2181/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη - Εισηγητή, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2181/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Την 4-12-02 και περί ώρα 16.30, ο κατηγορούμενος, Επγός δυνάμεως τότε της 117 ΠΜ,πλησίασε με το υπ' αριθμ. ...
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2181 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2181 /2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη - Εισηγητή, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..... και ήδη κρατούμενου στην Κεντρική Αποθήκη Υλικού Φυλακών Κορυδαλλού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Οικονομίδη, περί αναιρέσεως της 246/2005 απόφασης του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Με πολιτικώς εναγόντες τους: 1. Χ1 και Χ2, ως ασκούντων τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας τους Χ3, 2. Ψ1 και Ψ2, ως ασκούντων τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας τους Ψ3, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζήση Κωνσταντίνου και 3. Ζ1 και Ζ2, ως ασκούντων τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας τους Ζ3, οι οποίοι δεν παρέστησαν στο ακροατήριο.
Το Πενταμελές Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5-1-2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 263/2006.
Αφού άκουσε τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Η ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους οποίους προτείνει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή εκείνους που τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής.
Ισχυρισμός όμως ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και εντεύθεν της κατηγορίας ή συνιστά απλά υπερασπιστικό επιχείρημα (αρυόμενο από τη συναλλακτική εμπειρία ή από τα αποδεικτικά μέσα) δεν είναι αυτοτελής και το δικαστήριο της ουσίας επί του μη αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν απόρριψή του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο, που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Την 4-12-02 και περί ώρα 16.30, ο κατηγορούμενος, Επγός δυνάμεως τότε της 117 ΠΜ,πλησίασε με το υπ' αριθμ. ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, χρώματος ασημί και μάρκας OPEL ASTRA δίπορτο, την ανήλικη Ψ3, ηλικίας τότε 11 ετών και 2 μηνών (ημερ/νία γεννήσεως 8-10-91, σύμφωνα με την από 20-5-2003 ληξιαρχική πράξη γεννήσεως του Δήμου ...), μαθήτρια της ΣΤ' Δημοτικού, η οποία βάδιζε μόνη της επί της οδού Στυμφαλίας, έχοντας μόλις τελειώσει το μάθημα των αγγλικών της σε φροντιστήριο που βρίσκεται, επί της οδού .... .
Σημειώνεται, ότι την συγκεκριμένη ημέρα το μάθημά της τελείωσε νωρίτερα, δηλαδή περί ώρα 16.30΄αντί 17.00΄, επειδή είχαν διαγώνισμα, και για το λόγο αυτό η μικρή Ψ3 είχε ειδοποιήσει (προτού ξεκινήσει) τον πατέρα της από το τηλέφωνο του φροντιστηρίου, να πάει να την πάρει, εκείνος όμως της είπε να επιστρέψει μόνη της.
Ο κατηγορούμενος λοιπόν, εκμεταλλευόμενος το εύπιστο αυτής, λόγω της παιδικής της αθωότητας, αφού τη ρώτησε, εάν γνωρίζει που βρίσκεται το γυμναστήριο του ... , της ζήτησε ευγενικά να μπει στο αυτοκίνητό του για να τον οδηγήσει εκεί, επειδή δήθεν βιαζόταν καθώς είχε προγραμματισμένη συνάντηση για να φωτογραφήσει εκεί ένα κορίτσι.
Η ανήλικη, δίχως να σκεφθεί τίποτε κακό, πείστηκε να τον ακολουθήσει, μπήκε στο αυτοκίνητο και κάθισε στη θέση του συνοδηγού, αγνοώντας τις πραγματικές προθέσεις του κατηγορουμένου, που ήταν να την απομακρύνει από το περιβάλλον της για να ασελγήσει πάνω της προς ηδονισμό του. Ο τελευταίος οδήγησε την ανήλικη στο γυμναστήριο του ...
και, επειδή προφασίσθηκε ότι δεν ζητούσε αυτό, η ανήλικη προσφέρθηκε να τον οδηγήσει σε ένα άλλο γυμναστήριο που βρισκόταν στην παλαιά λαχαναγορά της ..., μήπως και ήταν αυτό που ζητούσε. Πράγματι, πήγαν στην λαχαναγορά, όπου ο κατηγορούμενος αφού ακινητοποίησε το αυτοκίνητό του σε πλάτωμα, όπου γύρω υπήρχαν δένδρα, και έχοντας έτσι απομακρύνει, παραπλανώντας την ανήλικη, από το χώρο και το περιβάλλον διαμονής της, προκειμένου να την υποβάλλει στην δική του ανεμπόδιστη επιρροή, συνέχισε την παραπλανητική του συμπεριφορά με σκοπό της ακολασία, στην οποία και προέβη στη συνέχεια, ενεργώντας ασελγείς πράξεις στην ανήλικη, ίσης βαρύτητας με την συνουσία, ως εξής:
Την ρώτησε εάν της αρέσουν οι φωτογραφίες και εάν μπορούσε να φωτογραφήσει εκείνη δοκιμαστικά (αντί για το κορίτσι, το οποίο δήθεν είχε φύγει), λέγοντάς της παράλληλα ότι θα τις έστελνε σε κάποιον στην Ρωσία, έτσι ώστε, αν του άρεσαν, θα της έβγαζε και άλλες, πληρώνοντάς την 20-50 ευρώ τη μία. Ακολούθως, της είπε να ξαπλώσει στο πίσω κάθισμα, με το κεφάλι προς την πόρτα, ενώ ο ίδιος κάθισε κοντά στα πόδια της, έβγαλε από το πίσω κάθισμα μία βιντεοκάμερα, χρώματος ασημί με μαύρο και ζήτησε από την ανήλικη Ψ3 να βγάλει την μπλούζα της.
