2180/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2180/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο ενάγων (και ήδη αναιρεσείων) οικοδομικός συνεταιρισμός, ο οποίος συστήθηκε και λειτουργεί με την 81844/25-11-1933 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ 175/1933), όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, και έχει σκοπό τη μέριμνα για τις στεγαστικές ανάγκες των μελών του, το έτος 1981 αγόρασε για τις ανάγκες του σκοπού του αυτού ποσοστό 1.751.696/3.158-000 εξ αδιαιρέτου, κτήματος έκτασης 3.158.000 τ.μ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2180 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2180/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οικοδομικού Συνεταιρισμού υπό την επωνυμία "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ - Ο ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ Συν.ΠΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πρόεδρο του Δ.Σ. ....., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σταύρου Γκούμα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. .... 2. ..... 3...... , 4. ...... και 5. ..... . Οι μεν 1ος, 2ος και 3η παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Αναστασίου Δημητρούκα, οι δε 4ος και 5ος εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πιο πάνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-11-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6943/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 4449/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 18-7-2006 αίτησή του και τους από 28-2-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 27-9-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 11 παρ. ΙV εδ. ε΄ και ζ΄ του π.δ. 93/1987 "περί οικοδομικών Συνεταιρισμών - Πολεοδόμηση εκτάσεων", η Γενική Συνέλευση των μελών του Συνεταιρισμού αποφασίζει για την αγορά ή πώληση έκτασης γης, το είδος και τη μορφή της οικιστικής αξιοποίησης, καθώς και τη σύναψη δανείου για την εκπλήρωση του σκοπού του συνεταιρισμού και για οποιοδήποτε θέμα που προβλέπεται από το διάταγμα αυτό ή το καταστατικό και δεν υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα άλλου οργάνου του Συνεταιρισμού.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η αντικατάσταση ελαττωματικού και δη μη άρτιου και μη οικοδομήσιμου οικοπέδου, που είχε παραχωρηθεί σε μέλος του Συνεταιρισμού και αντιστοιχεί σε συγκεκριμένη συνεταιριστική μερίδα, με άλλο άρτιο και οικοδομήσιμο οικόπεδο του Συνεταιρισμού, το οποίο είχε παραμείνει αδιανέμητο κατά την κλήρωση, δεν συνιστά πώληση ή αγορά έκτασης του Συνεταιρισμού, με συνέπεια να μη απαιτείται για την ανταλλαγή αυτή απόφαση της Γενικής συνέλευσης του Συνεταιρισμού.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, δικάζοντας έφεση του αναιρεσείοντας Συνεταιρισμού κατά της 6943/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει αγωγή του κατά των αναιρεσιβλήτων (μελών του Διοικητικού του Συμβουλίου) για επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για την ζημία (θετική και αποθετική) και ηθική βλάβη, που υπέστη από την επικαλούμενη σαυτή αδικοπραξία, δέχθηκε ανελέγκτως μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:
Ο ενάγων (και ήδη αναιρεσείων) οικοδομικός συνεταιρισμός, ο οποίος συστήθηκε και λειτουργεί με την 81844/25-11-1933 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ 175/1933), όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, και έχει σκοπό τη μέριμνα για τις στεγαστικές ανάγκες των μελών του, το έτος 1981 αγόρασε για τις ανάγκες του σκοπού του αυτού ποσοστό 1.751.696/3.158-000 εξ αδιαιρέτου, κτήματος έκτασης 3.158.000 τ.μ.
στη θέση ....., στο οποίο αντιστοιχεί η χρήση 1.751/696 τ.μ. Η έκταση αυτή ρυμοτομήθηκε με το από 10/6/1970 Π.Δ. (ΦΕΚ 130Δ΄/770) και κατατμήθηκε σε οικόπεδα, τα οποία ο συνεταιρισμός, αφού τα διένειμε κατόπιν κληρώσεως που έγινε κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1972 έως 1986, από το έτος 1988, άρχισε να τα μεταβιβάζει στα μέλη του.
Ιδιοκτήτης της έκτασης ήταν ο συνεταιρισμός ο οποίος μετά την κατάτμηση και διανομή των οικοπέδων στα μέλη υποχρεούνταν να μεταβιβάσει σ' αυτά τις συνεταιριστικές μερίδες, τα τελευταία δε μέχρι της καταρτίσεως της σχετικής μεταβιβαστικής πράξεως είχαν έναντι αυτού ενοχικά δικαιώματα, παράλληλα είχαν όμως δικαίωμα μεταβιβάσεως ή εκχωρήσεως των συνεταιριστικών μερίδων σε άλλους συνεταίρους υπό τους όρους του άρθρου 40 του καταστατικού του συνεταιρισμού.
Σε εκτέλεση του όρου αυτού, η Σ1 μέλος του ενάγοντος στην οποία είχε κληρωθεί το υπ' αριθμ..... οικόπεδο του Ο.Τ. ...., το έτος 1991, εκχώρησε τη συνεταιριστική μερίδα της στα τέκνα της Σ2 και Σ3 εξήλθε του συνεταιρισμού και στη θέση της υπεισήλθαν οι τελευταίοι, οι οποίοι στη συνέχεια, τον Ιούνιο του έτους 1999, εκχώρησαν τη μερίδα τους στο Ζ1 έναντι ανταλλάγματος 3.000.000 δραχμών και εξήλθαν του συνεταιρισμού, πράξη η οποία εγκρίθηκε από το Δ.Σ.
του συνεταιρισμού με το υπ' αριθμ..... Πρακτικό αυτού. Ο Ζ1 ο οποίος ήταν ήδη μέλος του συνεταιρισμού, καθόσον ήταν ήδη δικαιούχος οικοπεδικού μεριδίου κείμενου στη ....., όπου ο συνεταιρισμός κατείχε αντίστοιχη έκταση, όταν διαπίστωσε ότι το συγκεκριμένο οικόπεδο δεν ήταν οικοδομήσιμο, καθόσον κατά το μεγαλύτερο μέρος του βρισκόταν σε κοίτη μη οριοθετημένου φυσικού ρέματος, με την από ....
