Supreme Court dismisses appeal regarding foundation establishment and testamentary interpretation under Greek Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed two appeals against a First Instance Court decision concerning the establishment of a charitable foundation and the interpretation of a will. The appellants sought to clarify the foundation's organizational structure and the timing of financial payments under the will. The court ruled that these requests were inadmissible because they required administrative approval for the foundation's organization and would unlawfully alter the testator's original intent.
Legislator headnote
AI generatedArticles 110, 119 of the Civil Code; Articles 51, 52 of Law 4182/2013; The court established that requests to complete deficiencies in a foundation's constitutive act fall under administrative jurisdiction, while requests to interpret a will without evidence of impossibility constitute an impermissible modification of the testator's true intent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 217 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 217/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: Δ. Τ. του Γ., κατοίκου Αθηνών, ως εκτελεστού της διαθήκης της Β. Σ. και ως μέλους της διοικούσας επιτροπής του υπό σύσταση ιδρύματος με την επωνυμία "Ίδρυμα Παύλου Στρατηγού", ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Ζ. του Σ., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παυλάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις και 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε.
Β. Του αναιρεσείοντος: Π. Ζ. του Σ., κατοίκου ... Αττικής, ως μέλους της διοικούσας επιτροπής του υπό σύσταση ιδρύματος με την επωνυμία "Ίδρυμα Παύλου Στρατηγού", ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παυλάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Τ. του Γ., κατοίκου Αθηνών, ως εκτελεστού της διαθήκης της Β. Σ. και ως μέλους της διοικούσας επιτροπής του υπό σύσταση ιδρύματος με την επωνυμία "Ίδρυμα Παύλου Στρατηγού", ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις και 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση στους: 1) Ελληνικό Δημόσιο, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και 2) Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αττικής, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 04-04-2017 (ειδ. αρ. καταθ. 178/ 2017), 04-04-2017 (ειδ. αρ. καταθ. 180/2017) και 04-04-2017 (ειδ. αρ. καταθ. 179/2017) αίτηση, ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση, αντίστοιχα, του Δ. Τ. του Γ., που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με την από 06-12-2017 κύρια παρέμβαση του Π. Ζ. του Σ..
Εκδόθηκε η 4149/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο υπό στοιχ. Α αναιρεσείων με την από 08-02-2019 αίτησή του και ο υπό στοιχ. Β αναιρεσείων με την από 17-04-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με αριθ. .../19-3-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας Εφετείου Αθηνών Δημητρίου Μαντέλλου προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 08-02-2019 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 1542/122/2019, αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 20-03-2020 κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ανεστάλη λόγω ειδικών συνθηκών προσδιορίστηκε δε εκ νέου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας κατ' αρθρ. 74 παρ.2 ν.4690/2020 και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, της εγγραφής αυτής ισχύουσας ως κλήτευση προς όλους τους διαδίκους, μη απαιτουμένης νέας κλήσης του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, στο δεύτερο αναιρεσίβλητο, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη δικάσιμο αυτή. Κατά συνέπεια, αφού το τελευταίο δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την εν λόγω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.
Περαιτέρω από την προσκομιζόμενη με αριθ..../24-6- 2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας Εφετείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 17-04-2019 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 3856/333/2019, αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 20-03-2020 κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ανεστάλη λόγω ειδικών συνθηκών .προσδιορίστηκε δε εκ νέου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας κατ' αρθρ. 74 παρ.2 ν.4690/2020 και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, της εγγραφής αυτής ισχύουσας ως κλήτευσης προς όλους τους διαδίκους, μη απαιτουμένης νέας κλήσης του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, στο δεύτερο αναιρεσίβλητο, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη δικάσιμο αυτή. Κατά συνέπεια, αφού το τελευταίο δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την εν λόγω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.