Η ανήλικη πείστηκε από την παραπλανητική συμπεριφορά του κατηγορουμένου ότι επρόκειτο για φωτογράφηση και έκανε ότι της είπε, επειδή είχε ακούσει και είχε δει στην τηλεόραση φωτογράφηση αλλά είχε και μία φίλη (με το όνομα .....) που ήταν μοντέλο σε φωτογράφηση παιδικών ρούχων. Ο κατηγορούμενος, όμως εκδηλώνοντας τις πραγματικές του προθέσεις, που ήταν ο ηδονισμός του, η γενετήσια απόλαυση και η διέγερση της ερωτικής του επιθυμίας, άρχισε με το ένα χέρι να τη βιντεοσκοπεί και με το άλλο να τη χαϊδεύει στο στήθος, ενώ ακολούθως της ζήτησε να βγάλει το παντελόνι και το εσώρουχό της, όπως και έκανε (η Ψ3), διότι φοβήθηκε μήπως της κάνει κάποιο κακό.
Συνέχισε να τη βιντεοσκοπεί, ώσπου κάποια στιγμή, τοποθέτησε την κάμερα ανάμεσα στα δύο μπροστινά καθίσματα, της ζήτησε να ανοίξει τα πόδια της, έσκυψε στο αιδοίο της και άρχισε να τη γλείφει, ενώ έδωσε στην ανήλικη την κάμερα για να βιντεοσκοπεί εκείνη αυτό που της έκανε. Στη συνέχεια άνοιξε το φερμουάρ της ολόσωμης, μονοκόμματης, πράσινης φόρμας που φορούσε και, αφού έβγαλε το πάνω μέρος, κατέβασε το εσώρουχό του και ζήτησε από την ανήλικη να καθίσει πάνω στο γεννητικό του μόριο, το οποίο ήταν εν στύσει και επειδή εκείνη δεν δέχθηκε να το κάνει της ζήτησε να πιάσει με το χέρι της το γεννητικό του όργανο και να προβεί σε ετεροαυνανισμό του.
Η ανήλικη συμμορφώθηκε με την υπόδειξη του κατηγορουμένου και έκανε αυτό που της ζήτησε, μέχρις εκσπερματώσεώς του, ικανοποιώντας έτσι την γενετήσια του επιθυμία και ορμή. Στη συνέχεια, σκουπίστηκε με ένα χαρτομάντιλο και, αφού ντύθηκαν και οι δύο, την οδήγησε με το αυτοκίνητο σε ένα οικοδομικό τετράγωνο λίγα μέτρα μακριά από το σπίτι της, όπου και την άφησε, λέγοντάς της να μην πει σε κανένα τι έγινε μεταξύ τους, "γιατί θα τους δείρουν".
Μάλιστα της πρότεινε να το ξανακάνουν και να την πληρώσει, αλλά εκείνη αρνήθηκε. Να σημειωθεί ότι ο κατ/νος σίγουρα γνώριζε την ανηλικότητα και την ηλικία της Ψ3 (ότι δηλαδή ήταν μεταξύ 10 και 13 ετών), η οποία άλλωστε εικάζονταν από την εμφάνισή της (ύψος, γενικότερα χαρακτηριστικά, χροιά ομιλίας), και παρόλα αυτά ασέλγησε πάνω της κατά τον προαναφερθέντα τρόπο.
Ακολούθως, η ανήλικη κατευθύνθηκε προς το σπίτι της και στο δρόμο συνάντησε τον πατέρα της, ο οποίος είχε βγει προς αναζήτησή της, επειδή είχε ήδη αργήσει σύμφωνα με το ως άνω τηλεφώνημά της, ότι δηλαδή τελείωσε νωρίτερα το μάθημα αγγλικών και έπρεπε να έχει επιστρέψει εντός δεκαλέπτου. Στο σπίτι της, μετά από ερωτήσεις και επιπλήξεις της μητέρας της για την αργοπορία της, η ανήλικη ταραγμένη της περιέγραψε τα γεγονότα.
Την ίδια μέρα η μητέρα της ανήλικης, Ψ2, ειδοποίησε την Αστυνομία, η οποία ήρθε στο σπίτι τους, και ακολούθως πήγαν στην Υποδιεύθυνση Ασφάλειας .... και κατήγγειλαν το γεγονός δηλώνοντας (βλ. την από 4-12-2002 κατάθεση της Ψ2), ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του άγνωστου δράστη. Τρεις μέρες αργότερα, κλήθηκε η ανήλικη στην Ασφάλεια, όπου της έδειξαν κάποιες φωτογραφίες υπόπτων, ενώ δεκαπέντε μέρες αργότερα της ζητήθηκε να αναγνωρίσει κάποιον άλλο ύποπτο.
Και στις δύο όμως περιπτώσεις η ανήλικη δεν αναγνώρισε κάποιον ούτε παρουσίασε (κατόπιν) κάποιο ψυχολογικό πρόβλημα (βλ. καταθέσεις Ψ3, Ψ2 και Ψ1).
Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι η παθούσα χωρίς τη θέλησή της απομακρύνθηκε από το περιβάλλον της και περιήλθε στην ανεμπόδιστη επιρροή του δράστη, καθόσον τεχνηέντως με το προπεριγραφέντα τρόπο, παραπλανήθηκε από τον κατ/νο και αγνοούσε για το λόγο αυτό τις πραγματικές προθέσεις, γι' αυτό και πείστηκε να τον ακολουθήσει, γιατί αν γνώριζε τις τελευταίες, είναι βέβαιο ότι δεν θα τον ακολουθούσε, όπως και η ίδια διαβεβαίωσε στην κατάθεσή της. Δεν έχει δε καμία σημασία το ότι δεν την μετέφερε εκτός πόλεως, διότι, όπως προελέχθη, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ακούσιας απαγωγής αρκεί η μεταφορά της γυναίκας σε άλλο χώρο του αυτού τόπου, εφόσον συγχρόνως επιτυγχάνεται η περιαγωγή αυτής υπό την πράγματική μη νόμιμη επιρροή του δράστη, γεγονός που συνέβη στην προκειμένη περίπτωση. Η μεταφορά δηλαδή της ανήλικης σε χώρο μακριά από το περιβάλλον της και συγκεκριμένα ο εγκλωβισμός της εντός του οχήματος του κατ/νου σε πλάτωμα της λαχανογοράς, χειμώνα και ώρα απογευματινή, ενώ πλησιάζει το σούρουπο και ως εκ τούτου η κίνηση είναι σχεδόν ανύπαρκτη, αποτελούν χαρακτηριστική περίπτωση περιαγωγής αυτής λόγω και της ανηλικότητάς της υπό την ανεμπόδιστη επιρροή του δράστη. Στοιχειοθετούνται επομένως τα εγκλήματα της ακούσιας απαγωγής και της αποπλάνησης ανηλίκου και κατά τα αντικειμενικά και κατά τα υποκειμενικά τους στοιχεία.
Η εγκληματική όμως δράση του κατηγορουμένου δεν περιορίστηκε στην προαναφερόμενη συμπεριφορά του. Μετά από λίγες μέρες, και συγκεκριμένα περί ώρα 17.00' της 12-12-2002, πλησίασε την ηλικίας τότε 13 ετών και 7 μηνών, ανήλικη Χ3, μαθήτρια της Β' Γυμνασίου (ημερ/νία γεννήσεως 4-5-1989, σύμφωνα με το από 20-5-2003 πιστοποιητικό του Δήμου ....), η οποία τη στιγμή εκείνη επέστρεφε στο σπίτι της, στην οδό ...., από ψιλικατζίδικο της γειτονιάς της, όπου είχε πάει για να αγοράσει σοκολάτα.
Η Χ3 δεν έχει καμιά αμφιβολία για την ανωτέρω ημερομηνία, διότι τη μέρα εκείνη είχε προγραμματισμένο για τις ώρες 17.00΄ -18.00΄ ιδιαίτερο μάθημα Αρχαίων Ελληνικών, το οποίο αναβλήθηκε, με παράκληση της καθηγήτριας, για τις ώρες 18.00΄ -19.00΄. Την ανήλικη προσέγγισε ο κατηγορούμενος, οδηγώντας το ίδιο, ως άνω υπ' αριθμ. ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, χρώματος ασημί και μάρκας OPEL ASTRA, δίπορτο και τη ρώτησε που είναι ο Προφήτης Ηλίας. Η ανήλικη του περιέγραψε το δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει, ο κατηγορούμενος όμως, της ζήτησε να μπει στο αυτοκίνητό του για να τον οδηγήσει εκεί. Η ανήλικη αρνήθηκε και επεχείρησε να απομακρυνθεί, αλλά εκείνος την ακολούθησε με το αυτοκίνητό του και την απείλησε λέγοντάς της με άγριο ύφος "Μπες μέσα, γιατί αλίμονό σου".
Η φράση αυτή ενείχε απειλή κακοποιήσεώς της και ήταν σπουδαία και άμεση, καθόσον την εννοούσε ο κατ/νος και μπορούσε πολύ εύκολα να την πραγματοποιήσει, αφού η ανήλικη βάδιζε μόνη της και δεν υπήρχε κανείς δίπλα της, ως τέτοια δε (σπουδαία και άμεση) την εξέλαβε και η ίδια και , όπως ήταν φυσικό τρομοκρατήθηκε από το ενδεχόμενο πραγματοποιήσεώς της.
Ετσι αναγκάστηκε να μπει στο όχημα και να καθίσει στη θέση του συνοδηγού, αμέσως δε ο κατηγορούμενος ασφάλισε τις θύρες του αυτοκινήτου, ενώ η προσπάθεια της πανικοβλημένης Χ3, στη συνέχεια, να ανοίξει την πόρτα και να βγει από το αυτοκίνητο δεν τελεσφόρησε καθόσον αυτή, λόγω του πανικού της δε σκέφτηκε να την απασφαλίσει.
