Legislator Case Law & Legislation
217/2008 AI generated

217/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 217/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

217/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τα αμέσως πιο πάνω στοιχεία δεν είναι αναγκαία να μνημονεύονται στην αγωγή στην περίπτωση που ο θάνατος του κληρονομουμένου επήλθε πριν από την εισαγωγή του Α.Κ. (23-2-1946), εφόσον η κληρονομία του, σύμφωνα με το άρθρο 92 του Εισαγωγικού Νόμου του ΑΚ, διέπεται από τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου, που δεν απαιτούσαν την τήρηση των διατυπώσεων αυτών.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 217 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 217/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Τoυ αναιρεσειόντος: χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χαρουλα Απαλαγάκη. Των αναιρεσίβλητων: 1. ψ1, 2. ψ2 και 3. ψ3. O 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αθανασιάδη και οι 2ος και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Γουμένισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2003 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κιλκίς λόγω αρμοδιότητας, 70/2004 προδικαστική, 97/2005 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς και 2355/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-1-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 16-11-2007 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων της απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί εκ του νόμου, είτε εκ διαθήκης, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας των κληρονομιαίων, κινητών και ακινήτων, πραγμάτων, η κυριότητα όμως των ακινήτων που περιλαμβάνεται στην κληρονομία, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα σ' αυτό, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, μόνο εφόσον αυτός (κληρονόμος) αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί ή εκδοθεί κληρονομητήριο και μεταγραφεί αυτό. 'Ετσι, επί διεκδικητικής αγωγής που στηρίζεται, καθόσον αφορά τον τρόπο κλήσης της κυριότητας του ενάγοντα στα επίδικα ακίνητα, στην κληρονομική διαδοχή, αποτελούν στοιχεία του κύρους αυτής, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, τόσο η αποδοχή της κληρονομίας όσο και η μεταγραφή της ή η έκδοση κληρονομητηρίου και η μεταγραφή αυτού, η παράλειψη δε των στοιχείων αυτών στην αγωγή, καθιστά την τελευταία αόριστη, της αοριστίας αυτής μη δυναμένης να συμπληρωθεί με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησής της - αγωγής -.

Τα αμέσως πιο πάνω στοιχεία δεν είναι αναγκαία να μνημονεύονται στην αγωγή στην περίπτωση που ο θάνατος του κληρονομουμένου επήλθε πριν από την εισαγωγή του Α.Κ. (23-2-1946), εφόσον η κληρονομία του, σύμφωνα με το άρθρο 92 του Εισαγωγικού Νόμου του ΑΚ, διέπεται από τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου, που δεν απαιτούσαν την τήρηση των διατυπώσεων αυτών.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 12 πανδ. (28.7), ν. 14 παρ. 8 πανδ. (11.7) και ν. 69 πανδ. (29.2) του προϊσχύσαντος του ΑΚ Β.Ρ.Δ., οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους περιλαμβάνονται η σύζυγος, καθώς και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομουμένου, δηλαδή οι ενήλικοι κατιόντες, αποκτούν την κληρονομία με μονομερή δήλωση της βούλησής τους για αποδοχή αυτής, που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση στην κληρονομία).

Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική), είτε σιωπηρή, συναγομένη από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομία για ανάμιξη σ' αυτή και απόκτησή της. Σύμφωνα επίσης, με τις διατάξεις των ν. 2 Εισ. (2-19), 3 Εισ. (3-1), 14 πανδ. (38.16), οι οικείοι (sui), δηλαδή τα ανήλικα τέκνα του κληρονομουμένου, που τελούσαν υπό την άμεση πατρική εξουσία του τελευταίου, κατά το χρόνο του θανάτου του, αποκτούσαν αυτοδικαίως την κληρονομία του εξουσιαστή πατέρα τους, χωρίς τη γνώση ή βούλησή τους, είτε επρόκειτο για κληρονομική διαδοχή από το νόμο (εξ αδιαθέτου), είτε από διαθήκη.

Επί κληρονομικής, επομένως, διαδοχής, που έλαβε χώραν υπό την ισχύ του Β.Ρ.Δ., πρέπει, για την πληρότητα, κατά την διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, της διεκδικητικής αγωγής, να αναφέρονται σ' αυτή τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για την επαγωγή της κληρονομίας στον κληρονόμο, δηλαδή είτε το ότι ο τελευταίος ήταν, κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, ανήλικος και τελούσε υπό την άμεση πατρική εξουσία αυτού, οπότε η κληρονομία επάγεται αυτοδικαίως σ' αυτόν, είτε ότι ο ίδιος υπεισήλθε στην κληρονομία με ρητή ή σιωπηρή δήλωσή του και αναμίχθηκε σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση απαιτείται η επίκληση στην αγωγή συγκεκριμένων υλικών πράξεων, από τις οποίες εμφαίνεται η βούληση του κληρονόμου να αποκτήσει την κληρονομία, ενώ μόνη η επίκληση του γεγονότος ότι το κληρονομιαίο ακίνητο περιήλθε στον κληρονόμο από κληρονομική διαδοχή δεν αρκεί για το ορισμένο της αγωγής.

