217/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.
Legislator headnote
AI generated217/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 217 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 217/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη-Εισηγήτρια και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Α. Α. του Α., κατοίκου ..., 2)Φ. Ν. του Σ., κατοίκου ..., 3)Σ. - Θ. Κ. του Β., κατοίκου ..., 4)Β. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 5)Δ. Κ. του Ο., κατοίκου ..., 6)Φ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 7)Κ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., 8)Α. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 9)Γ. Δ. του Β., κατοίκου ..., 10)Π. Τ. του Ν., κατοίκου ..., 11)Α. Μ. του Λ., κατοίκου ..., 12)Ν.-Δ. Χ. του Χ., κατοίκου ..., και 13)Δ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μπούρλο, που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Αθανασάκου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/3/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 206/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και του 2567/2014 Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26/2/2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, στα εδάφια α’ και γ’ της οποίας ορίζεται ότι "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ.
α’ αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β’ αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου’ ‘ . Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις διατάξεις του ν. 2190/1994, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιο τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Ειδικά, όμως, με το άρθρο 20 παρ. 4 του ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προστέθηκε ως περίπτωση κα’ στο άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ., διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά.
Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα.
Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις, έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι, δηλαδή, συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (άρθρο 669 παρ.1 Α.Κ.) και η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους, που συνδέονται με τη φύση τους.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 και 15 του ν. 2639/1998, "Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι.
και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης Ανέργων. Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου." (παρ. 1, όπως το δεύτερο εδάφιο προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 6 του ν. 2956/2001). "Ο Ο.Α.Ε.Δ.
μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου (παρ. 15 εδ α’ και β’ ).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ. 12 του ν. 3234/2004, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 του ν. 3302/2004, ‘ ‘ Το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ο ΟΓΑ, ο ΟΑΕΕ και λοιποί Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου και των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, συμβάσεις με τον ΟΑΕΔ ή θυγατρικές εταιρείες αυτού, για τη διάθεση για ορισμένο χρόνο, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από τα προγράμματα (κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων του ΟΑΕΔ), για τη διεκπεραίωση εργασιών χορήγησης ασφαλιστικών παροχών όταν το τακτικό προσωπικό των Φορέων Ασφάλισης δεν επαρκεί για την έγκαιρη διεκπεραίωση των εργασιών αυτών.
Η δαπάνη για την απασχόληση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο’ ‘ . Στην ανωτέρω διάταξη προστέθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 3552/2007 και άλλη μία παράγραφος, που έχει ως εξής: ‘ ‘ Kατ’ εξαίρεση, συμβάσεις ιδίου περιεχομένου με Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης που λήγουν από 1-1-2007 έως 31-12-2007 δύνανται να παρατείνονται για δώδεκα (12) μήνες από την ημερομηνία λήξης τους’ ‘ .
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 του Εισ.Ν.Α.Κ) συνάγεται, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Εξάλλου, σύµβαση μαθητείας είναι η σύµβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαµβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισµένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της συµβάσεως μαθητείας είναι η γνήσια σύµβαση μαθητείας και η σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.
Στη γνήσια σύµβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στην σύµβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νοµοθετική ρύθµιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύµβασης εργασίας του Α.Κ., εφόσον συμβιβάζονται µε τη φύση και τον σκοπό της σύµβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόµιµες αποδοχές, την καταγγελία της σύµβασης εργασίας, την αποζημίωση απολύσεως κ.λπ., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον η ωφέλεια που αντλεί από την εργασία του, καθώς και ότι ο μαθητευόμενος είτε δεν θα λαµβάνει μισθό είτε θα καταβάλλει ορισμένο ποσό στον εργοδότη για τη μαθήτευσή του.
Αντίθετα, επί συµβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελµα, η εκμάθηση τέχνης εκ µέρους του επέρχεται ως αυτόµατη συνέπεια της εφαρμογής της συµβάσεως και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη και, συνεπώς, επί της συµβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της συµβάσεως αυτής είναι η παροχή εκ µέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αµοιβής, και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύµφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 126/2015, 885/2014, 1080/2014).
Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας συμβατικής σχέσης, που συνδέει τους συμβαλλόμενους, ως σύμβασης έργου, μαθητείας, με τις ειδικότερες μορφές της, εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ’ αυτή οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στα δικαστήρια, τα οποία, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδουν τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, η κρίση τους δε αυτή στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ ΑΠ 20/2006), χωρίς να θεσπίζεται απαγόρευση της αναγνώρισης του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, κατά τη δικαστική διαδικασία, ούτε από τη διάταξη του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος, επί των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (Ολ.
ΑΠ 7/2011, 19 και 20/2007, 18/2006). Εξάλλου, σε περίπτωση άκυρης για οποιοδήποτε λόγο σύμβασης εργασίας, δημιουργείται απλή σχέση εργασίας, ο δε εργαζόμενος, για την εργασία που προσέφερε, δικαιούται να ζητήσει, κατά τις αρχές περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, την αμοιβή που ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας και τις ίδιες συνθήκες, έστω και αν ο μισθωτός γνώριζε την ακυρότητα της σύμβασης εργασίας (ΑΠ 126/2015, 885/2014).
Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθμός 1εδ.α’ Κ.Πολ.Δ, προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2014, 2/2013).
2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα διαδικαστικά έγγραφα, παραδεκτώς επισκοπούμενα (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την από 29-3-2010 αγωγή εξέθεταν ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ιδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) στις 10-10-2005 οι πρώτη, δεύτερη, τρίτη, πέμπτη, έβδομη, όγδοη και ένατος των εναγόντων, στις 15-7-2008 η τέταρτη εξ αυτών, στις 21-11-2005 η έκτη, στις 25-8-2005 η δέκατη και ο δωδέκατος, στις 29-8-2005 η ενδέκατη και στις 29-7-2008 η δέκατη τρίτη με σύμβαση ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2639/1998 (άρθρο 20), προκειμένου να απασχοληθούν στις διοικητικές υπηρεσίες και τις μονάδες υγειονομικής περίθαλψης των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης ανά την Ελλάδα και να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία, σε εκτέλεση σχετικού εργασιακού προγράμματος (stage) και με βάση την .../30-11-2004 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία’ ‘ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΩΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ’ ‘ (ΟΑΕΔ).
Ότι η αρχική σύμβασή τους, διάρκειας 18 μηνών, προσχηματικά αναγραφόταν ως ‘ ‘ Συμφωνητικό Συνεργασίας στο Πλαίσιο του Προγράμματος για την απόκτηση Εργασιακής Εμπειρίας Ανέργων στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης και τον ΟΑΕΔ ...’ ‘ , ενώ στην πραγματικότητα τους ανατέθηκαν καθήκοντα, η φύση και οι συνθήκες παροχής των οποίων είχε όλα τα χαρακτηριστικά της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, εφόσον τελούσαν υπό τον έλεγχο, τις οδηγίες και την εποπτεία του αναιρεσιβλήτου και ειδικότερα:
α) παρείχαν την εργασία τους σταθερά στις υπηρεσίες που τοποθετήθηκαν, εργαζόμενοι επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και από ώρα 07.30 έως 14.30, β) τηρούσαν ημερήσιο ωράριο προσέλευσης- αποχώρησης, το οποίο καταγράφονταν στα Ημερήσια Δελτία Παρουσίας Προσωπικού, γ) κατά την εκτέλεση της εργασίας τους τελούσαν υπό την εποπτεία των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, τα οποία τους κατένειμαν σε συγκεκριμένες θέσεις εργασίας, καθόριζαν τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντά τους, επόπτευαν, έλεγχαν και ενέκριναν την εργασία τους και έλεγχαν την τήρηση του ωραρίου τους, δ) αμείβονταν με σταθερό ποσό ημερησίως και συγκεκριμένα με 30 ευρώ οι πτυχιούχοι ΑΕΙ, ΤΕΙ ή άλλων ισότιμων τίτλων σπουδών και με 25 ευρώ οι διπλωματούχοι ΙΕΚ, απόφοιτοι Λυκείου Γενικής Εκπαίδευσης και ΤΕΛ ή άλλων ισότιμων τίτλων σπουδών και ε) ενώ, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, τοποθετήθηκαν σε θέσεις για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, καθ’ όλη τη διάρκεια της απασχόλησής τους στις υπηρεσίες του εναγομένου είχαν τα περιγραφόμενα για τον καθένα από αυτούς καθήκοντα και αρμοδιότητες, τα οποία είναι καθήκοντα των μονίμων υπαλλήλων αυτού και καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου.