Ο κατηγορούμενος έτσι, εγκλωβίζοντας την ανήλικη στο αυτοκίνητό του την απομάκρυνε με βία από τον τόπο της διαμονής της και το περιβάλλον της, προκειμένου να περιέλθει στην εγκληματική επιρροή του, με σκοπό την ακολασία. Ακολούθως, την οδήγησε στην ερημική τοποθεσία του Προφήτη Ηλία (της πόλεως των ....) και σταμάτησε το αυτοκίνητό του σε ερημικό δρομάκι, όπου γύρω δεν υπήρχαν σπίτια.
Κατά τη διάρκεια της διαδρομής τη ρωτούσε, αν θέλει να γίνει μοντέλο, αλλά η ανήλικη αρνιόταν και έκλαιγε, λέγοντάς του, ότι θέλει να γυρίσει σπίτι της. Όμως ο κατηγορούμενος εξακολουθούσε να την απειλεί, λέγοντάς της ότι δεν θα τη γυρίσει σ' αυτό, γεγονός που αποτελούσε σαφή απειλή ότι θα εξακολουθούσε να την κατακρατεί παράνομα αλλά και ότι θα προέβαινε σε άσκηση σωματική βίας, εφόσον με ασφαλισμένες τις πόρτες και το αυτοκίνητο σε κίνηση, η ανήλικη δεν είχε ουσιαστικά κανένα τρόπο διαφυγής.
Ακολούθως , ο κατ/νος, αφού έβγαλε τα γυαλιά ηλίου που φορούσε και φόρεσε γυαλιά μυωπίας, της είπε να καθίσει στο πίσω κάθισμα, το οποίο και έκανε φοβισμένη, περνώντας ανάμεσα από τα μπροστινά καθίσματα. Από το πορτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου έβγαλε μία βιντεοκάμερα, χρώματος ασημί, και της είπε να βγάλει τα ρούχα της για να την φωτογραφήσει και να την κάνει φωτομοντέλο.
Η ανήλικη δεν τον πίστεψε αλλά από φόβο το έκανε. Ο κατηγορούμενος της έβγαλε το παντελόνι και της το κατέβασε μαζί με το εσώρουχό της. Άρχισε να τη βιντεοσκοπεί και στη συνέχεια πήγε στο πίσω κάθισμα, όπου άρχισε να τη χαϊδεύει στο ερωτογόνα σημεία της, να τη φιλά στο στόμα και στο στήθος και να την γλείφει στο αιδοίο της για αρκετή ώρα, ενώ η ανήλικη έκλαιγε συνεχώς.
Στη συνέχεια, αφού έβγαλε το παντελόνι και το εσώρουχό του, της ζήτησε να πιάσει το γεννητικό του όργανο, και επειδή αρνήθηκε, κάθισε πάνω της, φέροντας σε επαφή τα γεννητικά τους όργανα, χωρίς όμως να συνουσιαστούν. Η ανήλικη όμως τον απώθησε, κλωτσώντας τον, οπότε εκείνος άρχισε να αυνανίζεται ενώπιόν της μέχρι εκσπερματώσεως, ικανοποιώντας έτσι την γενετήσια ορμή και επιθυμία του.
Η ανήλικη, καθόλη την διάρκεια των παραπάνω σοβαρών και ίσης βαρύτητας με την συνουσία ασελφών πράξεων σε βάρος της, οι οποίες απέβλεπαν σε ηδονισμό του δράστη, έκλαιγε, φώναζε και αντιδρούσε, αλλά ο κατηγορούμενος την εξανάγκασε στην ανοχή των ασελγών αυτών πράξεων, με απειλές λέγοντάς της, ότι δεν θα την αφήσει να φύγει, οι οποίες (απειλές) εκλήφθηκαν από την ανήλικη και ήταν σπουδαίες και άμεσες, ενόψει του γεγονότος της δυνατότητας άμεσης υλοποίησης τους, εξαιτίας της δεδομένης υπέρτερης μυϊκής δύναμής του, της απομάκρυνσης από το οικείο της περιβάλλον αλλά και της ήδη παρακράτησής της μέσα στο όχημά του, σε ερημική και μακρινή από το σπίτι της τοποθεσία, υποκείμενη έτσι στις ανεξέλεγκτες προθέσεις του.
Ετσι έκαμψε την αντίστασή της και την εξανάγκασε να υποστεί τις παραπάνω ασελγείς πράξεις. Στη συνέχεια, αφού ντύθηκαν και οι δύο και ο κατηγορούμενος ξαναφόρεσε τα γυαλιά ηλίου, ακολουθώντας διαφορετική διαδρομή, οδήγησε την ανήλικη και την αποβίβασε από το αυτοκίνητό του επί της οδού Βόλου, λέγοντάς της να μην πει τίποτε στους δικούς της, γιατί θα τη μαλώσουν και θα την ξαναπάρει.
Επειδή όμως το αυτοκίνητό του κατελήφθη από ερυθρό σηματοδότη, η ανήλικη πρόλαβε και πληκτρολόγησε τον αριθμό κυκλοφορίας του αυτοκινήτου του (...) στο κινητό της τηλέφωνο και στη συνέχεια τον μετέφερε σε τετράδιο της, όταν επέστρεψε στο σπίτι μετά από περίπου μισή ώρα, γύρω στις 17.30΄. Οι γονείς της απουσίαζαν και, επειδή φοβόταν τις αντιδράσεις τους, δεν μίλησε ούτε στη μητέρα της, παρά μετά από αρκετές ημέρες (περί τα μέσα Ιανουαρίου 2003) ανέφερε στην οικογενειακή τους φίλη, ....., το περιστατικό, η οποία ενημέρωσε τη μητέρα της, Χ2 και μία γνωστή της γυναίκα αστυνομικό.