Οι δύο παραπάνω κρινόμενες από 08-02-2019 (αρ. κατ. 1542/122/2019) και από 17-04-2019 (αρ. κατάθεσης 3856/333/2019) αιτήσεις αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 4149/2018 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 762, 769 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτές (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να συνεκδικαστούν κατ' αρθ 246 ΚΠολΔ, διότι με αυτόν τον τρόπο διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης, και να ερευνηθούν ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτών (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με την από 04-04-2017 και με αρ. κατάθεσης 2385/178/2017 αίτηση ο αιτών Δ. Τ. με την ιδιότητα του εκτελεστή της διαθήκης της Β. Σ. και επίσης του μέλους της διοικούσας επιτροπής του υπό σύσταση ιδρύματος με την επωνυμία Ίδρυμα Παύλου Στρατηγού εκθέτει ότι η κατά την 15-02-2015 αποβιώσασα στο ... Αττικής Β. χήρα Π. Σ. κατέλιπε κατά τον χρόνο του θανάτου της μεταξύ άλλων και τις με αρ..../23- 7-2014 και .../18-12-2014 δημόσιες διαθήκες που συντάχτηκαν ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Στεφανάκου και δημοσιεύτηκαν νόμιμα.
Ότι με την πρώτη παραπάνω διαθήκη η διαθέτης προέβη στην σύσταση ιδρύματος με την επωνυμία ΙΔΡΥΜΑ ΠΑΥΛΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ορίζοντας συγχρόνως και την περιουσία που θα αποτελέσει την περιουσία του εν λόγω ιδρύματος ως και τον σκοπό αυτού που συνίστατο στη χορήγηση οικονομικής ενίσχυσης κατά τα σε αυτή αναφερόμενα και μάλιστα σε χορήγηση εφάπαξ ποσού 3.000 ευρώ σε κάθε παιδί απόφοιτο του λυκείου Κυθήρων, του οποίου ένας τουλάχιστον εκ των ανιόντων κατάγεται από τα Κύθηρα και επίσης εφάπαξ χορήγηση ποσού 5.000 ευρώ σε κάθε απόφοιτο ΑΕΙ ή ΤΕΙ, του οποίου τουλάχιστον ένας εκ των ανιόντων κατάγεται από τα Κύθηρα.
Ότι ο αιτών αφού υπολόγισε την αξία της συνολικής περιουσίας που θα περιέλθει στο ίδρυμα, το κόστος εξυπηρέτησης των σκοπών του ,το κόστος συντήρησης της ακίνητης περιουσίας του και τα πιθανολογούμενα λειτουργικά του έξοδα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η βούληση της διαθέτιδος δεν μπορεί να ικανοποιηθεί ή τουλάχιστον δεν μπορεί να ικανοποιηθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος της και ζήτησε:
1) να οριστεί ως επωφελέστερος τρόπος αξιοποίησης της καταληφθείσας από την διαθέτη περιουσίας, η διάθεση αυτής ως κληροδότημα στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, το οποίο είναι κατάλληλος φορέας για την αξιοποίηση της περιουσίας της διαθέτιδος χωρίς λειτουργικά έξοδα και σύμφωνα με τις επιθυμίες της, ώστε να διαθέτει την περιουσία αυτή και τις προσόδους της κατά την βούληση της διαθέτιδος με μείωση όμως των ποσών των υποτροφιών που θα χορηγούνται στους δικαιούχους κατά τα στην αίτηση αναφερόμενα λόγω της γενικευμένης στην χώρα οικονομικής κρίσης•
2) να προσδιοριστεί το πρώτο σχολικό-εκπαιδευτικό έτος από το οποίο να οφείλονται υποτροφίες στους δικαιούχους μαθητές και φοιτητές, διότι στην επίμαχη διαθήκη δεν προσδιορίζεται τούτο. Δηλαδή αν αφετηρία θα αποτελέσει ο χρόνος θανάτου της
διαθέτιδος ή εκείνος της σύστασης του ιδρύματος βάσει προεδρικού διατάγματος. Στην δίκη που ανοίχτηκε με την αίτηση αυτή, ο αιτών με το από 04-04-2017 με αρ. κατάθεσης 2386/179/2017 δικόγραφο προσεπίκλησης προσεπικάλεσε το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, το οποίο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης δεν εμφανίστηκε και δεν συμμετείχε στην δίκη.
