2181/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/2/2005 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2500/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1654/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/9/2008 αίτησή της και τους από 4/9/2009 πρόσθετους λόγους αυτής.
Legislator headnote
AI generated2181/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εκμισθωτής, εκτός από τις ανωτέρω κύριες υποχρεώσεις του, έχει και άλλες που πηγάζουν από την αρχή της καλόπιστης εκπλήρωσης των ενοχών (ΑΠ 288), σύμφωνα με την οποία έχει υποχρέωση να επιχειρεί κάθε πράξη που θα συντελεί στην μη πρόκληση ζημίας στον μισθωτή, καθώς και υποχρέωση να αποφεύγει κάθε ενέργεια που θα προξενούσε ζημία σ' αυτόν.
Full text
Απόφαση 2181 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2181/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "AVINOIL ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΩΝ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αντωνόπουλο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΔΡΟΜΩΝ" με το διακριτικό τίτλο "ΤΕΟ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/2/2005 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2500/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1654/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/9/2008 αίτησή της και τους από 4/9/2009 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 30/9/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αναίρεσης κατά τους λόγους που αποδίδουν τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 και την απόρριψη κατά τα λοιπά.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Από τις...και ... εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών ...προκύπτει ότι αντίγραφα της κρινόμενης αναίρεσης και των προσθέτων επ' αυτής λόγων, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα από την επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα στην αναιρεσίβλητη εταιρία. Η τελευταία δεν εμφανίστηκε κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και, επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΙΙ.Από τις διατάξεις των άρθρων 574 έως 578 ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις (άρθρο 44 ΠΔ 34/1995), συνάγεται, ότι με τη διαρκή σύμβαση της μίσθωσης ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η μίσθωση. Επίσης έχει υποχρέωση όχι μόνο να παραδώσει το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση, αλλά να το διατηρεί κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση σε όλη τη διάρκεια της μίσθωσης, υποχρεούμενος σε άρση των πραγματικών του ελαττωμάτων και σε αποκατάσταση των συμφωνημένων ιδιοτήτων που λείπουν(Ολ ΑΠ 50/2005), αν δε κατά τη συνομολόγηση της μίσθωσης λείπει η συμφωνημένη ιδιότητα του μισθίου ο μισθωτής έχει δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος ή να ζητήσει αποζημίωση για τη μη εκτέλεση της σύμβασης.
Πραγματικό ελάττωμα κατά την ΑΚ 576 είναι το ελάττωμα που εμποδίζει ολικά ή μερικά τη συμφωνημένη χρήση. Ως ιδιότητα του πράγματος θεωρείται κάθε χαρακτηριστικό του μισθίου που ανάγεται είτε στη φυσική ιδιοσυστασία του είτε στις νομικές, πραγματικές ή οικονομικές σχέσεις του, συνομολογημένη δε ιδιότητα είναι αυτή, για την ύπαρξη της οποίας στο μίσθιο υπάρχει συμφωνία των μερών (ρητή ή σιωπηρή) και της οποίας την ύπαρξη εγγυάται ο εκμισθωτής με την έννοια ότι αναλαμβάνει την ευθύνη για την περίπτωση έλλειψής της.
Ο εκμισθωτής, εκτός από τις ανωτέρω κύριες υποχρεώσεις του, έχει και άλλες που πηγάζουν από την αρχή της καλόπιστης εκπλήρωσης των ενοχών (ΑΠ 288), σύμφωνα με την οποία έχει υποχρέωση να επιχειρεί κάθε πράξη που θα συντελεί στην μη πρόκληση ζημίας στον μισθωτή, καθώς και υποχρέωση να αποφεύγει κάθε ενέργεια που θα προξενούσε ζημία σ' αυτόν.