Να σημειωθεί, επίσης ότι ο κατηγορούμενος, μετά το περιστατικό, σύμφωνα με την μικρή Χ3, εθεάθη 3-4- φορές (οι οποίες δεν προσδιορίζονται χρονικά) έξω από το σπίτι της και κάποια από αυτές, η μικρή Χ3, επιστρέφοντας στο σπίτι της, συνοδευόμενη από την αδελφή της, επιβεβαίωσε τον ήδη καταγραφέντα αριθμό κυκλοφορίας του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου.
Από τα ανωτέρω δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία, ότι η ανήλικη Χ3 πράγματι βίωσε τα γεγονότα που προαναφέρθηκαν, και ότι χωρίς τη θέλησή της απομακρύνθηκε από το περιβάλλον της και περιήλθε στην ανεμπόδιστη επιρροή του κατηγορουμένου. Ο τελευταίος, με άσκηση σωματικής βίας και απειλές, κατά τον προπεριγραφέντα τρόπο, αφού την απήγαγε, την κατακράτησε σε ερημική τοποθεσία και την εξανάγκασε να υποστεί τις ανωτέρω ασελγείς πράξεις και ως εκ τούτου στοιχειοθετούνται τα εγκλήματα της ακούσιας απαγωγής και του βιασμού, τόσο κατά τα αντικειμενικά και κατά τα υποκειμενικά τους στοιχεία.
Και πάλι όμως η εγκληματική δράση του κατηγορουμένου δεν σταμάτησε: Την 13-1-2003 (πρώτη Δευτέρα μετά το πέρας των σχολικών διακοπών των Χριστουγέννων) και περί ώρα 17.00΄, η ηλικίας οκτώ ετών και έξι μηνών περίπου ανήλικη Ζ3 (γεν.1-7-1994), επέστρεφε από ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς της. Τότε είδε τον κατηγορούμενο, που φορούσε άσπρο ζιβάγκο, να σταθμεύει με ένα αυτοκίνητο μάρκας OPERL ASTRA, ασημί, δίπορτο έξω από το σπίτι της, ζητώντας της να πάει μαζί του για να του δείξει την διαδρομή για τον Προφήτη Ηλία.
Η ανήλικη δέχθηκε, αλλά του είπε ότι πρέπει πρώτα να ρωτήσει την μητέρα της και ο άγνωστος της είπε ότι θα περιμένει. Η ανήλικη ανέβηκε στο σπίτι της και ανέφερε το περιστατικό στην μητέρα της, Ζ2, η οποία αμέσως ανησύχησε και προσποιούμενη ότι θα πετάξει μια σακούλα σκουπίδια, κατέβηκε στο δρόμο, όπου εντόπισε το αυτοκίνητο, μετά από περιγραφές της ανήλικης και είδε τον οδηγό μέσα σ' αυτό.
Αφού πέταξε τα σκουπίδια σε κάδο, που απέχει περίπου εκατό μέτρα από το αυτοκίνητο, στην επιστροφή και για περίπου μισό λεπτό είχε την δυνατότητα να δει τον οδηγό και το αυτοκίνητό του. Ο τελευταίος, φοβούμενος μήπως τον αναγνωρίσει, φόρεσε τα γυαλιά του, έσκυψε, προσποιούμενος ότι μιλάει στο κινητό του, και ακολούθως έφυγε προς κατεύθυνση, αντίθετη του Προφήτη Ηλία.
Ετσι η Ζ2 δεν κατόρθωσε να δει το πρόσωπο του δράστη, όμως συγκράτησε από τον αριθμό κυκλοφορίας του αυτ/του του τα αρχικά γράμματα ... και από τους αριθμούς τα μεσαία ψηφία ... και ... . Τόσο τα γράμματα όσο και οι αριθμοί συμπίπτουν με τον αριθμό κυκλφοροίας του οχήματος του κατηγορουμένου ... . Να σημειωθεί ότι η Ζ3 είναι βέβαιη ότι επρόκειτο για αυτοκίνητο μάρκας OPEL ASTRA, διότι ξέρει το σήμα του, το οποίο και έχει περιγράψει ως ένα κύκλο πού έχει μέσα κάτι σαν κεραυνό.
Ανέφερε δε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι ξέρει να ξεχωρίζει και άλλα αυτοκίνητα, όπως το MEGANE, το οποίο έχει για σήμα ένα ρόμβο και το FIAT, το οποίο έχει σήμα στρογγυλό, ασημί και μπλέ, το οποίο έχει γράμματα που λένε FIAT. Οι γνώσεις της αυτές, ιδιαίτερες για την ηλικία της, εξηγούνται από το γεγονός, ότι πολλές φορές, σύμφωνα με την κατάθεση του πατέρα της, τον συνοδεύει στο συνεργεία αυτοκινήτων συγγενούς του και αρέσκεται να παρατηρεί τα ευρισκόμενα εκεί αυτοκίνητα.
Ανέφερε επίσης σε άλλες καταθέσεις της, ότι είχε δει άλλη μία φορά (πριν το περιστατικό) τον κατηγορούμενο στην παιδική χαρά, χωρίς το αυτοκίνητό του (βλ. καταθέσεις Ζ3, Ζ1, Ζ2).