Ότι, με την .../5-6-2007 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΑΕΔ αποφασίσθηκε η παράταση των συμβάσεων των εναγόντων για δώδεκα (12) ακόμη μήνες (πλην της τέταρτης και της δέκατης τρίτης) και καταρτίσθηκε νέο πρόγραμμα, στο οποίο υπήχθησαν με νέα συμφωνητικά συνεργασίας, απασχολούμενοι έως τις 6-1-2010 οι πρώτη και δεύτερη, έως τις 8-1-2010 η τρίτη, έως τις 17-1-2010 η πέμπτη, έως τις 27-1-2010 η έκτη, έως τις 26-2-2010 η έβδομη, έως τις 2-3-2010 η όγδοη, έως τις 9-4-2010 ο ένατος και έως τις 31-1-2010 οι δέκατη, ενδέκατη και δωδέκατος των εναγόντων.
Ότι το εναγόμενο, κατά την ημερομηνία λήξης των συμφωνητικών συνεργασίας, έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, καταγγέλοντας με τον τρόπο αυτό τη σύμβασή τους, η καταγγελία, όμως, αυτή είναι άκυρη, γιατί έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο, χωρίς την τήρηση έγγραφου τύπου και την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.
Ότι, με βάση τα ανωτέρω και την επίκληση ότι στην πραγματικότητα η συνδέουσα τα διάδικα μέρη σύμβαση ήταν αυτή της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και όχι της απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, αφού η απασχόλησή τους ήταν όπως και των άλλων τακτικών υπαλλήλων στις υπηρεσίες που τοποθετήθηκαν, έφερε, δηλαδή, τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εξ αρχής, διότι η πρόσληψή τους με σύμβαση ορισμένου χρόνου δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος και το σκοπό της εργασίας που παρείχαν, ούτε υπαγορευόταν από άλλο ειδικό λόγο, αναγόμενο στις ιδιαίτερες συνθήκες των υπηρεσιών του εναγομένου, αλλά έγινε προς καταστρατήγηση των διατάξεων περί καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον με τις υπηρεσίες τους κάλυπταν συνεχώς από την πρόσληψή τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ζήτησαν, στη συνέχεια, οι ενάγοντες με την αγωγή τους, επικαλούμενοι τις διατάξεις των άρθρων 648 ΑΚ, 1 και 8 του ν. 2112/1920 και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, τα εξής: 1) να αναγνωρισθεί ότι παρείχαν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, 2) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της ατομικής συμβάσεως εργασίας του καθενός από αυτούς, 3) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους στις ίδιες θέσεις που κατείχαν πριν την απόλυσή τους, 4) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να τους καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά για μισθολογικές διαφορές και αποδοχές του αναφερόμενου χρονικού διαστήματος (για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποζημίωση λόγω μη χορηγήσεως ετήσιας άδειας ανάπαυσης και επίδομα αδείας, καταβληθέντων και καταβλητέων αποδοχών κ.λ.π., καθώς και μισθούς υπερημερίας, άλλως αποζημίωση απόλυσης) και όλα αυτά τα ποσά σύμφωνα με τις αποδοχές των άλλων εργαζομένων του εναγομένου με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, επικουρικά ποσά ίσα με αυτά που θα ελάμβαναν αν υπήρχε η δυνατότητα να αναγνωρισθεί ο πραγματικός χαρακτήρας της σχέσης που τους συνδέει με το εναγόμενο ως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου βάσει της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και όλως επικουρικώς, αν ήθελε κριθεί ότι οι συμβάσεις εργασίας τους ήταν άκυρες, με δεδομένο ότι εκτελέσθηκαν και οι ενάγοντες παρείχαν ακριβώς την ίδια εργασία, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, τις αποδοχές που θα ελάμβανε άλλος εργαζόμενος με έγκυρη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 206/2012 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία απέρριψε ως μη νόμιμα τα αιτήματα για καταβολή αποζημίωσης απόλυσης