αίτηση του προς το Δ.Σ. του συνεταιρισμού, στην οποία είχε επισυνάψει τη σχετική από .... τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού ...., ζήτησε την. ανταλλαγή του οικοπέδου αυτού με άλλο άρτιο και οικοδομήσιμο. Το Δ.Σ. του ενάγοντος συνεταιρισμού, στο οποίο από του Μαρτίου 1999 μετείχαν οι εναγόμενοι, ο πρώτος ως Πρόεδρος αυτού, ο δεύτερος ως αντιπρόεδρος, η τρίτη ως γενική γραμματέας και οι λοιποί ως μέλη, με την υπ' αριθμ. .....
απόφαση του έκανε δεκτή την αίτηση του και αντάλλαξε το οικόπεδο αυτό με το υπ' αριθμ. ....του Ο.Τ. ..., το οποίο αποτελεί ανεξάρτητη κάθετη ιδιοκτησία, στην οποία αντιστοιχεί η χρήση 494,70 τ.μ., δεν είχε ακόμα διανεμηθεί από τον συνεταιρισμό, βρισκόταν πλησίον του ανταλλαγέντος και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, το δε ανταλλαχθέν αποδεσμεύτηκε και επανήλθε στη διάθεση του ιδιοκτήτη συνεταιρισμού, ως αδιάθετο οικόπεδο.
Η ανταλλαγή αυτή των οικοπέδων για την οποία αρκούσε η απόφαση του Δ.Σ. του συνεταιρισμού και δεν απαιτείτο απόφαση της Γ.Σ. του συνεταιρισμού, έγινε νόμιμα. Τούτο δε γιατί δεν επρόκειτο για διάθεση διαρκούς περιουσιακού στοιχείου του συνεταιρισμού, για την οποία, σύμφωνα με το άρθρο 35 περ. δ' του καταστατικού του, αρμόδια να αποφασίσει είναι η Γ.Σ.
αυτού, αλλά για διάθεση τμήματος μείζονος ακινήτου το οποίο είχε εξ αρχής αγοραστεί προκειμένου να διανεμηθεί στα μέλη. Στο άρθρο 44 παρ. 7 του καταστατικού ρητά ορίζεται ότι τα ακίνητα που αποκτά ο συνεταιρισμός, στα πλαίσια της ευόδωσης του σκοπού του, παραχωρούνται στα μέλη του εξ ολοκλήρου, και μάλιστα αν δεν επαρκέσουν καθορίζονται πίνακες προτεραιότητας κατά σειρά εγγραφής, και πουθενά δεν προβλέπεται ότι κάποια από αυτά παραμένουν στο συνεταιρισμό για να αποτελούν διαρκή περιουσιακά του στοιχεία.
Στη συνέχεια ο Ζ1 με το από ....ιδιωτικό συμφωνητικό εκχώρησε τη συνεταιριστική μερίδα του επί του ως άνω ανταλλαγέντος οικοπέδου στον Τ1 έναντι ανταλλάγματος 24.000.000 δραχμών, χωρίς να εξέλθει του συνεταιρισμού, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, διέθετε και άλλη συνεταιριστική μερίδα, ο δε τελευταίος υπέβαλε στις ....
στη γραμματεία του συνεταιρισμού, το άνω ιδιωτικό συμφωνητικό εκχώρησης συνοδευόμενο από αίτηση του εγγραφής του ως μέλους αυτού. Σημειώνεται ότι το ως άνω συμφωνητικό φέρει μεν την ως άνω ημερομηνία καταρτίσεως, όμως από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο αντίγραφο της από .... επιστολής του Τ1 προς το Εποπτικό Συμβούλιο του συνεταιρισμού προκύπτει ότι στην πραγματικότητα η εκχώρηση αυτή έλαβε χώρα περίπου τον Ιανουάριο του έτους 2000, γεγονός το οποίο δεν έχει έννομη συνέπεια για το κύρος της, ακόμη περισσότερο αφού ο εκδοχέας αποκτά την εκχωρηθείσα απαίτηση με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που συνδέονται αναπόσπαστα με τη φύση της, από και δια της αναγγελίας της εκχωρήσεως και δεν αποκτά δικαιώματα έναντι του οφειλέτη και των τρίτων πριν από αυτήν.
Ο συνεταιρισμός, αφού ενέκρινε την εκχώρηση, δέχθηκε τον Τ1 ως νέο μέλος του με την υπ' αριθμ. .... απόφαση του Δ.Σ., η οποία ουδέποτε προσβλήθηκε από κανέναν, εφαρμόζοντας τη διαδικασία που προβλεπόταν στο άρθρο 5 του καταστατικού για την παραδοχή συνεταίρων, η δε εγγραφή του έγινε στα πλαίσια της αντικατάστασης του Ζ1 για τη συγκεκριμένη συνεταιριστική μερίδα, γεγονός το οποίο δεν αντιβαίνει στο άρθρο 6 παρ. 3 ΠΔ 93/87, και ποτέ δεν προσβλήθηκε από κανέναν, εντός των νομίμων προθεσμιών.
Ως προς την ως άνω αίτηση του Τ1 υποβληθείσα στις ..... στη γραμματεία του συνεταιρισμού, σημειώνονται τα εξής: Κατά την υποβολή της ως άνω αίτησης του, ο Τ1 εξέφραζε τη σοβαρή επιθυμία του να γίνει μέλος του συνεταιρισμού. Η σαφής έννοια του περιεχομένου της από .... επιστολής του προς το Εποπτικό Συμβούλιο του Συνεταιρσμού, κατά το νοηματικό της περιεχόμενο, ήταν όχι ότι δεν θέλησε ποτέ να γίνει μέλος του, αλλά ότι αδιαφορούσε για τον τρόπο που θα αποκτούσε το ακίνητο, αποδεχόταν όμως να γίνει και μέλος του συνεταιρισμού, προκειμένου να απόκτησε, τούτο μέσω της εκχώρησης της συνεταιριστικής μερίδας άλλου μέλους, εφόσον προϋπόθεση γι΄ αυτό ήταν να είναι και ο ίδιος μέλος.