Όπως περιγράφονται τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ψευδώς παρέστησε στην ανήλικη ότι αγνοούσε τη διαδρομή προς τον Προφήτη Ηλία, για να την πείσει, εκμεταλλευόμενος το εύπιστο αυτής, λόγω της παιδικής της αθωότητας, να μπει στο αυτοκίνητο και να τη θέσει έτσι στην επιρροή του, ούτως ώστε ανεμπόδιαστα να την απομακρύνει από τον τόπο της διαμονής και του περιβάλλοντός της, με σκοπό να ασελγήσει πάνω της προς ηδονισμό του. Υπάρχει δηλαδή από τον κατηγορούμενο έναρξη της παραπλανητικής επιδράσεως επί της βουλήσεως της ανηλίκου Ζ3, καθόσον η τελευταία, όσον αφορά την ίδια, πείστηκε και δέχτηκε να τον ακολουθήσει, υπό τον όρο όμως, ότι θα της το επέτρεπε και η μητέρα της. Επομένως, η πράξη του κατηγορουμένου δεν ολοκληρώθηκε από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θελήσεώς του, πλην όμως στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, δηλαδή απόπειρα, του εγκλήματος της ακούσιας απαγωγής, κατά τα ανωτέρω.
Η αντίστροφη μέτρηση όμως για την αποκάλυψη της ταυτότητας του κατηγορουμένου άρχισε την 28-1-2003, όταν η (δεύτερη κατά σειρά) παθούσα Χ3, μαζί με την μητέρα της, Χ2 (η οποία, όπως ελέχθη παραπάνω, ενημερώθηκε καθυστερημένα για το περιστατικό και μέσω φιλικού της προσώπου) με σχετικές καταθέσεις τους στην Αστυνομική Υποδιεύθυνση ....
κατήγγειλαν το όλο συμβάν, δηλώνοντας ότι επιθυμούν την ποινική δίωξη του άγνωστου μέχρι τότε δράστη, ενώ η ανήλικη έδωσε στην Αστυνομία και τον αριθμό του αυτοκινήτου. Ετσι, την επόμενη μέρα (29-1-2003), έχοντας εξακριβώσει η αστυνομία τα στοιχεία του δράστη από τον αριθμό του αυτοκινήτου (βλ. την από 29-1-2003 κατάθεση αστ/κού .....), κλήθηκε ο κατηγορούμενος στην Αστ/κή Υποδ/νση ...., όπου η ανήλικη Χ3 προέβη αβίαστα, και σύμφωνα με τις νόμιμες διαδικασίες, στην αναγνώριση του προσώπου του, του αυτοκινήτου και της βιντεοκάμερας SONY 330Χ, που βρέθηκε εντός του αυτοκινήτου του και χρησιμοποιήθηκε κατά τη διάπραξη των εγκλημάτων του.
Επίσης, εντός του αυτοκινήτου, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν δύο βιντεοκασέτες, από τις οποίες η μία ήταν άδεια και η άλλη περιείχε στιγμιότυπα του υπηρεσιακού βίου του κατηγορουμένου (τελετές, ομιλίες, απονομή μεταλλίων στο χώρο της Μονάδας του), καθώς και σκηνές του ιδιωτικού του βίου, όπως εικόνες και στιγμιότυπα από ταξίδια του στο εξωτερικό (βλ.
την από 29-1-2003 έκθεση κατάσχεσης, την από 11-4-2003 έκθεση αυτοψίας του Ανακριτή 2ου Τμήματος Αερ. Αθηνών και το από 8-4-2003 έγγραφο του τμήματος μεθοδ/των-φωτ/κό της ΔΕΕ). Οι γονείς της και οι αστυνομικοί ρώτησαν τη Χ3, αν είναι σίγουρη για την αναγνώριση και εκείνη ήταν κατηγορηματική τόσο για τον κατηγορούμενο όσο και για το αυτοκίνητο.
Ακόμα, παρεδόθη στην αστυνομία και το τετράδιο, όπου η ανήλικη είχε σημειώσει τον αριθμό αυτοκινήτου του κατηγορουμένου, το οποίο και κατασχέθηκε (βλ. την από 30-1-2003 έκθεση παράδοσης και κατάσχεσης). Σημειώνεται, ότι και ενώπιον του ακροατηρίου, η Χ3, αναγνώρισε αβίαστα, στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, το δράστη των σε βάρος της πράξεων, ενώ για την κάμερα κατέθεσε ότι έμοιαζε με εκείνη που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος (βλ.
πρακτικά πρωτοδίκου αποφάσεως, καταθέσεις Χ3, Χ1, Χ2).
Ακολούθως, την ίδια μέρα (29-1-2003) κλήθηκε και η (πρώτη) παθούσα Ψ3, στην Υποδιεύθυνση Ασφάλειας ...., όπου αναγνώρισε αβίαστα, τηρουμένων των νόμιμων διαδικασιών, τον κατηγορούμενο ως δράστη των προαναφερομένων εγκλημάτων σε βάρος της, το προαναφερόμενο αυτοκίνητο με το οποίο τη μετέφερε καθώς και τη βιντεοκάμερα μάρκας SONY 330X με την οποία τη βιντεοσκοπούσε.
