Legislator Case Law & Legislation
217/2020 AI generated

217/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 217/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

217/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Keywords

AI generated
administrative status of officials termination of service regulations for civil servants rights and obligations of staff public legal official long-term unemployment
AI generated
489/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
524/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.
1726/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
1401/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
216/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 217 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 217/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Μαρτίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Αγγελικής Αναστοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Μ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Κωνσταντίνου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-5-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν η 10/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 75/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-2-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Η από 13-1-2018 και με αριθμό κατάθεσης 10/2018 αίτηση αναίρεσης κατά της 75/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από το εναγόμενο έφεσης κατά της 10/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 18-5-2007 (με αριθμό κατάθεσης 179/ΕΓ179/2007) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).

2. Η διαδικαστική πορεία της παρούσας υπόθεσης έχει ως εξής: Με την από 18.5.2007 αγωγή της, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, ζήτησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου να αναγνωρισθεί ότι απασχολείτο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από 1.1.1997 και εντεύθεν και να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να την απασχολεί ως υπάλληλο συνδεόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου καταβάλλοντας τις νόμιμες αποδοχές της.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 10/2009 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή. Κατά της ανωτέρω απόφασης το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 6.9.2011 έφεσή του, η οποία απορρίφτηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. 3. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 του Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας.

Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της συμβάσεως εργασίας. Χαρακτηριστικό της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 του Α.Κ. όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίον συνομολογήθηκε χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημοσίου (και του ευρύτερου δημόσιου τομέα) (Ολ. Α.Π. 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).

Η Οδηγία αυτή, ως κανόνας παραγώγου δικαίου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή δεν είναι αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη. Ως εκ τούτου η ισχύς της εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων και δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις, είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια.

Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξης του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου (Ολ. Α.Π. 31/2009, 19, 20/2007, 23/1998, Α.Π. 312/2017, Α.Π. 1577/2012) και η προκειμένη ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ/ματα 81/2003 και 164/2004, το τελευταίο εκ των οποίων εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, η ισχύς τους δε άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως την 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα (Α.Π. 1577/2012).

Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της συμβάσεως έργου ή εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 του Νόμου 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 του Α.Κ., 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από την φύση της συμβάσεως, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ιδίου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως.

Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο νόμος 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσεως, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της συμβάσεως έργου ή εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσεως ως ορισμένου χρόνου (Α.Ε.Δ. 3/2001, Ολ.

Α.Π. 6/2001, 7 και 8/2011), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αορίστου (Ολ.

Α.Π. 18/2006, ΟλΑΠ 13/2017).

4. Στις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 2839/2000 (Α' 196) ορίζεται ότι: "1. Προσωπικό το οποίο υπηρετεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, ή υπηρέτησε, μέσα στο χρονικό διάστημα από 1.8.1999 μέχρι 31.3.2000, στο Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α. α' και β' βαθμίδας και στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης ή με σύμβαση μίσθωσης έργου, κατατάσσεται σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του φορέα τελευταίας απασχόλησης, εφόσον κατά την 31.3.2000:

α) Είχε συνολική παροχή υπηρεσίας στο φορέα, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή με συμβάσεις μίσθωσης έργου, τουλάχιστον είκοσι τέσσερις (24) μήνες, β) Δεν είχε μεσολαβήσει, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε με περισσότερες της μιας συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χρονικό διάστημα διακοπής μεταξύ των συμβάσεων, μεγαλύτερο των δύο (2) μηνών, γ) Η απαιτούμενη κατά το εδάφιο α' συνολική παροχή υπηρεσίας, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε με συμβάσεις μίσθωσης έργου, έχει παρασχεθεί από 1.1.1995 και εφεξής, δ) Κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων δεν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις τις κείμενης νομοθεσίας που διέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συμβάσεως, των ΠΥΣ 236/94 (ΦΕΚ 115 Α') και 55/98 (ΦΕΚ 292 Α'), καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α') και του άρθρου 6 του Ν.2527/1997 (ΦΕΚ 206 Α'), ε) Πρόκειται εφεξής να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, σε θέσεις του οποίου κατατάσσεται...2....3...4...5.