Έτσι επεδίωξε να αποκτήσει την ιδιότητα αυτή, αποδεχόμενος πλήρως τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από το καταστατικό και τη λειτουργία του συνεταιρισμού. Στη συνέχεια, ο ενάγων συνεταιρισμός, σε εκπλήρωση σχετικού όρου του καταστατικού, με το υπ' αριθμ. ..... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Νικολούδη, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, στον Τ1 το εν λόγω οικόπεδο, αντί του αναγραφομένου σ' αυτό τιμήματος των 20.000 δραχμών και αντικειμενικής αξίας αυτού των 16.263.813 δραχμών.
Κατά την υπογραφή του συμβολαίου τον ενάγοντα συνεταιρισμό εκπροσώπησε νομίμως ο πρώτος των εναγομένων, τότε Πρόεδρος του, ο οποίος είχε εξουσιοδοτηθεί από το Δ.Σ. ειδικώς για την υπογραφή των συμβολαίων, με το υπ' αρθμ......πρακτικό αυτού. Τούτο έγινε στα πλαίσια της δυνατότητας που παρέχει το άρθρο 20 παρ.
δ' του καταστατικού, σύμφωνα με το οποίο "το Διοικητικό Συμβούλιο δυνατά, δι΄ ειδικών αποφάσεών του να αναθέσει την διεξαγωγή ορισμένων εργασιών εις ορισμένον, ή ορισμένα μέλη του", η δε επίμαχη εξουσιοδότηση, κατά της οποίας κανείς δεν είχε εναντιωθεί μέχρι την υπογραφή του επιδίκου συμβολαίου του Τ1 και ειδική ως απόφαση ήταν, αφού το θέμα αφορούσε ρητά και συγκεκριμένα την υπογραφή των συμβολαίων μεριδίων της έκταση ...., και σε ορισμένο κύκλο εργασιών αναφερόταν, υπογραφή συμβολαίων μεταβιβάσεως συστάσεις οριζοντίων ιδιοκτησιών και κανονισμού, υπογραφή δηλώσεων Εφορίας για το φόρο μεταβίβασης, τοπογραφικά σχεδιαγράμματα που θα επισυνάπτονται στα συμβόλαια κλπ.).
Επιπλέον των ως άνω πρέπει να λεχθούν τα εξής: Το άρθρο 40 παρ. 5 και 7 του καταστατικού του ενάγοντος συνεταιρισμού, επαναλαμβάνοντας τη διάταξη του προϊσχύσαντος άρθρου 20 εδ. α΄, γ' και δ' του ν. 602/1915, ορίζει τα εξής: Απαγορεύεται η εκχώρηση της συνεταιριστικής μερίδας εις πάντα τρίτον συνεταίρον ή μη. Επιτρέπεται μόνον εις εξερχόμενον συνεταίρον να μεταβιβάσει τας συνεταιριστικός του μερίδας και άνευ εκκαθαρίσεως του λογαριασμού του εις άλλον συνεταίρον μετά προηγουμένην συγκατάθεσιν του Διοικητικού Συμβουλίου, του προς όν η εκχώρησις υπεισερχομένου εις την θέσιν του εκχωρούντος, όστις εξέρχεται τότε αμέσως του Συνεταιρισμού".
Το άρθρο 20 του ν. 602/1915, καταργήθηκε με το άρθρο 17 παρ. 3 του ν. 1667/1986, ήδη δε ισχύει σχετικώς το άρθρο 7 του π.δ.. 93/1987 με το οποίο δεν τίθενται περιορισμοί στην εκχώρηση της εταιρικής μερίδας. Σε κάθε περίπτωση όμως οι περιορισμοί αφορούσαν μόνο τη μεταβίβαση της συνεταιριστικής ιδιότητας και την εκχώρηση της συνεταιριστικής μερίδας δηλ.
το ποσοστό συμμετοχής του κάθε μέλους, όχι και τα περιουσιακά ωφελήματα, τα οποία συνεπαγόταν η συνεταιριστική ιδιότητα εκείνου που τα αποκτούσε. Τα δικαιώματα αυτά παρέμειναν δεκτικά ελεύθερης συναλλαγής κατ' άρθρο 361 ΑΚ. Οι εκχωρήσεις που έγιναν μετά την κατάργηση του ως άνω άρθρου, χωρίς την ταυτόχρονη αποχώρηση του εκχωρητή, δεν πάσχουν από απόλυτη ακυρότητα, αφού δεν αντίκεινται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αλλά από σχετική, επειδή αντιβαίνουν σε απαγορευτική διάταξη του καταστατικού, η ακυρότητα όμως αυτή θεραπεύεται με τη συναίνεση του οφειλέτη.
Τυχόν, συνεπώς, ακυρότητα της ως άνω εκχώρησης της μερίδας του Ζ1 προς τον Τ1 επειδή ο πρώτος δεν αποχώρησε από το συνεταιρισμό, όπως όριζε η προαναφερθείσα σχετική διάταξη του καταστατικού, ακόμα και αν ήθελε παραβλεφθεί το γεγονός ότι μετείχε σ' αυτό και με δεύτερη οικοπεδική μερίδα, θεραπεύτηκε με τη συναίνεση που παρέσχε ο ενάγων με την ως άνω ....0 απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου και τη σύμπραξη του στη μεταβιβαστική σύμβαση.
Με όσα παραπάνω δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις άρθρων 2 παρ. 4β', 3 παρ. 4 και 6 παρ. 1 και 2 εδ. ε' Ν. 1667/1986, 6 παρ. 3 και 5β΄ και 11 παρ. IV εδ. ε' και ζ' ΠΔ 93/1987 και δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, καθ' όσον διέλαβε επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που δικαιολογούν την εξαγωγή του πορίσματος στο οποίο κατέληξε, το οποίο και εκτίθεται σαφώς και καθιστούν εφικτό από τον ΄Αρειο Πάγο τον έλεγχο της ορθής υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης περίπτωσης στις ανωτέρω διατάξεις.