Συγκεκριμένα, κατά τη διαδικασία αναγνώρισης του δράστη, την 29-1-2003, στα γραφεία της αστυνομίας, μετέφεραν τη Ψ3 σε ένα χώρο, όπου βρισκόταν ο κατηγορούμενος και κάποιοι αστυνομικοί. Της είχαν πει να πάει και να χαιρετήσει κάποιον από τους αστυνομικούς όμως, επειδή ο κατηγορούμενος φορούσε γυαλιά, δεν μπόρεσε να πει με βεβαιότητα, αν ο συγκεκριμένος ήταν ο δράστης.
Μετά μπήκε πάλι σ' ένα άλλο γραφείο δύο φορές και οι αστυνομικοί της ζήτησαν να δει το πρόσωπο του κατηγορουμένου, μία φορά με γυαλιά και μία χωρίς. Όταν τον είδε χωρίς γυαλιά τον αναγνώρισε αμέσως. Όσον αφορά την αναγνώριση του αυτ/του, αυτή έγινε νύχτα, το αυτοκίνητο ήταν μόνο του σταθμευμένο, χωρίς άλλα αυτοκίνητα γύρω και, όταν το είδε, είπε ότι μοιάζει, διότι ήταν μικρό, ασημί με δύο πόρτες και μαύρα χερούλια.
Αμέσως μετά την αναγνώριση, η ανήλικη παρουσίασε πολύ άσχημη, σωματική και ψυχολογική αντίδραση και είχε όψη νεκρής (κατάθεση Ψ1), ενώ ήταν κατηγορηματική όσον αφορά την ταυτότητα του κατηγορουμένου, γεγονότα που ενίσχυσαν την πεποίθηση στους γονείς της ότι δεν ψεύδονταν, όταν έλεγε ότι αυτός είναι ο δράστης.
Να σημειωθεί ότι η Ψ3, όπως προανεφέρθη, είχε μεταβεί μέχρι εκείνη τη μέρα, ήδη δύο φορές στην αστυνομία, για αναγνώριση υπόπτων, χωρίς να αναγνωρίσει το δράστη σε κάποια φωτογραφία και χωρίς να παρουσιάσει μετά κάποιο ψυχολογικό πρόβλημα. Όμως και ενώπιον τόσο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου όσο και του παρόντος, η Ψ3, αναγνώρισε αβίαστα, στο πρόσωπο του κατ/νου, το δράστη των σε βάρος της πράξεων, ενώ για την κάμερα (όταν τη επεδείχθη) κατέθεσε ότι έμοιαζε με εκείνη που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος (βλ.
πρακτικά πρωτοδίκου αποφάσεως, καταθέσεις Ψ3, Ψ1, Ψ2).
Εξάλλου, μετά το περιστατικό, η Ψ3 παρακολουθήθηκε (σε 4-5 συναντήσεις) υποστηρικτικά από τον συνεργαζόμενο με την ΕΛΑΣ, ψυχολόγο ....., ο οποίος διαπίστωσε ότι είναι φυσιολογικό παιδί με καλή μνήμη και εύπιστο, όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας της. Κατά τις συναντήσεις μαζί της η ανήλικη αναφερόταν στα γεγονότα και απαντούσε με τον ίδιο κάθετο πάντα τρόπο σε όσες ερωτήσεις κι αν της έθετε, χωρίς ποτέ να πέσει σε αντιφάσεις.
Το γεγονός αυτό δεν του άφησε καμία αμφιβολία για την αλήθεια των ισχυρισμών της. Άλλωστε είναι δύσκολο για ένα παιδί σ' αυτή την ηλικία να φαντασιώσει μία τέτοια εμπειρία. Συμβαίνει επίσης πολλές φορές τα παιδιά να συγχέουν την πραγματικότητα με την φαντασία, όπως και κατά την εξιστόρηση να αναφέρουν υπερβολικές ή ανύπαρκτες λεπτομέρειες, αλλά κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στην περίπτωση της Ψ3, η οποία επανέλαβε γεγονότα και λεπτομέρειες και τις τέσσερις φορές με τον ίδιο τρόπο.
Αμέσως μετά την αναγνώριση του δράστη, όταν τη συνάντησε στο διάδρομο, παρουσίαζε ψυχοσωματικά συμπτώματα, όπως ταραχή, ναυτία και εμετό, γεγονός που σημαίνει ότι αντικρίζοντας το δράστη αναβίωσε την άσχημη εμπειρία της. Η εμπειρία αυτή είναι τραυματική, δεν πρόκειται να την ξεχάσει και γι' αυτό παρακολουθείται μέχρι σήμερα από παιδοψυχίατρο.
Ο ίδιος μάρτυρας-ψυχολόγος, όσον αφορά την περίπτωση της Χ3 (με την οποία δεν έχει συναντηθεί ποτέ), ανέφερε πως το γεγονός ότι εξομολογήθηκε την εμπειρία της σε φίλη και μάλιστα αρκετό καιρό από τότε που συνέβη, είναι απόλυτα δικαιολογημένο, διότι μερικά παιδιά λειτουργούν περισσότερο ενοχικά, δηλ. αισθάνονται ένοχα και για την πράξη και για την ανακοίνωση στο γονέα, φοβούνται ότι ίσως χαλάσουν την εικόνα των γονέων τους γι' αυτά, ο τρόπος αντίδρασης εξαρτάται από το χαρακτήρα του παιδιού, ενώ στην αρχή το κάθε παιδί κοιτάει πως θα το αποφύγει, βρίσκοντας αργότερα κάποιο τρόπο, όπως μια φίλη, για το εκτονώσει (βλ.
