Supreme Court dismisses State's appeal on inheritance acceptance, ruling ignorance of law does not constitute fraud.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling that accepted an inheritance by default. The State argued the heirs were defrauded by believing their acceptance was voluntary, but the court found they were unaware of the law regarding inheritance acceptance. The court held that ignorance of legal provisions does not constitute fraud, thereby upholding the lower court's decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1711, 1846, 1847, 1848, 1849, 1850, 1851, 1856 of the Civil Code; Articles 1902, 1903, 1904, 1905, 1911, 1912 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure. Ignorance of legal provisions regarding the consequences of accepting an inheritance by default does not constitute fraud that invalidates such acceptance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 217 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 217/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, (ΑΦΜ: 090165560), το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα (Καραγεώργη Σερβίας 10) και, ήδη, από 1.1.2017, από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΦΜ: 997073525), ως εκπροσώπου του Δημοσίου, η οποία εδρεύει στην Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτής, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. Κοζάνης (άρθρα 1 παρ. 1, 36 παρ. 1, 41 παρ.4 και 43 ν. 4389/2016, σε συνδυασμό με άρθρο 85 εδ. α' ΚΕΔΕ), το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Νικολέτα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Τ., χήρας Α. Μ., κατοίκου ... 2) Β., θυγατέρας Α. Μ., κατοίκου ... 3) Ν. Μ. του Α., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Περικλή Κατσαούνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 148/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 62/2015 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-5-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 62/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν, αντιμωλία των διαδίκων, η έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου κατά της 148/2014 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως κατ'ουσίαν βάσιμη η αγωγή των αναιρεσίβλητων, περί ακυρώσεως, λόγω πλάνης, της εκ μέρους τους πλασματικής αποδοχής της εξ αδιαθέτου κληρονομιάς του συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών, λόγω παρόδου απράκτου της προς αποποίηση προθεσμίας. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1711, 1846, 1847, 1848, 1849, 1850, 1851 και 1856 ΑΚ συνάγεται ότι ο κληρονόμος είτε καλείται από διαθήκη, είτε εξ αδιαθέτου, αποκτά αυτοδίκαια την κληρονομία με μόνο το θάνατο του κληρονομουμένου, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ενέργεια από μέρους του, ακόμα και χωρίς τη γνώση ή θέλησή του.
Το δικαίωμα όμως αυτό της αυτοδίκαιης κτήσης της κληρονομίας είναι προσωρινό και μετακλητό, γιατί τελεί υπό την τιθέμενη από το νόμο διαλυτική αίρεση της εμπρόθεσμης αποποίησης της κληρονομίας (άρθρ. 1847 ΑΚ), δηλαδή δικαιούται ο κληρονόμος να αποποιηθεί, κατά βούληση, την κληρονομία που έχει επαχθεί σ' αυτόν από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου, οπότε η κτήση αναιρείται εξαρχής και θεωρείται σαν να μην έγινε.
Η αποποίηση της κληρονομίας είναι δήλωση του προσωρινού κληρονόμου ότι αποκρούει - δεν δέχεται - την κληρονομία που έχει επαχθεί σ' αυτόν από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου. Η αποποίηση συνιστά μονομερή δικαιοπραξία διαπλαστικού χαρακτήρα μη απευθυντέα σε τρίτο, υποκείμενη σε συστατικό τύπο και είναι ανεπίδεκτη οποιασδήποτε αίρεσης ή προθεσμίας, χάριν της ασφάλειας των συναλλαγών (άρθρο 1851 εδ.β ΑΚ).
Η σχετική δήλωση αποποίησης γίνεται ενώπιον του γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομίας, μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών (με τη διαφοροποίηση του άρθρου 1847 παρ. 2 ΑΚ), που αρχίζει από τότε που ο κληρονόμος έλαβε γνώση της επαγωγής και του λόγου αυτής. Στην επαγωγή όμως από διαθήκη η προθεσμία δεν αρχίζει πριν από τη δημοσίευση της διαθήκης (άρθρ. 1847 παρ. 1 εδ β ΑΚ).