Εάν ο εκμισθωτής παραβιάσει την παρεπόμενη αυτή υποχρέωση προστασίας του μισθωτή, θα συντρέχει πλημμελής εκπλήρωση της σύμβασης μισθώσεως (ΑΚ 330, 335, 343) και ο μισθωτής θα δικαιούται αποκατάσταση της ζημίας του. Περαιτέρω, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ, 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ ήταν νόμιμη, βάσει του οικείου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 28/1998).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας-ενάγουσας εταιρίας κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, εξαφάνισε αυτήν και δικάζοντας επί της αγωγής την απέρριψε ως μη νόμιμη. Από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει, ότι η ενάγουσα ιστορεί ότι στις 3-11-1995 αναδείχθηκε πλειοδότρια σε διαγωνισμό που είχε προκηρύξει το τότε υφιστάμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Εθνικής Οδοποιϊας".
Αντικείμενο του διαγωνισμού ήταν η εκμίσθωση μιας αμφίπλευρης παρόδιας έκτασης, επιφανείας τμ 40.000, η οποία βρίσκεται στη χιλιομετρική θέση (ΧΘ) 40+500 του κλειστού αυτοκινητοδρόμου Αθηνών-Κορίνθου, με σκοπό την επ' αυτής κατασκευή, λειτουργία και εκμετάλλευση ενός αμφίπλευρου Σταθμού Εξυπηρετήσεως Αυτοκινήτων (ΣΕΑ), το ένα μέρος του οποίου θα ευρίσκεται στην κατεύθυνση Αθηνών-Κορίνθου και το άλλο στην κατεύθυνση Κορίνθου-Αθηνών, με δαπάνες και ευθύνη της πλειοδότριας που θα αναδεικνυόταν στο διαγωνισμό.
Μετά την ανάδειξή της ως πλειοδότριας, η ενάγουσα κατάρτισε με το Ταμείο Εθνικής Οδοποιϊας την από 3-11-1995 *Σύμβαση Εκμίσθωσης Παροδίων Εκτάσεων Για Ανέγερση και Λειτουργία Σταθμών Εξυπηρέτησης Αυτοκινήτων στη ΧΘ 40+500 του Αυτοκινητοδρόμου Αθηνών-Κορίνθου*. Σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης η ενάγουσα μίσθωσε την προαναφερόμενη έκταση, ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει τους δύο ΣΕΑ, η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε εικοσιπενταετής, με έναρξη την επόμενη ημέρα από την έγκριση της σύμβασης από τον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ και ως μίσθωμα συμφωνήθηκε η καταβολή στην εκμισθώτρια εταιρία (ΤΕΟ) ποσού, το οποίο θα ισούται προς το 5,1% των ακαθαρίστων εισπράξεων από την πώληση των πάσης φύσεως καυσίμων, λιπαντικών και λοιπών ειδών από το πρατήριο υγρών καυσίμων καθώς επίσης και από την πώληση κάθε καταναλωτικού αγαθού από όλες τις άλλες εγκαταστάσεις του σταθμού κάθε άλλης εξυπηρέτησης.
Στη σύμβαση καθορίζονται με λεπτομέρειες οι υποχρεώσεις της ενάγουσας για την κατασκευή των εγκαταστάσεων των σταθμών και ποιες εγκαταστάσεις έπρεπε να κατασκευάσει αποκλειστικά με δαπάνες της. Η ενάγουσα, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, κατασκεύασε, κατά τα συμφωνηθέντα τους σταθμούς δαπανώντας το τότε το ποσό των δύο δισεκατομμυρίων (2.000.000.000) δραχμών και οι δύο ΣΕΑ λειτουργούν από 5-12-1998.