της δεύτερης ενάγουσας και ως παραγεγραμμένα τα αιτήματα καταβολής μισθών υπερημερίας, άλλως αποζημίωσης απόλυσης του ένατου ενάγοντος. Ακολούθως έκανε δεκτή την αγωγή των πρώτου έως όγδοου και δέκατου έως δέκατου τρίτου των εναγόντων και εν μέρει δεκτή την αγωγή ως προς τον ένατο ενάγοντα και ειδικότερα αναγνώρισε ότι οι πρώτοι εξ αυτών συνδέονται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους ήταν άκυρη, υποχρέωσε το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους και επίσης αναγνώρισε την υποχρέωσή του να καταβάλει τα αναλυτικά αναφερόμενα για τον καθένα χρηματικά ποσά.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση το εναγόμενο, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, η οποία δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που μεταβιβάσθηκε ενώπιόν του είναι νομικά αβάσιμη, καθόσον, σε σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους, δέχθηκε τα ακόλουθα: ‘ ‘ Όπως εκτίθεται στην αγωγή, όλες οι σχετικές συμβάσεις και οι ανανεώσεις τους, που επικαλούνται οι ενάγοντες, καταρτίσθηκαν μετά την ισχύ των διατάξεων των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (6-4-2001), οπότε οποιαδήποτε σύμβαση με το Δημόσιο, με Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ΝΠΔΔ και επιχειρήσεις που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, εφόσον δεν ακολουθηθεί η από το νόμο οριζόμενη διαδικασία για τη σύναψή τους, αφενός μεν είναι άκυρη και αφετέρου δεν επιτρέπεται η μετατροπή της από ορισμένου σε αορίστου χρόνου.
Ότι, συνεπώς, η κατ’ αυτόν τον τρόπο και χωρίς την τήρηση των προβλεπόμενων από την παρ. 7 του άρθρου 103 του Συντάγματος διατυπώσεων μονιμοποίηση και κατ’ επέκταση η δικαστική αναγνώριση ύπαρξης μιας τέτοιας (παράνομης) εργασιακής σχέσης δεν επιτρέπεται. Ως εκ τούτου, ακόμη και αν πρόκειται για συμβάσεις που προσχηματικά χαρακτηρίσθηκαν ορισμένου χρόνου, παρότι οι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, τα αιτήματα να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με το αναιρεσίβλητο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί αυτό να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους είναι μη νόμιμα.
Ότι, περαιτέρω, όπως επικαλούνται οι ενάγοντες, τα συμφωνητικά συνεργασίας καταρτίσθηκαν με βάση τις .../23-2-2004 και ...10-4-2008, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων του άρθρου 32 παρ. 12 του ν. 3234/2004, και όπως αναφέρεται στις σχετικές Υπουργικές Αποφάσεις, σκοπός του προγράμματος είναι η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, η προσαρμογή των επαγγελματικών προσόντων στην εξέλιξη και τις ανάγκες της αγοράς εργασίας, στον τομέα της ειδίκευσής τους, ανέργων πτυχιούχων ΑΕΙ, ΤΕΙ, διπλωματούχων ΙΕΚ, αποφοίτων Λυκείου Γενικής Εκπαίδευσης, ΤΕΑ, ΕΠΛ ΤΕΕ, καθώς και η εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης στη διεκπεραίωση των εργασιών χορήγησης ασφαλιστικών παροχών, η εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών των μονάδων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας υγειονομικής περίθαλψης των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης.
Ότι στις ίδιες αποφάσεις προβλέπεται η διάρκεια του προγράμματος, η κατανομή των θέσεων και των ειδικοτήτων, ο αριθμός των ανέργων που θα καλυφθεί, τα ποσοστά σε γυναίκες και άνδρες, η διαδικασία υποβολής των αιτήσεων, η μοριοδότηση, τα δικαιολογητικά, οι εκθέσεις αξιολόγησης, το ωράριο απασχόλησης, οι απολύσεις, οι απουσίες, οι άδειες, οι αποζημιώσεις των ασκουμένων, οι διαδικασίες παρακολούθησης και ελέγχου του προγράμματος, η χρηματοδότηση από τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης και τον ΟΑΕΔ και ότι η δαπάνη βαρύνει το ΙΚΑ.