Για την, κατά την παράγραφο 1, κατάταξη απαιτούνται: α) Υποβολή αίτησης μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, β) Συνδρομή των προβλεπόμενων από την κείμενη νομοθεσία γενικών προσόντων διορισμού, εκτός από το ανώτατο όριο ηλικίας, και με την επιφύλαξη των οριζομένων στις παραγράφους 5 και 6 του άρθρου 10 του Ν. 2266/1994 (ΦΕΚ 218Α).

γ) Εάν, με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, κριθεί, μετά την πάροδο της προθεσμίας υποβολής της αιτήσεως που ορίζεται ανωτέρω, ότι εχώρησε άκυρη καταγγελία συμβάσεως ορισμένου χρόνου, εφόσον ο ενδιαφερόμενος θα πληρούσε τις προϋποθέσεις εφαρμογής της παρ. 1 εάν δεν είχε χωρήσει η κριθείσα ως άκυρη, καταγγελία της συμβάσεως, η προθεσμία που ορίζεται στο εδάφιο α' της παρούσας παραγράφου αρχίζει από την επίδοση της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης 6.

Οι κατατασσόμενοι εντάσσονται σε υφιστάμενες θέσεις αντίστοιχης ή παρεμφερούς ειδικότητας και αν δεν υπάρχουν, σε προσωρινές θέσεις αντίστοιχης ειδικότητας, που συνιστώνται με την απόφαση κατάταξης. 7. Η κατάταξη γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου ύστερα από γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου ως προς τη συνδρομή της προϋπόθεσης που ορίζεται στο εδάφιο ε' της παρ. 1 και ως προς την παρεμφερή ειδικότητα της προηγούμενης παραγράφου, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά αναλόγως των διατάξεων των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 10 και των παραγράφων 3 και 5 του άρθρου 11 του Ν. 2266/1994.

Ειδικά, η κατάταξη των υπαγομένων στις ρυθμίσεις των προηγούμενων παραγράφων που υπηρετούν στους Ο.Τ.Α. α. βαθμίδας διενεργείται με πράξη του Γενικού Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας μετά από πρόταση, του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου του δήμου ή της κοινότητας, ως προς τη συνδρομή της προϋπόθεσης που ορίζεται στο εδάφιο ε' της παρ. 1 και ως προς την παρεμφερή ειδικότητα της προηγούμενης παραγράφου....8...9... 10.

Από τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εξαιρείται το παρακάτω προσωπικό, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή με σύμβαση μίσθωσης έργου: α)....β)......θ) Το προσωπικό που απασχολείται κατ' εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 5 του άρθρου 113, του Ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α), του άρθρου 37 του Ν. 2072/1992 (ΦΕΚ 125 Α') και της παρ.3 του άρθρου 2 του Ν.2314/1953 (ΦΕΚ 59 Α').

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 3 ν. 2314/1953 (Φ.Ε.Κ. 59Α') "Προκειμένου περί Περιφερειακών Υπηρεσιών, δύναται διά κοινής αποφάσεως του αρμοδίου Υπουργού και του Υπουργού των Οικονομικών να καθορισθή παγία επιχορήγησις διά τον καθαρισμόν των καταστημάτων τούτων αντί της προσλήψεως καθαριστριών επί ημερομισθίω ή ωρομισθίω.".

Κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως εκδίδεται κοινή Απόφαση από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Οικονομικών, με την οποία εγκρίνεται το ποσό του κατ' αποκοπήν πάγιου χορηγήματος του Υπουργείου Δικαιοσύνης, προς τα Δικαστήρια της χώρας, προκειμένου να αντιμετωπίζονται οι υφιστάμενες ανάγκες για την προμήθεια γραφικής ύλης και καθαριότητας.

5. Από τη διατύπωση των παραπάνω διατάξεων προκύπτει με σαφήνεια ότι ο νόμος ορίζει ειδική διαδικασία πρόσληψης για το προσωπικό καθαριότητας, η οποία αποσκοπεί να εξασφαλίσει την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα των διαδικασιών πρόσληψης, λόγω των άμεσων αναγκών που γεννώνται στην πράξη, αλλά και του μειωμένου ενδιαφέροντος, που μπορεί να παρουσιάζει μια τέτοια πρόσληψη από πλευράς των υποψηφίων. Η εν λόγω διαδικασία, κατ' εξαίρεση των γενικά ισχυουσών διατάξεων για την πρόσληψη προσωπικού στο δημόσιο και σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου είτε με σύμβαση εργασίας (άρθρα 20 και 21 ν. 2190/1994), είτε με σύμβαση έργου (άρθρο 6 του ν. 2527/1997, ο οποίος τροποποίησε και συμπλήρωσε τις διατάξεις του ν. 2190/1994 όσον αφορά στην πρόσληψη προσωπικού με σύμβαση έργου), αρχίζει με την απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών, που διατάσσει τη μεταφορά πιστώσεων στις επιμέρους υπηρεσίες για την πληρωμή των καθαριστριών, που απασχολούνται σ' αυτές και ολοκληρώνεται με την υπογραφή της σύμβασης πρόσληψης του Προσωπικού, που υπογράφεται από τον Ποοϊστάμενο κάθε επιμέρους υπηρεσίας.