Στο άρθρο 3 του προοιμίου της από 3 Νοεμβρίου 1995 ορίζεται ότι "εγγυάται ότι καθ'όλη την διάρκεια της παρούσας μίσθωσης δεν επρόκειτο να κατασκευασθεί ή να δημοπρατηθεί άλλος ΣΕΑ στο τμήμα του Αυτοκινητοδρόμου Αθηνών -Κορίνθου, που περιλαμβάνει μεταξύ των Σταθμών Διοδίων Ελευσίνας και Καλαμακίου". Στη συνέχεια, η ενάγουσα εκθέτει ότι, λαμβανομένου υπόψη ότι η Εθνική Οδός Αθηνών-Κορίνθου κατασκευάστηκε και λειτουργεί ως κλειστός αυτοκινητόδρομος κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν 614-1977 και του άρθρου 11 παρ. 3 του ΠΔ 143/1989, σύμφωνα με τα οποία στους αυτοκινητόδρομους επιτρέπεται η ίδρυση και λειτουργία κάθε είδους εγκαταστάσεων μόνο στους παράπλευρους δρόμους, και επιτρέπεται μόνο η ίδρυση και λειτουργία Σταθμών Εξυπηρέτησης Αυτοκινήτων (ΣΕΑ) σε χώρους που έχει αποκλειστική εκμετάλλευση του ΤΕΟ, ο ανωτέρω όρος της σύμβασης αποτέλεσε το δικαιοπρακτικό θεμέλιο της συμμετοχής της στο διαγωνισμό, στην προσφορά και αποδοχή υψηλού μισθώματος και την ανάληψη της υποχρέωσης για την κατασκευή των εγκαταστάσεων, και ότι η μη λειτουργία άλλου πρατηρίου καυσίμων, είτε τύπου ΣΕΑ είτε παλαιού τύπου, στο τμήμα του αυτοκινητόδρομου, που περιλαμβάνεται μεταξύ των Σταθμών Διοδίων Ελευσίνας και Καλαμακίου αναγορεύτηκε σε συμφωνημένη ιδιότητα του μισθίου.
Κατά την κατάρτιση της σύμβασης (3-11-1995) στο ανωτέρω τμήμα της οδού λειτουργούσαν 4 πρατήρια πώλησης υγρών καυσίμων στην κατεύθυνση από Αθήνα προς Κόρινθο και 3 πρατήρια στην κατεύθυνση από Κόρινθο προς Αθήνα και η εκμισθώτρια εταιρία (ΤΕΟ) διαβεβαίωσε τα όργανα της ενάγουσας ότι μέχρι την ολοκλήρωση της κατασκευής των ΣΕΑ θα είχαν γίνει οι αναγκαίες οδικές διαμορφώσεις έτσι ώστε τα ανωτέρω πρατήρια να μην έχουν πρόσβαση στον αυτοκινητόδρομο και να συνδεθούν με τους παράπλευρους δρόμους και το τοπικό οδικό δίκτυο.
Κατά το έτος 1996 η ενάγουσα πληροφορήθηκε ότι το πρατήριο που λειτουργούσε στη ΧΘ 30+500 (... ΟΕ) είχε εξασφαλίσει νέα άδεια λειτουργίας με την κύρια αρτηρία και γι'αυτό ζήτησαν ενημέρωση από τα όργανα της εκμισθώτριας, τα οποία τους γνωστοποίησαν ότι το πρατήριο αυτό είχε λάβει άδεια προσωρινής λειτουργίας για δύο χρόνια ακόμη ήτοι μέχρι την 14η Φεβρουαρίου 1998, επειδή δε τα έργα για την κατασκευή της σύνδεσης με το παράπλευρο δίκτυο καθυστερούσαν προέβησαν σε νέες παραστάσεις στις υπηρεσίες της εκμισθώτριας, τα όργανα της οποίας τη διαβεβαίωναν ότι σε σύντομο χρόνο θα είχε παύσει η σύνδεση με τον αυτοκινητόδρομο όλων των πρατηρίων.
Το πρατήριο λειτουργούσε και κατά το χρόνο που άρχισε η λειτουργία των ΣΕΑ που κατασκεύασε η ενάγουσα (5-12-1998) και εξακολουθεί να λειτουργεί, παρά τις συνεχείς διαβεβαιώσεις ότι θα παύσει η λειτουργία του, έλαβε δε άδεια λειτουργίας αορίστου χρόνου (από 24-10-2003). Η ενάγουσα στη συνέχεια εκθέτει, ότι η λειτουργία του προαναφερόμενου πρατηρίου πώλησης υγρών καυσίμων συνιστά έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας του μισθίου, η οποία είναι ανταγωνιστική, αφού στερεί πελάτες από αυτήν, οι οποίοι πελάτες θα προμηθεύονταν από αυτήν καύσιμα αν δεν λειτουργούσε το πρατήριο αυτό, με συνέπεια να υφίσταται ζημία, την οποία προσδιορίζει, κατά τον τρόπο που αναλύει στην αγωγή, σε 2.467.605,36 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 5-12-1998 έως 31-1-2005.
