Legislator Case Law & Legislation
217/2016 AI generated

217/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 217/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 217 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

217/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 217 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
expatriation allowance paternity allowance parents' pension childcare costs deduction extraordinary marital contribution household allowance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 217 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 217/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Τόλη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Χαλκίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/4/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5795/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2322/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26/9/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης ανέγνωσε την από 20/2/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Δημητρίου Γεώργα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως κατά της 2322/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1254/10, ΑΠ 179, 495/13 ΑΠ 2119/2014). Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 806 ΑΚ η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την κατά της αναιρεσίβλητης ασκηθείσα και επί της ως άνω διατάξεως θεμελιωθείσα ένδικη αγωγή του δεχθείσα με ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού που αναφέρεται στο πραγματικό της εφαρμοσθείσας ως άνω διατάξεως την κατάρτιση μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης συμβάσεως δωρεάς και όχι δανείου, παρόλο που τα ως αποδειχθέντα, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την κρίση αυτή επιβάλλοντας την αποδοχή της αγωγής ως ουσιαστικά βάσιμης. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθ. 561§2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, μετ’ εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι είναι εκ πλαγίου συγγενείς εξ αίματος τρίτου βαθμού (θείος και ανηψιά από αδελφό). Το Πάσχα του 2007 η εναγομένη μαζί με το μέλλοντα τότε σύζυγο της Δ. Τ., που κατοικούσαν μόνιμα στη Θεσσαλονίκη και επρόκειτο να παντρευτούν τον Ιούλιο του ίδιου έτους, ήλθαν για διακοπές στην ..., όπου, ο πατέρας της τελευταίας και αδελφός του ενάγοντος Α. Μ. καθώς και τα τρία αδέλφια του διατηρούν εξοχικές κατοικίες. Η εναγομένη, ο ως άνω σύζυγος της, η αδελφή της Ν. Μ. και ο σύζυγος αυτής Α. Φ., που είναι όλοι μηχανικοί, και συγκεκριμένα οι αδελφές Μ. αρχιτέκτονες μηχανικοί, ο σύζυγος της εναγομένης μηχανολόγος μηχανικός και ο σύζυγος της αδελφής της ηλεκτρολόγος μηχανικός, είχαν τότε αποφασίσει να συστήσουν μία οικοδομική - κατασκευαστική εταιρία και διαπραγματεύονταν την αγορά, στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους αυτής δραστηριότητας, ενός οικοπέδου στη Θεσσαλονίκη με σκοπό την ανέγερση σ’ αυτό πολυώροφης οικοδομής. Επειδή εξέταζαν κάποια προβλήματα πολεοδομικού χαρακτήρα που διέβλεπαν ότι θα προκύψουν στη διαδικασία της αδειοδότησης της οικοδομής στο συγκεκριμένο ακίνητο η εναγομένη μαζί με το μέλλοντα τότε σύζυγο