Στην προκείμενη περίπτωση, από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, στο οποίο παραδεκτά σωρεύονται η διεκδικητική ακινήτων αγωγή και η αρνητική αγωγή, όπως παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι επικαλέστηκαν, προς θεμελίωση της κτήσης της συγκυριότητάς τους στα επίδικα ακίνητα κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας απ' αυτούς, αντίστοιχα, στον παράγωγο τρόπο (κληρονομικές διαδοχές), τα ακόλουθα: "Ο δικαιοπάροχός τους Β1 είχε αγοράσει το έτος 1942 από το Γ1, τον με αριθμό .......

αγρό και από τότε τον κατείχε και τον νεμόταν ο ίδιος μέχρι το χρόνο του θανάτου, στις 4-4-1944, χωρίς να αφήσει διαθήκη. Αμέσως μετά το θάνατό του, τη νομή και κατοχή του ανέλαβαν με διάνοια κυρίου οι εξ αδιαθέτου κληρονόμου του, δηλαδή η σύζυγός του και μητέρα τους Β2 κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και αυτοί - ενάγοντες -, ως μοναδικά τέκνα του, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας απ' αυτούς, αντίστοιχα, οι οποίοι και αποδέχθηκαν σιωπηρά την κληρονομία του Β1, και, έτσι, έγιναν συγκύριοι του πιο πάνω ακινήτου, αφού δεν απαιτείτο προς τούτο συμβολαιογραφική πράξη, ενόψει του χρόνου του θανάτου του πριν από την έναρξη της εφαρμογής του ισχύοντος Αστικού Κώδικα.

Στις 28-1-1999 πέθανε και η μητέρα τους Β2 χωρίς να αφήσει διαθήκη. Την τελευταία κληρονόμησαν αυτός κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και αποδέχθηκαν την κληρονομία της επί του πιο πάνω ακινήτου με τη με αριθμό ....... πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Γουμένισσας Ιωάννη Κοκκινάκου, σε συνδυασμό με τη με αριθμό .......

πράξη διόρθωσης του ίδιου συμβολαιογράφου, οι οποίες μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Γουμένισσας. 'Ετσι, αυτοί έγιναν συγκύριοι του πιό πάνω ακινήτου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, αντίστοιχα. Ειδικότερα, ο πατέρας τους Β1 νεμόταν με διάνοια κυρίου και κατείχε τον αγρό, καλλιεργώντας το αμπέλι που υπήρχε σ' αυτόν, από το έτος 1942, που του παρέδωσε τη νομή ο Γ1 και μέχρι τον επισυμβάντα θάνατό του, στις 4-4-1944.

Τον πιο πάνω αγρό καλλιέργησαν για 15 χρόνια περίπου οι ίδιοι και η θανούσα μητέρα τους ως αμπέλι και έπειτα τον εκμίσθωσαν διαδοχικά σε διάφορους μισθωτές: Από το έτος 1960 περίπου μέχρι το έτος 1975 το μίσθωνε ο Ζ1. Μετά από το έτος 1975 και μέχρι το έτος 1995 το μίσθωνε η οικογένεια Ζ2 και για ένα χρόνο (1995-1996) έμεινε ακαλλιέργητος, επειδή δεν βρισκόταν μισθωτής.

Κατά την καλλιεργητική περίοδο 1996-1997 τον παραχώρησαν κατά χρήση αντί ευτελούς ανταλλάγματος στους δεύτερο και τρίτο από τους εναγομένους. Στις 6-7-2001, όταν έληξε η παραπάνω μίσθωση και οι πιο πάνω τελευταίοι μισθωτές εγκατέλειψαν το ακίνητο τους, το περιέφραξαν αυτοί περιμετρικά με ξύλινους πασσάλους και αγκαθωτό συρματόπλεγμα αποκτώντας έτσι και την κατοχή του...".