πρακτικά αποφάσεως, καταθέσεις Ψ3, Ψ1, Ψ2, ....., την υπ' αριθμ. πρωτ. 3613/15-4-04 ιατρική βεβαίωση του .... Νοσοκομείου).
Μία μέρα αργότερα, την 30-1-2003, προσήλθε στην Αστυνομία και κατήγγειλε το περιστατικό σε βάρος της Ζ3, η μητέρα της Ζ2, ύστερα από προτροπές της πεθεράς της, η οποία της είπε ότι κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί και σε κάποιο άλλο κοριτσάκι στη γειτονιά, χωρίς όμως να διευκρινίσει τίποτα παραπάνω. Επισημαίνεται, ότι οι γονείς της Ζ3, παρόλο που και η μητέρα της είχε δει το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου κάτω από το σπίτι τους, δεν είχαν πειστεί απόλυτα ότι η ανήλικη έλεγε την αλήθεια, μέχρις ότου πληροφορήθηκαν, όπως παραπάνω, ότι είχαν υπάρξει παρόμοια περιστατικά.
Κατά τη διαδικασία αναγνώρισης του δράστη, την ίδια μέρα, στα γραφεία της αστυνομίας, η ανήλικη είδε τέσσερις άνδρες με πολιτικά, οι οποίοι κάθονταν σε καρέκλες και υπέδειξε τον κατ/νο, λέγοντας ότι μάλλον εκείνος ήταν ο δράστης. Επειδή όμως οι αστυνομικοί της είπαν, ότι, αν δεν είναι σίγουρη, να μην πάρει κανένα στο λαιμό της, η ανήλικη αρνήθηκε ότι τον αναγνώρισε.
Όταν όμως επέστρεψε στο σπίτι της, ανέφερε στη μητέρα της ότι ήταν σίγουρη πως ο δράστης ήταν ο κύριος που υπέδειξε και έτσι οι δύο γονείς της, Ζ2 και Ζ1, πεπεισμένοι ότι ο δράστης του προαναφερόμενου περιστατικού ήταν ο κατηγορούμενος, δήλωσαν (ως δικαιούμενοι από κοινού) ενώπιον του Ανακριτή του Αεροδικείου Αθηνών, με τις από 19-5-2003 καταθέσεις τους, ότι επιθυμούν την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου.
Εξάλλου, και ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η Ζ3 αναγνώρισε αβίαστα, στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, τον δράστη της σε βάρος της πράξεως (βλ. και πρακτικά πρωτοδίκου αποφάσεως, καταθέσεις Ζ3, Ζ1, Ζ2). Με βάση τις παραδοχές αυτές έκρινε τον αναιρεσείοντα ένοχο ακούσιας απαγωγής κατά συρροή, αποπλανήσεως παιδιού, βιασμού και απόπειρας ακούσιας απαγωγής.
Ετσι κρίνοντας το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό της με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα προαναφερθέντα περιστατικά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που εφάρμοσε.
Ούτε και ήταν απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογία να εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση τι προέκυψε από το κάθε αποδεικτικό μέσο και να γίνεται συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά αρκεί ότι αναφέρονται αυτά γενικώς κατά το είδος τους και ότι όλα λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεώς του.
Από το γεγονός ότι στην απόφαση εξαίρονται ορισμένες αποδείξεις δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα, ότι αγνοήθηκαν οι λοιπές, αφού βεβαιώνεται σ' αυτήν ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη. Περαιτέρω ο ισχυρισμός που προέβαλε ο αναιρεσείων κατά την απολογία του, ότι κατά το χρόνο τελέσεως των πράξεων της ακούσιας απαγωγής και της αποπλανήσεως παιδιού σε βάρος της Ψ3 στις 4-12-2002, βρισκόταν στην οικία του πεθερού του με τη σύζυγό του και την οικογενειακή τους φίλη ....., κατά δε το χρόνο τελέσεως των πράξεων της ακούσιας απαγωγής και του βιασμού σε βάρος της Χ3 στις 12-12-2002, καθόταν μέχρι της 18.00΄ ώρας στην οικία του, δεν είναι αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας και επομένως το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει στο σκεπτικό του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψή του, καίτοι ως εκ περισσού η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και κατά το μέρος της, που απορρίφθηκε ο εν λόγω ισχυρισμός ως αβάσιμος.
Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο, υπό το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας, επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή αμφισβητείται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τα προκύψαντα από κάθε αποδεικτικό μέσο περιστατικά, περιέχει ανεπίτρεπτη προσβολή της αναγόμενης σε πράγματα κρίσεως του δικαστηρίου και πρέπει κατά τούτο να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Μετά ταύτα αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων ως πολιτικώς εναγόντων αφενός Χ1 και Χ2 και αφετέρου Μελετίου και Ψ2 (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-1-2006 αίτηση του ..... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 246/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη αφενός των Χ1 και Χ2 και αφετέρου Ψ1 και Ψ2, που ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ κατά ζεύγος
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2006. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