της, αποφάσισαν να καταφύγουν στη βοήθεια του ενάγοντος και να ζητήσουν τη συμβουλή του, ο οποίος είναι πολιτικός μηχανικός από το 1975 και διέθετε μεγάλη εμπειρία. Πράγματι, αφού παρήλθαν οι εορτές του Πάσχα, πριν αναχωρήσουν από την Αθήνα για τη Θεσσαλονίκη, και συγκεκριμένα στις 12-4-2007 η εναγομένη μαζί με το μέλλοντα τότε σύζυγο της επισκέφθηκαν, για το σκοπό αυτό τον ενάγοντα, κατόπιν πρόσκλησης του τελευταίου στο γραφείο του στην οδό ... Φεύγοντας από το γραφείο του, μετά το πέρας της συνάντησης, αφού τον ευχαρίστησαν για την βοήθεια του, ο ενάγων πρόσφερε στην εναγομένη σε κλειστό φάκελο μία επιταγή της Εθνικής Τράπεζας σε διαταγή της εναγομένης, ποσού 100.000 ευρώ. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι, το ποσό αυτό αποτελούσε δάνειο που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων την ημέρα εκείνη, όταν η εναγομένη του ζήτησε αυτό το ποσό ως δάνειο, αποδοτέο στις 31.12.2009, προκειμένου να ανταπεξέλθει η τελευταία στις υποχρεώσεις και τα έξοδα του επικείμενου γάμου της, ενώ η εναγομένη, που συνομολογεί ότι έλαβε την επιταγή με το χρηματικό αυτό ποσό, αρνείται ότι το είχε λάβει για την παραπάνω αιτία και ισχυρίζεται, ότι αυτό το ποσό αποτελεί δωρεά που έγινε σε αυτήν από τον ενάγοντα θείο της για τον επικείμενο γάμο της. Το Δικαστήριο, για να εκτιμήσει τους ισχυρισμούς αυτούς των διαδίκων, κρίνοντας εάν η σύβαση που συνήφθη μεταξύ τους αποτελεί άτοκο δάνειο ή δωρεά θα λάβει υπόψη του όλες τις οικονομικές και συγγενικές σχέσεις των διαδίκων μέχρι την συγκεκριμένη ως άνω χρονική στιγμή. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων μαζί με τα υπόλοιπα τρία αδέλφια του Χ. Μ., Α. Μ. (πατέρα της εναγομένης) και Ε. συζ. Π. Λ. είχαν συστήσει από το 1980 ομόρρυθμη εμπορική εταιρία με την επωνυμία "Κ. Π. Μ. και Σία ΟΕ" με αντικείμενο την κατασκευή οικοδομών. Η εταιρία αυτή από τη σύσταση της έως και το έτος 2008 είχε αποκτήσει μεγάλο κύκλο εργασιών και σημαντική ακίνητη περιουσία που αποτιμάται σε εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ. Η διεύθυνση, η διαχείριση και η εκπροσώπηση της εταιρίας ανατέθηκε από την έναρξη της λειτουργίας της στον ενάγοντα Κ. Μ., καθόσον αυτός ήταν πολιτικός μηχανικός ενώ οι υπόλοιποι μετείχαν σ’ αυτήν ως ομόρρυθμα μέλη και κατά ποσοστό 25% ο καθένας, καθόσον δεν είχαν ιδιαίτερες τεχνικές γνώσεις, αφού ασχολούνταν ο μεν Χ. με ξυλουργικές εργασίες, ο Α. είχε εταιρία τουριστικών μεταφορών, ενώ η Ε. Λ. ήταν σχεδιάστρια. Όμως εργάζονταν στην εταιρία αναλαμβάνοντας διάφορες εξωτερικές και άλλες εργασίες, όπως επίβλεψη των συνεργείων κλπ. Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της εταιρίας τα αδέλφια του ενάγοντος με σειρά συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων είχαν χορηγήσει στον τελευταίο την πληρεξουσιότητα να ενεργεί κάθε πράξη διαχείρισης επ’ ονόματι και για λογαριασμό τους, να τους εκπροσωπεί σε όλες τις σχέσεις και συναλλαγές με οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο και με οποιαδήποτε δημόσια, δικαστική, αστυνομική, οικονομική αρχή ή υπηρεσία, να καταβάλει ή να καταθέτει χρηματικά ποσά σε τρίτους ή σε τράπεζες ή σε δημόσια ταμεία, καθώς και να λαμβάνει από αυτούς οποιαδήποτε ποσά από την αγορά και πώληση των