Ειδικότερα: Α) δεν ήταν αναγκαίο να αναγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο αριθμός των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου με τις οποίες εγκρίθηκε η εκχώρηση της συνεταιριστικής μερίδος της Σ1 προς τα τέκνα της Σ2 και Σ3 και από τους τελευταίους στον Ζ1 ούτε πότε και με ποία απόφαση είχαν εγγραφεί ως μέλη του Συνεταιρισμού οι Σ2 και Σ3 αλλά αρκεί η αναφορά ότι οι εκχωρήσεις αυτές έγιναν όπως προβλεπόταν στο καταστατικό, ότι εγκρίθηκαν με πράξη του Διοικητικού Συμβουλίου και ότι οι εκχωρητές εξήλθαν του Συνεταιρισμού, δοθέντος ότι τα περιστατικά αυτά δεν είχαν αμφισβητηθεί από τον αναιρεσείοντα στο Δικαστήριο της ουσίας, όπως τούτο προκύπτει από την επισκόπηση των δικογράφων της αγωγής, της εφέσεως και των προτάσεων του.
Επομένως ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Β) Ο πέμπτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι ήταν σύννομη η με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος Συνεταιρισμού ανταλλαγή οικοπέδων μεταξύ Συνεταιρισμού και Ζ1 παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 11 παρ.
IV εδ. ε' και ζ' ΠΔ 93/1987 και 6 παρ. 1 και 2 εδ. ε' Ν. 1667/1986, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού η ανταλλαγή αυτή δεν αποτελεί, κατά τα προεκτιθέμενα, "αγορά ή πώληση" έκταση γης του Συνεταιρισμού, ώστε να απαιτείται απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, το δε Διοικητικό Συμβούλιο είχε κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αρμοδιότητα να αποφασίσει ως προς το ζήτημα τούτο, διότι σύμφωνα με το καταστατικό είχε το δικαίωμα να μεριμνά για την επίλυση κάθε θέματος που δεν αναφερόταν ρητώς στην αρμοδιότητα της Γενικής Συνέλευσης και του Εποπτικού Συμβουλίου.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος αυτού, με το οποίο προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1β' Κ.Πολ.Δικ. για παραβίαση των άρθρων 173 και 200 ΑΚ κατά την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 35 περ. δ' και 44 περ. 7 του Καταστατικού του αναίρεσείοντα Συνεταιρισμού, σύμφωνα με τις οποίες αρμόδια να αποφασίσει για την εκποίηση ακινήτων του Συνεταιρισμού είναι η Γενική Συνέλευση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο ουδόλως διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει κενό ή ασάφεια ως προς την έννοια ή το περιεχόμενο των καταστατικών αυτών διατάξεων και βεβαίως δεν προσέφυγε, ούτε παρέλειψε να προσφύγει στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες.
Γ) Οι έκτος και έβδομος (κατά το πρώτο μέρος αυτού) λόγοι της αναιρέσεως ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ως έγκυρη την με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου εγγραφή του Τ1 ως μέλους του Συνεταιρισμού και την έγκριση της εκχωρήσεως προς αυτόν της συνεταιριστικής μερίδος του Ζ1 παρότι δέχθηκε ότι ο τελευταίος (εκχωρητής) δεν εξήλθε του Συνεταιρισμού, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 4β'και 3 παρ. 4 ν. 1667/1986 και 6 παρ. 3 και δβ' και 7 του Π.Δ. 93/1987 και στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση του νόμιμης βάσης με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, εν όψει α) των παραδοχών του Εφετείου ότι το άρθρο 40 του καταστατικού, που αποτελεί επανάληψη της διάταξης του άρθρου 20 εδ.
α', γ' και δ' του ν. 602/1915, επιτρέπει εις εξερχόμενο συνεταίρο να μεταβιβάσει τις συνεταιριστικές του μερίδες μετά προηγούμενη συγκατάθεση του Διοικητικού Συμβουλίου, οπότε εκείνος προς τον οποίο έγινε η εκχώρηση υπεισέρχεται εις την θέση του εκχωρούντος, ο οποίος εξέρχεται αμέσως του Συνεταιρισμού και ότι στην προκείμενη περίπτωση η εγγραφή του Τ1 ως μέλους του Συνεταιρισμού έγινε σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 5 του καταστατικού διαδικασία για την "παραδοχή συνεταίρων" και στα πλαίσια αποχώρησης από τη συγκεκριμένη συνεταιριστική μερίδα του Ζ1 για τον οποίο δέχεται το Εφετείο ότι δεν αποχώρησε γιατί κατείχε και άλλη συνεταιριστική μερίδα, β) της διάταξης του άρθρου 17 παρ. 3 του ν, 1667/1986, με την οποία καταργήθηκε το προαναφερθέν άρθρο 20 του ν. 602/1915, που αποτέλεσε περιεχόμενο του άρθρου 40 του Καταστατικού του αναιρεσείοντος, γ) της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 1667/1986, σύμφωνα με την οποία η ιδιότητα του μέλους του Συνεταιρισμού αποκτάται από την απόφαση αποδοχής της αίτησης από το Διοικητικό Συμβούλιο, δ) της διάταξης του άρθρου 7 του Π.Δ. 93/1987, με την οποία δεν τίθενται περιορισμοί στην εκχώρηση της συνεταιριστικής μερίδος στους οικοδομικούς Συνεταιρισμούς και ε) της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 3 του ν. 1667/1986, με την οποία ορίζεται ότι το καταστατικό μπορεί να επιτρέπει την απόκτηση από κάθε συνεταίρο έως πέντε προαιρετικών μερίδων.
Ο ίδιος έκτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτού με το οποίο προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1β' Κ.Πολ.Δικ. για παραβίαση των άρθρων 173 και 200 ΑΚ κατά την ερμηνεία του άρθρου 40 παρ. 5 και 7 του Καταστατικού (το περιεχόμενο του οποίου εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν δέχθηκε, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει κενό ή ασάφεια ως προς την έννοια του παραπάνω άρθρου του καταστατικού που να υποχρεώνει αυτό να προσφύγει στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες και Δ) Οι έβδομος και ένατος λόγοι αναίρεσης κατά το μέρος αυτών με το οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολ.Δικ.
αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες κατά την επάλληλη αιτιολογία της, κατά την οποία "Σε κάθε περίπτωση οι περιορισμοί αφορούσαν μόνο τη μεταβίβαση της συνεταιριστικής ιδιότητας και την εκχώρηση της συνεταιριστικής μερίδας, δηλαδή το ποσοστό συμμετοχής του κάθε μέλους, όχι όμως και τα περιουσιακά ωφελήματα, τα οποία συνεπαγόταν η συνεταιριστική ιδιότητα εκείνου που τα αποκτούσε.
Τα δικαιώματα αυτά παρέμειναν δεκτικά ελεύθερης συναλλαγής και ότι οι εκχωρήσεις που έγιναν μετά την κατάργηση του άρθρου 20 του ν. 602/1915, χωρίς την ταυτόχρονη αποχώρηση του εκχωρητή δεν πάσχουν από απόλυτη ακυρότητα αφού δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου, αλλά από σχετική, επειδή αντιβαίνουν σε απαγορευτική διάταξη του καταστατικού, η ακυρότητα όμως αυτή θεραπεύεται με τη συναίνεση του οφειλέτη.
Τυχόν συνεπώς, ακυρότητα της ως άνω εκχώρησης της μερίδας του Ζ1 προς τον Τ1 επειδή ο πρώτος δεν απεχώρησε από το Συνεταιρισμό, όπως όριζε η προαναφερθείσα σχετική διάταξη του καταστατικού, ακόμα και αν ήθελε παραβλεφθεί το γεγονός ότι μετείχε σ΄ αυτό και με δεύτερη οικοπεδική μερίδα, θεραπεύθηκε με τη συναίνεση που παρέσχε ο αναιρεσείων με την .....
απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου και τη σύμπραξη του στη μεταβιβαστική σύμβαση", είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, διότι η κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι δηλαδή ήταν έγκυρη και σύμφωνη προς το καταστατικό ή με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου εγγραφή του Τ1 στον αναιρεσείοντα Συνεταιρισμό και η έγκριση της εκχώρησης σαυτόν της συνεταιριστικής μερίδος του Ζ1 στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της και δεν πλήττεται επιτυχώς με βάσιμο λόγο αναίρεσης.
Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η ως άνω επάλληλη αιτιολογία έχει διατυπωθεί με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις. Με τον έβδομο, (κατά το δεύτερο μέρος του και υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολ.Δικ.) λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται αληθώς η από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολ.Δικ.
αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά και συγκεκριμένα ότι ο Ζ1 ήταν δικαιούχος οικοπεδικής συνεταιρικής μερίδος στη ..... χωρίς να υπάρχει απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα περί του δικαιώματος του Ζ1 επί οικοπεδικής συνεταιριστικής μερίδος στη .....
στα μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες και έγγραφα). Από τη Διάταξη του άρθρου 8 κεφ. II παρ. 1 και 2 του ως άνω Π.Δ. 93/1987, με την οποία ορίζεται ότι "το Διοικητικό Συμβούλιο εκπροσωπεί δικαστικώς και εξωδίκως το Συνεταιρισμό...... Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να μεταβιβάζει με ειδική απόφαση την εκπροσώπηση του.
Συνεταιρισμού για ορισμένα θέματα στο Πρόεδρο ή σε ένα από τα μέλη του, εκτός των περιπτώσεων που αφορούν την απόκτηση ή εκποίηση έκτασης, τη σύναψη δανείου.........όπου ενεργεί συλλογικά", σαφώς προκύπτει ότι σε περίπτωση εκποιήσεως έκτασης του Συνεταιρισμού απαιτείται για την κατάρτιση της εκποιητικής δικαιοπραξίας η σύμπραξη όλων των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνεταιρισμού. (ΑΠ 889/2001).
Τέτοια όμως εκποιητική δικαιοπραξία δεν αποτελεί, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ή σε εκπλήρωση σχετικού όρου του καταστατικού μεταβίβαση οικοπέδων του Συνεταιρισμού στα μέλη του αντί ελαχίστου συμβολικού τιμήματος, η καταβολή του οποίου θεωρείται ότι έχει καλυφθεί από τις τακτικές και έκτακτες εισφορές που τα βάρυναν, αφού δεν πρόκειται για πραγματική εκποιητική δικαιοπραξία που έχει ως αιτία την καταβολή του τιμήματος, αλλά για εκπλήρωση υποχρέωσης του Συνεταιρισμού για παροχή ακινήτων (οικίας ή οικοπέδου) στα μέλη του, με συνέπεια σε μια τέτοια σύμβαση να συγχωρείται η εκπροσώπηση του Διοικητικού Συμβουλίου από τον εξουσιοδοτημένο προς τούτο Πρόεδρο του.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω με την προσβαλλόμενη απόφαση του τα ακόλουθα: Η οριστική μεταβίβαση των οικοπέδων του συνεταιρισμού στα μέλη του, γινόταν ανέκαθεν με τη μορφή πώλησης, σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 4 του καταστατικού. Το τίμημα, από το έτος 1983 και μετά από συνεννόηση με την αρμόδια Δ.Ο.Υ. ...., είχε οριστεί συμβολικά σε 20.000 δραχμές ανά οικοπεδική μερίδα.
Το ποσό αυτό δεν καταβαλλόταν από το συμβαλλόμενο μέλος του συνεταιρισμού, επειδή θεωρείτο ότι είχε καλυφθεί από τις τακτικές και έκτακτες εισφορές που το βάρυναν. Δεν επρόκειτο, δηλαδή, για πραγματική πώληση, αφού η μεταβίβαση δεν είχε ως αιτία την καταβολή του τιμήματος, αλλά την εκπλήρωση της υποχρέωσης του συνεταιρισμού από το σκοπό του για παροχή οικίας ή οικοπέδου στα μέλη του.