Ότι από τις σχετικές διατάξεις συνάγεται ότι πρόκειται για συμβάσεις μαθητείας με προέχοντα στοιχεία την παροχή εκπαίδευσης στους μαθητευόμενους, αλλά και την παροχή υπηρεσιών εκ μέρους τους, όπως αναφέρεται ρητά στο σκοπό του προγράμματος, με ειδική νομοθετική ρύθμιση όσον αφορά τους όρους αμοιβής, το χρόνο απασχόλησης, τις άδειες, τις απουσίες, τις αποζημιώσεις και τους λοιπούς όρους απασχόλησης, στους οποίους υπήχθησαν οι ενάγοντες, καθένας ατομικά, με βάση τα συμφωνητικά συνεργασίας που υπέγραψαν και ως εκ τούτου δεν μπορεί να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας σχετικά με τις νόμιμες αποδοχές, τα επιδόματα εορτών και αδείας, την αποζημίωση αδείας, την αποζημίωση απολύσεως και την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, που αφορούν τους εργαζόμενους που συνδέονται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, γιατί τα σχετικά θέματα ρυθμίζονται από τις προαναφερόμενες Υπουργικές Αποφάσεις.
Ότι, από το σκοπό και μόνο της απόκτησης εργασιακής εμπειρίας συνάγεται ότι προέχον στοιχείο δεν ήταν η έναντι μισθού παροχή παραγωγικής εργασίας, αλλά κυρίως η εκμάθηση και ειδίκευση, όπως συνάγεται και από τις διατάξεις περί εκθέσεων αξιολόγησης και προόδου. Ότι, αν ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι τα προγράμματα απασχόλησης ανέργων στα οποία συμμετείχαν οι ενάγοντες, αφορούσαν πολλούς φορείς απασχόλησης πανελλαδικά και όχι μόνο το εναγόμενο, ότι η αρχική διάρκειά τους παρατάθηκε για δώδεκα ακόμη μήνες, όχι με πρωτοβουλία του εναγομένου, αλλά στα πλαίσια σχετικής Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομίας-Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, δεν μπορεί και εξ αυτού του λόγου να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός για διαδοχικές συμβάσεις εργασίας, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, για συμβάσεις μαθητείας, στις οποίες συμμετείχαν οι ενάγοντες βάσει των όρων συμμετοχής και των προϋποθέσεων που όριζαν οι .../23-2-2005 και ...10-4-2008, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 20 παρ. 15 του ν. 2639/1998, για την υλοποίηση από το εναγόμενο προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας και οι οποίοι, μετά το πέρας των χρονικών ορίων διαρκείας των εν λόγω προγραμμάτων, απολύθηκαν.
Συνεπώς, οι όροι αμοιβής και απασχόλησης καθορίζονται από τις ειδικές διατάξεις που περιέχονται στις πιο πάνω Υπουργικές Αποφάσεις και οι ενάγοντες δεν δικαιούνται τις αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων, αφού δεν συνδέονταν με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά με σύμβαση μαθητείας, ούτε όμως και με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού μπορούν να αξιώσουν τις αποδοχές αυτές, αφού οι διατάξεις των άρθρων 904 και επόμενα ΑΚ, οι οποίες είναι επιβοηθητικές, εφαρμόζονται σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας.
Ότι για τους ίδιους λόγους δεν δικαιούνται δώρα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας, δεδομένου ότι αυτά δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου οι εργαζόμενοι που συνδέονται με τον εργοδότη τους έστω και με απλή σύμβαση εργασίας, που στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται’ ‘ . Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή κατά το μέρος που μεταβιβάστηκε ενώπιόν του, επομένως και όσον αφορά την επικουρική βάση της αγωγής, περί υπάρξεως απλής σχέσης εργασίας, σύμφωνα με την οποία οι συμβάσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, μπορεί κατά νόμο να είναι άκυρες, λειτούργησαν όμως στην πραγματικότητα ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου και, συνεπώς, εδικαιούντο οι ενάγοντες να λαμβάνουν κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού την αμοιβή που θα ελάμβαναν άλλοι, αντί αυτών, εργαζόμενοι, απασχολούμενοι με έγκυρη σχέση εργασίας.