6. Εξάλλου, με το άρθρο 1 του ΠΥΣ 236/1994 ορίσθηκε ότι "Από 1 Αυγούστου 1994 έως 31 Ιουλίου 1995 (η εν λόγω ημερομηνία παρατάθηκε διαδοχικώς μέχρι 31-7-1997 με τις ΠΥΣ 276/1995 και 285/1996) οι διορισμοί και οι προσλήψεις του πάσης φύσεως προσωπικού στο Δημόσιο, στα Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α ...υπόκεινται σε έγκριση. Η έγκριση δίνεται κατά την εκτίμηση του Πρωθυπουργού, είτε με πράξη Υπουργικού Συμβουλίου..." με το άρθρο 6 του ν. 2527/1997 ότι "Για τη σύναψη σύμβασης μίσθωσης έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα με φυσικά πρόσωπα...

απαιτείται η προηγούμενη έκδοση κοινής απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών...", με το άρθρο 1 της ΠΥΣ 55/1998, ότι "Αναστέλλεται έως 31-12-2001 ο διορισμός και η πρόσληψη του πάσης προσωπικού όλων των φορέων του δημοσίου τομέα. 2. Στους παραπάνω φορείς επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, ο διορισμός ή πρόσληψη ύστερα από έγκριση που χορηγείται κατά τη διαδικασία του επόμενου άρθρου ....και τέλος με το άρθρο 21 του ν. 2194/1994, όπως το εδάφιο β της παρ. 2 αυτού προστέθηκε με την παρ. 1 άρθρο 5 του ως άνω ν. 2527/1997 και αντικαταστάθηκε με την παρ. 12 άρθρο 20 του ν. 2738/1999 (ΦΕΚ 180Α'), ότι : "1.

Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις κατά τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων. 2.

Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικά χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο.

Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες. Ο υπολογισμός του κατά το πρώτο εδάφιο δωδεκαμήνου γίνεται με αφετηρία το τέλος της απασχόλησης για την οποία ο υποψήφιος πρόκειται να προσληφθεί και προς τα πίσω...".

7. Περαιτέρω, στο άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 1735/1987 (Φ.Ε.Κ. 195 Α) ορίζονταν ότι "Με κοινή απόφαση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού καθορίζεται κάθε φορά ο αριθμός των προσώπων, τα οποία μπορεί να απασχολούνται στο δημόσιο τομέα με σύμβαση μίσθωσης έργου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 κ.ε.

του Αστικού Κώδικα. Στην απόφαση αυτή προσδιορίζεται το συγκεκριμένο έργο που πρόκειται να εκτελεστεί, τα προσόντα που απαιτούνται κατά περίπτωση, το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου, το συνολικό ποσό αμοιβής του ανάδοχου, ο τόπος που θα εκτελεστεί το έργο, η τυχόν επιβαλλόμενη παρακολούθηση εκτέλεσής του, καθώς και ότι το έργο αφορά εργασίες που δεν ανάγονται στον κύκλο καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα.

Ακολούθως, με το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 2527/1997 (Φ.Ε.Κ. 206Α') ορίσθηκε ότι "Για τη σύναψη σύμβασης μίσθωσης έργου από υπηρεσίες και νομικό πρόσωπα του δημόσιου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 κ.ε. του Αστικού Κώδικα ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται η προηγούμενη έκδοση κοινής απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, με την οποία καθορίζεται ο αριθμός των προσώπων που θα απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου, ο τόπος εκτέλεσης του έργου, καθώς και ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και αιτιολογία για τους λόγους που δεν μπορεί να εκτελεστεί από υπαλλήλους του.