Τούτο γινόταν δεκτό και από την αρμόδια πιο πάνω Δ.Ο.Υ., η οποία κατά τη σύναψη των σχετικών συμβάσεων δεχόταν την κοινή αρνητική δήλωση που υπέβαλαν τα μέρη και δεν επέβαλε φόρο μεταβίβασης, όπως θα έπραττε αν επρόκειτο για πραγματικές πωλήσεις. Έτσι, λοιπόν, η μεταβίβαση του επίδικου οικοπέδου στον Τ1 με τη μορφή πωλήσεως αντί συμβολικού τιμήματος, έγινε σε εκπλήρωση σχετικού όρου του καταστατικού με το συνήθη τρόπο, ο οποίος ήταν γνωστός και αποδεκτός, τόσο από τα μέλη του συνεταιρισμού (όλες οι μέχρι τότε μεταβιβάσεις είχαν τη μορφή της πώλησης με αναφερόμενο τίμημα 20.000 δραχμές ανά μερίδα), όσο και από τον ίδιο τον συνεταιρισμό και την αρμόδια Δ.Ο.Υ..
Με βάση αυτά, συνεπώς, δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι υπό την άνω ιδιότητα τους ενεργούντες κατά τη μεταβίβαση της ως άνω συνεταιριστικής μερίδας στον Τ1 υπέπεσαν σε οιαδήποτε πλημμέλεια ή ότι παρέβησαν την υποχρέωση προς άσκηση των καθηκόντων τους με την επιμέλεια που γενικά επιβάλλεται από τις συναλλαγές, ούτε ότι από την εκτεθείσα συμπεριφορά τους εξαπατήθηκε και ζημιώθηκε ο ενάγων συνεταιρισμός από τη δήθεν ψευδή παράσταση αυτών περί του ύψους του τιμήματος, καθόσον, όπως αποδείχθηκε, η μεταβίβαση έγινε σε εκπλήρωση του σχετικού όρου του καταστατικού με το συνήθη τρόπο και ο ενάγων δεν θα εισέπραττε το συμβολικό τίμημα των 20.000 δραχμών, το δε ποσό των 24.000.000 δραχμών αποτελούσε το χρηματικό αντάλλαγμα προς τον Ζ1 για την εκχώρηση της συνεταιριστικής του μερίδας στον Τ1 και όχι τίμημα πώλησης του οικοπέδου, αφού κάτι τέτοιο ήταν ανύπαρκτο και δεν υπάρχει παράνομη ιδιοποίηση αυτού από τους εναγομένους.
Ο ως άνω δε τρόπος μεταβίβασης της συνεταιριστικής μερίδας, με εκχώρηση έναντι ανταλλάγματος, από τον προηγούμενο συνεταίρο στο νέο, μη μέλος - εκδοχέα, ο οποίος στη συνέχεια υπέβαλλε αίτηση εγγραφής στο συνεταιρισμό, ήταν συνήθης πρακτική είχε δε ακολουθηθεί σε όλες τις μεταβιβάσεις συνεταιριστικών μερίδων, που είχαν λάβει χώρα από τη σύσταση του συνεταιρισμού, μεταξύ των οποίων και σε εκείνη από τους αδελφούς Σ2 , Σ3 στον Ζ1.
Σημειώνεται συναφώς ότι το υπ' αριθμ. 4233/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που επικυρώθηκε με το υπ' αριθμ. 2572/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος των εναγομένων, ως μελών της τότε διοίκησης του ενάγοντος για την πράξη της απάτης σε βάρος αυτού, ενώ στη συνέχεια με την 537/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκαν οι αιτήσεις αναιρέσεως κατά του τελευταίου ως άνω βουλεύματος.
Με βάση τις σκέψεις αυτές και τις προηγηθείσες παραδοχές του το Εφετείο, κατ΄ επικύρωση της πρωτόδικης αποφάσεως, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 8 Κεφ. II παρ. 1 και 2 του Π.Δ.93/1987, αφού η μεταβίβαση του επίδικου οικοπέδου στον αναιρεσίβλητο δεν αποτελεί, κατά τα προεκτιθέμενα, εκποιητική δικαιοπραξία κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ούτε επίσης παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ και 8 παρ. IV του Π.Δ. 93/1987, ενώ διέλαβε στην απόφαση του σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν την εξαγωγή του πορίσματος στο οποίο κατέληξε, το οποίο και εκτίθεται σαφώς. Η παραδοχή δε ότι η μεταβίβαση του επιδίκου οικοπέδου στον αναιρεσίβλητο έγινε σε εκπλήρωση σχετικού όρου του καταστατικού δεν έρχεται σε αντίφαση με την προηγούμενη επάλληλη, ως προς την εκχώρηση της επίδικης οικοπεδικής μερίδος, αιτιολογία, ότι δηλαδή η τυχόν ακυρότητα της εκχώρησης αυτής λόγω της αντίθεσης της σε απαγορευτική διάταξη του καταστατικού, θεραπεύτηκε με την σύμπραξη του αναιρεσεϊοντος στη μεταβιβαστική σύμβαση.
Συνεπώς οι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολ.Δικ. όγδοος και ένατος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 20, 566 παρ. 1 και 118 αριθ. 4 του ΚΠολ.Δικ. προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος ο θεσπιζόμενος από την πρώτη από αυτές λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, καθώς και εκείνο το οποίο εξέλαβε ως περιεχόμενο του το Εφετείο, ώστε από την σύγκριση αυτών να κριθεί αν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως ανέγνωσε το έγγραφο αυτό και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχθηκε ως περιεχόμενο του εγγράφου διαφορετικό από εκείνο που πράγματι περιέχει.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολ.Δικ. αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθ. ..... πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου, στο οποίο ουδέν αναφέρεται περί εγκρίσεως της εκχωρήσεως (μεταβιβάσεως) της υπό στοιχεία οικοπέδου ....
Ο.Τ. συνεταιριστικής μερίδος από τους Σ2 και Σ3 προς τον Ζ1 όπως δέχθηκε το Εφετείο, αλλά αντιθέτως από το έγγραφο αυτό προκύπτει ότι ο Ζ1 τότε το πρώτον ενεγράφη ως νέο μέλος του Συνεταιρισμού απλώς, χωρίς καμμία μερίδα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, καθ' όσον εκτίθεται σ΄ αυτόν απλώς το κατά τον αναιρεσείοντα περιεχόμενο του ως άνω πρακτικού και δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου αυτού ώστε συγκρινόμενο με εκείνο που εξέλαβε ως περιεχόμενο του το Εφετείο να κριθεί αν εσφαλμένα το ανέγνωσε το Εφετείο και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεως του δέχθηκε περιεχόμενο του εγγράφου αυτού προφανώς διαφορετικό από εκείνο που πράγματι περιέχει.