Με το ιστορικό αυτό η ενάγουσα, όπως παραδεκτά περιόρισε το αίτημά της στο ακροατήριο, ζητά να αναγνωριστεί, ότι υποχρεούται η εναγόμενη εταιρία, η οποία αποτελεί καθολική διάδοχο της εκμισθώτριας (ΤΕΟ ΑΕ) μετά τη συγχώνευσή της με την εταιρία υπό την επωνυμία *Ελληνικοί Αυτοκινητόδρομοι ΑΕ*, να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό της ζημίας της.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι "η αγωγή αυτή με το πιο πάνω περιεχόμενο (το οποίο εκθέτει συνοπτικά) δεν είναι νόμιμη σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αφού, και αν ακόμη θεωρηθούν αληθινά τα ιστορούμενα, δεν πρόκειται περί ελλείψεως συνομολογηθείσας ιδιότητας του επιδίκου μισθίου κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης (3-11-1995), εφόσον δεν είχε δημοπρατηθεί ή κατασκευασθεί από το δικαιοπάροχο της εναγομένης ΝΠΔΔ (ΤΕΟ) κατά το χρόνο εκείνο άλλο ΣΕΑ στο τμήμα του Αυτοκινητόδρομου Αθηνών-Κορίνθου, που περιλαμβάνεται μεταξύ των Σταθμών Διοδίων Ελευσίνας και Καλαμακίου, ενώ, σε κάθε περίπτωση, υπό τα εκτιθέμενα δεν αναφάνηκε τέτοια έλλειψη ούτε μετά από την ανωτέρω καταρτισθείσα σύμβαση, ως συμφωνηθείσα μελλοντική ιδιότητα του επιδίκου μισθίου, δεδομένου μάλιστα ότι δεν ιστορούνται τα αναγκαία προς τούτο περιστατικά οφειλόμενα σε υπαιτιότητα του εκμισθωτή (ΤΕΟ), αφού δεν μπορεί να θεωρηθούν ως τέτοια οι κατά καιρούς, μετά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης, διαβεβαιώσεις του τελευταίου προς αυτήν για τη μη λειτουργία άλλων πρατηρίων βάσει των προηγηθέντων εγγράφων των αναφερομένων στη αγωγή αρμοδίων δημοσίων υπηρεσιών".
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο παραβίασε, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις αναφερόμενες παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η ενάγουσα επικαλείται έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας, η οποία υπήρχε κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης και δεν αποκαταστάθηκε με την άρση της από την εκμισθώτρια, όπως επιβάλλουν οι αρχές της καλόπιστης εκτέλεσης των ενοχών, κατά το χρόνο που άρχισε η πραγματική χρήση του μισθίου για την οικονομική του εκμετάλλευση, και επομένως συντρέχει περίπτωση πλημμελούς εκτέλεσης της σύμβασης, από την οποία γεννάται αξίωση αποζημίωσης της μισθώτριας.
Περαιτέρω, το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και με την επάλληλη σκέψη του, αφού, εφόσον πρόκειται για ενδοσυμβατική ευθύνη, η ευθύνη της εκμισθώτριας είναι νόθος αντικειμενική και στην εναγομένη απόκειται να επικαλεστεί και αποδείξει ότι δεν συντρέχει στο πρόσωπό της υπαιτιότητα (ΑΚ 342).
Το Εφετείο, επομένως, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, καθώς και ο πρόσθετος λόγος αυτής, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εξέταση στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή, καταδικασθεί δε η αναιρεσίβλητη, που χάνει τη δίκη, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1654/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 23 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