σε σχέση με το επίδικο όταν εξέδωσαν οικοδομικές άδεις για την ανέγερση των οικοδομών τους όπως με την άδεια οικοδομής του 1981 που οι εξώστες αυτής εισήλθαν στο επίδικο τμήμα, και με την άδεια του 2006 για την προσθήκη καθ' ύψος τρίτου ορόφου και πέργκολας στη διώροφη οικοδομή τους και προσθήκη κατ' επέκταση ανελκυστήρα, που οι εργασίες έγιναν εντός του επιδίκου, χωρίς διαμαρτυρία των εναγόντων, στη διαμόρφωση των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων, έτσι ώστε δημιουργήθηκε σ' αυτούς η πεποίθηση ότι δε θα ασκήσουν το ένδικο δικαίωμα αλλά ότι θεωρούσαν εαυτούς αποκλειστικούς κυρίους του οικοπέδου 10α και το δικαιοπάροχό τους και τους ίδιους αποκλειστικούς κυρίους του οικοπέδου 10.

Ότι ενισχύθηκε αυτή η πεποίθηση όταν επί αντιδικίας που δημιουργήθηκε μεταξύ τους (εναγομένων) και των Θ. Κ. και Μ. Α. (εναγόμενες επίσης στην ίδια αγωγή) για τμήμα του επιδίκου ακινήτου δεν υπήρξε αντίδραση των εναγόντων, ενώ ήταν γνωστή σ' αυτούς η αντιδικία τους και αποτυπώθηκε και με υλικές κινήσεις που έγιναν στο επίδικο από αμφότερα τα μέρη, η δε αντιδικία τους έληξε με το από 14-3-2003 πρακτικό συμβιβαστικής επίλυσης χωρίς ανάμιξη των εναγόντων ".

Με τέτοιο περιεχόμενο η ένσταση αυτή ήταν νόμιμη, αφού τα επικαλούμενα παραπάνω για τη θεμελίωσή της περιστατικά πληρούν το πραγματικό της προαναφερόμενης ουσιαστικής διάταξης και εφόσον αποδειχθούν, καθιστούν την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος προφανώς αντίθετη στα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Συνεπώς, το Εφετείο που απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση αυτή, παραβίασε ευθέως με τη μη εφαρμογή της την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ παρότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της. Επομένως είναι βάσιμος ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης, δια της παραλείψεως εφαρμογής της. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Οι ηττηθέντες διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου ως προς την απορριφθείσα αναίρεση στο Δημόσιο Ταμείο και να διαταχθεί η επιστροφή του στους καταθέσαντες ως προς την αναίρεση που έγινε δεκτή, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4045/2012.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 18-7-2012 αίτηση των Μ. Α., Θ. Κ. και Ε. Α. με την από 24-7-2012 αίτηση των Γ., Ε.-Ε. και Ε. Κ., περί αναιρέσεως της 1141/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει την από 18-7-2012 αίτηση αναιρέσεως.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Δέχεται την από 24-7-2012 αίτηση αναίρεσης.

Αναιρεί την 1141/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών, που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων,, την οποία, ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα,στις 3 Δεκεμβρίου 2014 .

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