Από τις διατάξεις του άρθρου 368 ΚΠολ.Δικ. προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποιήσεως του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές" αλλά "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΑΠ 433/2001).
Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολ.Δικ. αιτίαση ότι το Εφετείο δεν διέταξε πραγματογνωμοσύνη για το ζήτημα της αρτιότητας ή μη του υπ' αριθ. .... Ο.Τ. οικοπέδου, (του οποίου δικαιούχος είχε γίνει κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ο Ζ1) χωρίς μάλιστα να αναφέρει ο αναιρεσείων ότι υποβλήθηκε απ' αυτόν σχετικό αίτημα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Κατά την έννοια του άρθρου 339 ΚΠολ.Δικ., δικαστικά τεκμήρια είναι εκείνα τα πραγματικά γεγονότα, που αποδεικνύονται από τα παραδεκτά προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία, αν και δεν ανάγονται στο αποδεικτέο στη δίκη ζήτημα, μπορούν να έχουν τέτοια σχέση προς αυτό, ώστε να είναι δυνατό να προέλθει ή όχι απόδειξη γι΄ αυτό από την ίδια την ύπαρξη των τεκμηρίων.
Τέτοια δε τεκμήρια μπορούν να συναχθούν από το δικαστή από οπουδήποτε και επομένως και από τα συνταχθέντα από ιδιώτες μηχανικούς σχεδιαγράμματα και τεχνικές εκθέσεις. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος αυτού, προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθ. 11 και 12 ΚΠολ.Δικ.
αιτιάσεις ότι το Εφετείο παρά το νόμο α) έλαβε υπόψη του μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο και δη "μία πρόχειρη, ατελή και εντελώς ατεκμηρίωτη τεχνική έκθεση ιδιώτη μηχανικού, προστηθέντος παρά του ενδιαφερομένου (Ζ1) να αποκτήσει πλεονεκτικότερο και ελκυστικότερο οικόπεδο και β) δεν έλαβε υπόψη, ούτε εκτίμησε το προσκομισθέν με επίκληση από Δεκεμβρίου 1986 τοπογραφικό διάγραμμα του υπ΄ αριθμ. ...
οικοδομικού τετραγώνου της επίμαχης εκτάσεως που συνέταξε ο Αγρονόμος-Τοπογράφος Μηχανικός ΕΜΠ .... και το οποίο εγκρίθηκε από την αρμόδια Πολεοδομική Αρχή και έγινε αποδεκτό από την εποπτεύουσα Αρχή, στην οποία είχε υποβληθεί. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί α) ως προς την πρώτη αιτίαση προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται "η τεχνική έκθεση ιδιώτη μηχανικού" που λήφθηκε υπόψη και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο και αν ακόμη έλαβε υπόψη, μία τέτοια έκθεση, όχι προς πλήρη απόδειξη, αλλά προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθ. 11 και 12 ΚΠολ.Δικ.
αποδιδόμενες πλημμέλειες και β) ως προς την δεύτερη αιτίαση ως αβάσιμος, διότι από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση διαβεβαίωση ότι έλαβε υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, τα οποία χρησιμεύουν και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού επιτράπηκε το εμμάρτυρο......", σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής, δεν μένει αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το ως άνω από Δεκεμβρίου 1986 τοπογραφικό διάγραμμα του Αγρονόμου-Τοπογράφου ....., το οποίο ήταν ιδιωτικό έγγραφο που δεν κατέστη δημόσιο και αν ακόμη, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, εγκρίθηκε από την αρμόδια Πολεοδομική Αρχή.
Διδάγματα κοινής πείρας είναι γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις του μέσης μόρφωσης ανθρώπου. Εξ άλλου κατά την σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 περ.
β΄ ΚΠολ.Δικ. η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο αν αυτά αφορούν ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ΄ αυτούς των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ΄ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών ή για την εκτίμηση προσαχθέντων μέσων, η οποία είναι κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολ.Δικ.
αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 24/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολ.Δικ. αιτίαση ότι το Εφετείο με την παραδοχή του ότι δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο το 3Β΄/61 ΟΤ οικόπεδο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας σύμφωνα με τα οποία δεν ήταν δυνατόν και κατά νόμον επιτρεπτόν να υπάρχουν μη οικοδομήσιμα οικόπεδα μέσα σε συνεταιριστική έκταση που έχει εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο και έχει ενταχθεί το σχέδιο πόλεως, έχοντας προς τούτο εγκεκριμένους όρους δομήσεώς της, πράγμα που άλλως θα είχε επιφέρει προ πολλού την αναίρεση του καταστατικού σκοπού του αναιρεσείοντος και την από το λόγο αυτό διάλυση του.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος γιατί το παρατιθέμενο με αυτόν συμπέρασμα δεν έχει το χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας που μπορεί να αντληθεί από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, υπό την επίκληση δε της ως άνω πλημμέλειας πλήττεται πράγματι η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, η οποία όμως δεν υπόκειται κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολ.Δικ.
στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολ.Δικ. ως πράγματα τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη, καίτοι προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού που έχει ασκηθεί, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο και τρίτο πρόσθετους λόγους αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολ.Δικ. αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ότι ο αναιρεσίβλητος του απέκρυψε δολίως ότι έλαβε γνώση για το επίδικο ακίνητο από αγγελία στην εφημερίδα ".....", η οποία ανέγραφε το προσωπικό τηλέφωνο της τότε Γ.