ακινήτων, που κατασκεύαζαν. Και ενώ οι σχέσεις μεταξύ των αδελφών υπήρξαν ιδιαιτέρως αρμονικές, καθώς τα αδέλφια του ενάγοντος ψυχράνθηκαν. Αιτία του γεγονότος αυτού υπήρξε το αίτημα των υπολοίπων αδελφών του ενάγοντος να γίνει διανομή της ακίνητης και κινητής περιουσίας, των τραπεζικών λογαριασμών και των μετοχών της κοινής επιχείρησης, με αφορμή την αποχώρηση τους από την εταιρία λόγω συνταξιοδότησης. Ο ενάγων αρνήθηκε να παραχωρήσει σ’ αυτούς την μερίδα που τους αναλογούσε, ισχυριζόμενος ότι δεν δικαιούνται τίποτα διότι όλη η περιουσία της εταιρίας οφειλόταν αποκλειστικά στον ίδιο, με συνέπεια να ξεκινήσει σειρά δικαστικών διενέξεων μεταξύ τους. Μάλιστα σε βάρος του τελευταίου κατέθεσαν την από 1-9-2010 μήνυση για πλαστογραφία με χρήση του από 31-10-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο αποχωρούσαν από την εταιρία μεταβιβάζοντας τα εταιρικά τους μερίδια στον ενάγοντα, από την οποία το συνολικό όφελος που αποσκοπούσε να αποκομίσει ο δράστης (εν προκειμένω ο ενάγων) υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ. Η μήνυση αυτή τέθηκε στο αρχείο με την με αριθμ. 12/2012 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Στη συνέχεια άσκησαν κατά του ενάγοντος αγωγή λογοδοσίας στις 27-10-2010, αναγνώρισης ακυρότητας του παραπάνω ιδιωτικού συμφωνητικού στις 2.9.2010, επί των οποίων δεν προέκυψε εάν έχουν εκδοθεί αποφάσεις. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι για φορολογικούς λόγους συμμετείχαν στην ομόρρυθμη εταιρία τα αδέλφια του, για να επιμερίζεται δηλαδή ο φόρος που ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει και ότι ουσιαστικά εργάζονταν σ’ αυτήν με μηνιαίο μισθό, που αυτός τους κατέβαλε. Αποδείχθηκε όμως ότι όλα τα αδέλφια του ενάγοντος και ο πατέρας της εναγομένης είχαν στην κυριότητά τους μεγάλη ακίνητη περιουσία από την συμμετοχή τους στην ως άνω εταιρία. Ακόμη, όπως δεν αμφισβητείται από τον ενάγοντα αυτός έδινε μεγάλα χρηματικά ποσά σε όλα τα μέλη της οικογένειας των αδελφών του χωρίς να ζητάει να του τα επιστρέφουν. Συγκεκριμένα παραχώρησε στην ανηψιά του (κόρη της αδελφής του) Δ. Λ. στις 20-6-2003, το ποσό των 152.840,54 ευρώ ως βοήθημα για την έναρξη της καριέρας της ως αρχιτέκτονος μηχανικού, στην ανηψιά του (κόρη του Α. και αδελφή της εναγομένης) Ν. Μ. στις 17-6-2005, το ποσό των 80.000 ευρώ για να αντιμετωπίσει τα έξοδα του γάμου της και του νέου σπιτικού της και στην εναγομένη, όπως προαναφέρθηκε το ποσό των 100.000 ευρώ στις 12-4-2007 για τον ίδιο ως άνω λόγο. Όπως ο ίδιος ο μάρτυρας του ενάγοντος Δ. Μ. κατέθεσε στην με αριθμ. .../2012 ένορκη βεβαίωση του, ο ενάγων έδινε δανεικό μεγάλα χρηματικά ποσά στους συγγενείς του, χωρίς τελικά να τα ζητάει να του τα επιστρέψουν. Βέβαια καταθέτει ότι ο ενάγων βλέποντας ότι οι συγγενείς του δεν είχαν πρόθεση να του επιστρέψουν τα χρηματικά αυτά ποσά αναγκάστηκε να τα ζητήσει με εξώδικα. Όμως το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων έδωσε στις ανηψιές του τα παραπάνω χρηματικά ποσά ως δωρεές και όχι ως δάνεια, διότι στην τελευταία αυτή περίπτωση θα ζητούσε να του επιστραφούν πολύ νωρίτερα και δεν θα ανέμενε επί επτά, πέντε και τρία χρόνια αντίστοιχα για να αποστείλει την ίδια ημέρα στις 19-3-2010 σε όλες