Legislator Case Law & Legislation
217/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague and inadmissible grounds regarding liability and abuse of right.

Case Number 217/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the City of Athens's appeal against the First Instance Court's partial acceptance of a public servant's wage arrears claim. The appellant argued the lower courts erred on liability and abuse of right but failed to specify applicable laws or timeline details. The court rejected these arguments as too vague and procedurally inadmissible, upholding the lower court's decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 559(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify applicable laws and contradictions, otherwise it is rejected as vague or inadmissible.

Keywords

AI generated
appeal admissibility vague grounds rejection abuse of right liability justification procedural defects

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 217 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 217/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου-οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης (Ν.Π.Δ.Δ.-Ο.Τ.Α.) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Καϊτανίδου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Β. Ζ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Δήμητρας Πρέντζα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1416/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3512/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-9-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 5.9.2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ'αριθ. 3512/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 10.12.2012 αγωγή του εφεσιβλήτου - ενάγοντος ήδη αναιρεσιβλήτου, με την οποία ο τελευταίος ζητούσε από τον εναγόμενο Δήμο Αθηναίων, μετά από μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματός του σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι του οφείλει για μισθούς υπερημερίας τα ποσά, που ειδικότερα αναφέρει, λόγω της παράλειψης διορισμού του, εξ αφορμής λανθασμένης βαθμολόγησής του σε διαγωνισμό, από υπαιτιότητα των οργάνων του εναγομένου, ως και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ένεκα προσβολής της προσωπικότητάς του από την πιο πάνω συμπεριφορά, όλα τα ποσά εντόκως από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθ. 1416/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την αγωγή και στη συνέχεια κατόπιν ασκήσεως εφέσεως του εναγομένου Δήμου η υπ'αριθ.3512/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εξαφάνισε την εκκαλουμένη και αφού δίκασε επί της ουσίας έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή.

Η αίτηση αναιρέσεως κατά της απόφασης του Εφετείου Αθηνών ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού αυτή επιδόθηκε στις 23.7.2019 [βλ. υπ'αριθ. 4470/23.7.2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ. Π.] και η υπό κρίση αίτηση κατατέθηκε στις 6.9.2019 στη γραμματεία του Εφετείου δηλαδή εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών [άρθρ. 552, 553, 556 παρ.1, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ].

Ως εκ τούτου είναι παραδεκτή και θα πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ'αυτήν λόγων [άρθρ. 577 παρ.1, 3 ΚΠολΔ].

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις, την οποία, όμως, εξαίρεση ο αναιρεσείων πρέπει να επικαλεσθεί με την αναίρεση του (ΑΠ 148/2006).

Περαιτέρω και στις περιπτώσεις των εξαιρέσεων αυτών, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 492/2020, ΑΠ 1059/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο και δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 1 πλημμέλεια του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα με τον πρώτο λόγο ότι το δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε την ένσταση αοριστίας, γιατί ο ενάγων δεν εκθέτει με τρόπο επαρκή και ορισμένο τον τρόπο υπολογισμού των αξιώσεών του για υπερωριακή εργασία, νυχτερινή εργασία και εργασία τις Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες, όπως υποστήριξε στο δικόγραφο της έφεσής του, και με τον δεύτερο λόγο, γιατί υπολογίζει λανθασμένα τις αποδοχές και τα έξοδα κίνησης, που ζητεί, ενόψει του ότι έπρεπε να αμείβεται ως ημερομίσθιος εργάτης καθαριότητας και όχι ως μισθωτός, όπως υποστήριξε με τους δεύτερο και τρίτο λόγο έφεσής του.

Ακόμη με τον τρίτο λόγο με την επίκληση της ιδίας πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ υποστηρίζει ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι ο Δήμος Αθηναίων κατέστη υπερήμερος ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του με συνέπεια να δικαιούται μισθούς υπερημερίας, γιατί, όπως υποστηρίζει, δεν υπήρξε υπαιτιότητα οποιασδήποτε μορφής των οργάνων του παρά μόνο ανυπαίτια αδυναμία αποδοχής της εργασίας του εκ μέρους του Δήμου.

Εξ αυτών, οι με αριθ. 1 και 2 λόγοι, οι οποίοι αναφέρονται στην αοριστία των μισθών υπερημερίας [στους οποίους περιλαμβάνει και την υπερωριακή, νυχτερινή και εργασία Κυριακών και εξαιρεσίμων], είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι γιατί δεν αναφέρονται οι διατάξεις που παραβιάσθηκαν, και σε τι συνίσταται η παραβίαση και δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο αν είχαν προταθεί παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας.

Ο τρίτος λόγος περί εσφαλμένης αποδοχής της υπερημερίας του Δήμου σε σχέση με την εργασία του ενάγοντος παρά την ύπαρξη ανωτέρας βίας, για τους λόγους που ειδικότερα εκθέτει, και ως εκ τούτου έλλειψη υποχρέωσης καταβολής του μισθού του, είναι επίσης αόριστος, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2, προτάθηκε παραδεκτά κατά την προφορική διαδικασία στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καταχωρήθηκε στο πρακτικό συνεδριάσεως του δικαστηρίου και ως εκ τούτου παραδεκτά επαναφέρθηκε με λόγο έφεσης στο δεύτερο βαθμό, ούτε πώς προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας για να κριθεί αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.

Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε τη σχετική απόδειξη.

Ο λόγος αυτός, όμως, απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο κατέληξε στην ουσία της υπόθεσης με βάση τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σε αυτή [ΑΠ 492/2020, ΑΠ 1572/2017]. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων υποστηρίζει ακόμη ότι το δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 10, γιατί επιδίκασε αξιώσεις για υπερωριακή εργασία, νυχτερινή εργασία, εργασία Κυριακών και εξαιρέσιμων ημερών, που δεν αποδείχθηκε αλλά βασίζεται σε υποθετικές προϋποθέσεις.

Ο λόγος αυτός προϋποθέτει την παραδοχή πραγμάτων με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινών χωρίς αναφορά αποδεικτικών μέσων. Ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ποιούς ουσιώδεις νόμιμους και παραδεκτούς πραγματικούς ισχυρισμούς θεμελιωτικούς ενστάσεών του δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο.

Πλην τούτου, όμως, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει [άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ] ότι το εφετείο κατέληξε στο πόρισμά του από τα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στην απόφασή του δηλαδή από τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι από 11.11.2013 ένορκες βεβαιώσεις, που ελήφθησαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εναγομένου.

Γι αυτό θα πρέπει να απορριφθεί. Ακόμη, με τον τέταρτο λόγο και με την επίκληση της ως άνω περιπτ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ως αληθινά, χωρίς απόδειξη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ένεκα προσβολής προσωπικότητας του ενάγοντος, γι αυτό θα πρέπει να αναιρεθεί.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών με βάση τα οποία επιδικάσθηκε χρηματική ικανοποίηση αλλά και αβάσιμος, αφού στην απόφαση, όπως προαναφέρθηκε, αναφέρονται τα αποδεικτικά στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη, τα οποία δεν προσβάλλονται με το συγκεκριμένο λόγο.

Ο αριθμός 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιτρέπει την αναίρεση και στις περιπτώσεις, όπου το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση: α) παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή β) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για την πληρότητα του αναιρετικού αυτού λόγου, πρέπει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται ποια ήταν τα πράγματα που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά και ποια επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 873/2019).

Με το δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλομένη υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, γιατί δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα την αλλαγή του νομοθετικού καθεστώτος με το Ν. 4093/12.11.2012, με το οποίο ανεστάλησαν οι προσλήψεις και οι διορισμοί στους ΟΤΑ και ως εκ τούτου δεν καθίσταται υπερήμερος ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος λόγω ανυπαίτιας αδυναμίας του.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος κατά το μέρος που επιχειρείται η θεμελίωσή του στην περίπτ. 8 του άρθρου 559 [φέρεται στο αναιρετήριο ως δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου], για τους ίδιους πιο πάνω λόγους ήτοι γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι παραδεκτά και νόμιμα προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε με λόγο έφεσης στο δεύτερο βαθμό.

Επί πλέον είναι και αόριστος, γιατί δεν εκθέτει σε ποιο βαθμό θα είχε επίδραση στην έκβαση της δίκης η μεταβολή που επέφερε ο Ν. 4093/2012 ενόψει του ότι είναι μεταγενέστερος των επίδικων πραγματικών περιστατικών.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1572/2017, ΑΠ 1184/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με το τρίτο μέρος του τρίτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλομένη υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19, γιατί έκρινε χωρίς αιτιολογία παράνομη τη συμπεριφορά του Δήμου και έκανε δεκτή την αγωγή. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, γιατί δεν εκθέτει σε ποιους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου αναφέρεται, ποιες είναι οι αιτιολογίες που δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας της υπαιτιότητας, που απαγγέλθηκε με την απόφαση ούτε αναφέρονται αντιφατικές αιτιολογίες με αλληλοαναιρούμενα πραγματικά περιστατικά, που αποδυναμώνουν την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αλλ'ούτε και ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφέρονται δηλαδή ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικά εκτίμηση των αποδείξεων [ΟλΑΠ 15.2006] στο ουσιώδες θέμα της υπαιτιότητας του Δήμου, όπως επικαλείται ο αναιρεσείων.

Γι αυτό θα πρέπει ν'απορριφθεί.

Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων υποστηρίζει ακόμη ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εσφαλμένα απέρριψαν την ένστασή του περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος και ως εκ τούτου θα πρέπει να αναιρεθεί, γιατί υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Επειδή και ως προς το λόγο αυτό ο αιτών δεν εκθέτει με ποιο τρόπο η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος προτάθηκε από τον ίδιο στο δικαστήριο της ουσίας και σε ποιο χρόνο δηλαδή αν καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή υποβλήθηκε με τις προτάσεις ούτε πώς επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ποιο το περιεχόμενο της με βάσει τα πραγματικά γεγονότα που επικαλέσθηκε και κατά τα δύο αυτά στάδια της δίκης, ώστε να μπορεί να κριθεί, κατά το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Ενόψει όλων όσων εκτέθηκαν και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ, άρθρ. 281 Ν. 3463/2006), ως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5.9.2019, με αριθ. εκθ. καταθ. 766/6.9.2019 αίτηση του Δήμου Αθηναίων κατά της υπ'αριθ. 3512/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων πεντακοσίων [1.500] ευρώ για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