Επίσης ο ίδιος (αιτών) με το από 04-04-2017 με αρ. κατάθεσης 2387/180/2017 δικόγραφο ανακοίνωσης δίκης προέβη σε ανακοίνωση της δίκης στα λοιπά μέλη της διοικούσας επιτροπής δηλαδή στον Θ. Κ. και Π. Ζ.. Ο πρώτος δεν εμφανίστηκε κατά την συζήτηση της υπόθεσης και δεν συμμετείχε σε αυτή, ενώ ο δεύτερος άσκησε την από 06-12-2017 με αρ.
κατάθεσης 9235/632/2017 κύρια παρέμβαση του με την οποία ζήτησε την απόρριψη της αίτησης ισχυριζόμενος ότι η διάθεση της καταληφθείσας από την διαθέτιδα περιουσίας σε τρίτο φορέα αντιβαίνει στην αληθή βούληση της διαθέτιδος που είναι η σύσταση του προαναφερθέντος ιδρύματος και η διαχείρηση της περιουσίας του από το τελευταίο, ενώ συγχρόνως ζήτησε όπως εκτιμήθηκε από το Εφετείο, την ερμηνεία της εν λόγω διαθήκης, ώστε να γίνει δεκτό, ερμηνευομένης αυτής α) ότι χρόνος έναρξης καταβολής της οικονομικής ενίσχυσης στους αποφοίτους λυκείου είναι το σχολικό έτος που συμπίπτει με το έτος σύστασης και έναρξης λειτουργίας του ιδρύματος και ότι δικαιούχοι της οικονομικής ενίσχυσης ως απόφοιτοι Ελληνικού ΑΕΙ ή ΤΕΙ είναι οι φοιτητές που εισήχθησαν στα τελευταία σε χρόνο μεταγενέστερο της σύστασης του ιδρύματος και β) να οριστεί ως πρόσθετος όρος χορήγησης των ένδικων οικονομικών ενισχύσεων η μη λήψη υποτροφίας από τους δικαιούχους από το κληροδότημα Μαρία Στάη άλλως και επικουρικά να μειωθούν τα ποσά των οικονομικών ενισχύσεων κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο αυτό.
Το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του αφού έκρινε παραδεκτή την άσκηση της αίτησης, της προσεπίκλησης της ανακοίνωσης δίκης και κυρίας παρέμβασης, τις οποίες συνεκδίκασε απέρριψε την αίτηση ως μη νόμιμη κατά το πρώτο αίτημα της και ελλείψει δικαιοδοσίας κατά το δεύτερο αίτημα της, δέχτηκε την κύρια παρέμβαση και απέρριψε τη (σωρευόμενη) στο δικόγραφο της ως άνω κυρίας παρέμβασης αίτηση ερμηνείας της διαθήκης της θανούσας (το υπό α αίτημα περί προσδιορισμού του χρόνου έναρξης καταβολής των υποτροφιών ως απαράδεκτο λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του δικαστηρίου και τα λοιπά υπό β αιτήματα διότι αυτά κρίθηκαν μη νόμιμα).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 109 παρ. 1 του Συντάγματος, "δεν επιτρέπεται η μεταβολή του περιεχομένου ή των όρων διαθήκης, κωδικέλλου ή δωρεάς, ως προς τις διατάξεις τους υπέρ του Δημοσίου ή υπέρ κοινωφελούς σκοπού". Η συνταγματική αυτή διάταξη αποβλέπει στην προστασία και κατοχύρωση της θέλησης των διαθετών και δωρητών και εναντίον των πράξεων της πολιτείας ακόμη που έχουν νομοθετικό περιεχόμενο και, σύμφωνα με αυτήν, δεν επιτρέπεται, κατ' αρχήν, η μεταβολή σκοπού περιουσίας που έχει ταχθεί υπέρ του Δημοσίου ή προς εξυπηρέτηση κοινής ωφέλειας, όχι μόνο με διατάγματα, αλλά ούτε και με νόμο (ΟλΑΠ 1241/1979).
Κατ' εξαίρεση, όμως, επιτρέπεται, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου του Συντάγματος, η επωφελέστερη αξιοποίηση ή διάθεση, για τον ίδιο ή άλλο κοινωφελή σκοπό, εκείνου που καταλείφθηκε ή δωρήθηκε, στην περιοχή που καθόρισε ο δωρητής ή ο διαθέτης ή στην ευρύτερη περιφέρεια, όταν βεβαιωθεί με δικαστική απόφαση ότι η θέληση του διαθέτη ή του δωρητή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί για οποιονδήποτε λόγο, καθόλου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου της, καθώς και αν μπορεί να ικανοποιηθεί πληρέστερα με τη μεταβολή της εκμετάλλευσης, όπως νόμος ορίζει.
Η επωφελέστερη αξιοποίηση ή διάθεση της περιουσίας που καταλείφθηκε ή δωρήθηκε αποτελεί νομική αξιολογική έννοια, η οποία πρέπει να προσδιορίζεται στην αίτηση ως προς τα προτεινόμενα προς υπαγωγή σε αυτήν πραγματικά περιστατικά, προκειμένου να κριθεί από το δικαστήριο αν αυτά πράγματι την συνιστούν, αφού συγκριθεί η προτεινόμενη λύση με την ήδη υπάρχουσα κατάσταση (ΑΠ 1355/2017, βλ.
και ΑΠ 2013/2014, ΑΠ 1495/2013, ΑΠ 13/2013, ΑΠ 138/2011, ΑΠ 1547/ 2010).
Κατ' επιταγή της συνταγματικής αυτής διάταξης, εκδόθηκε αρχικά ο ν. 455/1976 και, στη συνέχεια, ο ν. 4182/2013, στο άρθρο 10 του οποίου ορίζεται ότι:
«Περιουσίες που καταλείπονται υπέρ κοινωφελών σκοπών αξιοποιούνται κατά τον τρόπο που όρισε ο διαθέτης ή δωρητής. Απαγορεύεται η μεταβολή, τόσο των παραπάνω κοινωφελών σκοπών, όσο και του τρόπου και των όρων διαχείρισης της περιουσίας, καθώς και των ορισμών για τον τρόπο διοίκησής της (παρ. 1).
Αν υπάρχει αμφιβολία περί του περιεχομένου της βούλησης του διαθέτη ή δωρητή ή αμφισβήτηση επ' αυτού, αυτή επιλύεται από το αρμόδιο κατ' άρθρο 825 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας δικαστήριο (παρ. 2)».
Το κατά την προηγούμενη παράγραφο δικαστήριο αποφαίνεται επίσης, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, επί του εάν η βούληση του διαθέτη ή δωρητή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, για οποιονδήποτε λόγο, καθόλου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος της, και καθορίζει τον τρόπο της επωφελέστερης ή ασφαλέστερης αξιοποίησης της περιουσίας, καθώς και το σκοπό και την περιοχή για την οποία πρέπει αυτή να διατεθεί. Τέλος, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 10 του ως άνω Ν. 4182/2013, η αίτηση προς το Δικαστήριο υποβάλλεται από την αρμόδια αρχή, μετά από προηγούμενη ακρόαση του οργάνου διοίκησης της περιουσίας, ή και από κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον και κοινοποιείται στην αρμόδια αρχή, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης (ΑΠ 846/2018).
Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, στοιχειοθετείται όταν, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με σφαλμένη ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 14 αρθ.559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της πρώτης από 8-2- 2019 αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ.1 αρθρ. 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο με το να απορρίψει το αίτημα του περί ορισμού επωφελέστερου, κατά τα στην αίτηση αναφερόμενα, τρόπου αξιοποίησης της καταληφθείσης από την θανούσα περιουσίας παραβίασε τις διατάξεις το αρθ. 109 παρ 1 και 2 του Συντάγματος καθώς και τις διατάξεις των αρθ 10 και 11 ν.4182/2013.
Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη παραπάνω 4149/2018 απόφαση του δέχθηκε τα ακόλουθα, σε σχέση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης:
«| Περαιτέρω η αίτηση αυτή, κατά το πρώτο από τα παραπάνω αιτήματα της είναι μη νόμιμη και απορριπτέα καθόσον όπως προαναφέρθηκε αλλαγή του λήπτη και κατ' επέκταση του υποχρέου για την εκπλήρωση του κοινωφελούς σκοπού που ορίστηκε από τον διαθέτη ή δωρητή δεν επιτρέπεται ακόμη και όταν ο οριζόμενος κοινωφελής σκοπός δεν μπορεί στο σύνολο του ή κατά ένα μέρος να πραγματοποιηθεί από τον λήπτη της παροχής. Ειδικότερα με την αίτηση δεν ζητείται η μεταβολή το κοινωφελούς σκοπού που ορίστηκε από τον διαθέτη και φέρεται ότι κατέστη ανέφικτος με άλλον παρόμοιο κοινωφελή σκοπό, ούτε η επωφελέστερη αξιοποίηση της αφιερωθείσης περιουσίας στα πλαίσια του ίδιου σκοπού με μεταβολή του τρόπου εκμετάλλευσης της, αλλά πράγματι μεταβολή του λήπτη της καταληφθείσης περιουσίας (τετιμημένου) από το συσταθησόμενο κατά την διαθήκη αυτοτελές ίδρυμα σε άλλο ήδη υφιστάμενο Ν.Π.Δ.Δ. (Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών) περί του οποίου όμως η διαθέτης δεν έχει κάνει καμία σχετική μνεία στην διαθήκη της|».
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις, τις οποίες ορθά εφάρμοσε, αφού από αυτές σαφώς προκύπτει ότι υπόχρεος προς εκπλήρωση του κοινωφελούς σκοπού για τον οποίο διατέθηκε ή δωρήθηκε περιουσία είναι σύμφωνα και με την θέληση του διαθέτη ή δωρητή ο λήπτης της παροχής αυτής και κατά συνέπεια αλλαγή του λήπτη και κατ επέκταση του υποχρέου για την εκπλήρωση του κοινωφελούς σκοπού που ορίστηκε από τον διαθέτη ή δωρητή δεν επιτρέπεται ακόμη και όταν ο οριζόμενος κοινωφελής σκοπός δεν μπορεί στο σύνολο του ή κατά ένα μέρος να πραγματοποιηθεί από τον λήπτη της παροχής(ΑΠ 13/2013 ΝΟΜΟΣ).Η διάταξη της παρ.2 αρθ.11 ν.41 82/2013, σύμφωνα με την οποία «Αν με την αίτηση του άρθρου 10 ζητείται να διατεθούν περιουσιακά στοιχεία κοινωφελούς ιδρύματος σε άλλο για την εκπλήρωση κοινωφελούς σκοπού», τούτο προσεπικαλείται στη σχετική δίκη, δεν οδηγεί σε αντίθετο συμπέρασμα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αιτών, αφού η απαγόρευση της αλλαγής του φορέα της περιουσίας-υποχρέου προς εκπλήρωση του σκοπού δεν αποκλείει την δυνατότητα διάθεσης περιουσιακών στοιχείων ιδρυθέντος κοινωφελούς ιδρύματος σε άλλο σύμφωνα με την θέληση του διαθέτη ή δωρητή.
Τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα δεν συνάγονται ούτε από τις διατάξεις των αρθρ. 119 και 121 ΑΚ από τα οποία το πρώτο αφορά την μεταβολή του οργανισμού του ιδρύματος και το δεύτερο την περίπτωση κατά την οποία όταν η θέληση του ιδρυτή καταστεί απόλυτα απραγματοποίητη επιτρέπεται εξαιρετικά η περιουσία που είχε ταχθεί να διατεθεί με ειδικό νόμο για άλλο παραπλήσιο σκοπό και δεν συνδέονται με την αλλαγή του υποχρέου προς εκπλήρωση του σκοπού αυτού.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η πρώτη (αρ. κατάθεσης 1542/122/2019) κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Δικαστικά έξοδα δεν ορίζονται για τον παρόντα πρώτο αναιρεσίβλητο ελλείψει σχετικού αιτήματος και για το απόν δεύτερο αναιρεσίβλητο διότι δεν εμφανίστηκε και δεν υποβλήθηκε σε τέτοια.
Με τον πρώτο λόγο της δεύτερης από 17-04-2019 αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αρ.1 και 14 αρθ.559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο με το να απορρίψει το αίτημα του περί ερμηνείας της διαθήκης όσον αφορά το χρονικό σημείο έναρξης καταβολής της οικονομικής ενίσχυσης στους απόφοιτους λυκείου, ΑΕΙ ή ΤΕΙ ως απαράδεκτο παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο ενώ παραβίασε τις διατάξεις ν.4182/2013. Με τον δεύτερο λόγο της δεύτερης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ.1 αρθ 559 ΚΠολΔ διότι με τον να κρίνει ως μη νόμιμο το αίτημα του κατά το δεύτερο σκέλος του παραβίασε τις διατάξεις του αρθ 10 παρ. 3 ν.4181/2013.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη παραπάνω 4149/2018 απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα σε σχέση με τους προαναφερθέντες αμέσως παραπάνω λόγους της αναίρεσης: «| Περαιτέρω στο ίδιο ως άνω δικόγραφο σωρεύεται κατά την κρίση του δικαστηρίου αίτηση ερμηνείας της επίμαχης διαθήκης προκειμένου το παρόν δικαστήριο να αποφανθεί κατ ερμηνεία της διαθήκης,ότι κατά την αληθή βούληση της διαθέτιδος χρόνος έναρξης καταβολής της οικονομικής ενίσχυσης στους αποφοίτους του λυκείου Κυθήρων είναι το σχολικό έτος που συμπίπτει με το έτος σύστασης και έναρξης λειτουργίας του ανωτέρω ιδρύματος και ότι δικαιούχοι της οικονομικής ενίσχυσης ως απόφοιτοι ελληνικού ΑΕΙ ή ΤΕΙ είναι οι φοιτητές που εισήχθησαν στα τελευταία σε χρόνο μεταγενέστερο της σύστασης του εν λόγω ιδρύματος , να οριστεί ως πρόσθετος όρος χορήγησης των επιμάχων υποτροφιών η μη λήψη από τους δικαιούχους υποτροφίας από το κληροδότημα Μαρία Στάη, άλλως επικουρικά να μειωθούν τα ποσά των υποτροφιών (με ή χωρίς τον άνω όρο) για μεν τους απόφοιτους λυκείου στο ποσό των 2.000 ευρώ για δε τους απόφοιτους Ελληνικού ΑΕΙ ή ΤΕΙ στο ποσό των 3.500 ευρώ ή σε άλλο ποσό που το παρόν δικαστήριο θα κρίνει ότι μπορεί να διατεθεί μέχρις εξαντλήσεως της περιουσίας του ιδρύματος.