Με τη σύμβαση μίσθωσης έργου καθορίζονται οι τυχόν αναγκαίοι όροι και κάθε λεπτομέρεια, σχετικώς με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αναδόχου. Σύμβαση μίσθωσης έργου που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες είναι αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη.". Κατά την παρ. 10 του ίδιου ως άνω άρθρου του ίδιου νόμου "Οι διατάξεις του άρθρου 15 ν. 1735/1987, όπως συμπληρώθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 1835 1989 καταργούνται..".

8. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 1848/2006). 9.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το εφετείο δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: Η ενάγουσα εργάζεται συνεχώς από 1.1.1997 και εντεύθεν ως καθαρίστρια πλήρους απασχόλησης στο Δικαστικό Μέγαρο Κορίνθου, σε καθημερινή βάση, με πλήρες ωράριο, ήτοι 8 ώρες, υπό τις οδηγίες και εντολές των προϊσταμένων του εναγόμενου, χωρίς διάκριση από τους μόνιμους υπαλλήλους αυτού με την ίδια ειδικότητα, αμειβόμενη με πάγιο επιχορήγημα μηνιαίως, με συνολική μέχρι σήμερα υπηρεσία υπερβαίνουσα τα 18 περίπου έτη.

Καλύπτει δε πάγιες, μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του Υπουργείου Δικαιοσύνης, κρίση στην οποία έχει προβεί και το αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο, απορριπτομένου σχετικού λόγου έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμου. Περαιτέρω, με την από 7.11.2000 αίτηση της προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης η ενάγουσα ζήτησε να καταταγεί σε οργανική θέση του εν λόγω Υπουργείου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 17 του ν 2839/2000, πλην όμως το αίτημα της αυτό απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 153321/2000 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, με την αιτιολογία ότι δεν έχει καταρτιστεί σύμβαση μεταξύ αυτής και του φορέα εργασίας.

Κατά της απορριπτικής αυτής απόφασης (αρνητικής απάντησης) άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως την από 28.5.2001 αίτηση ακυρώσεως, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 250/2002 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, ακυρώθηκε η ανωτέρω προσβληθείσα πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης και αναπέμφθηκε η υπόθεση στη Διοίκηση για τις δικές της νόμιμες ενέργειες.

Η Διοίκηση, συμμορφούμενη με την ως άνω δικαστική απόφαση, απηύθυνε προς τον Πρόεδρο του Πενταμελούς Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Εφετείου Ναυπλίου ερώτημα σχετικά με το αν επρόκειτο να καλύψει η ίδια (ενάγουσα) πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του εναγόμενου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 ν. 2839/2000 και των άρθρων 22 και 23 του ν. 2812/2000.

Το Πενταμελές Υπηρεσιακό Συμβούλιο, αφού έλαβε υπόψη του ότι η απόφαση 250/2002 του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως είναι άμεσα εκτελεστή και ότι το Δικαστήριο που την εξέδωσε έκρινε πως η αιτούσα ενέπιπτε στις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 2839/2000 και συνεπώς εδικαιούτο να καταταγεί σε οργανική θέση καθαρίστριας με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι "επειδή υφίστανται κενές θέσεις στο Δικαστικό Μέγαρο Κορίνθου, λόγος για τον οποίο η Επιτροπή Διοίκησης και Διαχείρισης του Μεγάρου αποφάσισε ομόφωνα κατά τη συνεδρίαση της 30.6.2004 τη διενέργεια διαγωνισμού για την πρόσληψη καθαριστριών, για την κάλυψη των αναγκών καθαριότητας του Δικαστικού Μεγάρου, είτε με κάλυψη των κενών οργανικών θέσεων είτε με οποιαδήποτε σύμβαση έργου", γνωμοδότησε κατά πλειοψηφία ότι η ενάγουσα "καθαρίστρια του Δικαστικού Μεγάρου Κορίνθου, πρόκειται εφεξής να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Υπουργείου Δικαιοσύνης, σε θέση του οποίου κατατάσσεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 του Ν. 2839/2000".

Κατόπιν τούτου, με την υπ' αρ. 649/24.1.2005 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης κατατάχθηκε αυτοδίκαια σε προσωρινή προσωποπαγή θέση καθαρίστριας με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης, που συστήθηκε με την ίδια απόφαση στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Κορίνθου, επειδή συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος και κρίθηκε από το αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ότι καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Εν συνεχεία, το εναγόμενο άσκησε κατά της απόφασης 250/2002 του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως έφεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας, με την οποία ζητούσε την εξαφάνιση της εν λόγω αποφάσεως και επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η απόφαση 3529/2006 του Συμβουλίου της Επικράτειας (Τμήμα Γ), η οποία έκανε δεκτή την έφεση, δεχόμενη ότι το Διοικητικό Εφετείο έκρινε επί διαφοράς για την επίλυση της οποίας αρμόδια είναι τα πολιτικά δικαστήρια.

Για το λόγο αυτό, που ανάγεται σε έλλειψη δικαιοδοσίας του ανωτέρω δικάσαντος Δικαστηρίου και όχι σε διάφορη ουσιαστική εκτίμηση της υπόθεσης ως προς το ότι η ενάγουσα παρέχει την εργασία της βάσει άτυπης σύμβασης έργου, που τον έλαβε υπόψη αυτεπαγγέλτως, εξαφάνισε την προαναφερόμενη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως και δικάζοντας την ανωτέρω αίτηση ακύρωσης, την απέρριψε ως απαράδεκτη.

Σε εκτέλεση της προαναφερόμενης απόφασης του Συμβουλίου της Επικράτειας, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 71939/2007 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, με την οποία ανακλήθηκε η προηγούμενη απόφασή του 649/2005, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα είχε καταταχθεί σε προσωρινή θέση καθαρίστριας με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου πλήρους απασχόλησης στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Κορίνθου.

Περαιτέρω, ναι μεν κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, υπό το κράτος της ισχύος των ήδη συνταγματικού επιπέδου διατάξεων του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 και του αναθεωρημένου το έτος 2001 άρθρου 103 του Συντάγματος, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες και στις διατάξεις αυτές υπάγεται και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, ισχύουσας της απαγόρευσης αυτής και για τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου, πλην όμως, εν προκειμένω, η σύμβαση έργου της ενάγουσας με το εναγόμενο συνήφθη πριν την ισχύ της αναθεωρημένης διάταξης του άρθ. 103 του Συντάγματος και καθ' ον χρόνο οι διατάξεις του άρθρου 21 ν. 2190/1994 δεν είχαν καταστεί συνταγματικού επιπέδου.

Επιπροσθέτως, εκκρεμούσε κατά το χρόνο της αναθεώρησης του Συντάγματος διαδικασία "τακτοποίησης" της ενάγουσας ως προσωπικού του εναγόμενου (άρθρο 118 παρ 7 του Συντάγματος), κατόπιν της προαναφερομένης από 7.11.2000 αιτήσεως της προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης, με την οποία ζητούσε να καταταγεί σε οργανική θέση του εν λόγω Υπουργείου, βάσει του άρθρου 17 του ν. 2839/2000.

Η ρύθμιση δε, του νόμου αυτού εξακολούθησε να ισχύει και μετά την αναθεώρηση του 2001 του Συντάγματος, μέχρι να ολοκληρωθεί η σχετική διαδικασία. Υπό το ανωτέρω πρίσμα, η σύμβαση της ενάγουσας εκτιμάται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως αορίστου χρόνου, καθώς επιπλέον, κρίνεται ότι καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου, αφού ο εργοδότης είχε την ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αόριστου χρόνου, ακολουθώντας τη μέχρι τότε συνήθη τακτική του παρελθόντος.

Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση του κατέληξε στο ίδιο αποτέλεσμα και έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά τα ανωτέρω, ορθά έχει εφαρμόσει το νόμο και κατά συνέπεια, αβάσιμα παραπονείται το εναγόμενο - εκκαλούν με τους πιο πάνω λόγους έφεσης του. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε δεχτεί την αγωγή ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνώρισε ότι η ενάγουσα συνδέεται με το εναγόμενο δια συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, από την ημεροχρονολογία αρχικής πρόσληψής της (1.1.1997) και εντεύθεν, με την αναφερόμενη στο σκεπτικό της παρούσας ειδικότητα και υποχρέωσε το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες, ως ανωτέρω, υπηρεσίες της ενάγουσας καταβάλλοντας τις νόμιμες αποδοχές της.

