Legislator Case Law & Legislation
217/2009 AI generated

217/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 217/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

217/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά δε το άρθρο 78 του ίδιου Ν. περί γαιών, εάν κάποιος εξουσιάσει και καλλιεργήσει επί 10 έτη άνευ αμφισβητήσεως δημόσιες γαίες και αφιερωμένες γαίες αποκτά δικαίωμα μόνιμης εγκαταστάσεως και είτε κατέχει είτε στερείται έγγραφο τίτλο, οι εν λόγω γαίες δεν θεωρούνται σχολάζουσες αλλά πρέπει να του δοθεί δωρεάν εκ νέου (ταπίο).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 217 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 217/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2. Χ2, 3. Χ3, 4. Χ4, 5. Χ5, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 6. Χ6, 7. Χ7, 8. Χ8, 9. Χ9 και 10. Χ10, όλων κατοίκων ...... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Κούσουλα ο οποίος δήλωσε : Α. ότι η 1η αναιρεσείουσα (Χ1) απεβίωσε στις 19-7-2004 και κληρονομήθηκε από τα δύο τέκνα της α) Χ1-Α, κατοίκου ...... και β) Χ1-Β, κατοίκου ......, οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και Β. ότι η 5η αναιρεσείουσα (Χ5) απεβίωσε στις 2-1-2003 και κληρονομήθηκε από τις τρεις αδελφές της α) μεταποβιώσασα 1η αναιρεσείουσα Χ1, β) Χ4, γ) Χ6, κατοίκων ...... (ήδη 4η και 6η αναιρεσείουσες) και τα δύο ανίψια της α) Χ2 και β) Χ3, κατοίκων ......, (ήδη 2ου και 3ης αναιρεσειόντων) οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Κούσουλα.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ Παναγιώτη Αθανασούλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-1991 αγωγή των 1ης, 4ης, 5ης, 6ης, 7ης, 8ης, 9ης, 10ης αναιρεσειόντων, καθώς και της αποβιώσασα μεταγενέστερα Ω, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 417/1992 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης λόγω αρμοδιότητας, 888/1993 μη οριστική, 24441/1999 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 1987/2002 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-12-2003 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 20-2-2007 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη, Ζήση Βασιλόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I). Κατά τη διάταξη του άρθρου 62 εδ. α του Κ.Πολ.Δ. όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει την ικανότητα να είναι διάδικος. Επομένως την ικανότητα αυτή έχει, κατά τα άρθρα 34, 35 του Α.Κ., το φυσικό πρόσωπο μόλις γεννηθεί ζωντανό και μέχρι το θάνατό του. Εξάλλου κατά το άρθρο 73 του Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως , σε κάθε στάση της δίκης, αν υπάρχει, εκτός των άλλων, και η προϋπόθεση του άρθρου 62, κατά δε το άρθρο 556 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. δικαίωμα αναίρεσης έχει, εφόσον νικήθηκε ολικά ή μερικά, ο διάδικος, ο καθολικός αυτού διάδοχος και ο μετά την άσκηση ειδικός διάδοχος. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 159 αριθ. 2 και 160 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., σαφώς προκύπτει ότι η αναίρεση, η οποία ασκείται επ' ονόματι προσώπου που είχε αποβιώσει κατά την άσκηση αυτής, είναι για έλλειψη απαραίτητης διαδικαστικής προϋποθέσεως απορριπτέα ως άκυρος, η ακυρότητα δε αυτή λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Επομένως, εφόσον προκύπτει από το προσαγόμενο αντίγραφο της ...... ληξιαρχικής πράξεως ότι η πέμπτη αναιρεσείουσα (Χ5) απεβίωσε στις 3.1.2003, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, που κατατέθηκε στις 31.12.2003, ήτοι μετά τον θάνατο της αναιρεσείουσας αυτής, είναι ως προς αυτήν άκυρη και απορριπτέα.

II). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδαφ. α', 287 παρ.1 και 290 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψή αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί άμεση συζήτηση της Στην προκείμενη περίπτωση η πρώτη αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την ...... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Δήμου ......, απεβίωσε στις 19.7.2004, ήτοι μετά την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως. Η αναιρεσείουσα δε αυτή κατέλιπε, όπως συνομολογείται και από το αναιρεσίβλητο, μοναδικούς εξ' αδιαθέτου κληρονόμους του τους Χ1-Α και Χ1-Β, οι οποίο γνωστοποίησαν διά του πληρεξουσίου τους δικηγόρου το ως άνω γεγονός με δήλωσή τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του παρόντος δικαστηρίου, ενώ, περαιτέρω, δήλωσαν ότι επαναλαμβάνουν τη διακοπείσα λόγω του θανάτου δίκη. Επομένως, σύμφωνα με τα όσα προαναφέρθηκαν, νομίμως χωρεί η συζήτηση της υποθέσεως.

III). Κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274 (1856), του οποίου οι διατάξεις που ρυθμίζουν τα επ' αυτών των γαιών δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες μετά την απελευθέρωσή τους κατ' άρθρο 2, παρ. 4, του Ν. 147/1914, η κυριότητα των αγρών, που είναι δημόσιες γαίες, ανήκει στο Δημόσιο, η παραχώρηση δε τούτων στους ιδιώτες γίνεται με χορήγηση τίτλου (ταπίου), με τον οποίο παρέχεται σ' αυτούς δικαίωμα όχι κυριότητας αλλά διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ).

Κατά δε το άρθρο 78 του ίδιου Ν. περί γαιών, εάν κάποιος εξουσιάσει και καλλιεργήσει επί 10 έτη άνευ αμφισβητήσεως δημόσιες γαίες και αφιερωμένες γαίες αποκτά δικαίωμα μόνιμης εγκαταστάσεως και είτε κατέχει είτε στερείται έγγραφο τίτλο, οι εν λόγω γαίες δεν θεωρούνται σχολάζουσες αλλά πρέπει να του δοθεί δωρεάν εκ νέου (ταπίο).