τις ανηψιές του αντίστοιχες εξωδίκους ζητώντας την επιστροφή των χρημάτων αυτών και μάλιστα μετά την διάρρηξη των σχέσεων του με τους αδελφούς του. Άλλωστε, ακόμη και αν δεχθούμε τον ισχυρισμό του ενάγοντος ότι η συμμετοχή των αδελφών του στην εταιρία ήταν τυπική, ο ενάγων, επειδή απαλλασσόταν από φορολογικό βάρη, καθόσον αυτά επιμεριζόταν στα τέσσερα, έδινε στις ανηψιές του μεγάλα ποσά ως αντίβαρο της διευκόλυνσης αυτής. Αυτός ήταν και ο λόγος, που όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, δεν ζητούσε να του επιστρέψουν τόσο μεγάλα χρηματικά ποσά, απορριπτόμενου του ισχυρισμού του ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε ιδιαίτερη υποχρέωση εκ μέρους του να προβεί, σε δωρεά τόσο μεγάλου χρηματικού ποσού στην εναγομένη ανηψιά του, ενόψει και του γεγονότος ότι δεν είχαν στενές επαφές ούτε ιδιαίτερες σχέσεις, επειδή η τελευταία από το 2004 διέμενε στη Θεσσαλονίκη. Αν τα χρήματα αυτά δεν αποτελούσαν δωρεά για το γάμο της εναγομένης, όπως τότε που τα έδωσε ένοιωθε ο ενάγων, αλλά αποτελούσαν δάνειο, οπωσδήποτε στο φωτοαντίγραφο της επίμαχης επιταγής που κράτησε ο τελευταίος για την εξασφάλιση του θα ανέγραφε την αιτία που δόθηκε "δάνειο" και την ημερομηνία επιστροφής του, όπως άλλωστε ισχυρίζεται ο ενάγων ότι έδωσε εντολή στη γραμματέα του να σημειώσει πάνω σ’ αυτό κατά την αρχειοθέτηση του εν λόγω φωτοαντιγράφου. Οι καταθέσεις συνεπώς των μαρτύρων του ενάγοντος της συνεργάτιδας του Σ. Γ. και Α. Κ., που την συνδέει υπαλληλική σχέση με αυτόν, που κατέθεσαν η μεν πρώτη ότι στις 12-4-2007, που μετέβη στο γραφείο του ενάγοντος τον είδε να κρατά μία επιταγή και απευθυνόμενος στην γραμματέα του Α. Κ. της έδωσε να την φωτοτυπήσει και σε ερώτηση της αν θα πρέπει να ετοιμάσει απόδειξη παράδοσης της εκείνος της είπε ότι αφορά δάνειο προς την ανηψιά του Α., που στην συνέχεια εξήλθε του γραφείου του με τον σύζυγο της και ότι για απόδειξη θα έχει την φωτοτυπία της επιταγής με την εντολή να σημειώσει πάνω σ! αυτήν την ημερομηνία επιστροφής του δανείου, η δε δεύτερη επιβεβαίωσε τα παραπάνω, δεν κρίνονται πειστικές, καθόσον αναιρούνται από τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία - αλλά και διότι σε κάθε περίπτωση, εάν αποτελούσε δάνειο, έπρεπε να καταχωρηθεί η επιταγή αυτή στα λογιστικά βιβλία (εσόδων και εξόδων) της εταιρίας, σύμφωνα με τον κώδικα βιβλίων και στοιχείων, που ίσχυε τότε, σε ιδιαίτερο χώρο των βιβλίων, με ημερομηνία επιστροφής του ποσού του δανείου, κάτι τέτοιο όμως ο ενάγων δεν επικαλείται ούτε και αποδείχθηκε. Καθοριστικό όμως της κρίσης του Δικαστηρίου για το ότι το ποσό των 100.000 ευρώ δεν αποτελούσε δάνειο, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, είναι ότι η εναγομένη τοποθέτησε τα χρήματα αμέσως μόλις τα έλαβε σε προθεσμιακό λογαριασμό, γεγονός που συνομολογείται και από τον ενάγοντα, αρχικά στην Τράπεζα Citibank (από 24-4-2007) και εν συνεχεία στην Τράπεζα Πειραιώς, η τελευταία δε απόδειξη προθεσμιακής κατάθεσης με ημερομηνία 7-8-2009 λήγει στις 8-2-2010. Αποδεικνύεται δηλαδή ότι η εναγομένη δεν χρησιμοποίησε το ποσό αυτό της επιταγής που της δόθηκε, όχι μόνο για να αντιμετωπίσει τα έξοδα του επικείμενου γάμου της, όπως αναφέρει ο ενάγων στην από 18-3-2010 εξώδικη δήλωση