Legislator Case Law & Legislation
217/2011 AI generated

217/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 217/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 217 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Legislator headnote

AI generated

217/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 217 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 217 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Σύμβαση ασφάλισης κινητών πραγμάτων κατά τον Ν. 2496/1997. ¨όταν διέπεται από γενικούς και ειδικούς όρους πρέπει ο ασφαλιστής να μνημονεύει αυτούς στο τμήμα του ασφαλιστηρίου που αναγράφονται τα εξατομικευμένα στοιχεία της σύμβασης και να τους παραδώσει στον λήπτη της ασφάλισης μαζί με το ασφαλιστήριο, άλλως η σύμβαση θεωρείται ότι έχει το περιεχόμενο που ορίζεται στην παρ. 6 του άρθρου 2. Παρεκκλίσεις ασφαλιστηρίου από την αίτηση ασφάλισης. Για να δεσμεύουν τον λήπτη της ασφάλισης πρέπει ο ασφαλιστής να τον ενημερώσει για τις παρεκκλίσεις και για το δικαίωμα του να εναντιωθεί σ’ αυτές, χορηγώντας σ’ αυτόν υπόδειγμα εναντίωσης, άλλως η σύμβαση θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ότι καταρτίσθηκε σύμφωνα με την αίτηση ασφάλισης, χωρίς τις παρεκκλίσεις. Ο Ν. 2496/19979 έχει εφαρμογή και επί των συμβάσεων που καταρτίσθηκαν πριν την ισχύ του, αν η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε υπό την ισχύ του. Απορρίπτεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Απορρίπτει αναίρεση κατά της 8398/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών).

Αριθμός 217/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας που εδρεύει στην Αθήνα με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρία Γενικών Ασφαλειών Η ΕΘΝΙΚΗ" που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Σκούρα. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Παπαχρονόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2535/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 7267/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 10-10-2002 αίτησή του. Εκδόθηκε η 125/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο με την σειρά του εξέδωσε την 7568/2006 μη οριστική και 8398/2007 οριστική απόφασή του. Την αναίρεση της τελευταίας εφετειακής απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 30-4-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 30-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της εξής διαδικαστικής διαδρομής : Ο αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 15-6-1998 αγωγή του, με την οποία, επικαλούμενος τη σύναψη μεταξύ αυτού και της αναιρεσείουσας σύμβασης ασφάλισης των εντός της οικίας του κινητών πραγμάτων κατά του κινδύνου κλοπής για το χρονικό διάστημα από 9-1-1997 έως 9-1-1998 και την επέλευση στις 3-12-1997 του ασφαλιστικού κινδύνου, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία να του καταβάλει ως ασφαλιστική αποζημίωση την εκ δρχ. 2.585.000 αξία των κλαπέντων πραγμάτων. Η αγωγή απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την 2535/2001 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, κατά παραδοχή της ένστασης της εναγόμενης ότι με συμβατικό όρο είχαν εξαιρεθεί της ασφάλισης τα κλαπέντα κινητά (χρήματα και κοσμήματα). Κατά της παραπάνω αποφάσεως άσκησε έφεση ο ενάγων, η οποία απορρίφθηκε με την 7267/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας αποφάσεως άσκησε ο ενάγων-εκκαλών αναίρεση, η οποία έγινε δεκτή με την 125/2005 απόφαση του δικαστηρίου αυτού, η οποία αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου για εκ πλαγίου παράβαση της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 2496/1997. Με την άνω απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι η ένδικη σύμβαση ασφάλισης διέπεται όχι από τις διατάξεις των άρθρων 189 και 192 του Εμπ.