Αυτός ο τελευταίος τίτλος είναι όχι συστατικός αλλά αποδεικτικός του δικαιώματος. Από αυτή τη διάταξη αλλά και από το σύνολο των διατάξεων του εν λόγω Νόμου και ιδίως εκείνων των άρθρ. 9, 24, 30, 68 και 71, καθίσταται φανερό ότι η ως άνω διάταξη του άρθρου 78 εφαρμογή έχει μόνο επί καλλιεργήσιμων γαιών και όχι επί δασών και γενικότερα μη καλλιεργήσιμων γαιών, που εξουσιάζονται μόνο δια της εκδόσεως σχετικού (ταπίου), στο οποίο έπρεπε να αναφέρεται ότι το παραχωρούμενο ήταν δάσος. (Ολ.

ΑΠ 409/1963). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 1248 και 1614 του οθωμανικού Α.Κ,, δεν αναγνωρίζεται ο θεσμός της χρησικτησίας ως τρόπος κτήσεως κυριότητας, τόσο ως προς τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), στα οποία υπάγονται τα οικόπεδα, τα σπίτια και γενικά τα οικοδομήματα, εργαστήρια και αμπελώνες, που βρίσκονται μέσα σε χωριά, κωμοπόλεις και πόλεις, όσο και ως προς τις δημόσιες γαίες (δηλαδή αγρούς, λιβάδια, χειμερινές και θερινές βοσκές, δάση).

Τούτο έχει ως συνέπεια να μη συνυπολογίζεται ο χρόνος που διέδραμε υπό το κράτος της οθωμανικής νομοθεσίας για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία από το 1914 και εφεξής που ίσχυσε η ελληνική νομοθεσία στις Νέες Χώρες (άρθρα 1 και 2 του ν. 147/1914). Τα ακίνητα στις Νέες Χώρες, με εξαίρεση εκείνα για τα οποία προβλέπει ο ν. 2074/1920 "περί των εν νέαις χώραις κοινοτικών γαιών", εφόσον δεν ανήκουν ή δεν περιήλθαν σε φυσικά πρόσωπα (μούλκια - τεσσαρούφ), ανήκουν οπωσδήποτε στο Ελληνικό Δημόσιο.

Στο τελευταίο περιήλθε η κυριότητα τους, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 60 παρ. 1 της συνθήκης της Λωζάνης που κυρώθηκε με το από 25-8-1923 Ν.Δ.

Συνεπώς στα κτήματα αυτά, ως δημόσια, χωρεί μεν έκτακτη χρησικτησία με τις προϋποθέσεις των διατάξεων των ν. 8 παρ. 1 (7.39), ν. 9 παρ. 1 πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 πανδ (41.4) πρ' πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που ίσχυσε πριν από τον Αστικό Κώδικα, δηλαδή ύστερα από άσκηση νομής επ' αυτών με καλή πίστη για το χρονικό διάστημα μιας συνεχούς 30ετίας, με δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και των χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με το νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του, αλλά η τριακονταετής νομή, με τα προαναφερόμενα προσόντα, πρέπει να έχει συμπληρωθεί μέχρι 11 Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από το συνδυασμό των άνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν.

της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του ν. ΔΞΗ/1912, των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και άρθρου 21 του ν. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης". Με τις διατάξεις αυτές έχει ανασταλεί κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύτηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του δημοσίου στα κτήματα του, άρα και η χρησικτησία τρίτων επ' αυτών (Ολ.

ΑΠ 75/1987). Στη συγκεκριμένη υπόθεση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 24441/1999 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ακινήτων τούτων κατά του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, δεχόμενο ανελέγκτως ότι το επίδικο ακίνητο, το οποίο βρίσκεται στη θέση "......" ......

και έχει έκταση 5076,70 τ.μ., αποτελούσε ανέκαθεν δάσος, ανήκε κατά κυριότητα στο Τουρκικό Δημόσιο και μετά την απελευθέρωση των Νέων Χωρών περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο. Δεν αποδείχθηκε ότι τούτο το εξουσίαζε ο φερόμενος ως δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων Α και ότι είχε εκδοθεί σχετικός τίτλος (ταπί). Οι αναιρεσείοντες με το μοναδικό λόγο αναίρεσης μέμφονται το Εφετείο ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις της οθωμανικής και ελληνικής νομοθεσίας.

Ειδικότερα οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το επίδικο αποτελούσε αγρό (αμπελώνα), ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος τον εξουσίασε τουλάχιστον μια δεκαετία μέχρι το 1917 και ότι δεν είναι αναγκαίος τίτλος (ταπί) εξουσιάσεως για να περιέλθει σ' αυτόν η κυριότητα αυτοδικαίως, μετά την ισχύ της ελληνικής νομοθεσίας στις Νέες Χώρες, μεταξύ των οποίον και ο νομός Θεσσαλονίκης.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος αφενός διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ενόψει ότι τα προβαλλόμενα από τους αναιρεσείοντες προϋποθέτουν καλλιεργήσιμες γαίες και όχι δάσος, όπως ανελέγκτως δέχθηκε το Εφετείο ότι ήταν και είναι το επίδικο και αφετέρου ως απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση αποδείξεων και δη ότι το επίδικο είναι δάσος και ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων δεν εξουσίαζε τούτο.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30.12.2003 αίτηση της Χ1, κ.λ.π. για αναίρεση της 1987/2002 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει μειωμένα σε τριακόσια (300) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