του που απέστειλε στην τελευταία, αλλά ούτε και για την κάλυψη οποιασδήποτε άλλης οικονομικής ανάγκης της για διάστημα τριών περίπου ετών, γεγονός, που δεν θα συνέβαινε εάν το ποσό αυτό αποτελούσε δάνειο, αφού από την φύση του το δάνειο δίδεται στον δανειολήπτη για την κάλυψη οικονομικών ή άλλων αναγκών του. Εξάλλου στην από 7-4-2010 κοινή εξώδικη δήλωση που απέστειλαν στον ενάγοντα συγγενικά του πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και η εναγομένη, απαντώντας στην ως άνω εξώδικη δήλωση του, αρνείται η τελευταία ότι είχε προβεί ο ενάγων σε οποιαδήποτε οικονομική διευκόλυνση προς αυτή, επισημαίνοντας ότι ο τελευταίος έχει εισπράξει το προϊόν εκατοντάδων συμβολαίων μεταβίβασης ακινήτων χωρίς να τους δώσει λογαριασμό και γι’ αυτό του ανακάλεσαν την πληρεξουσιότητα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η οικονομική κατάσταση της εναγομένης και της οικογένειας της, όπως αναλυτικότερα αναφέρεται παρακάτω, ήταν τέτοια ώστε να μην έχει ανάγκη να δανεισθεί από τον ενάγοντα θείο της. Πιο συγκεκριμένα προέκυψε ότι η εναγομένη διατηρούσε λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα με συνδικαιούχους τη μητέρα και τις δύο αδελφές της, το ύψος του οποίου είχε ανέλθει τον Απρίλιο του 2007 στο ποσό των 800.000 ευρώ περίπου. Εξάλλου, κατά τον ίδιο χρόνο η εναγομένη διέθετε ακίνητη περιουσία και συγκεκριμένα είχε στην κυριότητα της δύο ισόγεια καταστήματα, ένα στην Καλλιθέα, επί της οδού ..., εμβαδού 76 τ.μ. και ένα στο Παλαιό Φάληρο, επί της οδού ..., εμβαδού 65 τ.μ. Τα ακίνητα αυτά είχε εκμισθώσει σε τρίτους και είχε εισπράξει το έτος 2007 μισθώματα συνολικού ύψους 14.875 ευρώ. Μάλιστα το έτος 2008 τα εισοδήματα της εναγομένης από μισθώματα ανήλθαν συνολικά σε 19.661 ευρώ, ενόψει της απόκτησης από την τελευταία με γονική παροχή ενός ακόμη ακινήτου στην Καλλιθέα, στην οδό .... Εξάλλου η εναγομένη εργαζόταν ως αρχιτέκτονας μηχανικός και αποκόμιζε έσοδα από το επάγγελμα της αυτό, είχε δε αποκομίσει το έτος 2007 καθαρά έσοδα 8.106,45 ευρώ, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη φορολογική της δήλωση. Περαιτέρω το ίδιο έτος (2007) αποκτήθηκε στο όνομα της συσταθείσας, την 21-7-2007, ως άνω μεταξύ της εναγομένης, του συζύγου της, της αδελφής της και του γαμπρού της εταιρίας με την επωνυμία "Α. Φ. Δ.Τ.-Ν. Μ.- Α. Μ. και Σία ΟΕ - Οικοδομικές Επιχειρήσεις" ένα οικόπεδο εμβαδού 1.408,71 τ.μ. στο Δημοτικό Διαμέρισμα Εξοχή του Δήμου Χορτιάτη Θεσσαλονίκης. Αλλά και ο πατέρας της εναγομένης και αδελφός του ενάγοντος Α. Μ. αποδεικνύεται ότι διέθετε αξιόλογη ακίνητη περιουσία και ότι αποκόμιζε σημαντικά εισοδήματα από την εκμετάλλευση και εκμίσθωση πολλών ακινήτων σε διάφορες περιοχές της Αττικής. Ο τελευταίος μάλιστα το 2008 μεταβίβασε στην εναγομένη, λόγω γονικής παροχής, ένα διαμέρισμα του τρίτου ορόφου πολυκατοικίας που βρίσκεται στη Βούλα, επί της οδού ..., συνολικού εμβαδού 187,50 τ.μ. Τέλος και ο σύζυγος της εναγομένης Δ. Τ. διέθετε ακίνητη περιουσία στη Θεσσαλονίκη και στα Φιλιατρά Μεσσηνίας, εργαζόταν ως μηχανολόγος μηχανικός, έχοντας" αποκομίσει το έτος 2007 καθαρά κέρδη 8.668,74 ευρώ, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη φορολογική του δήλωση, ενώ είχε καταθέσεις στην Τράπεζα Αλφα συνολικού ποσού 60.000 ευρώ περίπου. Το γεγονός ότι η εναγομένη έλαβε δάνειο ποσού 178.800 ευρώ από την τράπεζα Γιούρομπανκ Εργασίας Α.Ε στις 23-2-2010 και ότι στις 31-8-2009 έγινε τροποποίηση της ως άνω εταιρίας, που είχε συστήσει, από ομόρρυθμη σε ετερόρρυθμη και η εναγομένη με την αδελφή της Ν. κατέστησαν ετερόρρυθμα μέλη, δεν υποδηλώνει ανάγκη της εναγομένης για χρήματα, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων, αλλά ανάγκη της να καλύψει τα έξοδα της επιχειρηματικής της δραστηριότητας το δεύτερο εξάμηνο του 2009 και δεν αναιρεί το γεγονός ότι τον Απρίλιο του 2007, ήτοι δυόμιση χρόνια πριν, δεν είχε ανάγκη λήψης κανενός είδους δανείου. Ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι το ποσό των 100.000 ευρώ είναι υπερβολικό για γαμήλιο δώρο σε σχέση με το καθαρό κέρδος του από την επιχειρηματική του δραστηριότητα την χρήση του 2007, που ανέρχονταν σε 95.454 ευρώ και ότι έχει τρία τέκνα, εκ των οποίων η κόρη του Γ. βρίσκεται στην Αγγλία για μεταπτυχιακές σπουδές, η Α. σπουδάζει στη Νομική σχολή Αθηνών και ο Π.-Κ. είναι μαθητής του Κολεγίου Αθηνών, με συνέπεια να αδυνατεί να προσφέρει τέτοιου ύψους δώρα, δεν κρίνεται εν προκειμένω πειστικός, αφού αποδεικνύεται ότι ο ίδιος είχε μεγάλη ακίνητη περιουσία και είχε την οικονομική δυνατότητα να προβαίνει σε τέτοιου είδους δωρεές, όπως προαναφέρθηκε. Άλλωστε, όπως προκύπτει από το έντυπο Ε2 της παραπάνω χρήσης του Α. Μ., που συμμετείχε στην εταιρία κατά ποσοστό 25%, δήλωσε εισοδήματα από μισθώματα το ποσό των 66.751,99 €, το ίδιο δε ποσό δήλωσε και ο ενάγων, αφού ήταν συνιδιοκτήτες πολλών ακινήτων κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας λόγω της συμμετοχής τους στην εταιρία και συμπλήρωναν από κοινού το έντυπο Ε2 προς αποφυγή λαθών, όπως κατέθεσε στην με αριθμ. .../2014 ένορκη βεβαίωση του ο .Α. Μ., αλλά και προκύπτει από το παραπάνω έντυπο, στο οποίο από τα 82 συνολικά ακίνητα, τα 49 ανήκουν α’ αυτόν κατά ποσοστό 1/4. Όπως κατέθεσε ο παραπάνω μάρτυρας, στην ίδια βεβαίωση ο ενάγων ήταν ιδιοκτήτης και άλλων ακινήτων, πέραν αυτών που ανήκαν στην εταιρία και είχε έσοδα από την εκμίσθωση όλων των ακινήτων του το ποσό των 303.669,97 ευρώ για την χρήση του 2007, ενώ για την χρήση του 2008 από την ίδια αιτία τα έσοδα του ανέρχονταν στο ποσό των 448.058,22 ευρώ. Αλλά και ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι επειδή το ποσό αυτό δόθηκε τρεις περίπου μήνες πριν από το γάμο της εναγομένης συνηγορεί υπέρ της εκδοχής ότι επρόκειτο στην πραγματικότητα για δάνειο, είναι αβάσιμος, αφού ο γάμος της εναγομένης που είχε προγραμματισθεί \τα τον Ιούλιο του 2007 είχε ήδη ανακοινωθεί από το τέλος του προηγούμενου έτους στο οικογενειακό της περιβάλλον. Τέλος το ότι το ποσό των 100.00 ευρώ ήταν δωρεά και όχι δάνειο επιβεβαιώνει με την υπ’ αριθμ. .../16-5-2012 ένορκη κατάθεσή της και η μητέρα του ενάγοντος και γιαγιά της εναγομένης, Α. Μ., η οποία μάλιστα εκφράζει την πικρία της για την πλεονεξία του ενάγοντος απέναντι στα αδέλφια του, που δούλευαν για να σπουδάσει και η οποία χαρακτηριστικά κατέθεσε ότι ο ίδιος ο ενάγων κατ’ ιδίαν επί λέξει της είπε "Μάνα στην Α. έδωσα δώρο για το γάμο της 20.000 ευρώ παραπάνω από ότι στην αδελφή της (Ν.) όταν παντρεύτηκε, γιατί έχει το όνομά σου", εννοώντας το ποσό των 100.00 ευρώ, που κατά τα παραπάνω έδωσε στην εναγομένη". ‘ Ετσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση δεν προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεως του άρθρου 806 ΑΚ διαλαβούσα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό αυτής, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα του χαρακτήρα της καταρτισθείσας μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης συμβάσεως, καθόσον δέχθηκε, ως αποδειχθείσα την κατάρτιση συμβάσεως δανείου και όχι δωρεάς, με τις υποστηρίζουσες την παραδοχή αυτή ορθές ως άνω αιτιολογίες, οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, και την έννοια την ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό του ερμηνευθέντες και εφαρμοσθέντος ως άνω κανόνος δικαίου και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο με αποτέλεσμα να κρίνονται απορριπτέες ως ουσιαστικά αβάσιμες οι προβαλλόμενες από το άρθ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις και συνακόλουθα ο αντίστοιχος πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης.

2. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Εξάλλου, η ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ, προϋποθέτει την παραδοχή της αλήθειας κατά νόμο αυτοτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου ή της αναλήθειας τέτοιου ισχυρισμού εκείνου που προβαίνει στην παραδοχή. Δεν θεμελιώνεται, όμως ο σχετικός λόγος, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα έγγραφα, από τα οποία συνάγεται, κατά το λόγο αναιρέσεως, εξώδικη ομολογία. (ΑΠ 867/2011, ΑΠ 767/2014). Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος αφενός τις από τον ίδιο προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού του περί καταρτίσεως συμβάσεως δανείου με την αναιρεσίβλητη μετ’ επικλήσεως προσκομισθείσες υπ’ αριθμ. .../22.5.12 και …9.1.14 ένορκες βεβαιώσεις των Δ. Μ. και Π. Κ. και αφετέρου την από 7.4.2010 εξώδικη δήλωση της αναιρεσίβλητης στην οποία διαλαμβάνεται κατά την άποψή του εξώδικη ομολογία αυτής περί του ότι "ο ενάγων (αναιρεσείων) ουδέποτε προέβη (προς αυτή) σε χαριστικές καταβολές". Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος ουσιαστικά, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και ειδικότερα από τις παραδοχές αυτής ότι "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ..., την με αριθμ. .../22.5.12 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα του ενάγοντος Δ. Μ. ... καθώς και την …/9.1.14 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα του εκκαλούντος Π. Κ." και ότι "με την από 7-4-2010 εξώδικη δήλωση της εναγομένης, η τελευταία αρνείται ότι έχει προβεί ο ενάγων σε οποιαδήποτε οικονομική διευκόλυνση προς αυτή ..." προκύπτει ότι η προσβαλλομένη απόφαση έλαβε υπόψη και τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις με τη ρητή μνεία αυτών, από την οποία σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο, από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τόσο τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις όσο και την από 7.4.10 εξώδικη δήλωση της αναιρεσίβλητης από την οποία προκύπτει, κατά το λόγο αυτό αναιρέσεως, εξώδικη ομολογία της τελευταίας.

3. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007), έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ. ΑΠ 11/96, ΑΠ 1434/10, ΑΠ 148/09). Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα την από αυτόν προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού περί καταρτίσεως συμβάσεως δανείου, επικληθείσα εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης, διαλαμβανόμενη στην προς αυτόν επιδοθείσα από 7.4.10 εξώδικη διαμαρτυρία (δήλωση) της τελευταίας περί του ότι ουδέποτε ο αναιρεσείων προέβη σε χαριστικές καταβολές προς αυτήν. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης και ειδικότερα από την παραδοχή αυτής. "Εξάλλου στην από 7.4.10 εξώδικη διαμαρτυρία της εναγομένης η τελευταία, απατώντας, αρνείται ότι έχει προβεί ο ενάγων σε οποιαδήποτε οικονομική διευκόλυνση προς αυτή" προκύπτει η δια της ως άνω παραδοχής απόρριψη εκ του πράγματος του περί εξωδίκου ομολογίας ισχυρισμού της εναγομένης, κρίση η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 297, 815/2009), αφού ανάγεται σε πράγματα (ΑΠ 282/2010 και ΑΠ 767/2014).

4. Από τη διάταξη του αρθρ.559 αριθ. 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο απ’ αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι’ αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 242/2014, ΑΠ 273/11, ΑΠ 701/2008), χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 499/2007). Κατ’ ακολουθίαν αυτών ο τέταρτος λόγος της αίτηση αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα, κατ’ ορθή εκτίμηση η από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε για τη διατύπωση του αποδεικτικού της πορίσματος, ως αληθείς τους από την αναιρεσίβλητη, προς αντίκρουση του αγωγικού δικαιώματος αυτού (αναιρεσείοντος) προβληθέντες ισχυρισμούς της περί καταρτίσεως συμβάσεων δωρεάς [και όχι δανείου] "μεταξύ του τελευταίου και αφενός της ανηψιάς του (κόρης αδελφής) Δ. Λ., στις 20.6.03 ποσού 152.840,54 ευρώ ως βοήθημα για την έναρξη της καριέρας της ως αρχιτέκτονος μηχανικού, και αφετέρου της ανηψιά του (κόρη του Α. και αδελφή της εναγομένης) Ν. Μ., στις 17.6.05, ποσού 80.000 ευρώ για να αντιμετωπίσει τα έξοδα του γάμου της" χωρίς να προσκομιστεί σχετική περί αυτών απόδειξη κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, το αποδεικτικό πόρισμα αυτής διαμορφώθηκε με βάση τις προσκομισθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις και ειδικότερα κατά τη διαλαμβανομένη σ’ αυτή ρητή παραδοχή, "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, από τις ένορκες βεβαιώσεις ... και από όλα ανεξαιρέτως τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα".

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα αναγνώσεως και αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά το άρθρου339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά αυτό έχει και ακολούθως καταλήγει σε επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου το οποίο ανέγνωσε σωστά, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ. ΑΠ 2/2008, 1/1999, ΑΠ 1401/10, ΑΠ 25/11, ΑΠ 437/05). Για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο. στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτέου γεγονότος. (ΑΠ 128/13, ΑΠ 1654/05, ΑΠ 1208/08) Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο της νομοτύπως προσκομισθείσα απ’ αυτόν, προς απόδειξη της βασιμότητας του αγωγικού του ισχυρισμού περί καταρτίσεως με την αναιρεσίβλητη συμβάσεως δανείου και όχι δωρεάς, όπως η τελευταία προέβαλε, από 7.4.10 εξωδίκου διαμαρτυρίας της αναιρεσίβλητης δια της παραλείψεως αναγνώσεως της αποδεικνύουσας τον παραπάνω ισχυρισμό του φράσεως "ουδέποτε κάνατε χαριστικές καταβολές προς όλους εμάς". Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το αποδεικτικό πόρισμα αυτή σε κάθε περίπτωση διαμορφώθηκε όχι αποκλειστικώς ή κυρίως με βάση την παραπάνω εξώδικη διαμαρτυρία την οποία και δεν εξαίρει, αλλά ύστερα από συνεκτίμηση αυτής με τα λοιπά προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, όπως αυτό ευχερώς συνάγεται από την σχετική παραδοχή της τελευταίας (προσβαλλομένης αποφάσεως) κατά την οποία "το ότι το ποσό των 100.000 Ευρώ ήταν δωρεά και όχι δάνειο επιβεβαιώνεται και από την με αριθμ. .../16.5.12 ένορκη κατάθεση της μητέρα του ενάγοντος (αναιρεσείοντος ...".

6. Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου (αναιρετικού) λόγου προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 § 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26.9.14 και με αριθμ. καταθ. 728/14 αίτηση αναιρέσεως της 2322/2014 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 8 Μαρτίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