Τα αιτήματα αυτά είναι απορριπτέα καθόσον το αίτημα του προσδιορισμού του χρόνου έναρξης καταβολής των επιμάχων υποτροφιών δεν περιλαμβάνεται στα θέματα αρμοδιότητας του δικαστηρίου τούτου με την προκείμενη διαδικασία σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα|» παραπέμποντας στο σημείο αυτό το δικαστήριο στην ακόλουθη προηγηθείσα σκέψη του με την οποία απέρριψε το παρεμφερές δεύτερο αίτημα της συνεκδικασθείσης με την κυρία παρέμβαση αίτησης και συγκεκριμένα στην παρακάτω σκέψη του:
«διότι από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 110, 119 ΑΚ, 51 και 52 ν.4182/2013 προκύπτει ότι για τη σύσταση κοινωφελούς ιδρύματος εκδίδεται προεδρικό διάταγμα με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών και του αρμοδίου ως εκ του σκοπού υπουργού με το οποίο εγκρίνεται ο οργανισμός του ιδρύματος, ο οποίος συντάσσεται από τον εκτελεστή ή τους διοικητές του ιδρύματος σύμφωνα με όσα ορίζονται στη συστατική του πράξη ή από την αρμόδια αρχή σε περίπτωση που αυτοί αμελούν.
Με τον οργανισμό του ιδρύματος ορίζονται η μορφή, η επωνυμία, η διοίκηση και η εκπροσώπηση του, η περιουσία, η οικονομική του διαχείριση, τα μέσα και ο τρόπος εκτέλεσης του σκοπού και συμπληρώνονται τυχόν ελλείψεις των όρων της συστατικής του πράξης, ενώ τροποποιήσεις του οργανισμού εγκρίνονται και την ίδια διαδικασία.
Συνεπώς το αίτημα αυτό πρέπει σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 4 ΚΠολΔ κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα να απορριφθεί ως απαράδεκτο για έλλειψη δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου, καθόσον όπως προαναφέρθηκε η συμπλήρωση τυχόν ελλείψεων των όρων της συστατικής πράξης υπάγεται στην παραπάνω διοικητική αρχή και επέρχεται με την τήρηση της από τα άρθρα 51 και 52 ν.4182/2013 οριζόμενης διοικητικής διαδικασίας».
Περαιτέρω (όσον αφορά την αίτηση κατά το υπόλοιπο υπό β σκέλος της) το δικαστήριο δέχτηκε τα ακόλουθα: «τα λοιπά αιτήματα είναι μη νόμιμα, αφού με την παραδοχή αυτών επέρχεται ανεπίτρεπτη μεταβολή των όρων της διαθήκης και αλλοίωση της πραγματικής βούλησης της διαθέτιδος δεδομένου ότι περί αυτών η διαθέτης δεν έχει κάνει καμία σχετική μνεία στην διαθήκη της». 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, δεν κήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο ούτε παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις, τις οποίες ορθά εφάρμοσε, αφού όσον αφορά το πρώτο σκέλος της αίτησης περί καθορισμού του χρόνου έναρξης καταβολής των οικονομικών ενισχύσεων, τούτο αφορά συμπλήρωση της ιδρυτικής πράξης που διενεργείται κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε, ενώ με την αποδοχή των λοιπών αιτημάτων της κρινόμενης αίτησης, με την οποία επιχειρείται ερμηνεία της διαθήκης χωρίς να υποστηρίζεται αδυναμία πραγματοποίησης της βούλησης της διαθέτιδος, όπως ορθά εκτιμήθηκε από το Εφετείο, επέρχεται ανεπίτρεπτη μεταβολή των όρων της διαθήκης.
Με τα δεδομένα αυτά, η σωρευόμενη αίτηση αποβαίνει απορριπτέα στο σύνολο της. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη δεύτερη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκησή της στο Δημόσιο. Δικαστικά έξοδα δεν ορίζονται για τον παρόντα πρώτο αναιρεσίβλητο ελλείψει σχετικού αιτήματος και για το απόν δεύτερο αναιρεσίβλητο διότι δεν εμφανίστηκε και δεν υποβλήθηκε σε τέτοια.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 08-02-2019 με αρ. κατάθεσης 1542/122/2019 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 4149/2018 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Απορρίπτει, την από 17-04-2019 με αρ. κατάθεσης 3856/333/2019 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 4149/2018 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Φεβρουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