Ν, όπως είχε δεχθεί το Εφετείο, αλλά από τις διατάξεις του Ν. 2496/1997, εφόσον η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε υπό την ισχύ του και επομένως εφαρμογή είχε και η παρ. 4 του άρθρου 2 του εν λόγω νόμου, που αναφέρεται στους γενικούς και ειδικούς ασφαλιστικούς όρους και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες αυτοί δεσμεύουν τον ασφαλισμένο, για τα οποία περιστατικά η απόφαση του Εφετείου δεν έφερε αιτιολογίες. Το δικαστήριο της παραπομπής, δικάζοντας εκ νέου την έφεση και τους πρόσθετους λόγους που εν τω μεταξύ ασκήθηκαν, δεχόμενο ότι ο όρος του ασφαλιστηρίου που εξαιρούσε από την ασφάλιση ορισμένα κινητά πράγματα, όπως τα κλαπέντα, δεν δέσμευε τον ενάγοντα ασφαλισμένο, διότι αποτελούσε παρέκκλιση από την αίτηση ασφάλισης και η αναιρεσίβλητη δεν είχε τηρήσει τους ορισμούς των παρ. 4 και 5 του Ν. 2496/1997 υπό τους οποίους και μόνο θα ίσχυαν οι ανωτέρω ασφαλιστικού όροι και παρεκκλίσεις, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δικάζοντας επί της αγωγής δέχθηκε αυτήν εν μέρει με την προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως υπ' αριθ. 8398/2007 απόφασή του. Από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.4 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", προκύπτει ότι οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου είναι δεσμευτικές για όλα τα δικαστήρια, που επιλαμβάνονται της ίδιας υπόθεσης, δηλαδή και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ’ αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής. Κατά δε το άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης κατά απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με τον λόγο αυτόν προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο κατά το οποίο συμμορφώθηκε με την αναιρετική. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 2496/1997 "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις", όταν η σύμβαση διέπεται από γενικούς ή ειδικούς ασφαλιστικούς όρους, ο ασφαλιστής οφείλει να μνημονεύσει τούτο στο τμήμα του ασφαλιστηρίου που αναγράφονται τα εξατομικευμένα στοιχεία της σύμβασης και να τους παραδώσει στον ασφαλισμένο μαζί με το ασφαλιστήριο. Κατά την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, αν το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου παρεκκλίνει από την αίτηση για ασφάλιση, οι παρεκκλίσεις θεωρούνται ότι έχουν εγκριθεί από την αρχή, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώνεται γραπτά εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή του ασφαλιστηρίου και εφόσον ο ασφαλιστής τον έχει ενημερώσει για την παρέκκλιση και για το δικαίωμα εναντίωσης γραπτά ή με σημείωση στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου, στοιχειοθετημένη με εντονότερα στοιχεία από τα λοιπά, ώστε να υποπίπτει εύκολα στην αντίληψη και έχει χορηγήσει σε αυτόν σε χωριστό έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης. Αν ο ασφαλιστής παρέλειψε να ενημερώσει ως άνω τον λήπτη και να του χορηγήσει το ως άνω υπόδειγμα, τότε οι παρεκκλίσεις δεν δεσμεύουν τον λήπτη της ασφάλισης και θεωρείται ότι έχει συμφωνηθεί το περιεχόμενο της αίτησης για ασφάλιση. Κατά δε την παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου, αν ο ασφαλιστής δεν παρέδωσε τους ασφαλιστικούς όρους σύμφωνα με την παρ. 4 του παρόντος άρθρου, τότε η σύμβαση θεωρείται ότι έχει συναφθεί με βάση το ασφαλιστήριο, τους ασφαλιστικούς όρους, καθώς και τις τυχόν επιπλέον πληροφορίες που προσδιορίζουν γενικά τη συγκεκριμένη σύμβαση, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώνεται ρητά εντός δεκατεσσάρων ημερών από την παράδοση του ασφαλιστηρίου. Αν παρέλθει αυτή η προθεσμία άπρακτη, η σύμβαση ισχύει αναδρομικά από το χρόνο της σύναψής της. Η ως άνω προθεσμία δεν αρχίζει, αν ο ασφαλιστής δεν έχει ενημερώσει σχετικά με το δικαίωμα εναντίωσης τον λήπτη της ασφάλισης γραπτά ή με ευκρινή σημείωση στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου και δεν έχει χορηγήσει σε αυτόν χωριστό έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης. Οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου αυτού δεν θίγονται. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 33 παρ. 4 του ίδιου ως άνω νόμου οι κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου υφιστάμενες ασφαλιστικές συμβάσεις διέπονται εφεξής από τον παρόντα νόμο. Τέλος, κατά το άρθρο 34 του ίδιου νόμου η ισχύς των άρθρων 1 έως 33 αρχίζει έξι (6) μήνες μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγονται τα εξής : Ο Ν. 2496/1997 έχει εφαρμογή όχι μόνο επί των καταρτιζομένων μετά την έναρξη της ισχύος του (17-11-1997) συμβάσεων ασφάλισης, αλλά και επί εκείνων που καταρτίσθηκαν μεν πριν από την έναρξη της ισχύος του, αλλά η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε υπό την ισχύ του (Α.Π. 231/2010, 2332/2009, 1825/2008, 293/2008, 1308/2007, 109/2007). Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η σύμβαση διέπεται από γενικούς και ειδικούς όρους ή φέρει παρεκκλίσεις από την αίτηση ασφάλισης και ο ασφαλιστής παραλείψει να εκπληρώσει τις επιβαλλόμενες σ' αυτόν από τις παρ. 4 και 5 του άρθρου 2 του Ν. 2496/1997 ανωτέρω υποχρεώσεις προς τον λήπτη της ασφάλισης, εισάγεται απόκλιση από τις διατάξεις των άρθρων 191 παρ. 2 και 192 του Α.Κ. και θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ότι η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίσθηκε από την αρχή, στην περίπτωση μεν της παρ. 4 με το περιεχόμενο που ορίζει η παρ.6, στη δε περίπτωση της παρ.5 με περιεχόμενο σύμφωνο με την αίτηση ασφάλισης, χωρίς τις αναφερόμενες σ' αυτήν παρεκκλίσεις, οι οποίες προστέθηκαν από τον ασφαλιστή κατά την έκδοση του ασφαλιστηρίου. Οι βαρύνουσες τον ασφαλιστή υποχρεώσεις μπορούν να εκπληρωθούν από αυτόν και στις ασφαλιστικές συμβάσεις που καταρτίσθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 2496/1997, η οποία ακριβώς για τον σκοπό αναπροσαρμογής των παλαιών συμβάσεων στις απαιτήσεις του νέου νόμου μετατέθηκε επί εξάμηνο από την ψήφιση του νόμου ( Α.Π. 125/2005 ). Και επί των συμβάσεων αυτών ( παλαιών ) είναι δυνατή η άσκηση του δικαιώματος εναντίωσης του ασφαλισμένου, η προθεσμία του οποίου αρχίζει στην περ. της παρ. 5 του άρθρου 2 του ν. 2496/1997 από της παραδόσεως του (αναπροσαρμοσμένου) ασφαλιστηρίου και στην περ. της παρ. 6 του ίδιου άρθρου από της πληρωμής του πρώτου (μετά την αναπροσαρμογή) ασφαλίστρου. Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο το αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 και 6 του Ν. 2496/1997, η οποία ως άνω προβλέπει το δικαίωμα εναντίωσης του ασφαλισμένου στους γενικούς και ειδικούς όρους και στις παρεκκλίσεις του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, έχει εφαρμογή και επί της ένδικης συμβάσεως ασφάλισης που καταρτίσθηκε πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 2496/1997 (17-11-1997), αλλά η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε υπό την ισχύ του άνω νόμου, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 και 6 του Ν. 2496/1997, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 33 παρ. 4 και 34 του ίδιου νόμου, για το λόγο ότι το δικαίωμα εναντίωσης του λήπτη της ασφάλισης προϋποθέτει κατά την έννοια των άνω διατάξεων μη ενεργό ασφαλιστική σύμβαση και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί στις συμβάσεις που καταρτίσθηκαν πριν την ισχύ του ν. 2496/97. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι με αυτόν προσβάλλεται η απόφαση του Εφετείου κατά το τμήμα της που συμμορφώθηκε προς την αναιρετική υπ' αριθ. 125/2005 αναιρετική απόφαση, η οποία έκρινε επί του νομικού ζητήματος, αν επί της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης, που καταρτίσθηκε πριν από την ισχύ του ν. 2496/1997 αλλά η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε μετά την ισχύ του νόμου αυτού, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του Εμπορικού Νόμου ή οι διατάξεις του Ν. 2496/1997 και ειδικότερα εκείνη του άρθρου 2, δεχθείσα ότι εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του Ν. 2496/1997, κρίση η οποία δεσμεύει όχι μόνο το δικαστήριο της παραπομπής, αλλά και το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όταν επιλαμβάνεται εκ νέου της υποθέσεως (άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ). Σε κάθε, όμως, περίπτωση ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το δικαίωμα εναντίωσης του λήπτη της ασφάλισης δεν προϋποθέτει υπό κατάρτιση (μη ενεργό) σύμβαση, αφού αυτή θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ότι καταρτίστηκε με ορισμένο περιεχόμενο και ανατρέπεται μόνο με εναντίωση του λήπτη της ασφάλισης, εφόσον προηγουμένως έχουν τηρηθεί από τον ασφαλιστή οι υποχρεώσεις που τον βαρύνουν. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-4-2008 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών Η ΕΘΝΙΚΗ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 8398/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιανουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Φεβρουαρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