Από την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας αποποίησης τεκμαίρεται αμαχήτως από το νόμο (άρθρ. 1850 εδ.β ΑΚ) η αποδοχή της κληρονομίας. Η δήλωση αποποίησης έχει διαπλαστικό χαρακτήρα, αφού δημιουργεί μία νέα νομική κατάσταση ως προς το πρόσωπο του κληρονόμου. Η κληρονομία επάγεται σ' εκείνον που θα είχε κληθεί, αν εκείνος που αποποιήθηκε δεν ζούσε κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου (άρθρ. 1856 ΑΚ).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 1857 παρ. 1 και 2 ΑΚ, η αποδοχή ή η αποποίηση της κληρονομίας είναι αμετάκλητη, ενώ η αποδοχή ή η αποποίηση που οφείλεται σε πλάνη ή απάτη ή απειλή κρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες. Δεν αποκλείεται όμως, παρά το ότι η διάταξη του άρθρου 1857 παρ. 1 ΑΚ καθιερώνει το αμετάκλητο της αποδοχής ή της αποποίησης ως μονομερούς δικαιοπραξίας, με προφανή σκοπό τη δημιουργία βεβαιότητας ως προς το πρόσωπο του κληρονόμου, η αποδοχή και η αποποίηση να είναι συνέπεια πλάνης που δεν αναφέρεται στο λόγο της επαγωγής, ή που είναι αποτέλεσμα απάτης ή απειλής.
Στις περιπτώσεις αυτές, η διάταξη του άρθρου 1857 παρ. 2 ΑΚ προβλέπει τη δυνατότητα ακύρωσης της αποδοχής ή αποποίησης, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις για τις ακυρώσιμες δικαιοπραξίες (άρθρ. 140 επ. 147 επ. 150 επ.), που εφαρμόζονται ενόσω δεν τροποποιούνται από τις ιδιαίτερες ρυθμίσεις των διατάξεων του άρθρου 1857 παρ. 2-4 ΑΚ.
Έτσι αν πρόκειται για δήλωση από πλάνη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 140, 141 και 142 ΑΚ, αν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, η δήλωση δεν συμφωνεί από ουσιώδη πλάνη με τη βούληση του δηλούντος, αυτός έχει το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας. Η πλάνη είναι ουσιώδης, όταν αναφέρεται σε σημείο ή ιδιότητα του προσώπου ή του πράγματος τέτοιας σπουδαιότητας για την όλη δικαιοπραξία ώστε, αν ο πλανηθείς γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε την δικαιοπραξία.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αποδοχή της κληρονομίας που συνάγεται από την παραμέληση της προθεσμίας αποποίησης, μπορεί να προσβληθεί από τον κληρονόμο λόγω πλάνης όταν η, με τον τρόπο αυτό, συναγόμενη, κατά πλάσμα του νόμου, αποδοχή δεν συμφωνεί με τη βούλησή του από ουσιώδη πλάνη, δηλαδή από άγνοια ή εσφαλμένη γνώση της καταστάσεως που διαμόρφωσε τη βούλησή του, αν αυτή αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομίας, ώστε, αν ο κληρονόμος γνώριζε την αληθινή κατάσταση ως προς το σημείο αυτό, δεν θα άφηνε να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αποποιήσεως.
Η εσφαλμένη γνώση ή άγνοια, που δημιουργεί την μεταξύ βουλήσεως και δηλώσεως διάσταση, η οποία όταν είναι ουσιώδης θεμελιώνει δικαίωμα προσβολής της δηλώσεως λόγω πλάνης, μπορεί να οφείλεται και σε άγνοια ή εσφαλμένη γνώση των προαναφερόμενων νομικών διατάξεων για την αποδοχή της κληρονομίας (Ολ.ΑΠ 858/1990) υπάρχει δε πλάνη περί το δίκαιο της αποδοχής της κληρονομίας και όταν ο κληρονόμος τελεί σε άγνοια που ανάγεται α) στο σύστημα της κτήσεως της κληρονομιάς κατά τον ΑΚ που επέρχεται αμέσως μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, οπότε η προθεσμία του άρθρου 1847 ΑΚ δεν αρχίζει γιατί η άγνοια αποκλείει τη γνώση της επαγωγής της κληρονομίας και β) σε άγνοια μόνο της υπάρξεως της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ προς αποποίηση ή της κατά το άρθρο 1850 ΑΚ νομικής σημασίας της παρόδου της προθεσμίας αυτής άπρακτης.(ΑΠ 827/2017, ΑΠ 572/2016, ΑΠ 1041/2015) Εάν έχει χωρήσει πλασματική αποδοχή της κληρονομίας λόγω της προαναφερθείσας πλάνης η έναρξη της προθεσμίας αποποιήσεως προϋποθέτει την ακύρωση της πλασματικής αποδοχής τελεσιδίκως, ώστε η εν συνεχεία αποποίηση να επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της.
Τα ως άνω γεγονότα, όταν πρόκειται για κληρονομία, που επάγεται σε ανήλικο, κρίνονται από το πρόσωπο, που τον εκπροσωπεί και έπρεπε αυτός (εκπρόσωπος) να προβεί στην εμπρόθεσμη αποποίηση της κληρονομίας, για λογαριασμό του ανηλίκου, τηρώντας τις διατυπώσεις του άρθρου 1625 ΑΚ, ενόψει του ότι, του νόμου μη διακρίνοντος, η προθεσμία της αποποίησης τρέχει και κατά των προσώπων, που είναι ανήλικα.
Η αγωγή προς ακύρωση της αποδοχής της κληρονομίας είναι δυνατόν να στραφεί και κατά του δανειστή της κληρονομίας.(ΑΠ 951/2013, ΑΠ 1087/2011, ΑΠ 1211/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).
Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1103/2011).
Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), προκύπτει ότι, το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς την αγωγή του αναιρεσίβλητου περί ακυρώσεως, λόγω πλάνης, της εκ μέρους του πλασματικής αποδοχής της εξ αδιαθέτου κληρονομιάς του πατέρα του, λόγω παρόδου απράκτου της προς αποποίηση προθεσμίας: " Στις 3-3-2009 απεβίωσε στην ….ο Α.
Μ., σύζυγος της πρώτης και πατέρας της δεύτερης και του τρίτου των εναγόντων. Λόγω των χρεών αυτού προς την Δ Ο Υ Κοζάνης και τρίτους, μετέβησαν στις 5-5-2009 η δεύτερη και στις 8-5-2009 η πρώτη στο Πρωτοδικείο Κοζάνης προκειμένου να αποποιηθούν την κληρονομιά και για λογαριασμό του ανηλίκου τρίτου ενάγοντος γεννηθέντος την 9.11.1994.
Αντί αποποιήσεως τους υπεδείχθη να προβούν σε δήλωση αποδοχής με το ευεργέτημα της απογραφής, το οποίο έπραξαν στις ανωτέρω ημερομηνίες, διότι τους ενημέρωσαν πως η αποποίηση προϋπέθετε να πράξουν αναλόγως και άλλες κληρονομικές τάξεις των λοιπών συγγενών τους. Πέραν της δήλωσης οι ενάγοντες δεν συνέταξαν εμπροθέσμως απογραφή, ούτε και ο τρίτος μετά την ενηλικίωσή του.
Αυτό συνέβη διότι εσφαλμένως, τους είχαν εφησυχάσει ότι πλέον ανταλλάσσονται των κληρονομικών χρεών, δια μόνης της δήλωσης σε πρωτοδικείο, οπότε στις 1-6-2009 οι δύο πρώτες έλαβαν ατομική ειδοποίηση ληξιπρόθεσμων χρεών από την Δ.Ο.Υ Κοζάνης καταλαμβανόμενοι εξ απήνης. Οι ενάγοντες δεν είχαν κανένα λόγο να μην συντάξουν την απογραφή αφού σκοπός τους ήταν να μην καταστούν κληρονόμοι του αποβιώσαντος.
Πεπλανημένα επίστευσαν ότι η δήλωση αποδοχής με το ευεργέτημα της απογραφής, ισοδυναμούσε με αποποίηση. Η πλάνη τους αυτή είναι ουσιώδης, καθότι η ως άνω απογραφή τους με το ευεργέτημα της απογραφής και η μη αποποίησή τους εντός τεσσάρων μηνών από την επαγωγή δεν συμφωνούσε με τη βούλησή τους, αναφέρεται δε σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομιάς, ώστε αν οι ενάγοντες γνώριζαν την αληθινή κατάσταση, ως προς το σημείο αυτό, δεν θα άφηναν να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αποποίησης και θα αποποιούνταν την κληρονομιά αντί να την αποδεχθούν με το ευεργέτημα της απογραφής, άλλως θα συνέτασσαν εμπροθέσμως απογραφή.
Ακολούθησε, μετά τις ατομικές ειδοποιήσεις χρεών και έγγραφη ειδοποίηση της άνω Δ Ο Υ να προσκομισθεί έκθεση απογραφής, η οποία προεξετέθη, δεν είχε συνταγεί, διότι οι ενάγουσες τελούσαν σε άγνοια των νομικών διατάξεων για την αποδοχή κληρονομιάς, καθότι από ουσιώδη πλάνη πίστευαν, ότι είχαν αποποιηθεί την κληρονομιά.
Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι η πλάνη των εναγόντων διήρκεσε μέχρι την 11-11-2013 οπότε τους επιδόθηκε η ατομική ειδοποίηση της Δ Ο Υ και έσπευσαν να αποποιηθούν την κληρονομιά στις 16-12-2013 (υπ'αριθμ. 213, 214, 215/16-12-2013 εκθέσεις αποποίησης κληρονομιάς). Η ως άνω πλάνη είχε σαν αποτέλεσμα τη μη έναρξη της τετράμηνης προθεσμίας αποποιήσεως της ΑΚ 1847 προ της 11-11-2013, χρονικό σημείο αφετηρίας της θετικής γνώσης αυτών περί της αποδοχής κληρονομιάς.
Εφόσον, κατά τα προαναφερόμενα η πλάνη των εναγόντων εξακολουθούσε μέχρι την 11-11-2013, η εξάμηνη παραγραφή του δικαιώματος ακυρώσεως της αποδοχής κληρονομιάς του συζύγου και πατρός των, αρχίζει από τότε που προήλθε η κατάσταση αυτή, ήτοι από την παρέλευση της άνω ημερομηνίας και δεν συμπληρώθηκε η παραγραφή λόγω της άσκησης της αγωγής προ της παρελεύσεως του εξαμήνου (ήτοι στις 20-1-2014), ...
Με βάση τα ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και να ακυρωθεί η αποδοχή κληρονομιάς του Α. Μ., που συντελέστηκε στο όνομα των εναγόντων τόσο στο πρόσωπο της μόνης αντιπροσώπου του - μητέρας του και στο πρόσωπο του ιδίου μετά την ενηλικίωσή του. Επίσης, εφόσον οι ενάγοντες έλαβαν γνώση των νομικών διατάξεων για την αποδοχή κληρονομιάς στις 11-11-2013 και αποποιήθηκαν αυτήν τις 16-12-2013, ήτοι εντός τετραμήνου, η επαγωγή σ'αυτούς θεωρείται πως δεν έγινε και πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι ενάγοντες δεν κατέστησαν κληρονόμοι του αποβιώσαντος..." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως.
Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε στις παραδοχές του ότι : α) οι αναιρεσίβλητοι, η πρώτη εκ των οποίων ως μητέρα του τρίτου γιού της, ο οποίος ήταν ανήλικος, ενεργούσε και ως νόμιμη αντιπρόσωπος αυτού, έχοντας τη σαφή βούληση να αποποιηθούν την κληρονομία του θανόντος συζύγου και πατρός τους, εξαιτίας της γνώσης τους περί ύπαρξης χρεών του τόσο προς το Δημόσιο, όσο και προς τρίτους, μετέβησαν στο αρμόδιο Πρωτοδικείο προκειμένου να προβούν στη διαδικασία της αποποίησης, όπου τους παρασχέθηκε η εσφαλμένη πληροφόρηση ότι τα ίδια ακριβώς αποτελέσματα της αποποίησης της κληρονομίας του θανόντος θα επέφερε η δήλωση αποδοχής αυτής με το ευεργέτημα της απογραφής, η οποία μάλιστα θα είχε ως συνέπεια να μην παραστεί ανάγκη να προβούν σε αποποίηση της κληρονομίας του θανόντος και οι συγγενείς αυτού, οι ανήκοντες στις επόμενες κληρονομικές τάξεις, όπως θα συνέβαινε στην περίπτωση που οι αναιρεσίβλητοι προέβαιναν σε αποποίηση της κληρονομιάς.
β) ότι μετά τη δήλωσή τους αυτή περί αποδοχής της κληρονομίας, με το ευεργέτημα της απογραφής οι αναιρεσίβλητοι δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια αποποίησης της κληρονομίας του θανόντος, εντός του νομίμου χρονικού διαστήματος, καθόσον πίστευαν πεπλανημένα ότι με τον τρόπο αυτό την είχαν αποποιηθεί.
γ) ότι πλάνη τους αυτή η οποία διήρκεσε μέχρι την 11-11-2013, οπότε τους επιδόθηκε η ατομική ειδοποίηση της Δ.Ο.Υ., είναι ουσιώδης, καθότι η ως άνω αποδοχή τους με το ευεργέτημα της απογραφής και η μη αποποίησή τους εντός τεσσάρων μηνών από την επαγωγή δεν συμφωνούσε με τη βούλησή τους, αναφέρεται δε σε σημείο τόσο σπουδαίο για την αποδοχή της κληρονομιάς, ώστε αν οι ίδιοι γνώριζαν την αληθινή κατάσταση, ως προς το σημείο αυτό, δεν θα άφηναν να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αποποίησης και θα αποποιούνταν την κληρονομιά αντί να την αποδεχθούν με το ευεργέτημα της απογραφής.
δ) ότι μετά την ατομική επίδοση της Δ.Ο.Υ. για την πληρωμή των χρεών του κληρονομουμένου τους έσπευσαν να αποποιηθούν την κληρονομία η ως άνω δε πλάνη τους είχε ως αποτέλεσμα τη μη έναρξη της τετράμηνης προθεσμίας αποποιήσεως της ΑΚ 1847 προ της 11-11-2013, χρονικό σημείο αφετηρίας της θετικής γνώσης αυτών περί των συνεπειών της αποποιήσεως και της αποδοχής κληρονομίας.
ε) ότι εφόσον οι αναιρεσίβλητοι έλαβαν γνώση των νομικών διατάξεων για την αποδοχή κληρονομιάς στις 11-11-2013 και αποποιήθηκαν αυτήν τις 16-12-2013, ήτοι εντός τετραμήνου, η επαγωγή σ'αυτούς θεωρείται πως δεν έγινε και πρέπει να αναγνωριστεί ότι αυτοί δεν κατέστησαν κληρονόμοι του αποβιώσαντος. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, διαλαμβάνοντας εν τέλει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι αν οι αναιρεσίβλητοι γνώριζαν την αληθή κατάσταση, περί του ότι η αποδοχή της κληρονομίας του κληρονομουμένου τους με το ευεργέτημα της απογραφής δεν ισοδυναμούσε με αποποίηση αυτής, όπως πεπλανημένα πίστευαν, εξαιτίας εσφαλμένης πληροφόρησης και άγνοιας των διατάξεων της αποποίησης κληρονομίας εντός του νομίμου χρονικού διαστήματος και των συνεπειών της άπρακτης παρέλευσής τούτου, δεν θα άφηναν να παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αποποιήσεως και ότι η πλάνη τους αυτή είναι ουσιώδης και δικαιολογεί την ακύρωση της αποδοχής της κληρονομίας του θανόντος, από τους ίδιους, δεν παραβίασε ευθέως τις επικαλούμενες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 140, 1847 εδ.
β, 1848, 1849, 1850 και 1857 που αναφέρονται στη νομική σκέψη, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 1527 ΑΚ, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους. Τούτο δε, διότι, υπό τα ως άνω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων.
Επίσης δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της άγνοιας εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, εκ των οποίων η πρώτη, λόγω της ανηλικότητας του τρίτου εξ αυτών, ενεργούσε και ως νόμιμη αντιπρόσωπός του, των νομικών διατάξεων περί αποδοχής της κληρονομίας και των συνεπειών της παρέλευσης απράκτου της προθεσμίας προς αποποίηση αυτής, και της εξακολουθητικής πλάνης των ιδίων, ότι με την αποδοχή της κληρονομίας με το ευεργέτημα της απογραφής είχαν προβεί στην σύμφωνη με τη βούλησή τους αποποίηση της κληρονομίας του κληρονομουμένου τους, γεγονός για το οποίο είχαν εσφαλμένη πληροφόρηση.
Τέλος το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1902, 1903, 1904, 1905, 1911, 1912 και 1527, που αφορούν στο δικαίωμα της αποδοχής κληρονομίας με το ευεργέτημα της απογραφής, την κατά νόμο αποδοχή της κληρονομίας ανηλίκου πάντοτε με το ευεργέτημα της απογραφής, τις υποχρεώσεις από αυτήν, για την εντός ορισμένης προθεσμίας σύνταξη της απογραφής της κληρονομικής περιουσίας και τις συνέπειες της παραμέλησης συντάξεώς της, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον σύμφωνα με τις παραδοχές του, με βάση τις οποίες και μόνο κρίνονται οι αναιρετικοί λόγοι, η μη έγκαιρη υποβολή δήλωσης αποποίησης κληρονομίας από τους αναιρεσίβλητους, οφείλεται σε άγνοια των σχετικών διατάξεων νόμου περί αποδοχής και αποποίησης της κληρονομίας και όχι στην εσφαλμένη γνώση τους για τα έννομα αποτελέσματα εξαιτίας της μη ολοκλήρωσης της διαδικασίας της αποδοχής με το ευεργέτημα της απογραφής ήτοι της παραμέλησης σύνταξης απογραφής της κληρονομικής περιουσίας εντός της κατά νόμο προθεσμίας, η οποία δεν επιφέρει τα αποτελέσματα της ακύρωσης της αποδοχής κληρονομίας λόγω πλάνης.
Συνεπώς είναι αβάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης με τους οποίους το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, υπό την επίκληση των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 140 επ., 1846, 1847, 1850 1857, 1527 του ΑΚ, καθώς και των διατάξεων των άρθρων 1902, 1903, 1904, 1905, 1911, 1912 του ίδιου Κώδικα. Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη από 15.5.2017 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 62/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, ως ηττηθείς διάδικος στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένη κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134.423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.5.2017 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 62/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