Supreme Court dismisses appeal on inheritance claim, upholding lower court's finding of mental incapacity for property transfers.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellants against the final judgment of the Athens Court of Appeal regarding an inheritance dispute. The appellants argued that the lower court erred in finding their siblings mentally incapacitated at the time of property sales and gifts, claiming insufficient evidence for this conclusion. The court rejected these arguments, affirming that the medical evidence and sworn testimonies sufficiently established the mental state of the siblings, rendering the property transfers voidable. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appellate court's finding of mental incapacity based on medical evidence and sworn testimony is not subject to re-examination on appeal unless the reasoning is fundamentally flawed or the evidence is insufficient to support the conclusion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 217 / 2026 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 217 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Αρχοντάκη Τραυλού Τζανετάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Α. συζύγου Δ. Π. , το γένος Δ. Τ. , 2) Ε. Π. του Δ. , κατοίκων ... , οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Γαβαλά και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. - Α. Χ. του Δ. , κατοίκου ... , 2) Χ. Χ. του Δ. , κατοίκου ... , 3) Χ. Χ. του Χ. , κατοίκου ... , ως καθολικής και μόνης διαδόχου της αρχικά ενάγουσας Ε. χήρας Χ. Χ. , το γένος Κ. Κ. , 4) Ο. Ρ. του Α. , κατοίκου ... , 5) Ν. Ρ. του Α. , κατοίκου ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Διώνη Σκάντζου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/10/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3633/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5445/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 24/2/2023 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 24.2.2023 (αριθ. κατάθ. 165/24.2.2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθ. 5445/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση των εναγομένων, ήδη αναιρεσειουσών, κατά της με αριθ. 3633/2020 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αγωγή ως προς τους ενάγοντες έκτη, έβδομη και όγδοο, μη διαδίκους στην παρούσα δίκη, είχε απορριφθεί επίσης ως προς τους λοιπούς ενάγοντες πρώτη, δεύτερη, τέταρτη και πέμπτο, ήδη αναιρεσίβλητους, καθώς και ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη, που υπεισήλθε ως καθολική, μόνη διάδοχος της αποβιώσασας στις 12.3.2015 αρχικά τρίτης ενάγουσας στη θέση της και συνέχισε τη δίκη, ως προς το καταψηφιστικό αίτημα να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να αποδώσει στον καθένα από αυτούς, κατά το ποσοστό της κληρονομικής του μερίδας, το περιγραφόμενο στο με αριθ. .../2002 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Π.
Κ. ακίνητο, καθώς και το καταψηφιστικό αίτημα να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να αποδώσει στον καθένα από αυτούς, κατά το ποσοστό της κληρονομικής του μερίδας, το περιγραφόμενο στο με αριθ. .../2003 συμβόλαιο δωρεάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Π. ακίνητο, είχε γίνει δεκτή κατά τα λοιπά η αγωγή ως προς τους λοιπούς ενάγοντες και είχε αναγνωριστεί η ακυρότητα α) της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης του περιγραφόμενου στο προαναφερόμενο πωλητήριο συμβόλαιο ακινήτου από τους αποβιώσαντες Ο. - Α.
Κ. του Γ. και της Β. και Κ. Κ. του Γ. και της Β. προς την πρώτη εναγομένη, ήδη πρώτη αναιρεσείουσα και β) της σύμβασης δωρεάς και μεταβίβασης του περιγραφόμενου στο προαναφερόμενο συμβόλαιο δωρεάς ακινήτου από τον αποβιώσαντα Κ. Κ. του Γ. και της Β. προς την δεύτερη εναγομένη, ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Ι. Κατά το άρθρο 131 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 16 του Ν 2447/1996, "Η δήλωση βούλησης είναι άκυρη αν, κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική ταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του. Οι κληρονόμοι μπορούν, μέσα σε μια πενταετία από την επαγωγή, να προσβάλουν για έναν από τους λόγους της προηγούμενης παραγράφου τις μη χαριστικές δικαιοπραξίες που έγιναν από τον κληρονομούμενο ή προς αυτόν τότε μόνο: 1.
αν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας εκκρεμούσε διαδικασία για την υποβολή του κληρονομουμένου σε δικαστική συμπαράσταση λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί ή αν μετά την κατάρτιση ο κληρονομούμενος υποβλήθηκε σε δικαστική συμπαράσταση για την παραπάνω αιτία, 2.
αν η δικαιοπραξία καταρτίστηκε ενόσω αυτός βρισκόταν έγκλειστος σε ειδική για την κατάστασή του μονάδα ψυχικής υγείας, 3. αν η κατάσταση που επικαλούνται οι κληρονόμοι προκύπτει από την ίδια τη δικαιοπραξία που προσβάλλεται". Από την διάταξη του εδαφ. α' του άνω άρθρου συνάγεται ότι η δήλωση είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που έγινε, ο δηλών δε είχε συνείδηση των πράξεών του ή, λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής που είναι δυνατόν να συνυπάρχουν στο ίδιο πρόσωπο εφόσον ο νόμος δεν το αποκλείει, δεν είχε έλλογη κρίση, που να του επιτρέπει να προσδιορίζει ελεύθερα τη βούλησή του με λογικούς υπολογισμούς και βρισκόταν σε αδυναμία να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας που επιχειρεί και τις συνέπειες που θα προκύψουν από αυτήν.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη συνείδησης του προσώπου για τις πράξεις που επιχειρεί υπάρχει όταν λείπει από αυτό η δυνατότητα της διάγνωσης της ουσίας και του περιεχομένου της επιχειρούμενης δικαιοπραξίας, συνιστά δε αυτή παροδική διατάραξη που δεν οφείλεται σε ασθένεια. Αντίστοιχα, ως ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του δηλούντος νοείται, ειδικότερα, κάθε διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν, δηλαδή, εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείεται, κατά τον χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του δηλούντος με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα, ορμές ή επιρροές τρίτων.
Οι ασθένειες που μπορούν να οδηγήσουν στην πιο πάνω διαταραχή, που μπορεί να είναι προσωρινή ή διαρκής, λόγω της οποίας το πρόσωπο αδυνατεί και πάλι να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας που επιχειρεί και να προσδιορίσει έτσι με λογικούς υπολογισμούς ελεύθερα τη βούλησή του, είναι οι γνήσιες ψυχώσεις, ως λ.χ.
η διπολική διαταραχή (μανιοκατάθλιψη), η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες, αλλά και οργανικοψυχικές παθήσεις, ως λ.χ. η γεροντική άνοια, όταν από αυτή προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης, η ολιγοφρένεια κ.ά. Η ακυρότητα των δικαιοπραξιών του κατά τα ανωτέρω ανικάνου λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής είναι απόλυτη, ώστε οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να την προβάλει (ΑΠ 227/2022, ΑΠ 531/2018, ΑΠ 553/2016, ΑΠ 645/2015, ΑΠ 1413/2014).
Εξάλλου, η εφαρμογή του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, με την οποία τίθενται περιορισμοί στο δικαίωμα των κληρονόμων να επικαλεστούν την ακυρότητα των δικαιοπραξιών που κατάρτισε ο κληρονομούμενος από αυτούς, ενώ βρισκόταν σε μια από τις προαναφερόμενες καταστάσεις ανικανότητας, προϋποθέτει δικαιοπραξίες επαχθείς (μη χαριστικές), δηλαδή δικαιοπραξίες με τις οποίες η προσπόριση περιουσιακού οφέλους (επίδοση) έγινε έναντι ανταλλάγματος. Οι χαριστικές δικαιοπραξίες του κληρονομουμένου, δηλαδή εκείνες με τις οποίες η επίδοση έγινε χωρίς αντάλλαγμα, δεν εμπίπτουν στη ρύθμιση αυτή, αλλά αρκεί για την προσβολή τους η συνδρομή των όρων του εδαφίου α' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 372/2015, ΑΠ 8/2013, ΑΠ 888/2010). Κρίσιμος σε όλες τις περιπτώσεις είναι ο χρόνος δήλωσης της βούλησης, ενώ γεγονότα προγενέστερα ή και μεταγενέστερα, από τα οποία μπορεί αυτή να συναχθεί, δεν είναι ουσιώδη, προκειμένου δε το Δικαστήριο να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα συνδυάζει τις αποδείξεις με τη χρήση και των κοινών γνώσεων και των εν γένει κανόνων της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας (ΑΠ 227/2022, ΑΠ 531/2013).
Περαιτέρω, η κατάσταση ανικανότητας του κληρονομουμένου σε σχέση με επαχθή δικαιοπραξία που αυτός επιχείρησε, μπορεί, κατά την παράγραφο 2 περ. 2 του άρθρου 131 AK, να προβληθεί από τους κληρονόμους του ως λόγος ακυρότητας της δικαιοπραξίας του κατά την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, αν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας εκκρεμούσε διαδικασία για την υποβολή του κληρονομουμένου σε δικαστική συμπαράσταση λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί ή αν μετά την κατάρτιση ο κληρονομούμενος υποβλήθηκε σε δικαστική συμπαράσταση για την παραπάνω αιτία.
Πρόκειται για διάταξη που θέτει συγκεκριμένες προϋποθέσεις, η συνδρομή μιας από τις οποίες αρκεί για την προσβολή των δικαιοπραξιών του κληρονομουμένου, και συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ήτοι αποσβεστική προθεσμία πέντε (5) ετών από την επαγωγή της κληρονομίας για την προβολή τους από τους κληρονόμους, για λόγους προστασίας των τρίτων συναλλασσομένων.
Για να θεωρείται ότι εκκρεμεί διαδικασία για την υποβολή σε δικαστική συμπαράσταση του κληρονομουμένου αρκεί να έχει υποβληθεί αίτηση από τον πάσχοντα ή τους νομιμοποιουμένους προς τούτο, με ιστορικό τους λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 1, και να μην έχει εκδοθεί απόφαση μέχρι το θάνατό του (πρβλ.
ΑΠ 149/2003 υπό την ισχύ της αντίστοιχης διάταξης του καταργηθέντος άρθρου 1695 ΑΚ, κατά την οποία "η ανικανότητα του απαγορευμένου αρχίζει από την στιγμή που υποβλήθηκε η αίτηση με βάση την οποία διατάχθηκε η απαγόρευση"). Όσον αφορά δε στην διαζευκτική προϋπόθεση να τέθηκε ο κληρονομούμενος σε δικαστική συμπαράσταση για την παραπάνω αιτία μεταγενέστερα, μετά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, ο νόμος δεν θέτει κανένα εύλογο χρονικό διάστημα μετά την κατάρτιση της επαχθούς δικαιοπραξίας, εντός του οποίου πρέπει να έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία και να έχει τεθεί υπό δικαστική συμπαράσταση ο κληρονομούμενος, ώστε να έχουν το δικαίωμα οι κληρονόμοι του να την προσβάλουν εντός πενταετίας από την επαγωγή της, αρκεί ότι υποβλήθηκε σε δικαστική συμπαράσταση μετά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας (βλ.
και ΑΠ 8/2013, ΑΠ 274/2011). Η διάταξη είναι γενική και καλύπτει τόσο τη διαδικασία της θέσης σε πλήρη δικαστική συμπαράσταση, όσο και τη διαδικασία της θέσης σε μερική ή επικουρική, με αντικείμενο βέβαια της αίτησης για υποβολή σε δικαστική συμπαράσταση την ψυχική ή διανοητική διαταραχή που είχε αποφασιστική επιρροή στη δήλωση της βούλησης, μη αρκούντων άλλων λόγων (όπως, μέθης, τοξικομανίας κ.α., βλ.
σχετ. Βαρελά σε ΕρμΑΚ Α. Γεωργιάδη, έκδ. 2010, άρθρ. 131, αριθ. 6, 7).
ΙΙ.1. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017).
Εξάλλου η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ) και συντρέχει, αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από τον αριθμό 8 λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, ενώ ο από τον αριθμό 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (Ολ ΑΠ 112/2008, ΑΠ 1247/2019, ΑΠ 106/2015).
II.2 Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος από την ως άνω διάταξη, προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις και ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 750/2022). Ιδρύεται δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 175/2020), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 227/2022, ΑΠ 26/2015). Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 227/2022). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 40/2020, ΑΠ 1075/2019).
ΙΙ.3. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ' όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίον στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 127/2024, ΑΠ 40/2024, 16/2024, ΑΠ 1148/2023, ΑΠ 1943/2022, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016).
Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 127/2024, ΑΠ 1148/2023, ΑΠ 1780/2022, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 142/2013), ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 14 του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 127/2024, ΑΠ 14/2017, ΑΠ 538/2009).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον 14 (και όχι τον αριθμό 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση (αληθώς κατά το περιεχόμενο του λόγου) ότι το Εφετείο έκρινε ως επαρκώς ορισμένη την ένδικη αγωγή, ενώ, τα πραγματικά περιστατικά που περιέχει είναι ανεπαρκή για την θεμελίωση του αγωγικού αιτήματος στην επικαλούμενη διάταξη του άρθρου 131 παρ. 1 ΑΚ και γι' αυτό έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της.
Πιο συγκεκριμένα, αιτιώνται ότι το Εφετείο έκρινε ότι τα αναφερόμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά περί του ότι τα αδέλφια Ο. - Α. Κ. και Κ. Κ. έπασχαν μόνιμα από μη ιάσιμη ψυχική διαταραχή, συνεπεία της οποίας στερούνταν διαρκώς, όχι μόνον την ικανότητα του αντικειμενικού ελέγχου της πραγματικότητας, αλλά και κάθε λογικής κρίσης και, επομένως, κατά τεκμήριο, ότι ευρίσκονταν στην κατάσταση αυτή και κατά τον χρόνο σύναψης των επιδίκων συμβάσεων, ήτοι, αμφότεροι, στις 11.6.2002, οπότε καταρτίστηκε το με αριθ. .../2022 πωλητήριο συμβόλαιο και στις 13.3.2003 ο Κ.
Κ. , οπότε καταρτίστηκε το με αριθ. .../2003 συμβόλαιο δωρεάς, είναι επαρκή για την παραγωγή της έννομης συνέπειας της διάταξης του άρθρου 131 παρ. 1 ΑΚ, ήτοι της ακυρότητας αυτών των συμβάσεων, ενώ αυτά είναι ανεπαρκή. Ωστόσο, τον υπό κρίση ισχυρισμό, με το ως άνω περιεχόμενο περί αοριστίας της αγωγής, οι αναιρεσείουσες δεν τον προέβαλαν ούτε στο πρωτοβάθμιο ούτε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αλλά, ισχυρίσθηκαν, στο μεν Πολυμελές Πρωτοδικείο ότι η αγωγή "είναι αόριστη και σε κάθε περίπτωση μη νόμιμη, αφού με την αγωγή τους οι ενάγοντες δεν ζητάνε την ακύρωση των επικαλουμένων συμβάσεων, αλλά την ακύρωση των συμβολαίων, χωρίς να επικαλούνται οποιοδήποτε λόγο ακυρότητας αυτών, από αυτούς που αναφέρονται στο νόμο για τη σύνταξη αυτών", στο δε Εφετείο επανέφεραν τον ισχυρισμό αυτό με τον δεύτερο λόγο έφεσης και πρόσθεσαν ότι "οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες δεν επικαλούντο με την αγωγή τους τα περιστατικά εκείνα, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των αναφερομένων στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 131 του ΑΚ περιπτώσεων, και συγκεκριμένα έλλειψη συνείδησης των πράξεων των δηλούντων Ο. - Α.
Κ. και Κ. Κ. ή ψυχική διαταραχή αυτών κατά το συγκεκριμένο χρόνο των δηλώσεών τους και την κατάρτιση των επικαλουμένων επιδίκων συμβάσεων πωλήσεως και δωρεάς των αναφερομένων σε αυτή ακινήτων, η οποία περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους. Στην αγωγή τους επικαλούνται περιστατικά μεταγενέστερα της καταρτίσεως των επιδίκων συμβάσεων (...)", ήτοι, ισχυρίσθηκαν με τον δεύτερο λόγο έφεσης για πρώτη φορά ότι η ένδικη αγωγή δεν περιείχε καθόλου πραγματικά περιστατικά περί της συνείδησης των πράξεων ή της ψυχικής διαταραχής των ανωτέρω προσώπων κατά τον χρόνο σύναψης των επιδίκων συμβάσεων, που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν την ακυρότητα αυτών, ενώ με τον υπό κρίση λόγο αναίρεσης προβάλλουν ότι τα αναφερόμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά είναι ανεπαρκή για τη θεμελίωση του αγωγικού αιτήματος αναγνώρισης της ακυρότητας των συμβάσεων τούτων.
Επομένως, με βάση τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα υπό στοιχ.
ΙΙ.2 νομική σκέψη, ο υπό κρίση λόγος είναι απαράδεκτος, διότι δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και δεν πρόκειται ούτε για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, αλλά ούτε για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΑΚ, με την αιτίαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 131 παρ. 2 του ΑΚ, όσον αφορά την επίδικη σύμβαση πώλησης που καταρτίστηκε με το με αριθ. ....2002 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Π.
Α. Κ. , διαφορετικά (με την αιτίαση) μόνο της εσφαλμένης εφαρμογής της διάταξης αυτής ως προς την ανωτέρω σύμβαση πώλησης. Πιο συγκεκριμένα, αιτιώνται ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε ή έστω εσφαλμένα εφάρμοσε την άνω διάταξη, κρίνοντας ότι συνέτρεχε μια από τις προϋποθέσεις εφαρμογής της, ήτοι ότι οι κληρονομούμενοι τέθηκαν μετά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης πώλησης σε καθεστώς πλήρους επικουρικής δικαστικής συμπαράστασης, δυνάμει της με αριθμό .../2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας) και ότι μπορούσαν, ως εκ τούτου, οι αναιρεσίβλητοι κληρονόμοι να την προσβάλουν εντός πενταετίας από την επαγωγή της κληρονομίας, θεωρώντας εσφαλμένα ότι η προϋπόθεση αυτή ισχύει οποτεδήποτε και αν οι κληρονομούμενοι τεθούν σε δικαστική συμπαράσταση με οριστική δικαστική απόφαση κατ' άρθρο 1681 AK έως το θάνατό τους και όχι εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από την κατάρτιση της επαχθούς δικαιοπραξίας, ώστε το κριτήριο για την ύπαρξη της ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής να μην είναι επισφαλές, όπως στην υπό κρίση υπόθεση, ακριβώς λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε - κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης - από την κατάρτιση της πώλησης μέχρι την θέση των αδελφών Ο. - Α.
Κ. και Κ. Κ. σε πλήρη επικουρική δικαστική συμπαράσταση, ενώ κατά τις αιτιάσεις των αναιρεσειουσών έπρεπε να δεχθεί ότι δεν υφίστατο η ως άνω προϋπόθεση και, κατ' ακολουθίαν, ν' απορρίψει την αγωγή περί αναγνώρισης ακυρότητας της επαχθούς αυτής σύμβασης ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Ο ισχυρισμός αυτός βασίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι δεν αρκεί να τεθεί ο κληρονομούμενος σε δικαστική συμπαράσταση οποτεδήποτε μετά την κατάρτιση της επαχθούς δικαιοπραξίας και έως τον θάνατό του, για να έχουν το δικαίωμα οι κληρονόμοι του να την προσβάλουν εντός πενταετίας από την επαγωγή σε αυτούς της κληρονομίας, για το λόγο ότι ο κληρονομούμενος βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική ταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, αλλά ότι πρέπει να υποβληθεί σε δικαστική συμπαράσταση εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από την κατάρτιση της επαχθούς σύμβασης.
Ωστόσο τούτο δεν ισχύει, καθώς, σύμφωνα με την υπό στοιχ. Ι προηγηθείσα νομική σκέψη, αρκεί να τεθεί ο κληρονομούμενος σε δικαστική συμπαράσταση οποτεδήποτε μετά την κατάρτιση της επαχθούς δικαιοπραξίας και έως τον θάνατό του, ώστε να έχουν το δικαίωμα οι κληρονόμοι του να την προσβάλουν μέσα στην αποσβεστική προθεσμία των πέντε ετών από την επαγωγή σε αυτούς της κληρονομίας, όπως και συνέβη στην προκείμενη περίπτωση, καθόσον οι αδελφοί Ο. - Α.
Κ. και Κ. Κ. τέθηκαν σε δικαστική συμπαράσταση, κατόπιν της με αριθ. 1000/2004 αίτησης της πρώτης αναιρεσίβλητης προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την με αριθ. .../2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας), όπως διορθώθηκε με την με αριθ. 6098/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και επικυρώθηκε με την με αριθ. 1935/2011 του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε τις εφέσεις των διαδίκων εκατέρωθεν ως προς τον Κ.
Κ. , κήρυξε δε την δίκη καταργημένη ως προς την Ο. - Α. Κ. λόγω του προηγηθέντος θανάτου της στις ...2010.
Συνεπώς ο υπό κρίση λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: " Η Ο. - Α. Κ. του Γ. και της Β. , γεννηθείσα στα Ιωάννινα την ...-1949 και κάτοικος ... , απεβίωσε στην Αθήνα την ...-2010 από απροσδιόριστη αιτία, σε ηλικία 61 ετών, αδιάθετη, με πλησιέστερο συγγενή της εν ζωή αμφιθαλή αδελφό της Κ. Κ.
O Κ. Κ. , γεννηθείς στα Ιωάννινα την ...-1950 και κάτοικος ..., απεβίωσε την ...-2011, συνεπεία αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς και δη πτώσης του από τον τρίτο όροφο της Α' Παθολογικής Κλινικής, καθόν χρόνο νοσηλεύονταν στο Νοσοκομείο ΓΝΑ "Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ", σε ηλικία 61 επών και αφού είχε προηγηθεί μια αποτυχημένη προσπάθεια αυτοκτονίας του με υπερβολική δόση φαρμάκων. (...) Περαιτέρω, απεδείχθη ότι, εν ζωή, τα ανωτέρω αδέλφια Ο. - Α.
Κ. και Κ. Κ. , κατήρτισαν μετά της πρώτης εναγομένης Α. συζύγου Δ. Π. , το γένος Δ. και Ε. Τ. , δυνάμει του με αριθμό ...-2002 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Π. θυγατέρας Α. Κ. , το οποίο έχει μεταγραφεί νομίμως, σύμβαση πωλήσεως, δυνάμει της οποίας μεταβίβασαν το ποσοστό 50% έκαστος επί του δικαιώματος κυριότητος, αντί συνολικού τιμήματος εκ ποσού ευρώ 56.674,80, όση δηλαδή και η αντικειμενική του αξία, επί ενός οικοπέδου, συνολικής επιφανείας 1.079,52 τ.μ.
που ευρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Οικοδομικού Συνεταιρισμού Δικαστών και Εισαγγελέων Συν.ΠΕ στη θέση "Κάτω Σούλι Λοιμικόν" γνωστή υπό το όνομα "ΣΧΟΙΝΙΑΣ" στην περιοχή Μαραθώνα Αττικής. Το ακίνητο αυτό, οι ανωτέρω πωλητές είχαν αποκτήσει σε ποσοστό 3/8 έκαστος από αγορά, δυνάμει του με αριθμό ...-1980 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών, θυγατέρας Χ.
Α. και κατά ποσοστό 1/8 έκαστος, δυνάμει της με αριθμό ...2002 πράξης αποδοχής κληρονομίας της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου Αθηνών, Π. θυγατέρας Α. Κ. , η οποία έχει νομίμως μεταγραφεί, λόγω κληρονομίας της αποβιωσάσης την ...-2000 μητρός των Β. , η οποία απεβίωσε αδιάθετη με μοναδικούς πλησιέστερους εν ζωή συγγενείς της τα ανωτέρω τέκνα της Α. - Ο.
και Κ. Επιπλέον, ο Κ. Κ. , δυνάμει του με αριθμό ...-2003 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Π. , μεταβίβασε λόγω δωρεάς, στη δεύτερη εναγομένη θυγατέρα της πρώτης εναγομένης Ε. Π. του Δ. και της Α. , γεννηθείσα την ...-1981, το δικαίωμα ψιλής κυριότητος επί ενός διαμερίσματος, επιφανείας 128.53 τ.μ. , που ευρίσκεται στον δεύτερο όροφο πολυκατοικίας που κείται επί της οδού ... , στην περιοχή ...
Με το ίδιο συμβόλαιο, ο ανωτέρω δωρητής παρακράτησε για τον εαυτό του την επικαρπία της εν λόγω οριζοντίου ιδιοκτησίας εφ' όρου ζωής του. Οι ήδη ενάγοντες, διατείνονται με την ένδικη αγωγή τους ότι, αμφότερες οι εν λόγω δικαιοπραξίες τυγχάνουν άκυρες, κατά τις διατάξεις του άρθρου 131 ΑΚ, εκ του λόγου ότι, οι καταρτίσαντες αυτές Α. - Ο.
Κ. και Κ. Κ. , καθόν χρόνο κατήρτισαν αυτές, λόγω ψυχικής και διανοητικής διαταραχής και δη λόγω παραληρητικής διαταραχής μικτού τύπου από την οποία έπασχαν, περιορίζετο αποφασιστικά η βούλησή τους, είχαν μειωμένη σημαντικά την ικανότητά τους να ελέγχουν αντικειμενικά την πραγματικότητα, άλλως δεν είχαν την κρίση που θα τους επέτρεπε τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής τους με λογικούς υπολογισμούς και αδυνατούσαν να διαγνώσουν το περιεχόμενο και την ουσία των δικαιοπραξιών που επιχειρούσαν και τις συνέπειες που θα προέκυπταν από αυτές.
Τα αδέλφια Ο. - Α. Κ. και Κ. Κ. ήταν τέκνα του Γ. Κ. , ο οποίος απεβίωσε εν ενεργεία δικαστικός λειτουργός - εφέτης, το έτος 1967, σε ηλικία 53 ετών, όταν η ανωτέρω θυγατέρα του ήταν 18 ετών και o ανωτέρω υιός του ήταν 17 ετών, συνεπεία ca στομάχου. H μητέρα τους Β. Κ. , φιλόλογος - λαογράφος στο επάγγελμα, απεβίωσε την ...-2000, σε ηλικία 73 ετών, συνεπεία αγγειακής νόσου, έως δε του θανάτου της διέμενε ομού μετά των ανωτέρω ενηλίκων πλέον τέκνων της (Ο. - Α.
και Κ.) σε Ιδιόκτητο διαμέρισμα επί της οδού ... , στην περιοχή Κολωνακίου στην Αθήνα. H Ο. - Α. Κ. και o Κ. Κ. , κατά την πρώτη αναπτυξιακή τους περίοδο και την παιδική ηλικία τους, δεν προέκυψε ότι εμφάνιζαν προβλήματα προσαρμογής. Αποφοίτησαν από γενικό σχολείο, ήταν πολύ καλοί μαθητές και o μεν Κ. , μετά την ολοκλήρωση της μέσης εκπαίδευσης, πέτυχε την εισαγωγή του στη Νομική Σχολή, η δε αδελφή του Ο. - Α. , ακολούθησε σπουδές στη σχολή κοινωνικών λειτουργών και ακολούθως την ...-1987 έλαβε πτυχίο του τμήματος γαλλικών σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Μετά το θάνατο του πατρός των διέμεναν μετά της μητρός των στο ανωτέρω διαμέρισμα στο Κολωνάκι έως του θανάτου αυτής την ...-2000. O Κ. δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τις ανωτέρω σπουδές του, υπηρέτησε δε τη στρατιωτική του θητεία κανονικά, κατά τα έτη 1979-1980. Βέβαια, όπως αναφέρει o ιατρός ψυχίατρος Σ. Β. στην με αριθμό .../2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διεξήχθη στα πλαίσια άλλης δίκης, και στην οποία θα γίνει αναφορά αναλυτικότερα και κατωτέρω, ο Κ.
Κ. , όπως o εν λόγω ψυχίατρος πληροφορήθηκε από τον θεράποντα ιατρό του Κ. Κ. , ψυχίατρο Ι. Χ. , με τον οποίο κατά την ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης ήρθε σε επαφή προκειμένου να συντάξει αυτήν, κατά τη διάρκεια της θητείας του στο στρατό δεν είχε ιδιαίτερα προβλήματα, αλλά όταν ένιωθε κουρασμένος έκανε εισαγωγή στη Νευρολογική Κλινική του Στρατιωτικού Νοσοκομείου και ελάμβανε αναρρωτικές άδειες (σελ. 18 προαναφερομένης έκθεσης).
Περαιτέρω, μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας, o Κ. Κ. , προσελήφθη την 11-5-1981, στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ, όπου εργάσθηκε έως το έτος 2001, από το προσωπικό της οποίας, διεγράφη την ...-2001 λόγω μακράς απουσίας του. Συγκεκριμένα, όπως αποδεικνύεται από την από 20-4-2004 σχετική βεβαίωση της ανωτέρω τραπεζικής εταιρείας, ο Κ.
Κ. απουσίασε, χωρίς να λάβει αποδοχές από ...-2001 έως ...-2001, την ...-2001, από ...-2001 έως ...-2001 και από ...-2001 έως ...-2001. Κατά την ίδια βεβαίωση, επειδή ο Κ. Κ. απουσίασε από την ...-2001 από τα καθήκοντά του αυθαίρετα, την ...-2001 συμπλήρωσε το χρόνο απουσίας που προβλέπεται από το άρθρο 33 του Κανονισμού Εργασίας για την αυτοδίκαιη λύση της σχέσεως εργασίας του, άλλως κατήγγειλε ο ίδιος με τη συμπεριφορά του μονομερώς αυτήν.
Έκτοτε δε ελάμβανε πρόωρη σύνταξη. H Ο. - Α. Κ. , εργαζόταν παραδίδοντας ιδιαίτερα μαθήματα γαλλικής γλώσσας και μάλιστα, κατά τα έτη 2000 και 2001, εργάσθηκε και ως ωρομίσθια σε δημόσιο σχολείο. Όπως αποδεικνύεται από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, η Α. - Ο. Κ. και o Κ. Κ. , άρχισαν να εμφανίζουν ψυχιατρικές διαταραχές σε μεγάλη ηλικία και δη, η μεν Ο. - Α.
σε ηλικία 35 ετών και μάλιστα προ του 2004 νοσηλεύθηκε τέσσερις φορές σε ψυχιατρική κλινική, ο δε Κ. Κ. , σύμφωνα με την προαναφερμένη έκθεση του ψυχιάτρου Σ. Β. , ήδη τουλάχιστον από το έτος 1983, παρακολουθείτο από τον καθηγητή Ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών Κ. Σ. και από την 18-10-1983 είχε διαγνωσθεί υπό του ανωτέρω θεράποντος ιατρού του ότι πάσχει από ψύχωση με συμμετοχή ψυχαναγκαστικών συμπτωμάτων και ελάμβανε φαρμακευτική αγωγή.
O ίδιος (Κ. Κ.) νοσηλεύθηκε στην ψυχιατρική κλινική "ΓΑΛΗΝΗ" από την ...-1983 έως την ...-1983, η κατάσταση του οποίου, καθόν χρόνο νοσηλευόταν στην ανωτέρω κλινική, αντιμετωπίστηκε με αντιψυχωσική αγωγή με αλοπεριδόλη (Aloperidin) και χλωροπρομαζίνη (Largactil), υπεβλήθη δε σε δέκα συνεδρίες ηλεκτροσπασμοθεραπείας (ECT) και εξήλθε με διάγνωση ψευδονευρωσική συνδρομή με ψυχωσικούς συντελεστές σε σχετική βελτίωση με μείωση του άγχους, απόσυρσης, καταθλιπτικής διάθεσης και ιδεών σχολιασμού.
Μετά την ανωτέρω νοσηλεία του, ο Κ. Κ. άρχισε να παρακολουθείται από τον ιατρό ψυχίατρο Ι. Χ. Ως προς το ιατρικό Ιστορικό της Α. - Ο. , ενώ απεδείχθη ότι νοσηλεύθηκε σε ψυχιατρικά νοσοκομεία τέσσερις φορές και ακολουθούσε ειδική φαρμακευτική αγωγή, δεν προσκομίζονται για το προ τους έτους 2004 περαιτέρω ιατρικά πιστοποιητικά.
Κατά την προαναφερομένη με αριθμό .../2015 έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του Ψυχιάτρου Σ. Β. , ο Κ. Κ. , καθόν χρόνο εργαζόταν στην ανωτέρω τραπεζική εταιρεία ασχολείτο με την ταξινόμηση αλληλογραφίας, όπως δε του περιέγραψε ο θεράπων αυτού (Κ. Κ.), κατ' εκείνο το χρόνο, ιατρός ψυχίατρος Ι. Χ. , το περιβάλλον εργασίας του ανωτέρω ασθενούς στην ανωτέρω τράπεζα ήταν υποστηρικτικό και ανεκτικό μαζί του, λόγω δε του σοβαρού βαθμού ψυχαναγκαστικής καταναγκαστικής διαταραχής με ψυχωσικά στοιχεία (ψυχαναγκαστική ψύχωση) που εμφάνιζε o εν λόγω ασθενής, αδυνατούσε να τηρεί με συνέπεια το ωράριο εργασίας του.
Συγκεκριμένα, όπως αποδεικνύεται από την εν λόγω έκθεση, o ανωτέρω ασθενής καθυστερούσε στην πρωινή προσέλευση, διότι λόγω της ψυχαναγκαστικής συμπεριφοράς του αργούσε να προετοιμαστεί το πρωί και κατά κανόνα προσήρχετο στην εργασία του με έντονη προτροπή της μητρός του, συνήθως συνοδευόμενος από την ίδια.
Όπως o ίδιος ψυχίατρος αναφέρει στην ανωτέρω έκθεσή του (σελ. 14) ο θεράπων ιατρός του Κ. Κ. , ψυχίατρος Ι. Χ. , του ανέφερε ότι αυτός είχε χορηγήσει στον εν λόγω ασθενή του σχετική γνωμοδότηση ούτως ώστε να προσέρχεται στην εργασία του αργότερα το πρωί και να αποχωρεί αργότερα το απόγευμα. Χαρακτηριστική περί των ανωτέρω είναι και η περιεχόμενη στα πρακτικά συζήτησης της εκκαλουμένης αποφάσεως, μαρτυρική κατάθεση του Δ.
Μ. , υιού της εξαδέλφης του ανωτέρω Κ. Κ. , o οποίος κατέθεσε ότι όταν οικογενειακώς επέστρεψαν από τον Καναδά, περί το έτος 1980 φιλοξενήθηκαν στην οικία των αδελφών Κ. , οπότε ζούσε και η μητέρα τους, για διάστημα δέκα ημερών. Τότε είχε διαπιστώσει ότι o ανωτέρω Κ. Κ. είχε δυσκολίες στο πρωινό ξύπνημα, το οποίο είχε αναλάβει η μητέρα του.
Κατά την ίδια ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης (σελ. 18), η ζωή του Κ. Κ. στην ανωτέρω εργασία του, ήταν ανυπόφορη γι' αυτόν, διότι νόμιζε ότι οι συνάδελφοί του τον σχολίαζαν διαρκώς και δη νόμιζε ότι τον αποκαλούν "πούστη" και "μαλάκα", καθώς επίσης, όταν άκουγε αυτές τις λέξεις στο δρόμο, νόμιζε ότι απευθύνονταν σε αυτόν.
Για να εξουδετερώνει αυτές τις σκέψεις είχε βρει διάφορους μηχανισμούς, όπως για παράδειγμα (κατά την ίδια έκθεση) έκανε ορισμένες κινήσεις με τα χέρια του κατά καταναγκαστικό τρόπο ή επαναλάμβανε πέντε φορές τη φράση "o γιατρός μου είπε δεν τα λένε για μένα". Όπως προελέχθη, αμφότερα τα αδέλφια Κ. , διέμεναν στην ανωτέρω οικία τους της οδού ...
στο Κολωνάκι, μετά της μητρός τους Β. έως του θανάτου της την ...-2000, η οποία εφρόντιζε και για την τακτική καθημερινή φαρμακευτική αγωγή των αδελφών. Μετά το θάνατο της μητέρας τους τα δύο αδέλφια συνέχισαν να διαμένουν στο ίδιο διαμέρισμα, πλην όμως δεν απεδείχθη ότι επισκέπτοντο τακτικά τον ιατρό τους και ελάμβαναν κανονικά τη φαρμακευτική τους αγωγή.
Σύντομα και δη ένα χρόνο μετά το θάνατο της μητρός τους, ήτοι την ...-2001, ο Κ. Κ. απώλεσε την εργασία του στην ανωτέρω τραπεζική εταιρεία λόγω των αδικαιολογήτων απουσιών του, η δε Ο. - Α. Κ. , μετά τη λήξη του σχολικού έτους 2000-2001, δεν απεδείχθη ότι εργάσθηκε ξανά σε δημόσιο σχολείο ως καθηγήτρια Γαλλικών. H αποχώρηση του Κ.
Κ. από την εργασία του και η συνεπεία αυτής πρόωρη συνταξιοδότησή του, δεν κρίνεται ότι έγινε από επιλογή του, διότι όπως κατέθεσε o μάρτυρας Δ. Γ. , στην υπό ...-2004 προανακριτική κατάθεσή του η οποία προσκομίζεται, ενοίκου της πολυκατοικίας όπου διέμεναν τα ανωτέρω αδέλφια, ήδη από 35ετίας προ της δόσεως της εν λόγω μαρτυρικής καταθέσεως και συγγενής αυτών, ο οποίος εγνώριζε όλη την οικογένεια Κ. , ήτοι και τη μητέρα των ανωτέρω αδελφών, o Κ.
Κ. προ της συνταξιοδοτήσεώς του τον είχε παρακαλέσει να μεσολαβήσει μέσω κάποιου φίλου του βουλευτή ώστε να μην τον απολύσουν από την ανωτέρω εργασία του λόγω των απουσιών του. Όπως αποδεικνύεται από την ίδια (από ...-2004 προανακριτική κατάθεση του Δ. Γ.) μαρτυρική κατάθεση, η Α. - Ο. Κ. ήταν άνθρωπος παράξενος, με διακυμάνσεις στην συμπεριφορά της στα όρια της σχιζοφρένειας, αλλοπρόσαλλη, μάλιστα δε καθόν χρόνο εδόθη η εν λόγω κατάθεση, κοιμόταν στους διαδρόμους της ανωτέρω πολυκατοικίας, πετούσε πράγματα στους κοινόχρηστους χώρους, καθώς επίσης και στην Οδό ...
Κατά τον ίδιο όσο ζούσε η μητέρα της Α. - Ο. Κ. η κατάστασή της ήταν πιο υποφερτή. O Κ. Κ. , κατά τον ίδιο μάρτυρα, έδινε την εικόνα καταθλιπτικού εσωστρεφή ατόμου, μεταξύ δε των αδελφών Κ. , μετά το θάνατο της μητρός των, δημιουργούντο διαπληκτισμοί με έντονες φωνές τις οποίες αντιλαμβάνονταν όλοι οι ένοικοι της εν λόγω πολυκατοικίας.
Εξάλλου, κατά την από 4-5-2004 προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα Α. Χ. , πολιτικού μηχανικού, ο Κ. Κ. τον εκάλεσε την 15-11-2003 προκειμένου να επισκεφθεί δύο διαμερίσματα που αυτός διατηρούσε στην ανωτέρω πολυκατοικία και δη ένα διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου, όπου διέμενε με την αδελφή του και ένα διαμέρισμα του ισογείου ορόφου και να περιγράψει τις εργασίες επισκευής αυτών που απαιτούντο.
Κατά την εν λόγω μαρτυρική κατάθεση, τα εν λόγω διαμερίσματα δεν ήταν κατοικήσιμα, ήταν σε άθλια κατάσταση, παντού υπήρχαν ρούχα σε αποσύνθεση, φαγητά μουχλιασμένα, σπασμένα αντικείμενα, μουχλιασμένα χαλιά, κατεστραμμένα έπιπλα, τα τζάμια ήταν σπασμένα, υπήρχε υγρασία, τα δάπεδα ήταν ημικατεστραμμένα και γενικά οι χώροι ήταν μη κατοικήσιμοι.
Μάλιστα, η ανωτέρω κατάσταση του διαμερίσματος όπου κατοικούσαν τα αδέλφια Κ. χρονολογείται, από τον μάρτυρα Δ. Π. τουλάχιστον από το χρόνο που o Κ. Κ. εδώρισε την ψιλή κυριότητα αυτού στην δεύτερη εναγομένη, δεδομένου ότι ο εν λόγω μάρτυρας στην από 4-5-2004 προανακριτική του κατάθεση και δη στη δεύτερη σελίδα αυτής αφού αναφέρει ότι ένα χρόνο προ της δόσεως της εν λόγω καταθέσεως ο Κ.
Κ. εδώρισε το δικαίωμα ψιλής κυριότητας στην ανωτέρω οικία του στην θυγατέρα του, αναφέρει ακολούθως "Το εν λόγω διαμέρισμα λόγω της καταστάσεως της Ο. Κ. , ήταν σε πάρα πολύ κακή κατάσταση, είχε σπασμένα τζάμια, υγρασία στους τοίχους, σπασμένα γυαλιά και άλλα αντικείμενα και το χειρότερο ρούχα μουχλιασμένα που είχαν μύκητες και σκόρο και ήταν εστία μολύνσεως...".
Τα δύο αδέλφια αν και είχαν εισοδήματα για τη διαβίωσή τους και δη o Κ. την εκ ποσού ευρώ 580 σύνταξή του από την πρόωρη συνταξιοδότησή του, καθώς επίσης ένα ενοίκιο από ακίνητο που αμφότεροι διατηρούσαν στα Ιωάννινα εκ ποσού ευρώ 343 και επιπλέον ένα ενοίκιο που ελάμβανε η Α. - Ο. από την εκμίσθωση ενός διαμερίσματος του τρίτου ορόφου της ιδίας ως άνω πολυκατοοκίας όπου διέμεναν, αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα.
Συγκεκριμένα, όφειλαν τον φόρο κληρονομίας από την κληρονομιά της μητρός των, το ακριβές ποσό της οποίας δεν προέκυψε από τις αποδείξεις, όπως δε κατέθεσε ο μάρτυρας Δ. Π. στην από 4-5-2004 προανακριτική του κατάθεση, είχαν κληρονομήσει οφειλή προς την εφορία της μητρός των ύψους 11.500, καθώς επίσης κατά την ίδια μαρτυρική κατάθεση ο Κ.
Κ. είχε οφειλές προς τραπεζικά Ιδρύματα από κάρτες. Κατά τον ίδιο χρόνο, απεδείχθη ότι, τα αδέλφια Κ. διατηρούσαν στενές σχέσεις φιλίας με την οικογένεια του Δ. Π. συζύγου της πρώτης εναγομένης και πατέρα της δεύτερης εναγομένης, όπως δε κατέθεσε o Δ. Γ. στην από 22-1-2004 ένορκη προανακριτική του κατάθεση, αυτοί είχαν αναλάβει την επιμέλεια των ανωτέρω αδελφών μετά το θάνατο της μητρός των.
Όπως απεδείχθη την ...-2002, δυνάμει του προαναφερομένου με αριθμό ... συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Κ. , τα ανωτέρω αδέλφια Κ. ως συνιδιοκτήτες σε ποσοστό 50% έκαστος του ανωτέρω οικοπέδου, επιφανείας 1.079,52 ευρώ, μεταβίβασαν κατά κυριότητα στην πρώτη εναγομένη το εν λόγω οικόπεδο το οποίο ευρίσκεται στην περιοχή του Σχοινιά Αττικής.
Το τίμημα για την εν λόγω αγοραπωλησία συμφωνήθηκε στο ποσό των ευρώ 56.674,80 όσο δηλαδή και η αντικειμενική του αξία, και δη σε ευρώ 52,50 ανά τ.μ. Κατά την ανωτέρω συμβολαιογραφική πράξη, εκ του ανωτέρω τιμήματος, ποσό ευρώ 27.326,99 κατεβλήθη την ίδια ημέρα από την αγοράστρια, εκ του ποσού δε αυτού, η ανωτέρω συμβολαιογράφος παρακράτησε ποσό ευρώ 18.745,10, προκειμένου να αποδοθεί στην Δ Δ.Ο.Υ.
Αθηνών. To υπόλοιπο του συνομολογηθέντος τιμήματος συμφωνήθηκε ότι η πρώτη εναγομένη θα κατέβαλε σε δύο δόσεις και δη ευρώ 14.673,03 την 11-7-2002 και ποσό ευρώ 14.674 την 30-10-2002.
Περαιτέρω, προσκομίζονται αποδείξεις καταβολής μέσω τραπέζης της πρώτης εκ των ανωτέρω δόσεων και μολονότι δεν προσκομίζονται αποδείξεις καταβολής της δεύτερης δόσης αποπληρωμής του εν λόγω τιμήματος, προσκομίζονται οι με αριθμό ... και ...-2002 πράξεις της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου περί ολοσχερούς εξοφλήσεως του τιμήματος της ανωτέρω αγοραπωλησίας.
Η εν λόγω μεταβίβαση, κατά την ένορκη κατάθεση του Δ. Π. , η οποία περιέχεται στη με αριθμό ...-2019 ένορκη βεβαίωση που ελήφθη ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Π. , έλαβε χώρα κατόπιν αιτήσεως του Κ. Κ. προς τη σύζυγο του μάρτυρα και πρώτη εναγομένη, διότι τα αδέλφια Κ. χρωστούσαν στην εφορία τον φόρο κληρονομίας της μητρός των.
Αν και παρακρατήθηκε το ανωτέρω ποσό των ευρώ 18.745,10 από τη συντάξασα το ανωτέρω συμβόλαιο αγοραπωλησίας συμβολαιογράφο και απεδόθη στην οικεία εφορία, τα αδέλφια Κ. δεν αποπλήρωσαν το υπόλοιπο της οφειλής τους στην εφορία, με το τίμημα που έλαβαν από την ανωτέρω εκποίηση, αλλά συνέχιζαν να οφείλουν στην οικεία εφορία, ποσό ευρώ περίπου 8.000 όπως αναφέρει στην από 29-9-2008 δήλωσή της προς το Εφετείο Αθηνών η Α.
χήρα Α. Ρ. , στα πλαίσια διευκρινήσεών της επί της με αριθμό .../2008 ένορκης βεβαίωσής της ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, ποσό που τόσο κατά την εν λόγω μάρτυρα όσο και κατά την μάρτυρα Μ. Ε. (σχετικά με αριθμό ...-2007 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) [η οποία σημειωτέον κανένα συμφέρον από την έκβαση της παρούσας δίκης δεν έχει, δεδομένου ότι η θυγατέρα αυτής ευρίσκεται σε αντιδικία με τους ήδη ενάγοντες] αποπληρώθηκε ακολούθως από την Ο.
Ρ. , από τα ενοίκια που αυτή διαχειρίζονταν όταν ακολούθως αυτή ορίσθηκε ως προσωρινή δικαστική συμπαραστάτρια των ανωτέρω αδελφών. Όπως o ίδιος ανωτέρω μάρτυρας Δ. Π. κατέθεσε και η κατάθεσή του περιέχεται στη με αριθμό ...-2019 ένορκη βεβαίωση, αμέσως μετά την κατάρτιση του ανωτέρω συμβολαίου αγοραπωλησίας, ο Κ.
Κ. ταξίδεψε στο Παρίσι, τα δε αδέλφια Κ. ζούσαν πολυτελώς, σχεδόν κάθε βράδυ και οι δύο διασκέδαζαν σε εστιατόρια, θέατρα, κινηματογράφους, υπονοώντας προφανώς ότι κατασπατάλησαν το υπόλοιπο του τιμήματος της εν λόγω αγοραπωλησίας σε πολυτελή ζωή. Ακολούθως, απεδείχθη ότι δυνάμει του με αριθμό ...2003 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή τοιυ δικαιώματος ψιλής κυριότητας της συμβολαιογράφου Αθηνών Β.
Π. , o Κ. Κ. ηλικίας τότε περίπου 53 ετών, εδώρισε το δικαίωμα ψιλής κυριότητας στο διαμέρισμα όπου διέμενε μετά της αδελφής του στην δεύτερη εναγομένη θυγατέρα της πρώτης εναγομένης, ηλικίας καθόν χρόνο έλαβε η εν λόγω μεταβίβαση 21 ετών. Ως προς τις συνθήκες και τους λόγους της τελευταίας πράξης μεταβίβασης, απεδείχθη ότι o Κ.
Κ. δεν γνωστοποίησε ούτε στην αδελφή του Α. Ο. την πρόθεσή του να δωρίσει την ψιλή κυριότητα της ανωτέρω οικίας στη δεύτερη εναγομένη, αλλά της γνωστοποίησε τούτο μετά την εν λόγω μεταβίβαση, και μάλιστα η μεταβίβαση αυτή απετέλεσε αφορμή για καυγάδες μεταξύ των αδελφών. Παράλληλα ο ίδιος ο Κ. Κ. στον ανωτέρω ψυχίατρο, Επίκουρο Καθηγητή Ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών Γ.
Α. , όπως αναφέρεται στην από 18-11-2004 σχετική έκθεσή του τελευταίου, για την οποία θα γίνει αναλυτική αναφορά κατωτέρω, ανέφερε (σελ. 7) "... είχα και θα αρραβωνιαζόμουν με την Α. (Π.) .... O άντρας της είναι πολύ καλός άνθρωπος, γιατί παρόλο που ξέρει ότι πριν παντρευτεί θα αρραβωνιαζόμουν με αφήνει και μπαίνω σπίτι του και δεν ζηλεύει ...
Μου λέει, η Α. , ότι αν με παντρευόσουν αυτή θα ήταν η κόρη σου (Ε.) ... είχα μοναδική συντροφιά τη μητέρα αλλά δεν μπορούσα να κυκλοφορώ με μια γριά. Η Ε. είναι η μόνη μου χαρά ... της έγραψα ένα σπίτι της Ε. γιατί μοιάζει με την Ο. Μ. και μου αρέσει να την κυκλοφορώ ... θα παντρευτώ και θα κάνω ένα παιδάκι ... Θα πετύχω γιατί πιστεύω στον Χριστό, στην Ελληνική σημαία και φίλος των Γάλλων, γιατί τα γεωργικά φάρμακά τους τα χρησιμοποιούμε στην Ελλάδα...".
O ίδιος στα πλαίσια δίκης περί θέσης του σε δικαστική συμπαράσταση για την οποία θα γίνει λόγος ακολούθως εξεταζόμενος κατέθεσε μεταξύ άλλων "... το σπίτι το έκανα δωρεά το 2003 στην Π. γιατί μου υποσχέθηκε ότι θα με φρόντιζε. Δυστυχώς όμως αθέτησε την υπόσχεσή της. Διαπίστωσα την αδιαφορία της, δεν νοιαζόταν για μένα.
Θέλω να ανακαλέσω τη δωρεά..." (σχετικά με αριθμό .../2011 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης παρόντος Δικαστηρίου). Ως προς την εν λόγω δωρεά o Δ. Π. , στην ανωτέρω περιεχομένη στη με αριθμό .../2019 ένορκη βεβαίωσή του Ισχυρίζεται ότι αυτή ήταν επιθυμία της μητρός των αδελφών Κ. , λόγω της φροντίδας που έλαβε από την πρώτη εναγομένη καθόν χρόνο αυτή νοσούσε από ca στομάχου.
O εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε ότι η μητέρα των αδελφών Κ. και Ο. - Α. Κ. , δεν είχε επαφές με υπόλοιπους συγγενείς της και όταν αρρώστησε η πρώτη εναγομένη ήταν αυτή που τη φρόντιζε, την επισκέπτονταν στην οικία της, της πήγαινε φαγητό και της εύρισκε ιατρούς. Κατά τον ίδιο μάρτυρα, η μητέρα του Κ. είχε πει στον υιό της Κ. , κατά το διάστημα ασθενείας της λίγο Προ του θανάτου της, παρουσία της πρώτης εναγομένης ότι ήθελε μελλοντικά το διαμέρισμα στο Κολωνάκι όπου κατοικούσαν, να μεταβιβασθεί στην Ε.
Π. δεύτερη εναγομένη, θυγατέρα της πρώτης εναγομένης, διότι αμφότερα τα αδέλφια Κ. δεν είχαν τέκνα και η μητέρα του δεν έτρεφε καμία ιδιαίτερη αγάπη ούτε είχε συναισθήματα για τους ενάγοντες συγγενείς της με τους οποίους δεν διατηρούσε επαφές. Βέβαια, ο ίδιος μάρτυρας, στην από 4-5-2004 ένορκη προανακριτική του κατάθεση κατέθεσε σε ανύποπτο χρόνο "Πριν από ένα χρόνο περίπου o μηνυτής έκανε δωρεά αιτία θανάτου την ψιλή κυριότητα του διαμερίσματος του Β ορόφου πολυκατοικίας που βρίσκεται στην οδό ...
στο Κολωνάκι, επειδή της έχει μεγάλη αδυναμία και ο ίδιος είναι ανύπαντρος χωρίς παιδιά, η δε κόρη μου Ε. του έχει μεγάλη συμπάθεια". H ίδια δε η δεύτερη εναγομένη στην από 7-5-2004 ένορκη προανακριτική της κατάθεση, κατέθεσε ότι η μεταβίβαση του ανωτέρω εμπραγμάτου δικαιώματος έγινε από τον Κ. Κ. από αγάπη προς το πρόσωπό της και λόγω της αδυναμίας που της είχε.
Για τις σχέσεις του Κ. Κ. με την οικογένεια Π. , η μη διάδικος στην παρούσα δίκη Μ. Ε. κατέθεσε (σχετικά με αριθμό .../2007 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) "... Ήξερα ότι o Κ. θα την αρραβωνιαζόταν την κοπέλα. Ο Κ. ήταν 50 ετών. Η κοπέλα που θα έπαιρνε δεν ξέρω πόσο ετών ήταν. Ξέρω ότι ήταν να την υιοθετήσει και μετά του είπαν να την αρραβωνιαστεί...".
Τέλος, με την ένδικη έφεσή τους (σελ. 31-32) οι εναγόμενες για πρώτη φορά ισχυρίζονται ότι, μετά τη σύνταξη του ανωτέρω δωρητηρίου συμβολαίου o Κ. Κ. ανακοίνωσε στην πρώτη εναγομένη ότι θα μείνει μετά της αδελφής του στο ισόγειο διαμέρισμα της ανωτέρω πολυκατοικίας, προκειμένου αφού ανακαινίσει αυτό να το εκμισθώσει σε τρίτους και να λαμβάνει μεγαλύτερο εισόδημα, αξιώνοντας από την πρώτη εναγομένη να πληρώσει την εν λόγω ανακαίνιση και εκείνη πλήρωσε σχεδόν 30.000 ευρώ.
Με τα δεδομένα αυτά, ενόψει δε και ότι οι ενάγοντες δεν αμφισβήτησαν τον ισχυρισμό της πρώτης εναγομένης ότι, για την ανακαίνιση του δωρηθέντος κατά ψιλή κυριότητα διαμερίσματος, αυτή κατέβαλε το ποσό των 30.000 ευρώ, υπό της επίδικης σύμβασης δωρεάς υποκρύπτετο στην πραγματικότητα σύμβαση πωλήσεως. O ισχυρισμός αυτός, εάν ήθελε εκτιμηθεί ότι αποτελεί επίκληση του άρθρου 138 παρ.2 ΑΚ, ήτοι ότι εν προκειμένω συντρέχει περίπτωση σχετικής εικονικότητας της ανωτέρω συμβάσεως δωρεάς, υπ' αυτής δε υποκρύπτεται πώληση του εν λόγω εμπραγμάτου δικαιώματος από τον Κ.
Κ. προς την δεύτερη εναγομένη, αντί τιμήματος και δη του ποσού των 30.000 ευρώ, ισχυρισμός ο οποίος θα ασκούσε επιρροή εν προκειμένω, δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 131 ΑΚ διαφέρουν ανάλογα με τον χαριστικό ή μη χαρακτήρα της δικαιοπραξίας της οποίας η αναγνώριση της ακυρότητας ζητείται, ακόμη κι αν ήθελε θεωρηθεί ότι ως καταχρηστική ένσταση παραδεκτώς προτείνεται κατ' άρθρο 527 ΑΚ για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου εφόσον η δεύτερη εναγομένη δεν επικαλείται ομολογία ή έγγραφη απόδειξη, τυγχάνει απορριπτέος, προεχόντως ως αόριστος, διότι ακόμη κι αν ήθελε γίνει δεκτό ότι πράγματι η πρώτη εναγομένη δαπάνησε ποσό ευρώ 30.000 για την ανακαίνιση του ανωτέρω διαμερίσματος, αν και καμία έγγραφη απόδειξη δεν προσκομίζεται, η δεύτερη εναγομέγη επικαλείται ότι κατά την κατάρτιση της εν λόγω συμβάσεως δωρεάς, στα συμβαλλόμενα στην ανωτέρω δωρεά πρόσωπα έλειπε η σοβαρή πρόθεση των συμβληθέντων για κατάρτιση δωρεάς εν ζωή και υπήρχε έγκυρη συμφωνία των εκεί συμβαλλομένων για παραγωγή άλλου εννόμου αποτελέσματος και δη τη μετάσταση του ανωτέρω εμπραγμάτου δικαιώματος από τον δωρητή στην δεύτερη εναγομένη λόγω πωλήσεως.
Περαιτέρω απεδείχθη (σχετικά με αριθμό .../2015 έκθεση ψυχιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου Σ. Β. , η οποία διεξήχθη στα πλαίσια άλλης δίκης) ότι, μετά τις ανωτέρω εκποιήσεις, o Κ. Κ. επισκέφθηκε την εξαδέλφη του Ο. Ρ. , με σκοπό να της γνωρίσει την πρώτη εναγομένη. Τότε, της ανέφερε ότι σκόπευε να νυμφευτεί τη δεύτερη εναγομένη θυγατέρα της πρώτης εναγομένης και ότι της μεταβίβασε την πατρική του οικία στο Κολωνάκι.
Κατόπιν αυτών, η ανωτέρω συγγενής του Κ. Κ. , υπέβαλε προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 19-1-2004 αίτησή της και εζήτησε την εισαγωγή προς νοσηλεία σε ψυχιατρικό νοσοκομείο αμφότερων των ανωτέρω αδελφών Κ. , διότι αμφότεροι κατ' αυτήν, λόγω των ψυχιατρικών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν ήταν επικίνδυνοι για τον εαυτό τους και αδυνατούσαν να φροντίσουν την περιουσία τους, αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι, ο Κ.
Κ. αδυνατεί να επιμεληθεί των υποθέσεών του και ότι τον έχει προσεγγίσει η οικογένεια του Δ. Π. , συζύγου της πρώτης εναγομένης και πατέρα της δεύτερης εναγομένης αποκομίζοντας οικονομικά οφέλη, καθόσον μεταβίβασε λόγω δωρεάς αιτία θανάτου την ψιλή κυριότητα ενός διαμερίσματος (σχετικά με αριθμό .../2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών).
Ενόψει της ανωτέρω αιτήσεως της Ο. Ρ. , εξεδόθη η από 20-1-2004 παραγγελία του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών με την οποία παραγγέλετο το ΑΤ Συντάγματος να συλλέξει στοιχεία περί του εάν ενδείκνυται η εξέταση των ανωτέρω αδελφών από ιατρούς ψυχιάτρους. Την 1-2-2004, αστυνομικοί του ανωτέρω ΑΤ, μετέβησαν στην πολυκατοικία όπου διέμεναν τα ανωτέρω αδέλφια και ανηύραν την Α. - Ο.
Κ. , κλειδωμένη στον προθάλαμο του ισογείου διαμερίσματος, όπου διέμενε πλέον μετά του ανωτέρω αδελφού της, η οποία μεταφέρθηκε στο Αιγινήτειο Νοσοκομείο προς εξέταση. To απόγευμα της ίδιας ημέρας, εμφανίσθηκε στο ανωτέρω ΑΤ και o Κ. Κ. , συνοδευόμενος από την οικογένεια Π. και διεκομίσθη και αυτός προς εξέταση στο Αιγινήτειο Νοσοκομείο.
Αμφότερα τα ανωτέρω αδέλφια εξετάσθηκαν την ...-2004 από την ιατρό ψυχίατρο Μ. Μ. , n οποία όσον αφορά στην Α. Ο. Κ. , διαπίστωσε ότι, πάσχει από ψυχοπαθολογικές εκδηλώσεις παραληρηματικές ιδέες δίωξης, επιθετικότητα, απόσυρση, παράδοξη συμπεριφορά χωρίς επίγνωση του νοσηρού και ότι πληροί τις προϋποθέσεις για ακούσια νοσηλεία.
Όσον αφορά στον Κ. Κ. , η ίδια ψυχίατρος, διαπίστωσε ότι, αυτός πάσχει από ψυχοπαθολογικές εκδηλώσεις υπολειμματικού Τύπου (παραμέληση εαυτού, δυσκολία στην ανάπτυξη πρωτοβουλίας προκειμένου να χειρισθεί καθημερινά προβλήματα) επί ιστορικού προϋπάρχουσας ψυχικής νόσου και χρήζει ψυχιατρικής παρακολούθησης την οποία και o ίδιος αποδέχονταν, συνεστήθη δε σε αυτόν επανεξέταση την 9-2-2004 (σχετικά με αριθμό πρωτ. ...
και ...-2004 σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά του Αιγινήτειου νοσοκομείου). Ακολούθως, όπως αποδεικνύεται από το με αριθμό πρωτ. ...-2004 Πιστοποιητικό του Γ.Ν. N. Ιωνίας "Η ΑΓΙΑ ΟΛΓΑ" η ανωτέρω Ο. - Α. Κ., δυνάμει εισαγγελικής Παραγγελίας, νοσηλεύθηκε στην Ψυχιατρική Κλινική του ανωτέρω νοσοκομείου, από την ...-2004 έως την 27-2-2004, πάσχουσα από ψυχωσική συνδρομή (παραληρητική διαταραχή), εξήλθε δε σε βελτιωμένη κατάσταση και της συνεστήθη ψυχιατρική παρακολούθηση και φαρμακευτική αγωγή.
Όπως αποδεικνύεται από το, άνευ ημερομηνία πιστοποιητικό νοσηλείας ψυχιατρικού τμήματος του ΠΓΝΑ "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", o Κ. Κ. εξετάστηκε την 4-2-2004 στα εξωτερικά ιατρεία του ψυχιατρικού τομέα του ανωτέρω νοσοκομείου από τον ιατρό Γ. Π. και διαπιστώθηκε ότι υφίσταται ιστορικό ψυχαναγκαστικής διαταραχής και καταθληπτικής διαταραχής υπό αγωγή και ότι χρήζει θεραπείας (Zoloft, Zyprexa), ότι ευρίσκετο σε θέση να φροντίζει τον εαυτό του και τις καθημερινές βιοτικές του ανάγκες και περαιτέρω ότι, ευρίσκετο σε πλήρη επαφή με την πραγματικότητα.
Κατά το εν λόγω πιστοποιητικό, η παρακολούθηση του ανωτέρω ασθενούς ήταν τακτική και δεν διεπιστώθησαν εξάρσεις ή υφέσεις ψυχοπαθολογικού τύπου. Την επομένη ημέρα (5-2-2004) o Κ. Κ. εξετάσθηκε στο ιδιωτικό ιατρείο του ψυχιάτρου Α. Π. , ο οποίος διεπίστωσε ότι έπασχε από μικτή διαταραχή προσωπικότητας με προεξάρχοντα τα καταναγκαστικά στοιχεία υπό φαρμακευτική αγωγή (Zyprexa, Dumyrox, Atarax), ότι ευρίσκετο σε ύφεση των εκδηλώσεων της πάθησής του, ότι στερούνταν επικινδυνότητας για τον εαυτό του και τους άλλους, ότι ήταν σε θέση να φροντίζει μόνος του για τις υποθέσεις του και ότι ήταν ικανός για κάθε δικαιοπραξία (σχετικά από 5-2-2004 ιατρική γνωμάτευση ανωτέρω ιατρού).
Ο Κ. Κ. εξετάσθηκε την 9-2-2004 και από τους ψυχιάτρους Ν. Σ. και Η. Α. , στην Ψυχιατρική Κλινική του Αιγινήτειου Νοσοκομείου, κατά την βεβαίωση των οποίων, δεν ανιχνεύθηκε μείζονα ψυχοπαθολογία που αφορούν τη σκέψη και το συναίσθημα αυτού, δεν εμφανίζει επικινδυνότητα για τον εαυτό του και άλλους που να δικαιολογεί αναγκαστική νοσηλεία, ότι ευρίσκετο σε θεραπεία και τακτική παρακολούθηση από θεράποντα ιατρό του Νοσοκομείου "Ευαγγελισμός" γεγονός που πιστοποιείτο και εκρίθη ότι, δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις ακούσιας νοσηλείας.
Την 6-2-2004, η ανωτέρω εξαδέλφη των αδελφών Κ. , Ο. Ρ. υπέβαλε αίτηση θέσης των ανωτέρω αδελφών, σε πλήρη ή μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση, στα πλαίσια της οποίας εξεδόθη την 6 2-2004 προσωρινή διαταγή με την οποία η Ο. Ρ. ορίσθηκε προσωρινά δικαστική συμπαραστάτρια των αδελφών Κ.
Ο Κ. Κ. , την 12-2-2004, προσκομίζοντας στον πρόεδρο Υπηρεσίας του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 5-2-2004 ανωτέρω γνωμάτευση του ιατρού Α. Π. , το με αριθμό πρωτ. ...-2004 ιατρικό πιστοποιητικό του ανωτέρω Νοσοκομείου Αιγινήτειο, καθώς επίσης και το με αριθμό πρωτ. ...-2004 πιστοποιητικό του ιδίου νοσοκομείου, εζήτησε την ανάκληση της ανωτέρω προσωρινής διαταγής, όπως και πράγματι έγινε.
Ακολούθως, την ...2004, ο Κ. Κ. υπέβαλε αίτηση προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, προκειμένου να τεθεί υπό δικαστική συμπαράσταση η ανωτέρω αδελφή του και να ορισθεί αυτός δικαστικός συμπαραστάτης της. Στην εν λόγω αίτηση, αφού ανέφερε ότι η ανωτέρω αδελφή του εμφάνιζε ψυχωσική συνδρομή και τις κατά το παρελθόν νοσηλείες της, περαιτέρω ανέφερε ότι αυτή, τους τελευταίους μήνες είχε αρχίσει να εμφανίζει όμοια συμπτώματα με αυτά που εμφάνιζε στο παρελθόν, καθώς επίσης μειωμένη αντίληψη για τα Πράγματα και το περιβάλλον, παρουσίασε απώλειαα μνήμης και αδυναμία αναγνώρισης ακόμη και πολύ οικείων προσώπων, έλλειψη συγκέντρωσης και δυσχέρεια στην επικοινωνία της με τους άλλους, η έξαρση δε των ψυχικών νοσημάτων της είχε ως συνέπεια ακόμη και την απώλεια του ύπνου της.
Κατά την ίδια αίτηση, η ανωτέρω αδελφή του αδυνατούσε να επιτελέσει αποτελεσματικά και με συνέπεια και τις απλούστερες λειτουργίες της καθημερινής της ζωής, όπως ένδυση και διατροφή, με αποτέλεσμα να χρειάζεται βοήθεια και στις στοιχειώδεις αυτές δραστηριότητες, αλλά και διαρκή επιτήρηση προς αποτροπή επικίνδυνων καταστάσεων.
Στην εν λόγω αίτηση, αναφέρεται ότι, η ανωτέρω αδελφή του αιτούντος, αρνείτο την ιατρική παρακολούθηση και τη λήψη της φαρμακευτικής αγωγής της, με περαιτέρω συνέπεια την απώλεια της αίσθησης της πραγματικότητας υπ' αυτής, διότι αδυνατούσε να διαπιστώσει το μέγεθος των εκκρεμοτήτων έναντι δημοσίων φορέων αλλά και ιδιωτών, αναφέροντας μάλιστα ότι παραμελεί τις φορολογικές της υποχρεώσεις, καθόσον το οικονομικό έτος 2002 δεν είχε υποβάλλει φορολογική δήλωση.
Στη σελίδα 3 δε της εν λόγω αιτήσεως ανέφερε "... Επειδή επιθυμώ και στο πρόσωπό μου συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις καταλληλότητας να ορισθώ προσωρινός και στη συνέχεια και οριστικός συμπαραστάτης της ως άνω αδελφής μου, δοθέντος ότι έχω ήδη επωμισθεί απαρχής της ασθενείας της την επιμέλεια του προσώπου της, κατοικών μαζί της, Ιδίως δε μετά το έτος 2000, οπότε και απεβίωσε η συνοικούσα μητέρα μας, το βάρος της εποπτείας, φροντίδας και επιμέλειας της αγαπημένης μου αδελφής επέπεσε αποκλειστικά στις δικές μου πλάτες, και έκτοτε και μέχρι και σήμερα παρέχω αδιαλείπτως σε αυτή αγόγγυστα κάθε αναγκαία φροντίδα, επιμέλεια και υλική, ψυχική και ηθική συνδρομή, που τόσο έχει ανάγκη, ώστε είναι βέβαιο ότι θα ασκήσω με τον καλύτερο τρόπο τα καθήκοντα που συνάγεται ο διορισμός μου ως δικαστικού συμπαραστάτη. ... ".
Αμφότερες οι ανωτέρω αιτήσεις συζητήθηκαν την 26-4-2004, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και το Δικαστήριο αυτό, με τη με αριθμό 4638/2004 απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη τη ανωτέρω αίτηση του Κ. Κ. και, κατά τα λοιπά, ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανωτέρω αιτήσεως της Ο.
Ρ. και διέταξε τη διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης από τον ψυχίατρο Γ. Α. , προκειμένου αυτός να αποφανθεί περί του εάν τα αδέλφια Κ. εμφανίζουν ψυχική ή διανοητική διαταραχή και σε καταφατική περίπτωση, εάν αυτή αποκλείει τη δυνατότητά τους, ολικά ή εν μέρει, να φροντίζουν τον εαυτό τους και την περιουσία τους.
Την ...-2004, η Α. - Ο. Κ. , ανευρέθη να περιφέρεται γυμνή στους δρόμους στην περιοχή του Λυκαβηττού, παραμελημένη, με κακή υγιεινή, ιδέες διώξεως, αναφοράς και παρανοειδείς συσχετίσεις. Παράλληλα, o Κ. Κ. δεν έβγαινε από το διαμέρισμά του, ελάμβανε φαγητό από το παράθυρο από τους γείτονες και η συμπεριφορά του ήταν αλλοπρόσαλλη, γεγονός που κατά την από 2-12-2004 Προανακριτική κατάθεση του μάρτυρος Γ.
Δ. , κινητοποίησε τους γείτονες του (Κ. Κ.) Ι. Π. και Α. Ζ. , οι οποίοι απευθύνθηκαν στο οικείο ΑΤ Κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας, που εξεδόθη την ίδια ημέρα, αμφότεροι η Α. - Ο. και ο Κ. Κ. , από 2-9-2004 εισήχθησαν για νοσηλεία στο "ΔΡΟΜΟΚΑΪΤΕΙΟ" ΝΠΔΔ, αφού κρίθηκαν ότι πάσχουν από ψυχωσική συνδρομή. Ο διορισθείς με την ανωτέρω απόφαση πραγματογνώμονας Γ.
Α. , τους ανωτέρω ασθενείς επισκέφθηκε δύο φορές και δη την 15-10-2004 και 29-10-2004 , καθόν χρόνο νοσηλευόταν στο ανωτέρω νοσοκομείο. Ως προς τον Κ. Κ. , πέραν των ανωτέρω αποδειχθέντων και υπ' αυτού ειδικώς αναφερομένων στα πλαίσια συντόμου ψυχιατρικού και κοινωνικού ιστορικού, o ανωτέρω πραγματογνώμονας διεπίστωσε ότι, το ψυχιατρικό ιστορικό του φαίνεται να αρχίζει από την ηλικία των 36-37 ετών.
Ο ίδιος o ασθενής του ανέφερε "... Πήγα στην ψυχιατρική κλινική Γαλήνη, για ένα μήνα γιατί ήμουν πολύ στεναχωρημένος. Εκεί ήμουν πολύ ευχαριστημένος γιατί είχε πολύ καλό φαγητό ... μετά μ' έβλεπε o κ. Χ. και μου έδινε φάρμακα αλλά δεν τα έπαιρνα ... τώρα με παρακολουθεί ο κ. Π. από τον Ευαγγελισμό ... τώρα (αναφερόμενος στην από 02-09-04 ακούσια νοσηλεία του) είμαι στο νοσοκομείο γιατί οι γείτονες λένε ότι τους ενοχλώ επειδή ανοίγω το CD player σε ακατάλληλες ώρες".
Ως την πρόωρη συνταξιοδότησή του o ίδιος o ασθενής ανέφερε "... γιατί ήθελα να ασχοληθώ με τα γαλλικά.". Κατά την κλινική του εξέταση, o ανωτέρω ιατρός αναφέρει ότι, ήταν άτομο φυσιολογικής ανάπτυξης, ενδεδυμένο επιμελημένα και ικανοποιητικά περιποιημένο. Ήταν πολύ συνεργάσιμος και ευγενικός, κατανόησε πλήρως την ιδιότητά του και το σκοπό της διενέργειας της πραγματογνωμοσύνης, τον οποίο ο ανωτέρω ιατρός αναφέρει ότι του ανέλυσε.
Στον λόγο του ήταν υπερβολικά ακριβής, με σχοινοτενείς λεπτομέρειες και σαφή δυσκολία να επικεντρωθεί στο θέμα. Όταν συνέβαινε να εμποδίζεται, για παράδειγμα με μια διακοπή, η ροή του λόγου του, αναστατωνόταν και ξανάρχιζε την αφήγησή του από την αρχή. Σε Κάθε περίπτωση έπρεπε να ακολουθήσει με ακρίβεια το λεπτομερή σχεδιασμό της απάντησής του.
Καθόν χρόνο εξετάσθηκε από τον ανωτέρω ιατρό, ευρίσκετο υπό φαρμακευτική αγωγή με αντιψυχωτικό και αντικαταθλιπτικό φάρμακο (aloperidin 40 mg/d & seropram 20 mg/d αντίστοιχα). Ο εν λόγω ιατρός, διαπίστωσε ότι, κατά τη δεύτερη κλινική εξέταση του εν λόγω ασθενούς, η οποία έλαβε χώρα δύο εβδομάδες μετά, ήταν σαφώς πιο ανήσυχος και εξέφρασε σημαντικού βαθμού ψυχοπαθολογία, την οποία περιγράφει ακολούθως και εξηγεί και τους λόγους, και για τα οποία θα γίνει αναφορά ακολούθως.
Αναφορικά με τις ανώτερες ψυχικές του λειτουργίες, διαπίστωσε ότι: (1) η κινητική του δραστηριότητα και η βλεμματική του επαφή δεν παρουσίαζαν διαταραχές, υπήρχε δε ένα είδος τελετουργίας στην επιλογή της θέσης που Καθόταν, του τύπου που χαρακτηρίζει άτομα με ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή και καταναγκαστική δομή. (2) O ρυθμός του λόγου του παρουσίαζε περιορισμένα παθολογικά στοιχεία, κυρίως επειδή προσπαθούσε να είναι εξαιρετικά ακριβής και υπερβολικά λεπτομερειακός, χωρίς να διαφοροποιείται ακόμη κι όταν ο εκτροχιασμός της σκέψης μπορούσε να οδηγήσει σε παρερμηνείες.
Παρ' κατά διαστήματα ο ανωτέρω ιατρός του υπενθύμιζε ότι άλλο ήταν το θέμα που συζητούσαν, ο ανωτέρω ασθενής του εξηγούσε ότι, εάν δεν έπαιρναν τα πράγματα με τη σειρά, με περιττή αναδρομή, κατά τον εν λόγω ιατρό, που κάλυπτε διαστήματα πολλών ετών, δεν θα καταλάβαινε τι ακριβώς ήθελε να του πει. Μάλιστα, κατά τον ίδιο ιατρό, ο ρυθμός του λόγου του παρουσίαζε σαφώς επιδείνωση κατά την δεύτερη συνέντευξη, οπότε ήταν παραθετικός και συνεχής, ενώ δυσκολευόταν δραματικά να διακόψει και να παρακολουθήσει τη ροή της συζήτησης. (3) Ο προσανατολισμός σε χώρο, χρόνο και πρόσωπα δεν παρουσίαζε διαταραχή. (4) Η μνήμη του άμεση, πρόσφατη και απώτερη δεν παρουσίαζε διαταραχές. (5) Όσον αφορά στη σκέψη του, η ροή των ιδεών και η ποιότητα των συνειρμών παρουσίαζε κάποια παθολογικά στοιχεία που εκδηλώνονταν με ανώριμες και παιδικόμορφες σκέψεις και προσδοκίες, αλλά και παράδοξες συσχετίσεις, οι οποίες ευκαιριακά έπαιρναν παρανοειδή χαρακτηριστικά.
O ανωτέρω Ιατρός αναφέρει ως παράδειγμα ότι, κατά την περιγραφή της σχέσης του με την οικογένεια των εναγομένων του ανέφερε "... Με τον Π. , τον υπουργό, ήμασταν ισόβαθμοι στο πρώτο έτος της Νομικής (χωρίς να συζητά στη συνέχεια για το ίδιο πρόσωπο) ... είχα λογοδοθεί και θα αρραβωνιαζόμουν με την Α. (Π.) ... ο άνδρας της είναι πολύ καλός άνθρωπος, γιατί παρ' όλο που ξέρει ότι πριν παντρευτεί θα την αρραβωνιαζόμουν με αφήνει και μπαίνω στο σπίτι και δεν ζηλεύει ...
Μου λέει, η Α. , ότι αν με παντρευόσουν αυτή θα ήταν η κόρη σου (Ε.) ... Είχα μοναδική συντροφιά τη μητέρα μου, αλλά δεν μπορούσα να κυκλοφορώ μόνο με μια γριά. H Ε. είναι η μόνη μου χαρά ... της έγραψα ένα σπίτι της Ε. γιατί μοιάζει με την Ο. Μ. και μου αρέσει να την κυκλοφορώ ... θα παντρευτώ και θα κάνω ένα παιδάκι ...
Θα πετύχω γιατί Χριστό, στην Ελληνική σημαία και είμαι φίλος των Γάλλων, γιατί τα γεωργικά φάρμακά τους τα χρησιμοποιούμε στην Ελλάδα. Αν Κερδίσω τη δίκη στο Εφετείο θα το οφείλω στα Γαλλικά ... οι γείτονες μου δημιουργούν μεγάλα προβλήματα νόμιζαν διάφορα πράγματα (χωρίς να δώσει περισσότερες εξηγήσεις) ...
Στη δεύτερη συνέντευξη ήταν εμφανώς παραληρηρητικός, λογορροϊκός με νεολογισμούς και συχνά ασυνάρτητος, ενώ εξέφραζε ιδέες διώξεως και μεγαλείου, αναφέροντας χαρακτηριστικά " τον πατέρα μου τον δολοφόνησαν γιατί ετοίμαζε το Χριστιανοκομμουνισμό στην Ελλάδα .... Είχα αντιμετωπίσει έξι απόπειρες δολοφονίας από τους ειδικούς φρουρούς στο σπίτι.
Πριν 1,5-2 μήνες έκανε ντου η αστυνομία στο σπίτι για να με πιάσουν αλλά εγώ κρύφτηκα σε μια σακούλα με γεωργικά εργαλεία στο λεβητοστάσιο. Με σημάδευαν με τα μυδραλιοβόλα, αλλά όταν κατάλαβαν ότι δεν θα μ' έπιαναν έφυγαν ... Για να μπουν στο διαμέρισμά μου (οι αστυνομικοί) είχαν νοικιάσει όλα τα διαμερίσματα της πολυκατοικίας είχαν μεταμφιεσθεί σε γείτονες, φορούσαν τα ρούχα των γειτόνων μου, αυτών που έδιναν ψωμί, γάλα και τσιγάρα γιατί πεινούσα ...
Αυτά γίνονται γιατί όρθωσα το ανάστημά μου στον εμπορικό κόσμο του Κολωνακίου ... αν γίνει σύρραξη με τους Τούρκους εγώ θα κρατάω τα λάβαρα ... Ακολούθως εξέφραζε έντονη ανησυχία διότι δεν κατάφερε να προστατεύσει την αδελφή του "... όταν φύγουμε από εδώ και μείνουμε μόνοι θα δοκιμάζω εγώ πρώτος τα φαγητά γιατί μπορεί να έχουν βάλει φάρμακα οι εχθροί μας ..." Κατά τον ανωτέρω ιατρό, η κλινική σημειολογία παρέπεμπε σαφώς στη διάγνωση συνδρόμου του Capgras.
Κατά τον ίδιο ιατρό, το εν λόγω σύνδρομο ή σύνδρομο του "σωσία", αφορά μια παραληρητική ιδέα παθολογικής αναγνώρισης προσώπων ή αντικειμένων, όπου o ασθενής θεωρεί ότι πραγματικά και οικεία πρόσωπα έχουν υποκατασταθεί από "απατεώνες". Αυτό το σύνδρομο, συναντάται σε άτομα που πάσχουν από ψυχώσεις ή οργανικές βλάβες του εγκεφάλου. (6) Σχετικά με την αντίληψη, o ανωτέρω ιατρός ανέφερε ότι, κατά την πρώτη συνέντευξη δεν διαπιστώνονταν διαταραχές στην αντίληψη και συγκεκριμένα παραισθήσεις - ψευδαισθήσεις.
Στη δεύτερη συνέντευξη, εφάνη ότι, τεκμηριώνονταν διαταραχές στην αντίληψη, κυρίως στο πλαίσιο του συνδρόμου Capgras. (7) o ανωτέρω ασθενής ήταν ήπια καταθληπτικός, κυρίως αναφερόμενος στην άδικη, κατά την άποψη του, νοσηλεία, ενώ εξέφραζε θυμό για τη διαδικασία της δικαστικής συμπαραστάσεως, (8) η συγκέντρωσή του δεν διεσπάτο ιδιαίτερα, αλλά o υπερβολικά λεπτομερειακός λόγος του έκανε τον εξεταζόμενο να φαίνεται, κατά περιόδους ασυνάρτητος και (9) δεν προέκυπτε αναγνώριση της εξωπραγματικής υπόστασης των σκέψεών του και της ύπαρξης νόσου, παρόλα αυτά είχε ένα εύλογο πλάνο ζωής ένα λογικοφανή σχεδιασμό επίτευξής του.
Κατά το σύντομο ψυχιατρικό Και κοινωνικό Ιστορικό της Ο. - Α. Κ. , o ανωτέρω ιατρός ανέφερε ότι, το ψυχιατρικό της ιστορικό φαίνεται ότι αρχίζει από την ηλικία των 35 ετών όταν κατά την εν λόγω ασθενή ερωτεύτηκα έναν καλλιτέχνη που με νάρκωσε και δεν αντιδρούσα ... Μετά ένα χρόνο o πατέρας μου με έκλεισε σε ψυχιατρική κλινική στη Γαλήνη και μετά στο Σινούρι ...(έχει τέσσερα συνολικά νοσηλείες) ...
δεν θυμάμαι γιατί με έβαζαν στις κλινικές ... τώρα πάλι δεν ξέρω τι έγινε (αναφερόμενη στην από 2-9-2004 ακούσια νοσηλείας της) τσακώθηκα με τον αδελφό μου και δεν ξέρω ποιος με έφερε ...". Κατά την κλινική της εξέταση, o ανωτέρω ιατρός διεπίστωσε ότι, η Α. - Ο. Κ. ήταν άτομο φυσιολογικής ανάπτυξης, υπέρβαρο, ενδεδυμένο χωρίς αξιοσημείωτη παραδοξότητα αν και ατημέλητη και ελάχιστα περιποιημένη.
Ήταν πολύ συνεργάσιμη και ευγενική, κατανόησε πλήρως την ιδιότητα του ανωτέρω ιατρού και το σκοπό διενέργειας της πραγματογνωμοσύνης, τον οποίο της ανέλυσε ο ανωτέρω ιατρός. Κατά τη δεύτερη συνέντευξή της ήταν, όπως και o αδελφός της, περισσότερο αναστατωμένη και εξεδήλωσε σημαντικού βαθμού ψυχοπαθολογία.
Ευρίσκετο υπό φαρμακευτική αγωγή με συνδυασμό δύο αντιψυχωτικών φαρμάκων και συγκεκριμένα zyprexa 15 mg/d & aloperidin 5 mg/d. Αναφορικά με τις ανώτερες ψυχικές λειτουργίες της εν λόγω ασθενούς, o ίδιος ιατρός ψυχίατρος ανέφερε: (1) η κινητική δραστηριότητα και η βλεμματική επαφή δεν παρουσιάζουν διαταραχές, (2) o ρυθμός του λόγου παρουσίαζε παθολογικά στοιχεία, ήταν βραδύς και υπερπεριεκτικός (υπερβολικά λεπτομερειακός), το δε περιεχόμενο ήταν ανάλογο του μορφωτικού επιπέδου της, αλλά συχνά εγίνετο χαώδης, ως αποτέλεσμα της πολλαπλής παράθεσης λεπτομερειών, (3) o προσανατολισμός στο χώρο, χρόνο και πρόσωπα δεν παρουσίαζε διαταραχή, (4) η άμεση, πρόσφατη και απώτερη μνήμη δεν παρουσίαζε διαταραχές, (5) η ροή των ιδεών και η ποιότητα των συνειρμών παρουσίαζε κάποια παθολογικά στοιχεία, εκφραζόμενη κυρίως από φτώχια σκέψεων.
Κατά τη δεύτερη συνέντευξη παρουσίασε τυπικές ιδέες διώξεως "... στην πολυκατοικία δεν μας θέλουν, φέρουν έναν αστυνομικό για να μας φρουρεί ... οι αστυνομικοί κάνουν σκευωρία ανακατεύουν το σπίτι (αναφερόμενη στην ακαταστασία που επικρατούσε στο διαμέρισμα όταν έγινε η ακούσια νοσηλεία) ... στο διαμέρισμα του ισογείου έγινε έγκλημα σκότωσαν έναν Κύπριο, αλλά οι αστυνομικοί το έκρυψαν από τους δικούς του, το κάλυψαν και είπαν ότι πέθανε από την καρδιά του, γιατί ήταν σε οργάνωση Κυπρίων ... o γιός της Κ.
δολοφονήθηκε εκεί αλλά πάλι το κάλυψαν είναι πολύ ύποπτη για όσους το ξέρουν τι συμβαίνει.", (6) Κατά την περίοδο εξέτασης της ανωτέρω ασθενούς, κατά τον ανωτέρω ιατρό, δεν διαπιστώθηκαν διαταραχές στην αντίληψη και συγκεκριμένα παραισθήσεις - ψευδαισθήσεις, (7) διαπιστώθηκε ότι ήταν ήπια καταθλιπτική, κυρίως αναφερομένη στην άδικη νοσηλεία της, (8) η συγκέντρωση διασπάτο εύκολα και ως εκ τούτου o λόγος εφαίνετο ευκαιριακά ασυνάρτητος, (9) Κατά τον εν λόγω ιατρό , η Ο. - Α.
Κ. δεν είχε ικανοποιητική επίγνωση του νοσηρού της καταστάσεώς της, που αύξανε δραματικά την πιθανότητα μη συμμόρφωσης με τη θεραπευτική αγωγή "... Δεν έχω τίποτε θέλουν να με βγάλουν ανισόρροπη ... ποτέ δεν υπήρχε λόγος να νοσηλευθώ. ". Κατά τον ίδιο ιατρό , καθόν χρόνο εξετάσθηκε είχε εξωπραγματικούς στόχους και ανέφικτο πλάνο ζωής "...
Θα δώσω διαγωνισμό στο ΑΣΕΠ και θα με πάρουν μόνιμη καθηγήτρια. Αλλά και Πωλήτρια μπορώ να πάω, αν φτιαχτώ δείχνω 35 χρονών. Μπορεί να πάω να Κάνω Master' s..." Σε ερώτηση του ανωτέρω ιατρού για το ποία ήταν η γνώμη της με την οικογένεια Π. , ήτοι τις εναγόμενες και τί προσδοκίες έχει αυτή, απάντησε "... οι σχέσεις μας έγιναν πιο στενές μετά το θάνατο των μητέρων μας που ήταν την ίδια περίοδο ...
τους εμπιστεύομαι γιατί είναι πρώτοι ξάδελφοι του Υπουργού Εσωτερικών ... με τις υψηλές γνωριμίες έχουν θα μας βάλουν κι εμάς στην ψηλή κοινωνία ..." Σε ερώτηση δε του ανωτέρω ιατρού περί του πώς διεσφάλιζε την εμπιστοσύνη της "... ε! μη τα κάνουμε όλα ίσα, ξαδέλφια του υπουργού είναι, δεν μπορεί παρά να είναι εντάξει άνθρωποι.".
Κατά τον εν λόγω ιατρό, από το σύνολο των στοιχείων που ετέθησαν υπόψη του αλλά και την κλινική εξέταση των ανωτέρω ασθενών, αυτός έκρινε ότι, υφίστατο ένα ψυχωτικού τύπου παθολογικό υπόστρωμα τόσο στον Κ. Κ. όσο και στην Α. - Ο. Κ. , το οποίο κατά την άποψή του, ικανοποιούσε τα διαγνωστικά κριτήρια της παραληρητικής διαταραχής.
H διάγνωση αυτή, τίθεται κατά τον εν λόγω ιατρό, όταν το άτομο εκδηλώνει όχι ακραία παράδοξες παραληρητικές Ιδέες, όπως στις περιπτώσεις των ανωτέρω αδελφών, όπου εκδηλώνοντο ιδέες διώξεως μεγαλείου, αναφέροντας ο ίδιος ως παράδειγμα ότι είναι πιθανό να παρακολουθείται κάποιος από την αστυνομία ή να έχει σημαντικές γνωριμίες, αλλά η παθολογία ξεκινά όταν αρχίζουν οι εξωπραγματικές συσχετίσεις.
Γενικά οι παραληρητικές ιδέες είναι συστηματοποιημένες και έχουν "εσωτερική λογική" ανάπτυξης. H συμπεριφορά και η συναισθηματική αντίδραση στην παραληρητική ιδέα είναι πρόσφορη και η επίδραση στην εν γένει λειτουργικότητα του ατόμου, δεν είναι δραματική. Μικρή σχετικά είναι και η αποδιοργάνωση της προσωπικότητας.
Η νόσος είναι συνεχής και διαδράμει χρονίως. Αντίθετα, υπό το πρίσμα αυτής της μακροχρόνιας, σχετικά ανεκτής λειτουργικότητας, καθώς Και της μερικής μόνο αποδιοργάνωσης της προσωπικότητας, όπως επίσης και της μεγάλης ηλικίας εμφάνισης της ψυχοπαθολογίας, ο ανωτέρω ιατρός διετύπωσε την άποψη ότι νομίζει ότι η διάγνωση της ψύχωσης, με την έννοια της νοσολογικής οντότητας της σχιζοφρένειας, δεν τεκμηριώνεται για κανέναν από τους δύο εξετασθέντες.
Βραχύτερα επεισόδια επιδείνωσης των ψυχωτικών συμπτωμάτων, είναι γνωστό ότι συμβαίνουν σε άτομα με παραληρητική διαταραχή, όταν αυτά εκτεθούν σε έντονες ψυχοπιεστικές συνθήκες, όπως φαίνεται ότι συνέβη μετά το θάνατο της μητέρας και της παραμονής των δύο αδελφών μόνο. Επίσης και σε σχετική συμφωνία με τα ιατρικά πιστοποιητικά, ο ίδιος ιατρός διεπίστωσε ότι, o Κ.
Κ. εφαίνετο να παρουσιάζει παράλληλα και ιδεοψυχαναγκαστικά στοιχεία σε έδαφος καταναγκαστικής διαταραχής της προσωπικότητας. H δομή αυτή της προσωπικότητας χαρακτηρίζεται από τελειοθηρία, παρορμητικότητα, δυσκαμψία και δυσκολία προσαρμογής σε άγνωστες και μη προβλέψιμες καταστάσεις. Η διάγνωση της παραληρητικής διαταραχής, σε άτομο με καταναγκαστική δομή προσωπικότητας δεν έρχεται, κατά τη γνώμη του ανωτέρω ιατρού σε πλήρη αντίθεση με τα αναφερόμενα στις ιατρικές γνωματεύσεις που αφορούσαν τον Κ.
Κ. , αφενός διότι η καταναγκαστική (ιδεοψυχαναγκαστική) δομή της προσωπικότητας του συμπαραστατέου είναι κοινή διαπίστωση, αφετέρου η φαρμακευτική αγωγή που ελάμβανε είναι αντιψυχωτική και, ως εκ τούτου, αντιμετωπίζει μέρος της ψυχωτικής σημειολογίας. Τέλος, κατά τον εν λόγω ιατρό, είναι γνωστό από τη βιβλιογραφία, ότι ένα σημαντικό ποσοστό των ιδεοψυχαναγκαστικών, υποκρύπτουν ψυχωτική διαταραχή.
Σύμφωνα με τα τρέχοντα επιστημονικά στοιχεία, η παραληρητική διαταραχή δεν είναι υποκατηγορία της σχιζοφρένειας ή των διαταραχών της διάθεσης, αλλά ανήκει σε αυτόνομη κατηγορία μέσα στο φάσμα των ψυχώσεων. Επειδή ο χαρακτηρισμός της παραληρητικής διαταραχής προέρχεται από την κυρίαρχη παραληρητική ιδέα και εν προκειμένω υφίσταντο τόσο Ιδέες διώξεως όσο και μεγαλείου, η διάγνωση ήταν αυτή της παραληρητικής διαταραχής μικτού τύπου.
H ανταπόκριση της ψυχικής αυτής διαταραχής στη φαρμακευτική θεραπεία, κατά την ίδια έκθεση, είναι μικρή, γεγονός στο οποίο συμφώνησε και o ιατρός ψυχίατρος Θ. Κ. (σχετικά σελ. 17 πρακτικών συζήτησης πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου), τούτο δε o ανωτέρω ιατρός Α. διαπίστωσε ότι συνέβαινε και στις περιπτώσεις των αδελφών Κ.
Ένα άλλο σημείο στο οποίο αναφέρθηκε ο εν λόγω ιατρός ήταν η εμφανής διαφορά στην κλινική εικόνα των ανωτέρω ασθενών μεταξύ της πρώτης και δεύτερης συνέντευξης, όπου κατά τη δεύτερη συνέντευξη υπήρξε σαφής επιδείνωση της συμπτωματολογίας, αλλά και αξιοσημείωτη αντιστοιχία μεταξύ του περιεχομένου των παραληρητικών ιδεών των ανωτέρω ασθενών.
Η ουσιώδης διαφοροποίηση στο χρόνο αυτό ήταν, κατά τον ίδιο ιατρό, ότι μετά την πρώτη συνέντευξη τα δύο αδέλφια άρχισαν να έρχονται σε επαφή, επισκεπτόμενα το ένα το άλλο από τα διαφορετικά τμήματα που νοσηλεύονταν. Κατά την άποψη του ανωτέρω ιατρού, αυτό ισχυροποιεί ιδιαίτερα την εκδοχή ότι οι δύο συμπαραστατέοι εμφάνιζαν μια κατάσταση η οποία είναι γνωστή ως επακτή ψύχωση (folie a deux) και εξ ορισμού αφορά ένα ίδιο σύνολο παραληρητικών ιδεών που το πιστεύουν δύο διαφορετικά άτομα, τα οποία έχουν συμβιωτική σχέση.
H πρωταρχική αιτία ανάπτυξης της είναι συνήθως ψυχολογική ή ψυχοκοινωνική (π.χ. κοινωνική απομόνωση). Το ένα από τα δύο άτομα είναι προσωπικότητα με υπολειπόμενη λειτουργικότητα (κατά τον εν λόγω Ιατρό πιθανώς η Ο. - Α. στην περίπτωση των δύο αδελφών), ενώ και οι δύο έχουν αμφιθυμικά συναισθήματα o ένας για τον άλλο.
Αυτή η παρατήρηση ήταν, κατά τη γνώμη του ανωτέρω ιατρού, ουσιώδης και ενόψει αυτών θεωρούσε ότι έπρεπε να ληφθεί σοβαρά υπόψη ως προς τον αποκαταστατικό σχεδιασμό, αναφορικά με τα ανωτέρω αδέλφια, αφού πιθανώς η μη κοινή συμβίωση ή η συμβίωση με τρίτο άτομο ελεύθερο ψυχοπαθολογίας, θα βελτίωνε μάλλον την κλινική εικόνα και γενικά θα βελτίωνε τις καταστάσεις που σχετίζονται με την ψυχοπαθολογία τους.
Έτσι, θα ήταν εφικτό ένα καλύτερο επίπεδο λειτουργικότητας. Κατά τη γνώμη του, αυτόν ακριβώς το ρόλο του τρίτου υγιούς ατόμου, έπαιζε η παρουσία της μητέρας τους και η απώλειά της οδήγησε στην επιδείνωση που ακολούθησε. Όσον αφορά στην ικανότητα των ανωτέρω αδελφών να επιμελούνται αυτόνομα τις υποθέσεις τους, ο ανωτέρω ψυχίατρος διατύπωσε την άποψη ότι η παρουσία μιας ψυχικής διαταραχής δεν σημαίνει αυτόματα ότι ένα άτομο στερείται της ικανότητας να αποφασίζει αυτόβουλα για τις υποθέσεις του.
Το ερώτημα είναι εάν η συγκεκριμένη ψυχοπαθολογία επηρεάζει ευθέως και σε ποιο βαθμό τις αποφάσεις τους. Συχνά η δομή της προσωπικότητας, δηλαδή o χαρακτήρας ενός ανθρώπου, σε συνδυασμό με την παρουσία ψυχικής διαταραχής, μπορεί να τον κάνει ιδιαίτερα ευάλωτο σε παρεμβάσεις τρίτων προσώπων και μπορεί να επηρεασθούν ουσιωδώς οι αποφάσεις του.
Στην περίπτωση των δύο αδελφών Κ. υφίστατο, κατά τη γνώμη του εν λόγω ιατρού, ένας τέτοιος συνδυασμός παραγόντων που δικαιολογούσε την επιλογή να τεθούν οι συμπαραστατέοι υπό δικαστική συμπαράσταση. Συγκεκριμένα, ειδικώς ως προς τον Κ. Κ. o οποίος έπασχε από παραληρητική διαταραχή με συνυπάρχουσα καταναγκαστική διαταραχή προσωπικότητας, η διαταραχή ήταν χρόνια και συνεχής, με κύρια χαρακτηριστικά τα οποία έχουν ανωτέρω αναφερθεί.
H διαταραχή αυτή από μόνη της δεν αποτελούσε ικανό παράγοντα που απέκλειε από τον Κ. Κ. την ικανότητα να χειρίζεται τις υποθέσεις του, παρά μόνον όταν αυτές εμπλέκονταν με τις επιμέρους ψυχοπαθολογικές εκδηλώσεις του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση του Κ. Κ. , κατά τον ανωτέρω ιατρό, ήταν εμφανές ότι οι διωκτικές αλλά και οι υπερτιμημένες εξωπραγματικής υπόστασης ιδέες του, είχαν άμεση συνέπεια στις αποφάσεις του.
Όπως είναι γνωστό, συνεχίζει ο ίδιος ιατρός στην ανωτέρω έκθεσή του, σε σημαντικά ψυχοπιεστικές καταστάσεις η κλινική εικόνα επιδεινώνεται δραματικά και η λειτουργικότητα ακολουθεί αντίστοιχη έκπτωση. Κατά τον εν λόγω ιατρό, χαρακτηριστικό ήταν το γεγονός, το οποίο άλλωστε παραδέχθηκε σε αυτόν και o ίδιος o Κ.
Κ. ότι τα δύο αδέλφια έφθασαν στο σημείο να μην μπορούν να καλύψουν τις στοιχειώδεις βιοποριστικές τους ανάγκες και συντηρούνταν από το φαγητό που τους παρείχαν οι γείτονες. Στην περίοδο εκείνη αναπτύχθηκε το σύνδρομο του Capgras το οποίο συνέχιζε κατά τον ίδιο ιατρό να υφίσταται και καθόν χρόνο διενήργησε την ανωτέρω εξέτασή του προς σύνταξη της εν λόγω πραγματογνωμοσύνης, αφού δεν αναγνώριζε ούτε τότε το εξωπραγματικό υπόβαθρο των σκέψεων αυτών, δείχνοντας ότι ακόμη και τότε υφίστατο σαφής και ενεργός ψυχοπαθολογία, παρά το σημαντικό χρονικό διάστημα παραμονής του στο νοσοκομείο.
Από την άλλη πλευρά, κατά την ίδια έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν έπρεπε να παραβλέπεται το γεγονός ότι o Κ. Κ. κατάφερε για πολλά χρόνια να έχει μια συγκριτικά ικανοποιητικότερη λειτουργικότητα, έστω και με τη σχετική φροντίδα της μητέρας του, η οποία παρουσίασε ουσιαστική επιδείνωση μετά το θάνατό της.
Το γεγονός αυτό οδήγησε τον ανωτέρω ιατρό στο συμπέρασμα ότι κάτω από σχετική φροντίδα, ο Κ. Κ. μπορούσε να προβαίνει, σε διάφορες περιπτώσεις, σε εύλογες επιλογές με γνώμονα το συμφέρον του. Ανάλογα ήταν και τα συμπεράσματα που, κατά τον ανωτέρω ιατρό, προέκυπταν και για την Ο. - Α. Κ. , αν και κατά την άποψή του φαινόταν ότι συνολικά η Ο.
Α. Κ. είχε σαφώς μικρότερη λειτουργικότητα, από αυτή του αδελφού της και αντίστοιχα περισσότερη ανάγκη φροντίδας. Ενισχυτικό της άποψης αυτής, δηλαδή της επιδείνωσης της κλινικής εικόνας, ήταν κατά τον εν λόγω ιατρό οι δύο νοσηλείες της σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα (στα νοσοκομεία Αγία Όλγα και Δρομοκαϊτειο) όταν είχαν προηγηθεί πολύ μεγάλα διαστήματα παραμονής της στην κοινότητα.
Συμπερασματικά, κατά τη γνώμη του και οι δύο εξετασθέντες είχαν ένα εύρος δραστηριοτήτων για τις οποίες μπορούσαν να αποφασίζουν αυτόνομα, όπως να διαχειρίζονται συντάξεις ή ενοίκια. Σε τούτο συνηγορούσε η καλή γνώση από πλευράς τους, της αξίας καθημερινών αγαθών, τα αποθέματα κρίσης αλλά και της κατά καιρούς ικανοποιητικής λειτουργικότητάς τους.
Επίσης, κατά τον ίδιο ιατρό, ηδύναντο να επιλέγουν την εργασία τους και να διαχειρίζονται τους μισθούς τους (όπως μαθήματα γαλλικών). Επίσης, μπορούσαν να προβούν και σε σύνταξη διαθήκης, όταν δεν υφίστατο ενεργός ψυχοπαθολογία, η οποία θα μπορούσε να τροποποιήσει την αυτόνομη επιθυμία τους, όπως μια παραληρητική ιδέα, απότοκος της νόσου, η οποία θα μπορούσε να διαφοροποιήσει τις επιλογές τους.
H αξιολόγηση αυτή, κατά τον ίδιο ιατρό, μπορούσε να γίνει μόνον κατά περίπτωση και στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή που η πράξη αυτή διενεργείτο. Από την άλλη πλευρά, σε άλλες περιπτώσεις απαιτείτο, κατά την άποψή του, αμφότερα τα αδέλφια Κ. να επικουρούνται από δικαστικό συμπαραστάτη, ειδικά όταν πρόκειται να διαθέσουν την περιουσία τους, όπως κινητά και ακίνητα μεγάλης αξίας ή αντίστοιχα να προβούν σε αγορές αντικειμένων ανάλογης μεγάλης αφού πάλι η σχετική παθολογία ήταν άμεσα συνυφασμένη με τις επιλογές αυτές και υφίστατο ουσιώδες ενδεχόμενο αδυναμίας να διαπραγματευτούν προς όφελός τους τις αντίστοιχες συναλλαγές.
Όσον αφορά τη φροντίδα του εαυτού αυτή, κατά την άποψη του εν λόγω ιατρού, κατά το χρόνο εξέτασης αυτών από τον ανωτέρω δεν ήταν ικανοποιητική, γεγονός που κατ' αυτόν τον ιατρό υποστήριζε τη γενική εκτίμηση υποτροπής, διαταράσσετο ουσιωδώς η λειτουργικότητά τους, οπότε είχαν ανάγκη υποστήριξης. Χαρακτηριστικό της ανάγκης αυτής ήταν κατά τον εν λόγω ιατρό για παράδειγμα το γεγονός ότι πριν από τη νοσηλεία είχαν φθάσει σε τέτοιο βαθμό έκπτωσης, ώστε δεν είχαν ούτε να φάνε και τους έφερναν φαγητό οι γείτονες, τους είχαν διακόψει υπηρεσίες όπως για παράδειγμα το τηλέφωνο λόγω μη πληρωμής, η συνεργασία και η συμβίωση μεταξύ τους ήταν έντονα προβληματική κ.α.
Την υποστήριξη αυτή μπορούσαν κατά τη γνώμη του, να τη βρουν στο πλαίσιο δομημένου περιβάλλοντος, είτε οικογενειακού, είτε ατόμων με τα οποία έχουν σταθερές και μακροχρόνιες σχέσεις εμπιστοσύνης. Ένα τέτοιο πλαίσιο ήταν πιθανό να αποτρέψει ή τουλάχιστον να μειώσει στο μέλλον τον κίνδυνο δραματικής υποτροπής και ενδονοσοκομειακής νοσηλείας.
Επίσης, κατά τον εν λόγω ιατρό, η συμβίωση κάτω από τις συνθήκες που είχαν τα ανωτέρω αδέλφια μέχρι την υπ' αυτού διενέργεια της ανωτέρω πραγματογνωμοσύνης, δηλαδή τα δύο αδέλφια να συμβιώνουν μόνα τους, οδηγούσε μάλλον σε περαιτέρω επιδείνωση, παρά ύφεση της ψυχοπαθολογίας του καθενός συμπαραστατέου για τους λόγους που κατ' αυτόν ανέπτυξε στην έκθεσή του.
Αυτό ακριβώς το ζήτημα ίσως αποτελούσε κατά τον ίδιο ιατρό και το πλέον δυσεπίλυτο πρόβλημα αναφορικά με την κατά το δυνατό καλύτερη και λειτουργικότερη αποκατάσταση των Κ. και Ο. - Α. Κ. Κατόπιν των ανωτέρω διαπιστώσεων, ο ανωτέρω ιατρός ψυχίατρος, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, οι Κ. και Ο. - Α. Κ. , έπασχαν από ψυχική διαταραχή και συγκεκριμένα παραληρητική διαταραχή μικτού τύπου και εξαιτίας της νόσου τους αποκλείετο μερικά η δυνατότητα επιμέλειας του εαυτού και της περιουσίας τους.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι προκειμένου και για τη σύνταξη της ανωτέρω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, όπως αποδεικνύεται από τις σελίδες 2 και 3 της ανωτέρω εκθέσεως, ο ανωτέρω ιατρός έλαβε υπόψη του και τους φακέλους νοσηλείας των αδελφών Κ. κατά την ανωτέρω νοσηλεία του στο ανωτέρω νοσοκομείο, τα με αριθμό πρωτ. ...-2004, ...-2004 και ...-2004 ιατρικά πιστοποιητικά του Αιγινήτειου Νοσοκομείου, το από 4-2-2004 πιστοποιητικό νοσηλείας του ΠΓΝΑ "Ο Ευαγγελισμός", την από 5-2-2004 ιατρική γνωμάτευση του Ψυχιάτρου Α.
Π. , το με αριθμό πρωτ. ...-2004 πιστοποιητικό του ΓΝΝΙ "Η Αγία Όλγα", το με αριθμό πρωτ. ...-2004 ιατρικό πιστοποιητικό αναγκαστικής νοσηλείας του ΨΝΑ "Δρομοκαϊτειο". Επιπλέον, κατά τον ίδιο ιατρό (σελ. 2) οι σχετικές με το ιστορικό των ανωτέρω δύο ασθενών πληροφορίες ελήφθησαν από τους ίδιους του συμπαραστατέους και την δΙκαστική συμπαραστάτρια αυτών Ο.
Ρ. και όχι μόνον από την Ο. Ρ. , όπως αναφέρουν οι εναγόμενοι με τις ένδικες προτάσεις τους. Από τα προσκομιζόμενα ιατρικά πιστοποιητικά δεν προκύπτει πότε τα ανωτέρω αδέλφια εξήλθαν από το ανωτέρω νοσοκομείο όπου νοσηλεύονταν. Προ της συζητήσεως της ανωτέρω αιτήσεως θέσεως των αδελφών Κ. υπό καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης, την 2-10-2006 εξεδόθη η ιατρική γνωμάτευση του ιατρού νευρολόγου ψυχιάτρου Φ.
Η. Διδάκτορος του Πανεπιστημίου Αθηνών, μέλους της Ακαδημίας Των Επιστημών της Νέας Υόρκης και τέως Καθηγητού της Σχολής Κοινωνικών Λειτουργών της Εκκλησίας της Ελλάδος και τέως Διευθυντή του Κρατικού Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αθηνών. Τον εν λόγω ιατρό, όπως αποδεικνύεται από την περιεχομένη στα με αριθμό ...-2007 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ένορκη κατάθεση της Μ.
Ε. , τους τον σύστησε η εν λόγω μάρτυρας. H εν λόγω γνωμοδότηση εξεδόθη κατόπιν αιτήσεως των ιδίων των αδελφών Κ. , όπως αναφέρεται στο περιεχόμενό της. Κατά την εν λόγω γνωμάτευση, σε καμία από τις προσκομισθείσες σε αυτόν γνωματεύσεις ιατρών δεν αναφέρεται μείζονα ψυχική νόσος, δηλαδή σχιζοφρένεια ή διάφορες μορφές της, μανιοκατάθλιψη ή άλλη βαρεία ψυχοπαθολογική νόσος, ούτε εικόνα δηλωτική και ενδεικτική πνευματικής υστερήσεως, πλην της αναφερομένης αορίστως ψυχωτικής συνδρομής και της υπό του ανωτέρω πραγματογνώμονος, τεθείσας διαγνώσεως της παραληρητικής συνδρομής.
Κατά τον ίδιο ιατρό, συμπερασματικά από όλες τις γνωματεύσεις πουθενά δεν αναφέρεται νόσηση τοιαύτη και τοσαύτης εντάσεως ώστε να στερεί αμφότερους της ικανότητας αυτοεξυπηρετήσεως και επιμελείας των περιουσιακών τους στοιχείων, πλην της ανωτέρω πραγματογνωμοσύνης, η οποία αναφέρει ενδεχομένως μερική στέρηση της ικανότητας επιμελείας του εαυτού τους και της περιουσίας τους.
Κατά την ίδια έκθεση, οι ανωτέρω γνωματεύσεις και η περισσότερο βαρύνουσα πραγματογνωμοσύνη, δεν συνάδουν με την απώλεια κριτικής ικανότητας του ατόμου αυτών και της ικανότητας της επιμελείας τόσο του εαυτού τους όσο και της περιουσίας τους. Τουναντίον μάλιστα, αν γίνει δεκτή η τελική διάγνωση της πραγματογνωμοσύνης, καθιστά περισσότερο ενεργή την πνευματική εγρήγορση τούτων "πασχόντων εκ παραληρητικής διαταραχής" για την επιμέλεια του εαυτού τους και των περιουσιακών τους στοιχείων, εάν δεχθούμε ότι o πυρήνας της παραληρητικής διαταραχής αναφέρεται σε δίωξη και εκμετάλλευση από τους συγγενείς τους.
Κατά τον ίδιο ιατρό, σημειωτέον ότι, πουθενά στην ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη δεν αναφέρεται η πιθανή πεποίθηση της εν γένει εκμεταλλεύσεως τους και της περιουσίας τους. Κατά την ιδία ιατρική γνωμάτευση, η αναφερομένη επίσης σε διάφορες γνωμοδοτήσεις "υπολειμματική εικών" ουδαμού αναφέρεται στη στέρηση της ικανότητας να γνωρίζουν τα περιουσιακά τους στοιχεία, την αξία αυτών και τη δυνατότητα να χειρίζονται τα εξ αυτών ωφελήματα.
Συνεχίζει δε, εκ της αναλύσεως αυτής, προκύπτει αβίαστα ότι, δεν τεκμηριώνεται εκ των προσκομισθέντων στοιχείων, ακραδάντως κλινική πεποίθηση των γνωμοδοτήσεων περί της ψυχικής υγείας αυτών και στέρηση της ικανότητας των ανωτέρω αδελφών. Κατά την ίδια ιατρική γνωμάτευση "Δια την τεκμηρίωσιν της γνωμοδοτήσεώς μου, πέραν των σχολιάσεων των ανωτέρω αναφερομένων, βαρύνουσα σημασία είχε η ενδελεχής εξέτασις αυτών, τα ιστορικά αυτών, καθώς επίσης το πληροφοριακό υλικό το οποίο έλαβον από την φίλην της μητρός αυτών κυρίας Ε.
Οι παρασχεθείσες πληροφορίες παρά της κυρίας Ε. Μ. , φίλης της οικογενείας αυτών και ιδιαιτέρως της μητέρας των, κυρίας αξιοπρεπούς και αξιολόγου, η οποία ευρίσκεται σε στενή επαφή με τα τέκνα της φίλης της πέραν της 30ετίας, είναι ιδιαιτέρως χρήσιμες διότι μαρτυρούν ότι αμφότεροι οι αδελφοί έζησαν και ανεπτύχθησαν υπό την αυταρχικήν και υπερπροστατευτικήν σκιάν της μητρός των, η οποία, καίτοι ήτο καθηγήτρια φιλόλογος, καταπίεζε αυτούς, δια την ηθικήν των ανάπτυξη και με δεοντολογικούς κανόνες συμπεριφοράς δια την καλυτέραν αυτών μόρφωσιν και γενικώς τον καθορισμόν της στάσεως, με παραινέσεις που επηρέασαν την αυτόνομον και ανεξάρτητον δόμησιν της προσωπικότητός των.
Τούτο κατέστη περισσότερον εμφανές, μετά τον θάνατον του πατρός των, που επισυνέβη ότε αμφότεροι οι αδελφοί ευρίσκοντο εις την εφηβικήν ηλικίαν. Κατά την κυρία Ε. , η οποία κρίνεται ως ειλικρινής πληροφοριοδότης, η ανωτέρω μητρική στάσις επυροδότησεν την δόμησιν της προσωπικότητος των τέκνων περαιτέρω μετά στοιχείων συσταλτικότητος, αβεβαιότητος, ανασφαλείας και γενικώς περιορισμού κοινωνικών ψυχοσυναλλαγών και ψυχοκοινωνικών δραστηριοτήτων.
Εξ όσων γνωρίζει η κυρία Ε., δεν υπάρχει ιστορικό ψυχικής νόσου τόσο από την μητρικήν όσον και από την πατρικήν πλευρά. Τους αδελφούς Κ. εξητάσαμε εις δύο συνεδρίας κεχωρισμένως και ομού. Αναφερόμεθα πρώτον εις τον αδελφόν κύριον Κ. Κ. Προσήλθεν ευχαρίστως. Είναι άψογος, κομψά ενδεδυμένος και η συνεργασία μετ' αυτού είναι αρίστη.
Μας ανέφερε δια την ηλικίαν του (σήμερον 56 ετών) δια τας σπουδάς του εις την Νομικήν Σχολήν την οποίαν και δεν περάτωσεν, δια την στράτευσίν του και εν συνεχεία την εργασίαν του εις την Εθνικήν Τράπεζα επί εικοσαετίαν και πλέον οπότε και εσυνταξιοδοτήθη προώρως - λαμβάνων σήμερον το ποσόν των 650 ευρώ. Ομολογεί ότι ήτο ανέκαθεν αγχώδης και είχε ζητήσει την βοήθειαν διακεκριμένων ψυχιάτρων, που τον αντιμετώπιζαν κυρίως ψυχοθεραπευτικώς και ψυχοφαρμακευτικώς δι' ηπίων ηρεμιστικών, ομολογεί επίσης ότι το θέρος του 2004 υπέστη παράκρουσιν - χαρακτηρισμός παρά του ιδίου - όπου εκυριάρχουν διάφοροι φοβίες διώξεως, παρακολουθήσεως υπό της αστυνομίας και διαφόρων αγνώστων - δια τον λόγον δε αυτόν ενοσηλεύθη επί τρίμηνον περίπου εις το Δρομοκαϊτειο Νοσοκομείον, όπου, μετά την εφαρμοστέαν αγωγήν, υπεχώρησαν οι ανωτέρω ιδέες διώξεως και έχει πλήρη επίγνωσιν της νοσηρότητος της περιόδου εκείνης και έκτοτε αισθάνεται καλά και παρακολουθείται παρά ψυχιάτρου, ανά δίμηνον χωρίς να αισθάνεται ιδιαίτερον τι, τόσον από την σωματικήν υγείαν όσο και την ψυχικήν.
Ερωτώμενος, δια τον τρόπον ζωής του, υποστηρίζει ότι ζει περιορισμένα, ασχολείται με την γαλλικήν γλώσσαν και παρακολουθεί τις πάσης φύσεως δραστηριότητες της Γαλλικής Σχολής. Μας αποκαλύπτει ότι είχεν μνηστευθεί, αλλά διέλυσε τον αρραβώνα τον αρραβώνα του και έκτοτε ζει, μετά της αδελφής του. Γνωρίζει επακριβώς τα περιουσιακά αυτών στοιχεία και τα οποία αναφέρει λεπτομερώς και που ευρίσκονται και θεωρεί ότι η έχουσα την μερικήν αυτών επιμέλεια εξαδέλφη των, δεν τους προσφέρει τίποτε το ιδιαίτερον, διότι δύνανται μόνοι τους να καλύψουν τας βασικάς βιωτικάς ανάγκας.
Εκ της σχολαστικής αυτού εξετάσεως δεν προέκυψαν παραληρητικαί ιδέαι, έτεραι αξιοσημείωτοι διαταραχαί της σκέψης, το συναίσθημα υπάρχει πρόσφορον μετά το εκάστοτε ερώτημα και δεν εμφανίζει "ουλάς" δηλωτικάς ή ενδεικτικάς καταλοίπου μείζονος ψυχιατρικής διαταραχής, o χωροχρονικός προσανατολισμός του είναι άψογος.
Θα μπορούσε να επισημανθεί η εμφανής μείωσις των γενικότερων ενδιαφερόντων του και η περιορισμένη κοινωνική - ψυχοσυναλλακτική διάθεση και δραστηριότητά του. Αι μετά της κυρίας Ο. Κ. , συνεντεύξεις υπήρξαν άκρως ευχερείς, προσήλθεν ευχαρίστως. Είναι ευπρεπώς ενδεδυμένη και περιποιημένη και αναφέρεται αβιάστως εις τα της ζωής της και τα προβλήματά της.
Εσπούδασεν, ως λέγει, Γαλλικήν Φιλολογίαν, δια την οποίαν τρέφει μεγάλη αγάπη, ηργάσθη επί πολλά έτη ως αναπληρώτρια καθηγήτρια, ότι υπανδρεύθη και, μετά από ολιγοετή συμβίωση, διεζεύχθη και έκτοτε ζει μετά του αδελφού της. Δεν παρουσιάζει ουδέν στοιχείον διαταραχής της σκέψης αναφορικά με την ροήν και το περιεχόμενον των, το συναίσθημά της, κραδαίνεται και είναι πρόσφορον αναλόγως με τα βιώματα τα οποία συζητάει, ασχολείται με την εμφάνισίν της και μεταβαίνει σε Ινστιτούτα απωλείας βάρους λόγω του ότι θεωρεί ότι έχει γίνει υπέρβαρη, ενοχοποιούσα δια την παχυσαρκίαν της, δεδομένου ότι, το χορηγούμενον φάρμακον, ενοχοποιείται δια υπερβολικήν αύξησιν του βάρους και μας παρακαλεί να το αντικαταστήσουμε με έτερον, απαλλασσομένη των παρενεργειών του.
Είναι εύχαρις, γνωρίζει επακριβώς τα περιουσιακά των στοχεία, και θεωρεί ότι, η έστω μερική επιμέλεια, είναι προσβλητική δια την προσωπικότητά των, δεδομένου ότι η εξαδέλφη αυτών επικοινωνεί μετ' αυτών ελάχιστα και δεν νομίζει ότι τους προστατεύει δια την διεκπεραίωσιν της βιοτικής των φροντίδας. Τονίζει δε μετ' εμφαντικότητος "δεν είμαστε άφρονες να σπαταλήσουμε ή να εκχωρήσουμε τα περιουσιακά μας στοιχεία τα οποία και αποτελούν πηγήν δια την κάλυψιν των βιωτικών μας αναγκών".
Αναφέρθηκε βεβαίως εις την ταυτόχρονον νοσηλείαν της εις το Δρομοκαϊτειο Νοσοκομείο μετά του αδελφού της, λόγω του μεγάλου πανικού και της καταθλίψεως και της εν γένει αναστατώσεως, λόγω της νοσήσεως του αδελφού της. Έκτοτε έχει καλώς, λαμβάνει θεραπεία συντήρησης, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Βάσει των ενδελεχών συνεντεύξεων τόσον κατά μόνας όσον και μαζί των αδελφών Κ.
και Ο. Κ. αποφαινόμεθα συμπερασματικώς τα ακόλουθα: Δια την παρούσαν ψυχικήν αυτών κατάστασιν. Πρώτον: Αμφότεροι οι αδελφοί δεν παρουσιάζουν διαταραχάς σκέψεως (παραληρήματα, ιδέες διώξεων ή ετέρας διαταραχάς της ροής και του περιεχομένου της σκέψεως αυτών, διαταραχάς χωροχρονικού προσανατολισμού προσοχής και συγκεντρώσεως αυτών).
Δεύτερον: δεν παρουσιάζουν αλλοιώσεις συναισθηματικού τύπου, τόσον ποιοτικάς όσον ποσοτικάς, ώστε δεν τίθεται, εν αμφιβόλω, η, συμβατή με τα γεγονότα και τα συμβάντα της ζωής, πνευματική λειτουργία αυτών και δεν δυσχεραίνεται ή και δεν μειούται η κριτική αυτών ικανότης ώστε να καθίσταται υποβολιμαία ή και ενδεχομένως άβουλη.
Τρίτον: Επισημαίνεται η πλήρης ευαισθησία της προκληθείσης νοσήσεώς των και η αναγκαιότης της ψυχιατρικής βοήθειας, καθώς επίσης η πλήρης αποδρομή του ψυχιατρικού επεισοδίου. Τέταρτον: Θα πρέπει να τονισθεί ότι η σαφής μείωσις των ψυχοσυναλλακτικών αυτών δραστηριοτήτων, έτσι ώστε, η επισήμανσις αυτή, να μας απομακρύνει από τον φόβον της διαπράξεως επιζημίων πράξεων αναφορικά με τα περιουσιακά αυτών στοιχεία.
Εν Κατακλείδι, ως έχουν σήμερον, δεν σημειούται μείωσις ή άμβλυνσις τοιαύτης έκτασης ώστε να τεκμαίρεται η μείωσις ή η απουσία κριτικής ικανότητος εις αμφοτέρους, καθώς, επίσης, ουδεμία συναισθηματική εκτροπή, έτσι ώστε να κρίνονται ελεύθεροι ψυχοπαθολογικών εκδηλώσεων και κατ' επέκτασιν ικανοί να μεριμνούν δια τα προβλήματα τόσον του αυτού των όσον και των περιουσιακών αυτών στοιχείων.".
Ακολούθως, την ...-2007, συζητήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη διαδικασία της Εκουσίας Δικαιοδοσίας η προαναφερομένη αίτηση της Ο. Ρ. , και το ανωτέρω Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του την ανωτέρω ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη του ιατρού Α. Γ. , όσο και τη γνωμοδότηση του ιατρού νευρολόγου ψυχιάτρου Φ.
Η. , εξέδωσε την με αριθμό 5902/2007 απόφασή του, με την οποία, όπως αυτή διορθώθηκε με τη με αριθμό 6098/2008 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, τα ανωτέρω αδέλφια ετέθησαν σε καθεστώς επικουρικής δικαστικής συμπαράστασης και για την ισχύ όλων των δικαιοπραξιών που καταρτίζονταν απαιτείτο η συναίνεση του δικαστικού τους συμπαραστάτη, ως τέτοιος δε ορίστηκε με την ίδια απόφαση η Ο.
Ρ. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1681 ΑΚ το οποίο υπό τον Τίτλο "Έναρξη αποτελεσμάτων." ορίζεται ότι "Tα αποτελέσματα της δικαστικής συμπαράστασης αρχίζουν αφότου δημοσιευθεί η σχετική απόφαση. Για την έναρξή όμως του λειτουργήματος του δικαστικού συμπαραστάτη απαιτείται τελεσιδικία της απόφασης που τον διορίζε.".
Επομένως, τα αποτελέσματα της δικαστικής συμπαράστασης ως προς τα αδέλφια Ο. - Α. και Κ. Κ. , επήλθαν με τη δημοσίευση της με αριθμό 5902/2007 οριστικής απόφασης του ανωτέρω Δικαστηρίου, ήτοι την 29-10-2008, η δε ανικανότητα των ανωτέρω συμπαραστατουμένων τελούσε υπό τη διαλυτική αίρεση της τελεσίδικης απόρριψης της αίτησης, δηλαδή της εξαφάνισης της απόφασης, οπότε τα αποτελέσματά της ανατρέπονταν απαρχής (B.
Βαθρακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ Τόμος Δ Οικογενειακό Δίκαιο, υπό το άρθρο 1681, σελ. 1381-1382).
Κατά της εν λόγω αποφάσεως άσκησαν έφεση τόσο η Ο. Ρ. όσο και τα αδέλφια Κ. και Ο. - Α. Κ. Την ...-2010, ήτοι προ της συζητήσεως που είχε ορισθεί για τη δικάσιμο της 16-9-2010, των εφέσεων επί της ανωτέρω με αριθμό 5902/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απεβίωσε η Α. - Ο. Κ. , με αιτία θανάτου απροσδιόριστη - εργαστηριακή διερεύνηση (σχετικά από ...-2010 ληξιαρχική πράξη θανάτου).
Ειδικότερα, όπως ο ίδιος o Κ. Κ. κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση των ανωτέρω εφέσεων, προ του θανάτου της η αδελφή του, του παραπονείτο ότι δεν αισθάνονταν καλά, αλλά ο ίδιος δεν πίστευε ότι θα πεθάνει. Όταν πέθανε δε o Κ. Κ. δεν ενημέρωσε κανέναν για το θάνατό της, παρά μιάμιση ημέρα μετά, διότι όπως κατέθεσε, τα έχασε, κάλεσε δε την αστυνομία και το γραφείο τελετών, αφού μια φίλη του του είπε τί έπρεπε να κάνει.
Την 16-9-2010, συζητήθηκαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, οι ανωτέρω εφέσεις κατά της με αριθμό 5902/2007 προαναφερομένης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία τα ανωτέρω αδέλφια ετέθησαν υπό καθεστώς πλήρους επικουρικής δικαστικής συμπαράστασης. Προ της εκδόσεως αποφάσεως επί των ανωτέρω εφέσεων και δη την 11-10- 2010, ο Κ.
Κ. προέβη στη σύνταξη της με αριθμό ...-2010 δημόσιας διαθήκης που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Τ. με την οποία εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο του την Σ. Ε. , θυγατέρα της Μ. Ε. Εν τέλει, με τη με αριθμό 1935/2011 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, απερρίφθησαν οι ανωτέρω εφέσεις και επικυρώθηκε η ανωτέρω απόφαση με την οποία ετέθη ο Κ.
Κ. υπό καθεστώς επικουρικής πλήρους δικαστικής συμπαράστασης. H ανωτέρω απόφαση δημοσιεύθηκε την 29-4-2011. Την ...-2011, ο Κ. Κ. ανευρέθη στην οικία του σε ημικωματώδη κατάσταση και διεκομίσθη στο Νοσοκομείο Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ. Εκεί ανέφερε ότι είχε λάβει 35 χάπια και πιθανολογήθηκε απόπειρα αυτοκτονίας του. Όταν διεκομίσθη στο ανωτέρω νοσοκομείο ήταν συγχυτικός και διεγερτικός, με αποτέλεσμα, στα επείγοντα περιστατικά του παθολογικού τμήματος του ανωτέρω νοσοκομείου, να μην ηδύναντο να του τοποθετήσουν Levi , νοσηλεύθηκε δε στην Α' Παθολογική Κλινική.
Την επομένη ημέρα, ...-2011 και ώρα 12.45, μετά την ψυχιατρική του εξέταση, έπεσε από τον τρίτο όροφο του ανωτέρω νοσοκομείου και o θάνατός του ήταν ακαριαίος. Στο έγγραφο πρόσκλησης για ψυχιατρική εξέταση του ανωτέρω νοσοκομείου αναφέρεται ότι, η απόπειρα φαίνεται να έλαβε χώρα σε έδαφος παραληρητικού περιεχομένου σκέψης, ότι o ασθενής ανέφερε τέσσερις προηγούμενες απόπειρες αυτοκτονίας στο παρελθόν, εμφάνιζε δε ψυχοκινητική ανησυχία, άγχος, παραληρηματική ιδέα διώξεως, περιφερικό λόγο και ήταν αμφιθυμικός για την απόπειρα, συνεστήθη δε παρακολούθηση συνοδού σε 24ωρη βάση.
Μετά το θάνατό του, διεπιστώθη υπό των ανωτέρω συγγενών του ότι ο Κ. Κ. είχε συντάξει προ του θανάτου του τη με αριθμό ...-2010 δημόσια διαθήκη ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Τ. , η οποία δημοσιεύθηκε με το με αριθμό ...-2012 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία o ανωτέρω διαθέτης εγκατέστησε μοναδική του κληρονόμο όλης της κινητής και ακίνητης περιουσίας του την Σ.
Ε. του Μ. , συζύγου Α. Π. , θυγατέρα της Μ. Ε. Την εν λόγω δημόσια διαθήκη προσέβαλαν ως άκυρη οι ενάγοντες της ένδικης αγωγής, στα πλαίσια εκδίκασης της οποίας, με τη με αριθμό 5482/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διατάχθηκε η διενέργεια ψυχιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης από τον ιατρό Ψυχίατρο Σ.
Β. O ανωτέρω ιατρός ψυχίατρος για τη σύνταξη της με αριθμό .../2015 έκθεσής του, έλαβε μεταξύ άλλων υπόψη του την ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη του ιατρού Γ. Α. , την ανωτέρω ιατρική γνωμάτευση του Νευρολόγου Ψυχιάτρου Η. Φ. , το από ...-2004 ιατρικό πιστοποιητικό της ψυχιατρικής κλινικής του Αιγινήτειου Νοσοκομείου της ιατρού Μ.
Μ. που αφορούσε τον Κ. Κ. , το από 9-2-2004 ιατρικό πιστοποιητικό των ιατρών Σ. Ν. και Η. Α. , το από 4-2-2003 πιστοποιητικό νοσηλείας του ιατρού ψυχιάτρου Γ. Π. , την ιατρική γνωμάτευση του ιατρού Α. Π. , την από ...-2005 ιατρική γνωμάτευση του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής "ΔΡΟΜΟΚΑΙΤΙΟ" που αφορούσε τον Κ. Κ. , το από ...-2004 ιατρικό πιστοποιητικό του ιδίου νοσοκομείου που υπεγράφη από τους ιατρούς Ν.
Δ. και Ε. Δ. , το από ...-2004 πιστοποιητικό νοσηλείας του ανωτέρω νοσοκομείου του ιδίου ασθενούς που υπεγράφη από την Ε. Π. , Υποδιευθύντρια Διοικητικού, την από ...-2011 βεβαίωση εισαγωγής του ιδίου ως άνω ασθενούς στο νοσοκομείο Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑ, το από ...-2004 ιατρικό πιστοποιητικό αναγκαστικής νοσηλείας της Ο. Α. Κ. , το από ...-2004 πιστοποιητικό νοσηλείας της ίδιας ασθενούς στο ανωτέρω νοσοκομείο ΔΡΟΜΟΚΑΙΤΕΙΟ, το φύλλο ασθενούς του Κ.
Κ. στο ανωτέρω νοσοκομείο Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ της ...-2011, το έγγραφο του τμήματος κίνησης του ιδίου ως άνω νοσοκομείου, το ιστορικό νοσηλείας του Κ. Κ. στην Κλινική ΓΑΛΗΝΗ , την από 2-10-2006 ιατρική γνωμάτευση του νευρολόγου - ψυχιάτρου Η. Φ. και την από 18-10-1983 γνωμάτευση του καθηγητού ψυχιάτρου Κ. Σ.
Επιπλέον, o ανωτέρω πραγματογνώμονας, κατά την έκθεσή του έλαβε πληροφορίες από τον θεράποντα Ιατρό του Κ. Κ. , ψυχίατρο Ι. Χ. , επιπλέον δε έλαβε πληροφορίες από την Ο. Ρ. και τη μητέρα της εγκατασταθείσας ως μοναδικής κληρονόμου του Κ. Κ. με την ανωτέρω δημόσια διαθήκη Μ. Ε. Κατά την εν λόγω πραγματογνωμοσύνη, ο Κ.
Κ. έπασχε από ψυχωσιακού Τύπου ψυχική διαταραχή επί εδάφους ψυχαναγκαστικής καταναγκαστικής διαταραχής προσωπικότητας και συγκεκριμένα παραληρητική διαταραχή μικτού τύπου. Η νόσος είναι χρόνια και συνεχής και ως προς τα κύρια χαρακτηριστικά της παραπέμπει στην ανωτέρω από 18-11-2004 έκθεση του ιατρού Γ.
Α. Κατά την ίδια έκθεση, ο τύπος της διαταραχής περιλαμβάνει παραληρήματα διωκτικού περιεχομένου και παραληρήματα μεγαλείου με προεξάρχοντα τα διωκτικά. Η νόσος, κατά τον εν λόγω ιατρό, θεωρείται σοβαρή και εξαρχής αντιμετωπίσθηκε ως τέτοια με υποβολή του σε συνεδρίες ηλεκτροσπασμοθεραπείας σε συνδυασμό με αντιψυχωσική αγωγή, ενώ έχουν περιγραφεί αυτοκαταστροφική συμπεριφορά και επανειλημμένες απόπειρες αυτοκτονίας με τελευταία αυτή που κατέληξε στο θάνατό του.
Κατά τον εν λόγω ιατρό, o ασθενής που πάσχει από παραληρηματική διαταραχή είναι συνήθως περιποιημένος και καλοντυμένος, χωρίς ενδείξεις μεγάλης αποδιοργάνωσης της προσωπικότητας ή των καθημερινών δραστηριοτήτων του. Μερικές φορές είναι αρκετά δικομανής και μπορεί να δείξει αυτή την τάση τελείως ξεκάθαρα.
Είναι αξιοσημείωτο ότι η εξέταση της ψυχικής τους κατάστασης δείχνει να είναι αρκετά φυσιολογική εκτός από την παρουσία εμφανώς ανώμαλου παραληρητικού συστήματος. Σε αντίθεση με πολλά από τα παραληρήματα που αναφέρουν ασθενείς με σχιζοφρένεια, τα οποία είναι αλλόκοτα, τα παραληρήματα στην παραληρηματική διαταραχή θεωρείται ότι είναι πιθανά.
H διάθεση του ασθενούς είναι σε συνάφεια με το παραλήρημα, όπως για παράδειγμα ένας με διωκτικό παραλήρημα είναι καχύποπτος. Δεν υπάρχει συνήθως ανωμαλία στον προσανατολισμό σε ασθενείς με παραληρητική διαταραχή, ενώ η μνήμη και άλλες γνωσιακές διεργασίες είναι ανέπαφες. Είναι επίσης σημαντικό να εκτιμάται o έλεγχος των παρορμήσεων για σκέψεις ή σχέδια για δράσεις πάνω στο παραληρητικό τους υλικό με αυτοκτονία, ανθρωποκτονία ή άλλη βιαιότητα.
Οι ασθενείς με παραληρητική διαταραχή που συχνά δεν έχουν καθόλου εναισθησία (επίγνωση του νοσηρού της κατάστασής τους) και σχεδόν πάντα τους προσάγουν στο Νοσοκομείο ή στην Αστυνομία τα μέλη της οικογένειάς τους, οι φίλοι ή εργοδότες. Σύμφωνα με το Γ διαγνωστικό κριτήριο της παραληρητικής διαταραχής, ανεξάρτητα από το αντίκτυπο της παραληρητικής ιδέας ή των παραληρητικών ιδεών και τις συνέπειές τους, η λειτουργικότητα δεν είναι έντονα διαταραγμένη και η συμπεριφορά δεν είναι εμφανώς παράξενη ή αλλόκοτη.
Κατά τον ίδιο ιατρό, ως γνωστόν όμως, όπως και o πραγματογνώμονας κ. Α. περιγράφει στην έκθεσή του σε σημαντικά ψυχοπιεστικές καταστάσεις η κλινική εικόνα επιδεινώνεται δραματικά και η λειτουργικότητα ακολουθεί αντίστοιχη έκπτωση. Είναι προφανές ότι παρότι μπορεί να μην παρατηρούνται σοβαρές διαταραχές συμπεριφοράς και λειτουργικότητας, o υφιστάμενος παραληρητικός ιδεασμός επηρεάζει ουσιωδώς τη βούληση και δύναται να τροποποιήσει την αυτόνομη επιθυμία του ασθενούς για παράδειγμα μια παραληρητική ιδέα απότοκης της νόσου θα μπορούσε να τροποποιήσει ουσιαστικά τις επιλογές του.
Κατέληξε δε ο ανωτέρω ιατρός ότι, η παραληρητική διαταραχή από την οποία έπασχε o Κ. Κ. ήταν σοβαρή, χρόνια και συνεχής και ως εκ τούτου υφίστατο την 11-10-2010, οπότε συνέταξε την ανωτέρω δημόσια διαθήκη. H ακριβής κλινική εικόνα δεν είναι δυνατόν να καταγραφεί λεπτομερώς, καθόσον το επίδικο χρονικό διάστημα δεν υπάρχουν στη δικογραφία ιατρικές γνωματεύσεις ή βεβαιώσεις που να την πιστοποιούν.
H παραληρητική διαταραχή δεν παρουσιάζει, κατά κανόνα, έκδηλα θορυβώδη συμπτώματα με παράδοξες, αλλόκοτες παραληρητικές ιδέες, όπως συμβαίνει στη σχιζοφρένεια. Είναι εμφανής όμως η παρουσία ανώμαλου παραληρητικού συστήματος εν προκειμένω η στοχοποίηση των οικείων, οι οποίοι τον επιβουλεύονται και εποφθαλμιούν την ακίνητη περιουσία του και, ως εκ τούτου, επί σειρά ετών αντιδικεί μαζί τους στην προσπάθειά του να απαλλαγεί από τη δικαστική επιμέλεια, η οποία επεβλήθη προς όφελός του.
Ιδιαίτερα έκδηλα συμπτώματα θεωρούνται η αντίδρασή του δύο μήνες πριν την κατάρτιση της διαθήκης που πέθανε η αδελφή του και τελικά οκτώ μήνες αργότερα η βίαιη απόπειρα αυτοκαταστροφής που κατέληξε στο ακαριαίο θάνατό του. Με δεδομένο ότι ακολουθούσε αυτοβούλως φαρμακευτική αγωγή με ένα ηρεμιστικό την ημέρα και έχων παντελή έλλειψη εναισθησίας, το προαναφερθέν εξάμηνο η ψυχική του κατάσταση ήταν τουλάχιστον ιδιαίτερα επιβαρυμένη.
H συμπτωματολογία του Κ. Κ. , κατά Τον ίδιο ιατρό, δεν περιελάμβανε συνεχείς έκδηλες θορυβώδεις εκφράσεις ή συμπεριφορές ή ενέργειες που θα ήταν εύκολο να αναγνωρισθούν από μη ειδικούς, όπως η συμβολαιογράφος που συνέταξε τη διαθήκη και οι τρεις μάρτυρες που συνέπραξαν στη σύνταξή της. Όπως και ο ιατρός Α.
στην έκθεσή του περιγράφει για τους αδελφούς Κ. , όσον αφορά στη διαθήκης "τούτο καθίστατο δυνατό όταν δεν υφίσταται ενεργός ψυχοπαθολογία η οποία θα μπορούσε να τροποποιήσει την αυτόνομη επιθυμία τους". O ίδιος ιατρός κατέληξε ότι η υφιστάμενη ψυχοπαθολογία του Κ. Κ. , κατά τον επίδικο χρονικό διάστημα σύνταξης της διαθήκης του, επηρέαζε αποφασίστηκα τη βούλησή του, απέκλειε τον ελεύθερο προσδιορισμό της και διαφοροποιούσε τις επιλογές του.
Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων τόσο η Ο. όσο και Κ. Κ. , έπασχαν αμφότεροι από ετών, ήδη προ του θανάτου της μητρός των, από παραληρητική διαταραχή, πάθηση η οποία εντάσσεται, κατά τα άνω αποδειχθέντα, σε μια αυτόνομη κατηγορία μέσα στο φάσμα των ψυχώσεων. Στις ένδικες περιπτώσεις, υφίσταντο τόσο ιδέες διώξεως όσο και μεγαλείου, με αποτέλεσμα η παραληρητική διαταραχή από την οποία έπασχαν τα ανωτέρω αδέλφια, να είναι μικτού τύπου.
Επιπλέον, ο Κ. Κ. παρουσίαζε και ιδεοψυχαναγκαστικά στοιχεία σε έδαφος καταναγκαστικής διαταραχής της προσωπικότητας. Η δομή της προσωπικότητάς του χαρακτηρίζετο από τελειοθηρία, παρορμητικότητα, δυσκαμψία και δυσκολία προσαρμογής σε άγνωστες και μη προβλέψιμες καταστάσεις. H νόσος των ανωτέρω αδελφών ήταν συνεχής και χρόνια.
Εμφάνισαν δε επιδείνωση των ψυχωτικών συμπτωμάτων τους, όταν εξετέθησαν σε έντονες ψυχοπιεστικές συνθήκες, μετά το θάνατο της μητέρας τους, συνεπεία του θανάτου αυτής (μητρός των) και της παραμονής των δύο αδελφών μόνων, χωρίς την παρουσία τρίτου υγιούς προσώπου. Παράλληλα, απεδείχθη ότι η ανταπόκριση της ψυχικής αυτής διαταραχής, από την οποία έπασχαν o Κ.
και η Α. - Ο. Κ. , στη φαρμακευτική θεραπεία τους, ήταν μικρή, λόγω του είδους της παθήσεώς τους. Επιπλέον, οι ίδιοι εμφάνιζαν μια κατάσταση η οποία είναι γνωστή ως επακτή ψύχωση (folie a deux) και εξ ορισμού αφορά ένα ίδιο σύνολο παραληρητικών ιδεών που το πιστεύουν δύο διαφορετικά άτομα, τα οποία έχουν συμβιωτική σχέση, με πρωταρχική αιτία ανάπτυξης αυτής της ψυχολογικής και ψυχοκοινωνικής απομόνωσής τους.
Από τις ανωτέρω ψυχικές διαταραχές, συνέχισαν να πάσχουν και μετά το θάνατο της μητρός τους και κατά το χρονικό διάστημα από ...-2002 έως ...-2003, οπότε έλαβαν χώρα οι επίδικες συμβάσεις, χρονικό διάστημα κατά το οποίο μάλιστα τα ψυχωτικά συμπτώματά τους, κατά τον ανωτέρω ιατρό Α. , επιδεινώθηκαν συνεπεία του θανάτου της μητέρας τους, αλλά επιπλέον και συνεπεία της διαβιώσεως των ανωτέρω αδελφών μόνων, χωρίς την παρουσία τρίτου υγιούς ατόμου.
Η ανωτέρω κατάσταση της υγείας του Κ. Κ. προσεπιβεβαιώνεται και από τον ιατρό ψυχίατρο Σ. Β. Επιπλέον, η ανωτέρω κατάσταση της υγείας αμφοτέρων των αδελφών Κ. προσεπιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι, μόλις ένα έτος μετά το θάνατο της μητρός των, ήταν τέτοια η αποδιοργάνωσή τους ώστε ο μεν Κ. Κ. να απωλέσει την εργασία του λόγω αδικαιολογήτων απουσιών του την οποία ασκούσε βιοποριστικά, η δε Ο. - Α.
Κ. , να μην ξαναπροσληφθεί έστω ως ωρομίσθια με την ειδικότητα της καθηγήτριας Γαλλικών σε δημόσιο σχολείο μετά τον Ιούνιο του έτους 2001, χωρίς περαιτέρω να αποδεικνύεται ότι παρέδιδε αντί αμοιβής ιδιωτικά μαθήματα γαλλικής ιδιωτικά. Παράλληλα, η ανωτέρω κατάσταση της υγείας τους προσεπιβεβαιώνεται και από τις συνθήκες διαβίωσής τους, καθώς όπως απεδείχθη και από την από 4-5-2004 ένορκη προανακριτική κατάθεση του πολιτικού μηχανικού Α.
Χ. , αλλά και την από 4-5-2004 ένορκη προανακριτική κατάθεση του Δ. Π. , συζύγου της πρώτης και πατέρα της δεύτερης εναγομένης, το διαμέρισμα στο οποίο διέμεναν τα ανωτέρω αδέλφια ήταν σε άθλια κατάσταση, παντού υπήρχαν ρούχα σε αποσύνθεση, φαγητά μουχλιασμένα, κατεστραμμένα έπιπλα, υγρασία στους τοίχους και σπασμένα παράθυρα.
Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι αυτή η κατάσταση της οικίας όπου διέμεναν, δεν προέκυψε καθόν χρόνο καταρτίσθηκαν τα επίδικα δύο συμβόλαια, εφόσον καμία σχετική απόδειξη δεν προσκομίσθηκε προς τούτο. Εν τούτοις, από την ανωτέρω ένορκη προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα Δ. Π. απεδείχθη ότι, η κατάσταση της οικίας των αδελφών Κ.
ήταν ως ανωτέρω, τουλάχιστον από το χρόνο κατάρτισης του ανωτέρω συμβολαίου δωρεάς, όπως αναλύεται ανωτέρω. Σε κάθε περίπτωση, από την ανωτέρω έκθεση του ιατρού ψυχιάτρου Α. , αποδεικνύεται ότι οι ανωτέρω ψυχικές διαταραχές των αδελφών Κ. ήταν χρόνιες, προϋπήρχαν του θανάτου της μητρός των και τα ψυχωτικά συμπτώματα αυτών επιδεινώθηκαν μετά το θάνατό της, ως αναλύεται ανωτέρω.
Περαιτέρω απεδείχθη ότι, συνεπεία της ανωτέρω ψυχικής διαταραχής τους, από την οποία έπασχαν καθόν χρόνο καταρτίσθηκαν οι ανωτέρω επίδικες δύο δικαιοπραξίες, περιορίζετο αποφασιστικά η λειτουργία της βουλήσεως τους και δη μειώνετο σημαντικά η ικανότητα αυτών για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, αφού εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείετο, κατά το χρόνο συντάξεως των επιδίκων συμβολαιογραφικών πράξεων, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βουλήσεως τους με λογικούς υπολογισμούς, καθ' όσον κατά την κατάρτιση του πρώτου εκ των επιδίκων συμβολαίων η Ο. - Α.
Κ. και ο Κ. Κ. , και ακολούθως κατά την κατάρτιση του δευτέρου επιδίκου συμβολαίου o Κ. Κ. , κυριαρχούντο από την επιρροή τρίτων προσώπων και δη της οικογένειας Δ. Π. μεταξύ των οποίων και της πρώτης εναγομένης αντισυμβαλλομένης τους στο ανωτέρω συμβόλαιο αγοραπωλησίας και της δεύτερης εναγομένης, αντισυμβαλλομένης τους στο δεύτερο των ενδίκων συμβολαίου δωρεάς (σχετικά ΑΠ 1413/2014 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου) και επιπλέον, εξέλιπε αυτών η ικανότητα ελεύθερου προσδιορισμού με λογικούς υπολογισμούς της βούλησής τους και δη η διάγνωση των συνεπειών της επιχειρηθείσας υπ' αυτών ανωτέρω πράξης εκποίησης (ΕΔωδ 17/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Συγκεκριμένα, απεδείχθη ότι, καθόν χρόνο έλαβαν χώρα οι ανωτέρω εκποιήσεις, η οικογένεια Π. και δη o Δ. Π. , η πρώτη εναγομένη σύζυγός του και η δεύτερη εναγομένη θυγατέρα των ανωτέρω, ήταν τα πρόσωπα με τα οποία συνδέονταν περισσότερο οι ανωτέρω Α. - Ο. Κ. και o Κ. Κ. , εφόσον απεδείχθη, όπως και οι εναγόμενοι αναφέρουν στις προτάσεις τους, ότι δεν είχαν καμία επαφή με τους συγγενείς τους.
Παράλληλα, ενώ έπασχαν από τις ανωτέρω ειδικώς μνημονευόμενες ψυχικές διαταραχές, οι οποίες ήταν χρόνιες και μόνιμες, με ελάχιστη ανταπόκριση λόγω της φύσεως των παθήσεων στην φαρμακευτική τους αγωγής, και καθόν χρόνο τα ψυχωτικά συμπτώματά τους, κατά τον ανωτέρω ιατρό Α. , είχαν επιδεινωθεί συνεπεία του θανάτου της μητρός των και επιπλέον συνεπεία της διαβίωσης των ανωτέρω αδελφών μόνων χωρίς την παρουσία τρίτου υγιούς ατόμου, προέβησαν σε εκποίηση του ανωτέρω οικοπέδου, ενός εκ των δύο μεγαλύτερης αξίας (το έτερο ήταν το διαμέρισμα όπου διέμεναν, κυριότητος του Κ.
Κ.) περιουσιακών τους στοιχείων, χωρίς να έχουν τη λογική ικανότητα να αντιληφθούν τις συνέπειες της δικαιοπραξίας αυτής και δη της απωλείας του ανωτέρω περιουσιακού τους στοιχείου, εφόσον προέβησαν σε αυτή χωρίς παράλληλα να εκμεταλλευτούν προς όφελός τους το τίμημα που έλαβαν από την εν λόγω εκποίηση.
Ειδικότερα, όπως απεδείχθη, αν και η εκποίηση του ανωτέρω περιουσιακού τους στοιχείου έγινε για έναν λογικό κατ' αρχήν σκοπό, ήτοι την εξόφληση των οφειλών τους προς τρίτους και δη την αποπληρωμή του φόρου κληρονομίας τους, πλην του ποσού το οποίο η ανωτέρω συμβολαιογράφος παρακράτησε όπως αποδώσει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος, τα ανωτέρω αδέλφια, κατασπατάλησαν και μάλιστα αμέσως μετά την κατάρτιση του εν λόγω συμβολαίου, χωρίς να εξοφλήσουν τις οφειλές τους προς την οικεία Δ.Ο.Υ. όπως απεδείχθη ανωτέρω αλλά, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας Δ. Π. και αναλύεται ανωτέρω, αμέσως μετά την κατάρτιση του εν λόγω συμβολαίου o Κ.
Κ. μετέβη για ταξίδι αναψυχής στο Παρίσι, ομού δε μετά της αδελφής του ζούσαν πολυτελώς, αφού, κατά την ίδια μαρτυρική κατάθεση, σχεδόν κάθε βράδυ και οι δύο διασκέδαζαν σε εστιατόρια, θέατρα και κινηματογράφους. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, όπως αποδεικνύεται από την ίδια ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ιατρού ψυχιάτρου Α. , ο οποίος σαφώς ειδικά για την περίπτωση εκποίησης ή απόκτησης κινητών ή ακινήτων μεγάλης αξίας, ανέφερε ότι, o χαρακτήρας του Κ.
Κ. και της Α. - Ο. Κ. σε συνδυασμό με την παρουσία της ανωτέρω ψυχικής διαταραχής τους, τους έκαναν ιδιαίτερα ευάλωτους σε παρεμβάσεις τρίτων προσώπων στις αποφάσεις τους, παράλληλα η σχετική παθολογία τους ήταν άμεσα συνυφασμένη με τις επιλογές αυτές και υφίστατο ουσιώδες ενδεχόμενο αδυναμίας να διαπραγματευτούν προς όφελός τους τις αντίστοιχες συναλλαγές.
Τούτο μάλιστα διεπίστωσε o ανωτέρω ψυχίατρος το έτος 2004, ήτοι αφού είχε περάσει χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών από τη θάνατο της μητέρας αυτών, γεγονός το οποίο, όπως απεδείχθη, ως έντονη ψυχοπιεστική συνθήκη είχε επιδεινώσει τα ψυχωτικά συμπτώματα των ανωτέρω ασθενών και, παράλληλα, αφού ήδη νοσηλεύονταν σε ειδικό ψυχιατρικό θεραπευτήριο για διάστημα πλέον του μηνός.
Ως προς το συμβόλαιο της δωρεάς του δικαιώματος ψιλής κυριότητας του ανωτέρω διαμερίσματος από τον δεύτερο Κ. , προς την δεύτερη εναγομένη, αποδεικνύεται ότι η εν λόγω μεταβίβαση έλαβε χώρα ομοίως υπό την επιρροή της οικογένειας Π. Τούτο αποδεικνύεται και από όσα o ίδιος ο Κ. Κ. ανέφερε στον ανωτέρω ιατρό πραγματογνώμονα ως προς την εν λόγω μεταβίβαση, αλλά και από την ένορκη κατάθεση της Μ.
Ε. , η οποία περιέχεται στα με αριθμό .../2007 πρακτικά συζήτησης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κανένα συμφέρον από την έκβαση της παρούσας δίκης δεν έχει, αντίθετα μάλιστα η θυγατέρα της Σ. ευρίσκεται σε αντιδικία με τους ήδη ενάγοντες και η οποία κατέθεσε σχετικά "Ήξερα ότι o Κ. θα την αρραβωνιαζόταν την κοπέλλα ...
ξέρω ότι ήταν να την υιοθετήσει και μετά του είπαν να την αρραβωνιαστεί". Όπως απεδείχθη, κατά τον ανωτέρω ιατρό ψυχίατρο Α. , για την περίπτωση εκποίησης ή απόκτησης κινητών ή ακινήτων μεγάλης αξίας, o χαρακτήρας του Κ. Κ. σε συνδυασμό με την παρουσία της ανωτέρω ψυχικής διαταραχής του, τον έκαναν ιδιαίτερα ευάλωτο σε παρεμβάσεις τρίτων προσώπων στις αποφάσεις του, παράλληλα η σχετική παθολογία του ήταν άμεσα συνυφασμένη με τις επιλογές αυτές και υφίστατο ουσιώδες ενδεχόμενο αδυναμίας να διαπραγματευτεί προς όφελός του τις αντίστοιχες συναλλαγές.
Επομένως, υπό τις ανωτέρω συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η εν λόγω δωρεά, αποδεικνύεται ότι λόγω της ανωτέρω ψυχικής διαταραχής του Κ. Κ. , o οποίος καμία ηθική υποχρέωση δεν είχε να μεταβιβάσει προς την δεύτερη εναγομένη την κατοικία του, ήταν περιορισμένη αποφασιστικά η λειτουργία της βουλήσεώς του (Κ.
Κ.) και δη είχε μειωθεί σημαντικά η ικανότητά του για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, αφού εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείετο, κατά το χρόνο συντάξεως της επιδίκου συμβολαιογραφικής πράξεως, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βουλήσεως του με λογικούς υπολογισμούς, αλλά αντίθετα απεδείχθη ότι κατά την κατάρτιση αυτής, ο Κ.
Κ. , κυριαρχείτο από την επιρροή τρίτων προσώπων και δη της οικογένειας Π. (σχετικά ΑΠ 1413/2014 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου) αφού προέβη στην εν λόγω εκποίηση κατά τα ίδια τα λεγόμενά του προς τον ανωτέρω ιατρό ψυχίατρο "... της έγραψα ένα σπίτι της Ε. γιατί μοιάζει με την Ο. Μ. και μου αρέσει να την κυκλοφορώ θα παντρευτώ και θα κάνω ένα παιδάκι...", κατά δε την ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, στα πλαίσια άλλης δίκης, ως ανωτέρω αναλύεται "...
Το σπίτι το δωρεά το 2003 στην Π. , γιατί υποσχέθηκε ότι θα με φροντίζει ..." και επιπλέον, εξέλιπε αυτού η ικανότητα ελεύθερου προσδιορισμού με λογικούς υπολογισμούς της βούλησής του και δη η διάγνωση των συνεπειών της επιχειρηθείσας υπ' αυτού ανωτέρω πράξης εκποίησης (ΕΔωδ 17/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), διότι αποξενώθηκε από το δικαίωμα ψιλής κυριότητος του μοναδικού, μετά την εκποίηση και του ανωτέρω οικοπέδου του το οποίο μεταβίβασε στην πρώτη εναγομένη, μεγάλης αξίας περιουσιακού του στοιχείου χωρίς αντάλλαγμα αν και ο ίδιος ήταν ηλικίας μόλις 53 ετών και είχε χρέη προς τρίτους.
Οι αιτιάσεις των εναγομένων ότι ήταν επιθυμία της μητέρας των αδελφών Κ. να μεταβιβασθεί η εν λόγω οικία στην δεύτερη εναγομένη λόγω της προσφοράς της πρώτης εναγομένης καθόν χρόνο προ του θανάτου της αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, δεν κρίνονται πειστικές, διότι αυτό αναφέρουν μόνον οι εναγόμενες και ο Δ.
Π. στα πλαίσια της παρούσας δίκης. Αντίθετα, στην ανωτέρω από 4-5-2004 προανακριτική κατάθεση του Δ. Π. καμία τέτοια αναφορά δεν γίνεται, αλλά αυτός, όπως αναφέρεται και ανωτέρω, κατέθεσε ότι η εν λόγω δωρεά έλαβε χώρα λόγω της συμπάθειας του Κ. Κ. στη δεύτερη εναγομένη, η ίδια δε η δεύτερη εναγομένη, στην από 7-5-2004 προαναφερομένη προανακριτική της κατάθεση, κατέθεσε ότι, η εν λόγω δωρεά έλαβε χώρα κατόπιν αποκλειστικά επιθυμίας του ανωτέρω δωρητή λόγω της αγάπης προς το πρόσωπό της αδυναμίας και της αδυναμίας που έτρεφε προς αυτήν.
Παράλληλα, τρίτα πρόσωπα και μάλιστα μη έχοντα συμφέρον από την παρούσα δίκη όπως η Μ. Ε. κατέθεσε σε ανύποπτο χρόνο, ως ανωτέρω αναλύεται ότι "... o Κ. θα την αρραβωνιαζόταν την κοπέλλα... Ξέρω ότι ήταν να την υιοθετήσει και μετά του είπαν να την αρραβωνιαστεί...". H ανωτέρω κατάσταση της υγείας των ανωτέρω αδελφών Κ. , απεδείχθη από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων έστω κι αν δεν υπάρχουν ιατρικές γνωματεύσεις που να αφορούν την κατάσταση της υγείας τους ειδικώς για τα έτη 2002 και 2003, ενόψει του ότι η διαταραχή τους, όπως αναλύεται ανωτέρω ήταν χρόνια, τα ψυχωτικά συμπτώματά τους επιδεινώθηκαν μετά το θάνατο της μητρός των, συνεπεία του θανάτου της, αλλά επιπλέον και συνεπεία της διαβίωσης των ανωτέρω αδελφών μόνων χωρίς την παρουσία τρίτου υγιούς ατόμου και η ανταπόκριση της ψυχικής αυτής διαταραχής από την όποια έπασχαν τα ανωτέρω δύο αδέλφια στη φαρμακευτική θεραπεία τους, ήταν μικρή, λόγω του είδους της παθήσεώς τους.
H ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου δεν ανατρέπεται (α) από την από 2-10-2006 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού Η. Φ. , η οποία κατά περιεχόμενο εκτίθεται ανωτέρω και με την οποία ο ανωτέρω ιατρός, αφού σχολιάζει ως ανωτέρω αναλύεται τις διάφορες διαγνώσεις που κατά καιρούς έτυχαν οι ανωτέρω αδελφοί εν τέλει καταλήγει ότι από αυτές συμπεριλαμβανομένης και της ανωτέρω πραγματογνωμοσύνης του ιατρού Α. , προκύπτει αβιάστως ότι δεν τεκμηριώνεται ακραδάντως κλινική πεποίθηση των γνωμοδοτήσεων περί της ψυχικής υγείας αυτών και στέρηση της ικανότητας των ανωτέρω αδελφών, καταλήγει δε ότι καθόν χρόνο έλαβε χώρα η υπ' αυτού εξέταση των δύο αδελφών (ημερομηνία συντάξεως της γνωμοδοτήσεως 2-10-2006) δεν σημειώνεται γνωστική μείωση ή άμβλυνση τέτοιας εκτάσεως ώστε να τεκμαίρεται η μείωση ή η απουσία κριτικής ικανότητας σε αμφότερους τους αδελφούς Κ.
καθώς επίσης καμία συναισθηματική εκτροπή έτσι ώστε να κρίνονται ελεύθεροι ψυχοπαθολογικών εκδηλώσεων και κατ' επέκταση ικανοί να μεριμνούν για τα προβλήματα τόσο του εαυτού τους όσο και των περιουσιακών τους στοιχείων. Με την εν λόγω ιατρική γνωμάτευση ο εν λόγω ιατρός περιορίζει τη γνωμοδότησή του μόνον στον χρόνο που εξέτασε τα ανωτέρω αδέλφια, ήτοι το 2006, χωρίς παράλληλα ο ίδιος να κάνει καμία αναφορά στο είδος της ψυχολογικής διαταραχής από την οποία έπασχαν τα ανωτέρω αδέλφια αφού χρειάστηκαν και να νοσηλευθούν. (β) από την από 5-2-1004 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού Α.
Π. και το από 9-2-2004 ιατρικό πιστοποιητικό των ψυχιάτρων του Αιγινήτειου Νοσοκομείου Ν. Σ. και Η. Α. , ενόψει του ότι αυτές ελήφθησαν υπόψη από τον ιατρό ψυχίατρο Γ. Α. κατά τη σύνταξη της ανωτέρω εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης και ως ιατρός ειδικός κατέληξε στα ανωτέρω συμπεράσματά του και στη σύνταξη της ανωτέρω πολυσέλιδης πραγματογνωμοσύνης μετά από δύο επισκέψεις των αδελφών Κ.
στο χώρο που νοσηλευόταν, (γ) από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων Κ. Θ. , διότι ο εν λόγω ιατρός ουδέποτε εξέτασε τα ανωτέρω αδέλφια και επιπλέον δεν συνέταξε έκθεση από την οποία να αντικρούει όσα με λεπτομέρεια ανέφερε o ιατρός Γ. Α. , ο οποίος προέβη στην ανωτέρω γνωμοδότησή του αφού εξέτασε τους ανωτέρω ασθενείς και αφού έλαβε υπόψη του και το χαρακτήρα των ανωτέρω ασθενών, όπως αναλύεται ανωτέρω, (δ) από την περιεχομένη στη με αριθμό ...-2019 ένορκη βεβαίωση της συμβολαιογράφου Π.
Κ. , συντάξασας το πρώτο εκ των ενδίκων συμβόλαιο αγοραπωλησίας, η οποία κατέθεσε σαφώς, μεταξύ άλλων, ότι κατά τη σύνταξη του ανωτέρω συμβολαίου αγοραπωλησίας δεν διεπίστωσε ότι οι συμβληθέντες ως πωλητές, στο ανωτέρω συμβόλαιο αγοραπωλησίας, αντιμετώπιζαν κάποιο πρόβλημα στην πνευματική τους συγκρότηση και την εν γένει συμπεριφορά τους, η οποία ήταν καθόλα φυσιολογική, είχαν πλήρη αντίληψη των πραττομένων και των δικαιωμάτων τους και των υποχρεώσεων που αναλάμβαναν, όπως επίσης και κατά το χρόνο υπογραφής των με αριθμό ...-2002 από τον Κ.
Κ. και ...-2002 από την Α. Ο. Κ. , πράξεων ολοσχερούς εξοφλήσεως του τιμήματος του πρώτου ενδίκου συμβολαίου αγοραπωλησίας ουδέν προβληματικό διεπίστωσε στην πνευματική συγκρότηση και την εν γένει συμπεριφορά του. Και από την περιεχομένη στη με αριθμό ...-2019 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Ι. Γ. , παραστάντος ως δικηγόρου κατά τη σύνταξη του πρώτου ενδίκου συμβολαίου αγοραπωλησίας για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης Α.
Π. κατά την οποία η όλη διαδικασία σύναψης του εν λόγω συμβολαίου έλαβε χώρα σε ένα εμφανές κλίμα αμοιβαίας φιλίας και οικειότητας των πωλητών και της αγοράστριας, και δεν υπέπεσε στην αντίληψή του κάποιο γεγονός ότι θα υποδήλωνε έλλειψη συνειδήσεως ή αντιλήψεως από πλευράς των πωλητών τόσο της διαδικασίας όσο και του περιεχομένου του υπό σύναψη συμβολαίου, καθώς επίσης και ότι η όλη διαδικασία άρχισε, εξελίχθηκε και περατώθηκε χωρίς εμπλοκή, αμφισβήτηση, ένσταση από οποιαδήποτε πλευρά.
Τούτο διότι, η παραληρηματική διαταραχή από την οποία έπασχαν τα αδέλφια Κ. , δεν έχουν κατά κανόνα θορυβώθη συμπτώματα, όπως περί τούτου ανέφερε στη με αριθμό .../2015 έκθεση ψυχιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης ο ιατρός Β. Σ. , (ε) Για τον ίδιο λόγο ούτε από τις προσκομιζόμενες από τους εναγομένους συμβολαιογραφικές πράξεις που τα ανωτέρω αδέλφια κατά καιρούς συνέταξαν, διότι όπως απεδείχθη η παραληρηματική διαταραχή από την οποία έπασχαν τα αδέλφια Κ.
δεν έχουν κατά κανόνα θορυβώθη συμπτώματα (σχετικά με αριθμό .../2015 έκθεση ψυχιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης ιατρού Β. Σ.). (στ) από τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν από τους αδελφούς Κ. προκειμένου να συνταχθούν τα ανωτέρω δύο συμβόλαια, καθώς επίσης και από τα έγγραφα εκμισθώσεως άλλων ακινήτων τους και τις σχετικές αποδείξεις καταβολής μισθωμάτων, διότι από την ορθή ανάγνωση της ανωτέρω ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ιατρού Γ.
Α. αποδεικνύεται ότι τα αδέλφια Κ. διέθεταν κατά καιρούς ικανοποιητική λειτουργικότητα και, εκ του λόγου τούτου, o ίδιος ιατρός εκτίμησε ότι θα έπρεπε να έχουν ένα εύρος δραστηριοτήτων για τις οποίες έπρεπε να αποφασίζουν αυτόνομα. Αυτό το οποίο διέγνωσε και δεν ανετράπη από κανένα από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα είναι ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση των αδελφών Κ.
και Α. - Ο. Κ. , ήταν εμφανές ότι οι διωκτικές αλλά και οι υπερτιμημένες εξωπραγματικής υπόστασης ιδέες τους, είχαν άμεση συνέπεια στις αποφάσεις τους, o χαρακτήρας των αδελφών Κ. , σε συνδυασμό με την παρουσία της ανωτέρω ψυχικής διαταραχής τους, τους έκαναν ιδιαίτερα ευάλωτους σε παρεμβάσεις τρίτων προσώπων, κρίνοντας ότι, μπορούσαν να επηρεασθούν ουσιωδώς στις αποφάσεις τους και εκ του λόγου τούτου, ειδικώς όσον αφορά στις εκποιήσεις ή αγορές κινητών ή ακινήτων μεγάλης αξίας, ενόψει του ότι η σχετική παθολογία των ανωτέρω αδελφών ήταν άμεσα συνυφασμένη με τις επιλογές αυτές και υφίστατο ουσιώδες ενδεχόμενο αδυναμίας να διαπραγματευτούν προς όφελός τους τις αντίστοιχες συναλλαγές, έκρινε απαραίτητο όπως συνεπικουρούνται από δικαστικό συμπαραστάτη.
Κατόπιν των ανωτέρω, απεδείχθη ότι, η δήλωση βούλησης της Ο. - Α. Κ. του Γ. και της Β. και του Κ. Κ. του Γ. και της Β. , που περιέχεται στο, με αριθμό ...-2002 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Π. θυγατέρας Α. Κ. , το οποίο έχει μεταγραφεί νομίμως, δυνάμει της οποίας μεταβίβασαν λόγω πωλήσεως στην πρώτη εναγομένη ποσοστό 50% έκαστος του δικαιώματος κυριότητος, επί ενός οικοπέδου, συνολικής επιφανείας 1.079,52 τ.μ.
που ευρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Οικοδομικού Συνεταιρισμού Δικαστών και Εισαγγελέων Συν.ΠΕ στη θέση "Κάτω Σούλι Λοιμικόν" γνωστή υπό το όνομα "ΣΧOΙΝΙΑΣ" στην περιοχή Μαραθώνα Αττικής, είναι απόλυτα άκυρη, διότι καθόν χρόνο έλαβε χώρα η δήλωση βούλησης αυτών, περί μεταβίβασης του δικαιώματος κυριότητος αυτών επί του εν λόγω ακινήτου, ήτοι την ...-2002, βρίσκονταν σε ψυχική διαταραχή και δη έπασχαν (α) αμφότεροι από παραληρητική διαταραχή μικτού τύπου, πάθηση η οποία εντάσσεται, κατά τα άνω αποδειχθέντα, σε μια αυτόνομη κατηγορία μέσα στο φάσμα των ψυχώσεων, υφίσταντο δε σε αυτούς ιδέες διώξεως όσο και μεγαλείου, ευρίσκοντο δε σε επιδείνωση των ψυχωτικών συμπτωμάτων τους, συνεπεία του πρόσφατου θανάτου της μητρός των και της παραμονής των δύο αδελφών μόνων χωρίς την παρουσία τρίτου υγιούς προσώπου. (β) επιπλέον, o Κ.
Κ. παρουσίαζε και ιδεοψυχαναγκαστικά στοιχεία σε έδαφος καταναγκαστικής διαταραχής της προσωπικότητας, και (γ) εμφάνιζαν μια κατάσταση η οποία είναι γνωστή ως επακτή ψύχωση (folie a deux) και εξ ορισμού αφορά ένα ίδιο σύνολο παραληρητικών ιδεών που το πιστεύουν δύο διαφορετικά άτομα, τα οποία έχουν συμβιωτική σχέση, με πρωταρχική αιτία ανάπτυξης αυτής της ψυχολογικής και ψυχοκοινωνικής απομόνωσής τους.
Οι ψυχικές διαταραχές από τις οποίες έπασχαν και ιδίως η παραληρητική διαταραχή μικτού τύπου, περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βουλήσεως τους και δη μειώνετο σημαντικά η ικανότητα αυτών για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, αφού εξαιτίας της διαταραχής αυτής απεκλείετο, κατά το χρόνο συντάξεως της ανωτέρω επιδίκου συμβολαιογραφικής πράξεως, o ελεύθερος προσδιορισμός της βουλήσεως τους με λογικούς υπολογισμούς, καθ' όσον κατά την κατάρτιση του εν λόγω συμβολαίου αγοραπωλησίας η Ο. - Α.
Κ. και o Κ. Κ. , κυριαρχούντο από την επιρροή τρίτων προσώπων και δη της οικογένειας Π. μεταξύ των οποίων και της ανωτέρω αντισυμβαλλομένης τους στο εν λόγω συμβόλαιο πρώτης εναγομένης (σχετικά ΑΠ 1413/2014 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου) και επιπλέον, εξέλιπε αυτών η ικανότητα ελεύθερου προσδιορισμού με λογικούς υπολογισμούς της βούλησής τους και δη η διάγνωση των συνεπειών της επιχειρηθείσας υπ' αυτών ανωτέρω πράξης εκποίησης (ΕΔωδ 17/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). (...) Περαιτέρω, o θάνατος του Κ.
Κ. επήλθε την ...-2011 και o θάνατος της Ο. Α. Κ. επήλθε την ...-2010, οι δε ανωτέρω Κ. και Α. - Ο. Κ. , μετά την κατάρτιση της ανωτέρω συμβάσεως αγοραπωλησίας, ετέθησαν σε καθεστώς πλήρους επικουρικής δικαστικής συμπαράστασης και διετάχθη όπως για την ισχύ όλων των δικαιοπραξιών που καταρτίζουν απαιτείται η συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη τους, συνεπεία της εκ των ανωτέρω ψυχικών διαταραχών παραληρηματικής διαταραχής μικτού τύπου, η οποία είχε αποφασιστική επιρροή στην ανωτέρω περιληφθείσα στο αμέσως ανωτέρω συμβόλαιο δήλωση βούλησης αυτών.
Συγκεκριμένα, αμφότεροι ετέθησαν σε καθεστώς πλήρους επικουρικής δικαστικής συμπαράστασης, δυνάμει της με αριθμό .../2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εξεδόθη κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και επικυρώθηκε όσον αφορά στον Κ. Κ. με τη με αριθμό 1935/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι όπως και ανωτέρω αναφέρεται η με αριθμό .../2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εξεδόθη με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας παρήγαγε τα αποτελέσματά της όσον αφορά στη θέση της Α. - Ο. Κ. με την δημοσίευσή της έστω κι αν αυτή απεβίωσε προ της τελεσιδικίας της.
Επομένως, κατόπιν των ανωτέρω, η ανωτέρω δήλωση βούλησης του Κ. και της Ο. - Α. Κ. περί μεταβίβασης της κυριότητος του ανωτέρω οικοπέδου τους στην πρώτη εναγομένη που περιέχεται στο ανωτέρω με αριθμό ...-2002 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Π. θυγατέρας Α. Κ. είναι απόλυτα άκυρη. Επιπλέον, κατόπιν των ανωτέρω, απεδείχθη ότι, η δήλωση βούλησης του Κ.
Κ. του Γ. και της Β. , που περιέχεται στο, με αριθμό ...2003 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Π. , το οποίο έχει μεταγραφεί νομίμως, δυνάμει της οποίας μεταβίβασε λόγω δωρεάς στην δεύτερη εναγομένη το δικαίωμα ψιλής κυριότητος επί ενός διαμερίσματος, επιφανείας 128.53 τ.μ., που ευρίσκεται στον δεύτερο όροφο πολυκατοικίας που κείται επί της οδού ...
στην περιοχή ... , είναι απόλυτα άκυρη, διότι καθόν χρόνο έλαβε χώρα η δήλωση βούλησης αυτού, περί μεταβίβασης του δικαιώματος ψιλής κυριότητος επί του εν λόγω ακινήτου στη δεύτερη εναγομένη, ήτοι την ...2003, βρίσκονταν σε ψυχική διαταραχή και δη έπασχε (α) από παραληρητική διαταραχή μικτού τύπου, υφίσταντο δε σε αυτόν ιδέες διώξεως όσο και μεγαλείου, ευρίσκετο δε σε επιδείνωση των ψυχωτικών συμπτωμάτων του, συνεπεία του πρόσφατου θανάτου της μητρός του και της παραμονής των δύο αδελφών μόνων χωρίς την παρουσία τρίτου υγιούς προσώπου. (β) από ιδεοψυχαναγκαστικά στοιχεία σε έδαφος καταναγκαστικής διαταραχής της προσωπικότητας, και (γ) εμφάνιζε επακτή ψύχωση (folie a deux), ψυχικές διαταραχές και Ιδίως η παραληρητική διαταραχή μικτού τύπου, περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βουλήσεως του και δη μειώνετο σημαντικά η ικανότητα αυτού για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, αφού εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείετο, κατά το χρόνο συντάξεως της ανωτέρω επιδίκου συμβολαιογραφικής πράξεως, o ελεύθερος προσδιορισμός της βουλήσεως του με λογικούς υπολογισμούς, καθ' όσον κατά την κατάρτιση του εν λόγω συμβολαίου δωρεάς ο Κ.
Κ. , κυριαρχείτο από την επιρροή τρίτων προσώπων και δη της οικογένειας Π. μεταξύ των οποίων και της αντισυμβαλλομένης του στο εν λόγω συμβόλαιο δεύτερης εναγομένης (σχετικά ΑΠ 1413/2014 Ιστοσελίδα Αρείου Πάγου) και επιπλέον, εξέλιπε αυτού η ικανότητα ελεύθερου προσδιορισμού με λογικούς υπολογισμούς της βούλησής του και δη η διάγνωση των συνεπειών της επιχειρηθείσας υπ' αυτού ανωτέρω πράξης εκποίησης (ΕΔωδ 17/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, οι ενάγοντες, εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Κ. Κ. και δη πρώτα εξαδέλφια η πρώτη, δεύτερη, τέταρτη και πέμπτος εξ αυτών και θεία η αρχικώς τρίτη ενάγουσα, οι οποίοι προέβησαν και σε δήλωση αποδοχής της κληρονομίας τους, έχουν έννομο συμφέρον όπως αναγνωρισθεί η εν λόγω ακυρότητα. (...)".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 131 και 180 του ΑΚ, αλλά και δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή και αντιφατικών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα, με βάση τα οποία κατέληξε στην παραπάνω κρίση του περί εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 131 και 180 ΑΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, συνεκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, ήτοι, ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών, με περαιτέρω έννομη συνέπεια την ακυρότητα των επιδίκων δικαιοπραξιών.
Τούτο δε καθώς, σύμφωνα με τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα από την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά, οι αδελφοί Ο. - Α. Κ. και Κ. Κ. i) στις 11.6.2002, οπότε συνήψαν την επίδικη σύμβαση πώλησης οικοπέδου τους με την πρώτη εναγομένη - αγοράστρια και στις 13.3.2003, οπότε συνήψε ο δεύτερος την επίδικη σύμβαση δωρεάς του διαμερίσματός του με την δεύτερη εναγομένη - δωρεοδόχο αντίστοιχα, έπασχαν από ψυχικές διαταραχές, τις οποίες είχαν εμφανίσει από ετών, πολύ πριν τον θάνατο της μητέρας τους, που έλαβε χώρα στις ....2000.
Ειδικότερα, έπασχαν από χρόνια παραληρητική διαταραχή μικτού τύπου, που εντάσσεται σε αυτόνομη κατηγορία μέσα στο φάσμα των ψυχώσεων, με ιδέες τόσο δίωξης όσο και μεγαλείου, επιπλέον εμφάνιζαν μια κατάσταση γνωστή ως επακτή ψύχωση (folie a deux), που αφορά ένα ίδιο σύνολο παραληρητικών ιδεών που το πιστεύουν δυο διαφορετικά άτομα σε συμβιωτική σχέση, με πρωταρχική αιτία ανάπτυξης αυτής την ψυχολογική και ψυχοκοινωνική απομόνωσή τους, ο δε Κ.
Κ. παρουσίαζε και ιδεοψυχαναγκαστικά στοιχεία σε έδαφος καταναγκαστικής διαταραχής της προσωπικότητας, όπως τελειοθηρία, παρορμητικότητα, δυσκαμψία και δυσκολία προσαρμογής σε άγνωστες και μη προβλέψιμες καταστάσεις, με τα ψυχωτικά συμπτώματά τους να έχουν επιδεινωθεί, συνεπεία του θανάτου της μητέρας τους - η οποία μέχρι τον θάνατό της στις ...2000, σε ηλικία 73 ετών από καρκίνο στομάχου, διέμενε μαζί τους σε ιδιόκτητο διαμέρισμα και μεριμνούσε για την καθημερινή φροντίδα τους και την φαρμακευτική τους αγωγή - και της συνακόλουθης απουσίας τρίτου υγιούς προσώπου στην καθημερινότητά τους.
Επιπλέον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης οι αδελφοί Ο. - Α. Κ. και Κ. Κ. δεν εργάζονταν κατά τον επίδικο χρόνο καθώς ο μεν Κ. Κ. , ο οποίος είχε προσληφθεί στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. το έτος 1981, διεγράφη από το προσωπικό της στις 5.8.2001 λόγω μακράς απουσίας του από την εργασία του και έκτοτε ελάμβανε πρόωρη (μειωμένη) σύνταξη, η δε Ο. - Α.
Κ. , που παρέδιδε στο παρελθόν μαθήματα γαλλικών και είχε εργαστεί ως ωρομίσθια καθηγήτρια σε δημόσιο σχολείο το σχολικό έτος 2000 - 2001, δεν προέκυψε ότι προσλήφθηκε ξανά και ότι εν γένει εργάστηκε μετά, παραδίδοντας μαθήματα, εμφάνιζε δε αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά, με διακυμάνσεις, έχοντας νοσηλευτεί στο παρελθόν σε ψυχιατρικά νοσοκομεία τέσσερις φορές και διαβιώντας αμφότεροι σε πολύ μεγάλη ακαταστασία, σε χώρους που εν τέλει κατέστησαν μη κατοικήσιμοι και δη το διαμέρισμα για το οποίο κατάρτισε την επίδικη σύμβαση δωρεάς ο Κ.
Κ. , στο οποίο κατοικούσαν τότε τα δύο αδέλφια (με "ρούχα σε αποσύνθεση, φαγητά μουχλιασμένα, σπασμένα αντικείμενα, μουχλιασμένα χαλιά, κατεστραμμένα έπιπλα, τζάμια σπασμένα, υγρασία, δάπεδα ημικατεστραμμένα", τουλάχιστον από το χρόνο κατάρτισης της επίδικης δωρεάς), ii) βρίσκονταν (συνεπεία της ως άνω χρόνιας παραληρητικής διαταραχής μικτού τύπου από την οποία έπασχαν και των ιδεοψυχαναγκαστικών στοιχείων σε έδαφος καταναγκαστικής διαταραχής της προσωπικότητας, από την οποία έπασχε επιπλέον ο Κ.
Κ.) σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους και την καθιστούσε εξαρτημένη από τρίτα πρόσωπα και δη της οικογένειας Δ. Π. , μεταξύ των οποίων η πρώτη εναγομένη - αντισυμβαλλομένη στη σύμβαση πώλησης της 11ης.6.2002 και η δεύτερη εναγομένη - αντισυμβαλλομένη στη σύμβαση δωρεάς της 13ης.3.2003, υπό την επιρροή των οποίων ενεργούσαν, όντας ευάλωτοι στις παρεμβάσεις τους (καθώς διατηρούσαν στενές σχέσεις φιλίας οι δύο οικογένειες και μετά τον θάνατο της μητέρας τους οι ανωτέρω είχαν αναλάβει την επιμέλειά τους), iii) με αποτέλεσμα, ενόψει του ότι είχαν σημαντικά μειωμένη την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, να μην μπορούν να προσδιορίσουν την λειτουργία της βούλησής τους με λογικούς υπολογισμούς, σε σχέση με την διάθεση της περιουσίας τους, και να μην είναι σε θέση να διαγνώσουν την ουσία, το περιεχόμενο και τις συνέπειες των πράξεων που επιχειρούσαν.
Και, ναι μεν, δεν υπάρχουν ιατρικές γνωματεύσεις που να αφορούν την κατάσταση της υγείας των ανωτέρω ειδικά κατά τα έτη 2002 και 2003, ενώ και κατά την κατάρτιση της επίδικης πώλησης οι τρίτοι που συνέπραξαν στην κατάρτισή τους (συμβολαιογράφος, δικηγόρος της αγοράστριας - πρώτης αναιρεσείουσας) δεν αντιλήφθηκαν ότι οι πωλητές αντιμετώπιζαν κάποιο πρόβλημα στην πνευματική τους συγκρότηση και την εν γένει συμπεριφορά τους (οι αναιρεσείουσες μέμφονται ειδικά την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για μη αναφορά ενεργούς ψυχοπαθολογίας κατά τους συγκεκριμένους χρόνους κατάρτισης των επιδίκων συμβάσεων), πλην όμως, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η παραληρητική διαταραχή από την οποία έπασχαν τα δύο αδέλφια δεν έχει κατά κανόνα θορυβώδη συμπτώματα και, ανεξάρτητα από τον αντίκτυπο των παραληρητικών ιδεών και τις συνέπειές τους, η λειτουργικότητα των πασχόντων δεν είναι έντονα διαταραγμένη και η συμπεριφορά τους δεν είναι εμφανώς παράξενη ή αλλόκοτη, χωρίς ενδείξεις μεγάλης αποδιοργάνωσης της προσωπικότητας ή των καθημερινών δραστηριοτήτων τους, ωστόσο αυτοί (πάσχοντες) συχνά δεν έχουν καθόλου επίγνωση του νοσηρού της κατάστασής τους.
Στην προκείμενη δε περίπτωση, κρίθηκε ανελέγκτως από το Εφετείο ότι τα αδέλφια Κ. κυριαρχούνταν, λόγω της ως άνω κατάστασης της ψυχικής υγείας τους, από την επιρροή των μελών της οικογένειας Δ. Π. , μεταξύ των οποίων οι αναιρεσείουσες, έτσι ώστε εξέλιπε η ικανότητα ελεύθερου προσδιορισμού με λογικούς υπολογισμούς της βούλησής τους και δη η διάγνωση των έννομων συνεπειών των επιδίκων συμβάσεων διάθεσης της περιουσίας τους προς αυτές (αναιρεσείουσες), καθόσον, α) ως προς την πώληση του κοινού οικοπέδου τους, αν και έγινε για έναν λογικό κατ' αρχήν σκοπό, ήτοι, την εξόφληση των οφειλών τους προς τρίτους και δη την αποπληρωμή του φόρου κληρονομίας τους, ωστόσο, πλην του ποσού που παρακράτησε η συμβολαιογράφος Π.
Κ. προκειμένου να το αποδώσει στην αρμόδια ΔΟΥ, το υπόλοιπο του τιμήματος το κατασπατάλησαν αμέσως μετά την κατάρτιση του πωλητηρίου συμβολαίου, χωρίς να εξοφλήσουν τις οφειλές τους προς την οικεία ΔΟΥ, αφού ο Κ. Κ. μετέβη αμέσως μετά στο Παρίσι για αναψυχή, μαζί δε με την αδελφή του Ο. - Α. διασκέδαζαν σχεδόν κάθε βράδυ σε εστιατόρια, θέατρα και κινηματογράφους, ήτοι, προέβησαν στην πώληση για να καλύψουν τις οφειλές τους, εντούτοις δεν εκμεταλλεύτηκαν προς όφελός τους το τίμημα που έλαβαν και β) ως προς την δωρεά του διαμερίσματος ιδιοκτησίας του Κ.
Κ. στην δεύτερη αναιρεσείουσα, μοναδικού, μετά την εκποίηση του οικοπέδου στην πρώτη αναιρεσείουσα, μεγάλης αξίας περιουσιακού του στοιχείου χωρίς αντάλλαγμα, προέβη σε αυτή, αν και ήταν ηλικίας 53 ετών και είχε χρέη προς τρίτους, ενώ δεν είχε καμιά ηθική υποχρέωση προς την δεύτερη αναιρεσείουσα, θυγατέρα της πρώτης, με αιτία κατά τον ίδιο, άλλοτε ότι "...της έγραψα το σπίτι της Ε.
γιατί μοιάζει με την Ο. Μ. και μου αρέσει να την κυκλοφορώ ... θα παντρευτώ και θα κάνω ένα παιδάκι..." και άλλοτε ότι "...το σπίτι το έκανα δωρεά το 2003 στην Π. γιατί μου υποσχέθηκε ότι θα με φροντίζει...". Ρητά, άλλωστε, διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η κρίση του δικαστηρίου περί της ψυχικής και διανοητικής διαταραχής των αδελφών Κ. , κατά τους χρόνους κατάρτισης των επιδίκων δικαιοπραξιών, δεν αναιρείται από τα αναφερόμενα αναλυτικά στο σκεπτικό αποδεικτικά μέσα (δύο ιατρικές γνωματεύσεις, ένα ιατρικό πιστοποιητικό, δύο ένορκες βεβαιώσεις, μία ένορκη κατάθεση και συμβολαιογραφικές πράξεις που κατά καιρούς συνέταξαν τα αδέλφια Κ.), για τους λόγους που αναπτύσσονται σ' αυτό (και εμπεριέχονται ως άνω στην παρούσα), σε τρόπο ώστε να μη μπορεί να γίνει λόγος για ανεπαρκή αιτιολογία της πραγματικής ψυχοπνευματικής κατάστασης των αδελφών Κ.
κατά τους άνω κρίσιμους χρόνους, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση του άρθρου 131 ΑΚ, με την αιτίαση της εσφαλμένης υπαγωγής στην διάταξη της παρ. 1 εδάφ.
β' του άρθρου τούτου των πραγματικών περιστατικών που κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της αποδείχθηκαν, καθόσον τα πραγματικά αυτά περιστατικά δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του και, ειδικότερα, ότι δεν υφίσταται απολύτως κανένα πραγματικό γεγονός, το οποίο να δέχεται το Εφετείο, που να αφορά στην μειωμένη ικανότητα για δικαιοπραξία των αδελφών Ο. - Α.
Κ. και Κ. Κ. κατά τους χρόνους κατάρτισης των επιδίκων δικαιοπραξιών πώλησης και δωρεάς (11.6.2002 και 13.3.2003 αντίστοιχα), καθώς και ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προβάλλουν αιτιάσεις για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αβάσιμοι.
Μετά τα προαναφερόμενα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί. Ακολούθως πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείουσες, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24.2.2023 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθ. 5445/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείουσες, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαϊου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