Γραμματέως του Διοικητικού Συμβουλίου του και εμφάνιζε το επίδικο οικόπεδο ως προσφερόμενο προς πώληση στο ευρύ αγοραστικό κοινό, ότι στην δημοσίευση αυτή είχαν προβεί τον Ιανουάριο 2000 τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος, τα οποία και ήλθαν σε άμεση επαφή και διαμεσολάβηση με τον αναιρεσίβλητο ως υποψήφιο αγοραστή και του έδειξαν το επίδικο οικόπεδο αναφέροντας του και την τιμή του, ότι στις ενέργειες αυτές προέβησαν τα μέλη του Διοικητικού του Συμβουλίου κατά παράβαση του καθήκοντος τους για επιμελή και επωφελή διαχείριση της περιουσίας του και ότι τούτο το εγνώριζε ο αναιρεσίβλητος, β) ότι το ποσό των 24.000.000 δραχμών που κατέβαλε ο αγοραστής του επίδικου οικοπέδου αποτελούσε κατά συμφωνία του και καταβλήθηκε υπ΄ αυτού ως πραγματικό τίμημα για τη μεταβίβαση του επίμαχου οικοπέδου, αλλά απεκρυβη και δεν αναγράφηκε στο .....
συμβόλαιο, γ) ότι το ποσό αυτό δεν συμφωνήθηκε, ούτε καταβλήθηκε ως αντάλλαγμα για την εκχώρηση της αντίστοιχης μερίδος, αλλά αντιθέτως καταβλήθηκε από τον αγοραστή "μετά την εκχώρηση και λίγο χρόνο πριν την οριστική μεταβίβαση σαυτόν (αγοραστή) του οικοπέδου και δ) ότι ο αγοραστής δεν ήταν από ετών παλαιό και πραγματικό μέλος του Συνεταιρισμού που είχε επί σειρά ετών καταβάλλει ως μέλος πολλαπλές ετήσιες εισφορές για το κληρωθέν σε αυτόν οικόπεδο ώστε να δικαιούται "του ισχύοντος για τα παλαιά μέλη του Συνεταιρισμού προνομίου της καταβολής συμβολικού τιμήματος δραχμών 20.000 για τη μεταβίβαση και κτήση του επίδικου συνεταιριστικού οικοπέδου, το οποίο ουδέποτε είχε κληρωθεί σε αυτόν.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι το Εφετείο δεν παρείδε τους παραπάνω ισχυρισμούς, αλλά αντιθέτως τους αντιμετώπισε και τους απέρριψε στην ουσία με τις προαναφερθείσες παραδοχές του. Οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως, που υπό την επίκληση της ίδιας πλημμέλειας, πλήττουν την ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολ.Δικ.
εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Επίσης οι περιεχόμενες στον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 10 και 11 ΚΠολ.Δικ. ότι το Εφετείο α) δεν έλαβε υπόψη το από .... ιδιωτικό έγγραφο (απόδειξη) που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον του ο αναιρεσείων και στο οποίο αναγράφεται ότι η μεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου θα γίνει αντί τιμήματος 24.000.000 δραχ.
και β) δέχθηκε πράγματα ως αληθινά, ήτοι ότι το πραγματικό τίμημα των 24.000.000 δραχμών αποτελούσε το χρηματικό αντάλλαγμα προς τον Ζ1 για την εκχώρηση της συνεταιριστικής μερίδος του", χωρίς απόδειξη, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες. Και δη α) η πρώτη αιτίαση διότι από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία χρησιμεύουν και στη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων......", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής δεν μένει αμφιβολία ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεως του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το πιο πάνω αποδεικτικό μέσο.
Και β) η δεύτερη αιτίαση, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα ότι το ποσό των 24.000.000 δραχ. αποτελούσε το χρηματικό αντάλλαγμα προς τον Ζ1 για την εκχώρηση της συνεταιριστικής μερίδος του στα μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες και έγγραφα).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε σφάλμα διαγνωστικό, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πραγματικά έχει και στη συνέχεια μορφώνει την κρίση του στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κυρίως στο κατ' αυτό τον τρόπο παραμορφωθέν περιεχόμενο του εγγράφου.
Επομένως δεν ιδρύεται ο άνω λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ διαγιγνώσει ορθώς το περιεχόμενο του εγγράφου εκτιμά στη συνέχεια αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο επικαλούμενος το έγγραφο θεωρεί ορθό, ούτε ακόμη όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη γενόμενη παραμόρφωση περιορίσθηκε στο να συνεκτιμήσει το παραμορφωθέν έγγραφο με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να αποδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσεως του (ΑΠ 12/1998 ).
Στην προκειμένη με τον δεύτερο πρόσθετο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολ.Δικ. λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από .... εγγράφου (επιστολής) του αναιρεσιβλήτου προς το Εποπτικό Συμβούλιο διότι, ενώ από το έγγραφο αυτό προέκυπτε ότι ο αναιρεσίβλητος "δεν είχε εξ αρχής σοβαρή βούληση και θέληση να γίνει μέλος του αναιρεσείοντος Συνεταιρισμού ούτε απέκτησε, εκ των υστέρων τέτοια βούληση, το Εφετείο δέχθηκε ότι από αυτό προέκυπτε ότι ο αναιρεσίβλητος αποδεχόταν να γίνει μέλος του συνεταιρισμού, προκειμένου να αποκτήσει το επίμαχο οικόπεδο μέσω της εκχώρησης της συνεταιριστικής μερίδας άλλου μέλους εφόσον προϋπόθεση γι' αυτό ήταν να είναι και ο ίδιος μέλος.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στο Εφετείο διαγνωστικό λάθος ως προς το περιεχόμενο του αναφερομένου εγγράφου, δηλαδή περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, αλλά απλώς αποδίδεται σφάλμα ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου αυτού και σε κάθε περίπτωση διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει οπό την προσβαλλόμενη απόφαση σχημάτισε την κρίση του ύστερα από συνεκτίμηση όλων των αποδείξεων που προσκομίσθηκαν και δη των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων που με επίκληση προσκομίσθηκαν, μεταξύ των οποίων και εκείνο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά το περιεχόμενο του το οποίο δεν εξαίρεται ως έγγραφο επί του οποίου να βασίσθηκε αποκλειστικά ή έστω κατά κύριο λόγο η κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-7-2006 αίτηση του οικοδομικού Συνεταιρισμού υπό την επωνυμία "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ -Ο ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ Συν.Π.Ε." για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 4449/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, καθώς και τους από 28-2-2007 προσθέτους λόγους αναιρέσεως.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