Δηλαδή, παρότι στο αγωγικό δικόγραφο, όπως τούτο εκτέθηκε στη σκέψη υπ’ αριθμ.2 , οι αναιρεσείοντες εξέθεταν λεπτομερώς περισσότερα του ενός συγκεκριμένα χαρακτηριστικά στοιχεία, με βάση τα οποία ισχυρίζονταν ότι οι καταρτισθείσες και συνδέουσες αυτούς με το αναιρεσίβλητο-επιτρεπόμενες κατά νόμο επιδοτούμενες συμβάσεις εργασίας- και ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό τους ως ‘ ‘ Συμφωνητικών Συνεργασίας στο πλαίσιο του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης και τον ΟΑΕΔ"‘ , ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και ως τέτοιες λειτούργησαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και όχι ως συμβάσεις αποκτήσεως εργασιακής εμπειρίας, αιτούμενοι, ενόψει αυτών, τις αναφερόμενες μισθολογικές διαφορές, αποζημιώσεις και επιδόματα, ως προς τα οποία το Εφετείο ουδέν περί της νομικής επάρκειας της αγωγής διέλαβε, με βάση τα ιστορούμενα σε αυτή, σε κάθε δε περίπτωση εξέθεταν ότι κάλυπταν κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα τόσο της αρχικής, όσο και της μεταγενέστερης σύμβασης, τις ίδιες ανάγκες που κάλυπταν και οι τακτικοί υπάλληλοι του αναιρεσιβλήτου, εκτελώντας ολοκληρωμένα προς τούτο καθήκοντα, υπό τον έλεγχο και την εποπτεία των οργάνων του, σε τρόπο ώστε η αγωγή, έχοντας το προεκτεθέν περιεχόμενο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, σε συνδυασμό με το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, να παρίσταται ως νόμιμη, αυτό απέρριψε την επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ως μη νόμιμη.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1α του Συντάγματος, 20 παρ. 15 του ν. 2639/1998, 32 παρ. 12 του ν. 3234/2004, 648επ., 904 επ. ΑΚ. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1εδ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και ο τρίτος λόγος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, αληθώς όμως από τον αριθμό 1 εδ.
α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμοι.
3. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως ‘ ‘ πράγματα’ ‘ θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ ΑΠ 8/2013,14/2004, 2/1989).
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 12/1991), τούτο δε συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 11/1996, ΑΠ 984/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από αυτούς και ειδικότερα τους αγωγικούς ισχυρισμούς τους, ότι αυτοί συνδέονταν με το αναιρεσίβλητο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, οι οποίοι είναι ουσιώδεις για τη θεμελίωση των αγωγικών αξιώσεών τους.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το εφετείο έλαβε μεν υπόψη του τους ως άνω αγωγικούς ισχυρισμούς, πλην όμως τους απέρριψε ως μη νόμιμους.
4. Ενόψει όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση, κατά παραδοχή των ανωτέρω λόγων της, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει, ως προς την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). 5.
Όσον αφορά το ύψος των αποδοτέων δικαστικών εξόδων, παρατηρητέα τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους διατάξεων", σε συνδυασμό με την παρ.2 της υπ’ αριθ. ..., από 8-12-1992/20-1-1993 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του ν. 1738/1987, στις δίκες με το Δημόσιο, η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου, που αποδίδεται από το δικαστήριο στο νικώντα διάδικο, δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από 100.000 δραχμές και ήδη, με μικρή στρογγυλοποίηση, από 300 ευρώ.
Η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται και υπέρ των νομικών προσώπων, των οποίων η νομική υπηρεσία διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 22 παρ.3 του ν. 3693/1957). Τέλος, σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 9 του ν.δ. 2698/1953, η νομική υπηρεσία του ΙΚΑ διεξάγεται προεχόντως δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και, επομένως, η ως άνω διάταξη του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 εφαρμόζεται και σε δίκες, στις οποίες διάδικος είναι το ΙΚΑ (ΑΠ 1467/2014, 675/2009, ΑΠ 317/2007).
Επομένως, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσιβλήτου πρέπει να επιβληθούν μειωμένα, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 2567/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ.