Legislator Case Law & Legislation
217/2015 AI generated

217/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 217/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

217/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): στη δευτεροβάθμια δίκη, ενόψει του ότι δε συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αλλά και από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των προτάσεων του τελευταίου, που κατέθεσε και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, προκύπτει ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 217 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 217/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Τoυ αναιρεσείοντος: του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου "Δήμος Λευκάδας" που εδρεύει στη Λευκάδα και εκπροσωπείται, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κατηφόρη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Φ. Σ. του Ε., 2)Μ. συζ. Α. Α., το γένος Ε. Σ., κατοίκων ..., 3)Σ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., 4)Κ. χήρας Μ. Σ., το γένος Ε. Γ., 5)Α. Σ. του Μ., 6)Θ. Σ. του Μ., κατοίκων ..., και 7)Ε. χήρας Α. Π., το γένος Θ. Σ., κατοίκου .... Η 5η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Χριστόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/11/1987 αγωγή των αρχικών διαδίκων Α. Σ. και Μ. Σ. και των ήδη 1ου, 2ης, 3ου και 7ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 130/2013 του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων Δήμος με την από 17/1/2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 9/9/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την 502Η/27-3-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Μ., με τις προσαρτημένες σε αυτήν απόδειξη παράδοσης αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης στο αστυνομικό τμήμα και βεβαίωσης ταχυδρόμησης ειδοποίησης, προκύπτει ότι αντίγραφο αυτής με πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο και κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην πέμπτη των αναιρεσιβλήτων, Α. Σ.. Επομένως αφού η τελευταία δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην παραπάνω δικάσιμο, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνησή της σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) Με την αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 130/2013 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, επιλαμβανόμενο έφεσης των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή των τελευταίων, διεκδικητική κυριότητας ακινήτου, κατά παραδοχή ένστασης του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δε μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νόμιμη κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και ο αναιρεσείων ήταν εφεσίβλητος, που έχει νικήσει πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο αυτός στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του της πρώτης συζητήσεως κατά τον τρόπο που αναφέρει το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ.

ή ότι προτάθηκε για πρώτη φορά στο Εφετείο με τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ. ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβιάζει μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. , της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 2 του Ν.212/1975, 7 παρ. 2,3 του Ν.653/1977, 11 παρ. 2 του Ν.Δ/τος 797/1971, 17 του ΑΝ 2003/1939, 2, 4 5 του άρθρου 29 του Ν.2882/2001, του άρθρου 3 του Ν.Δ/τος 145/1946, 1000, 1033 ΑΚ δια της παραλείψεως εφαρμογής τους, στην οποία υπέπεσε το Εφετείο κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής και έτσι δεν απέρριψε αυτήν ως νόμω αβάσιμη, ενόψει του ότι τα επίδικα ακίνητα απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά προς εφαρμογή ρυμοτομικού σχεδίου πριν από την έναρξη ισχύος του Ν.Δ/τος 797/1971 και συνεπώς δεν αίρεται, στην περίπτωση αυτή, αυτοδικαίως η απαλλοτρίωση, αλλά αίρεται είτε με την έκδοση σχετικής πράξης της διοίκησης είτε με απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου, που ακυρώνει τυχόν άρνηση της διοίκησης να εκδώσει τη πράξη αυτή και επομένως η αναγκαστική απαλλοτρίωση των επιδίκων ακινήτων δεν είχε αρθεί κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, τα οποία και είχαν περιέλθει στην κυριότητά του κατ' άρθρο 3 παρ. 1 του Ν.

Δ/τος 145/1946. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθ' όσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται, περί μη άρσης της απαλλοτρίωσης των επιδίκων και εντεύθεν της περιέλευσης τούτων στην κυριότητα του αναιρεσείοντος, προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας δηλαδή ότι με τις προτάσεις του ο αναιρεσείων ως εφεσίβλητος, όπως είχε υποχρέωση κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο τον τυχόν προταθέντα παραδεκτώς πρωτοδίκως παραπάνω ισχυρισμό ή ότι πρόβαλε αυτόν για πρώτη φορά με τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ.

στη δευτεροβάθμια δίκη, ενόψει του ότι δε συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αλλά και από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των προτάσεων του τελευταίου, που κατέθεσε και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, προκύπτει ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε.

Επειδή ο κατά το άρθρο 559 αρ. 4 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το πολιτικό δικαστήριο δέχθηκε ότι έχει δικαιοδοσία σε υπόθεση η οποία κατά νόμο υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε σχετική επίκληση της έλλειψης δικαιοδοσίας ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρο 562 παρ. 2 εδγ Κ.Πολ.Δ., ΟλΑΠ 20/2008).

Τα πλαίσια της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων καθορίζονται από το άρθρο 1 Κ.Πολ.Δ. Περίπτωση όμως τέτοιας υπερβάσεως δικαιοδοσίας δε συντρέχει όταν το πολιτικό δικαστήριο εξετάζει παρεμπιπτόντως ζητήματα, τα οποία αν αποτελούσαν το κύριο αντικείμενο της δίκης δε θα υπήγοντο στη δικαιοδοσία του, καθ' όσον η έννοια του παρεμπιπτόντως συνδέεται στο νόμο (άρθρα 2, 282 Κ.Πολ.Δ.) με την απλή εξέταση αλλά όχι και τη διάγνωση του ζητήματος, το οποίο αποτελεί το παρεμπίπτον όταν το δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας, οπότε η απόφασή του, για το παρεμπιπτόντως κριθέν ζήτημα, που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου δεν παράγει δεδικασμένο (άρθρο 331 Κ.Πολ.Δ.).

Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αγωγή είχε ως ιστορική βάση το δικαίωμα συγκυριότητας των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων στα επίδικα ακίνητα, τα οποία περιήλθαν σ' αυτούς παραγώγως ως εκ διαθήκης και εξ αδιαθέτου κληρονόμων των προηγούμενων αληθών συγκυρίων αυτών, την κληρονομία των οποίων αποδέχθηκαν και μετέγραψαν τις σχετικές δηλώσεις αποδοχής, οι οποίοι (δικαιοπάροχοι) είχαν αποκτήσει τη συγκυριότητά τους πρωτοτύπως, με έκτακτη χρησικτησία, προβλεπόταν δε από το ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης της Λευκάδας να αποτελέσουν κοινόχρηστους χώρους η επέκταση της εφαρμογής του οποίου κηρύχθηκε με το Β.Δ/γμα 6/10/1949, καθώς επίσης και την παράνομη προσβολή του δικαιώματός τους αυτού από τον εναγόμενο Δήμο, ο οποίος τα κατέλαβε το 1968 και εξακολουθεί να τα κατέχει κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, τα διαμόρφωσε σε πλατεία και τμήματα δημοτικών οδών χωρίς την καταβολή αποζημιώσεως, για τη στέρηση της ιδιοκτησίας τους, όταν δε μεταγενέστερα κινήθηκε η διαδικασία της απαλλοτρίωσης και εκδόθηκαν από τη Νομαρχία της Λευκάδας, πράξεις αναλογισμού αποζημίωσης το 1973 και 1974, με δικαστικές αποφάσεις προσδιορίσθηκε η προσωρινή τιμή αποζημίωσης των επιδίκων και αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι αυτής της αποζημίωσης οι δικαιοπάροχοί τους, κατόπιν αιτήσεών τους, δεν κατεβλήθη η αποζημίωση και με απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου αναγνωρίσθηκε η αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης, μετά από σχετική αίτηση των αναιρεσιβλήτων εναγόντων, αίτημα δε (της αγωγής) την αναγνώριση της συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο και την υποχρέωση του εναγομένου-αναιρεσείοντος να τους αποδώσει το ακίνητο αυτό κατά το ιδανικό μερίδιο ενός εκάστου.

Επομένως το Εφετείο, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είχε τη σχετική δικαιοδοσία, εφ' όσον πρόκειται για διεκδικητική αγωγή ακινήτου και το νομικό αντικείμενο της δίκης αυτής είναι ως κύριο ζήτημα το δικαίωμα συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο, το δε παρεμπίπτον ζήτημα της αυτοδίκαιης άρσης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που διαγνώσθηκε με απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, όπως εκτίθετο στην αγωγή, στην οποία στηριζόταν το δικαίωμα αυτό και αν ακόμα εκφεύγει της δικαιοδοσίας του, είχε την εξουσία να το εξετάσει παρεμπιπτόντως, όπως και το εξέτασε και έτσι δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 4 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια της υπέρβασης της δικαιοδοσίας, ο σχετικός δε δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τα οποία ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Επειδή κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Εξάλλου όταν η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος (281 ΑΚ) στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνολικώς εκτιμώμενα προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα", που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., η δε μη λήψη υπόψη τούτων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αριθμό αυτό αναιρετικό λόγο.

Περαιτέρω, από τα άρθρα 68 και 556 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς επί δύο επάλληλων αιτιολογιών και μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης.

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, που απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την προταθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης νομοτύπως με τις προτάσεις του, ως εναγόμενος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την οποία επανέφερε με τις προτάσεις του ως εφεσίβλητος στο δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη και το ακόλουθο περιστατικό, που θεμελιώνει κατά το αναιρετικό αυτό λόγο της ιστορική βάση της ένστασής του ότι δηλαδή το επίδικο λειτουργεί επί εξήντα πέντε έτη ως κοινόχρηστος χώρος.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής άσκησης του επιδίκου δικαιώματος αφενός ως αόριστο επειδή ο εναγόμενος-αναιρεσείων εκτός από την επικληθείσα προς θεμελίωση της ιστορικής βάσης αυτής μακροχρόνια αδράνεια δε ζήτησε και την απόρριψη της αγωγής εξ αυτού του λόγου και αφετέρου ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, δηλαδή με επάλληλες αιτιολογίες που στηρίζουν συγχρόνως το απορριπτικό της ένστασης διατακτικό.

Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής, αφού για την απόρριψη του προαναφερόμενου ισχυρισμού αρκεί η μη πληττόμενη αιτιολογία ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι αόριστος. Παρεκτός του ότι ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθ' όσον όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος-εναγομένου ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τις οποίες αυτούσιες κατά το μέρος που ενδιαφέρει επανέφερε και ως εφεσίβλητος στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ισχυρισμός περί κοινοχρησίας των επιδίκων ακινήτων από το 1948 και επί εξήντα πέντε έτη έκτοτε, ως περιστατικό προς στήριξη της ένστασης περί καταχρηστική άσκησης της αγωγικής αξίωσης, δεν έχει προταθεί. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) μειωμένη κατά το άρθρο 281 του Ν.3463/2003 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-1-2014 αίτηση του Δήμου Λευκάδας περί αναιρέσεως της 130/2013 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν την οποία ορίζει στο ποσόν των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