10. Από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, κατέληξε στην κρίση του περί νομικής και ουσιαστική βασιμότητας της αγωγής, αφού δέχτηκε, μεταξύ άλλων, ως αποδεδειγμένο από την εκτίμηση των αποδείξεων, ότι η ενάγουσα, όπως ισχυριζόταν και με την αγωγή της, και είχε δεχτεί και η πρωτόδικη απόφαση, παρέχει την εργασία της ως καθαρίστρια πλήρους απασχόλησης στο Δικαστικό Μέγαρο Κορίνθου, σε καθημερινή βάση με πλήρες ωράριο, αμειβόμενη με πάγιο επιχορήγημα μηνιαίως, βάσει άτυπης σύμβασης έργου με το εναγόμενο, καθώς και ότι αυτή συγκεντρώνει όλες τις προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο 17 του ν. 2839/2000 για να καταταγεί σε οργανική θέση του Υπουργείου Δικαιοσύνης, βάσει του άρθρου 17 του ν. 2839/2000 και ότι δικαιούτο να καταταγεί σε οργανική θέση του Υπουργείου Δικαιοσύνης, βάσει του άρθρου 17 του ν. 2839/2000, το οποίο εξακολούθησε να ισχύει και μετά την αναθεώρηση του 2001 του Συντάγματος, μέχρι να ολοκληρωθεί η σχετική διαδικασία.

Με τα δεδομένα, αυτά, όμως, δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, αφού α) αν και δεν δέχεται την κατάρτιση έγκυρης σύμβασης καταρτισθείσας κατά την κείμενη νομοθεσία, μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, αλλά απλώς άτυπης σύμβασης έργου, χωρίς αναφορά μάλιστα] στα προσδιοριστικά στοιχεία αυτής, καταλήγει στην κρίση ότι η ενάγουσα συνδέεται με το εναγόμενο δια συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, από την ημεροχρονολογία αρχικής πρόσληψής της (1.1.1997) και εντεύθεν, δεχόμενο έτσι ότι η άτυπη σύμβαση έργου, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων, μπορούσε επιτρεπτά να εκτιμηθεί ως σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, παρά το ότι, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη ο νόμος αξιώνει τον έγγραφο συστατικό τύπο για την κατάρτιση της σύμβασης.

και β) με την ιδιότητά της ως καθαρίστριας στο Δικαστικό Μέγαρο Κορίνθου, αμειβόμενης με το πάγιο μηνιαίο επιχορήγημα του Υπουργείου Δικαιοσύνης ρητά εξαιρείτο από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του ν. 2839/2000.

Συνεπώς η κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου είναι εσφαλμένη, καθώς παραβίασε ευθέως τόσο κατά την ερμηνεία όσο και κατά την εφαρμογή τους τις ως άνω διατάξεις. Και αυτό γιατί στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο αρκέσθηκε σε διαφορετικά στοιχεία από αυτά που τάσσει ο νόμος για την επέλευση της αιτούμενης έννομης συνέπειας και συγκεκριμένα ότι τυχόν άτυπη σύμβαση έργου, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων, μπορούσε επιτρεπτά να εκτιμηθεί ως σύμβαση αορίστου χρόνου, δεδομένου ότι, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη ο νόμος αξιώνει τον έγγραφο συστατικό τύπο για την κατάρτιση της σύμβασης.

Συνεπώς ο πρώτος από τους λόγους της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η αναιρετική πλημμέλεια του αρθ 559 παρ 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

11. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδ.α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ.1 του ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α' 74/20-3-2013), "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".

Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως. Στο εφετείο, κατόπιν εφέσεως του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση, το οποίο εσφαλμένα έκρινε ότι η αγωγή ήταν νόμιμη και ακολούθως την δέχτηκε ως κατ'ουσίαν βάσιμη.. Επομένως, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει η έφεση, ως προς τον λόγο με τον οποίο το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι η αγωγή έπρεπε πρωτοδίκως να απορριφθεί ως μη νόμιμη, να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος, να εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως να απορριφθεί η αγωγή και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην κατά το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 μειωμένη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, στην έκκλητη και την αναιρετική δίκη, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 75/2016 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.

Δικάζοντας εκ νέου δέχεται την από 6-9-2011 έφεση κατά της 10/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου.

Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση.

Δικάζοντας εκ νέου, απορρίπτει την από 18-5-2007 αγωγή

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή εξακοσίων (600) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6η Δεκεμβρίου 2019.

Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 25η Φεβρουαρίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