Σε σχέση, ειδικότερα, με την κληρονομική διαδοχή του πατέρα τους Β1, του οποίου ο θάνατος επήλθε πριν από την έναρξη ισχύος του Αστικού Κώδικα, οπότε εφαρμόζονται οι διατάξεις του Β.Ρ.Δ., που προπαρατέθηκαν, οι αναιρεσίβλητοι επικαλέστηκαν όλα τα απαιτούμενα, κατά νόμο, για το ορισμένο της αγωγής τους (άρθρο 216 παρ. 1 α' ΚΠολΔ), στοιχεία.

Πιο συγκεκριμένα, οι αναιρεσίβλητοι επικαλέστηκαν, ότι τόσο οι ίδιοι, όσο και η μητέρα τους Β2 αμέσως με το θάνατο του πατέρα και συζύγου τους, ανέλαβαν τη νομή και κατοχή του με αριθμό ..... κατηγορίας κληρονομιαίου ακινήτου κατά τα ανήκοντα στον καθένα απ' αυτούς εξ αδιαιρέτου ποσοστά (1/4 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα) και αποδέχθηκαν σιωπηρά την κληρονομία του θανόντα, υπεισήλθαν, δηλαδή, σιωπηρά στην κληρονομία του τελευταίου και αναμίχθηκαν σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου, αφού εφεξής (από τον κατά τις 4-4-1944 επισυμβάντα θάνατο του κληρονομούμενου πατέρα τους) και επί μια περίπου δεκαπενταετία καλλιεργούσαν αυτοί το κληρονομιαίο ακίνητο ως αμπέλι.

Αυτονόητο είναι, ότι δεν χρειαζόταν στην ένδικη αγωγή η αναφορά, ότι οι αναιρεσίβλητοι ήταν ανήλικοι, κατά το χρόνο του θανάτου του πατέρα τους Β1, οπότε ως υπεξούσιοι, τελούντες υπό την άμεση πατρική του εξουσία, απέκτησαν αυτοδικαίως την κληρονομία του τελευταίου και ανεξάρτητα από τη βούλησή τους, ούτε ότι οι ίδιοι ήταν ενήλικοι, κατά τον παραπάνω χρόνο, οπότε ως εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι θα έπρεπε να δηλώσουν ρητά ή σιωπηρά τη θέλησή τους για την απόκτηση της κληρονομίας, αφού, στην τελευταία αυτή περίπτωση, αρκεί μόνο το γεγονός ότι οι αναιρεσίβλητοι, κατά τα στην αγωγή ειδικότερα εκτιθέμενα, με συγκεκριμένη υλική πράξη εξεδήλωσαν την πρόθεσή τους να αναμιχθούν στην κληρονομία με πρόθεση κληρονόμου.

Ούτε, επίσης, ασκεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, καμιά έννομη επιρροή το γεγονός, ότι η καλλιέργεια του κληρονομιαίου ακινήτου, ως συγκεκριμένη υλική πράξη εμφαίνουσα την πρόθεση των αναιρεσιβλήτων, καθώς και της ήδη θανούσας μητέρας τους ανάμιξής τους στην κληρονομία αναφέρεται στην αγωγή κατά την ανάπτυξη του πρωτότυπου τρόπου κτήσης της κυριότητας των ίδιων στο κληρονομιαίο ακίνητο, αφού οι αναιρεσίβλητοι εξέθεσαν αρχικά στην αγωγή, ότι αμέσως μετά το θάνατο του πατέρα τους ανέλαβαν οι ίδιοι όπως και η μητέρα τους τη νομή και κατοχή του εν λόγω ακινήτου και αποδέχθηκαν σιωπηρά την κληρονομία του κληρονομουμένου.

Το Εφετείο, επομένως, που, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ορισμένη και νόμιμη την ένδικη αγωγή, θεμελιούμενη στον παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο (με έκτακτη χρησικτησία) κτήσης της συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων στο περιγραφόμενο σ' αυτή κληρονομιαίο ακίνητο (5.300 Α' κατηγορίας), τμήματα του οποίου αποτελούν τα επίδικα ακίνητα, απορρίπτοντας ρητά τις αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, που προβλήθηκαν με το δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της έφεσής του, περί αοριστίας της αγωγής λόγω της μη μνείας σ' αυτή κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο του παράγωγου τρόπου κτήσης της συγκυριότητας των αντιδίκων του στο πιο πάνω κληρονομιαίο ακίνητο, στηριζομένου στην κληρονομία του υπό την ισχύ του Β.Ρ.Δ.

θανόντα πατέρα τους, δεν παραβίασε τις διατάξεις του Β.Ρ.Δ., που προμνημονεύθηκαν, αφού δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο τόμος για το ορισμένο της αγωγής. Με τα δεδομένα αυτά, ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των σ' αυτόν διαλαμβανόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (Β.Ρ.Δ.), λόγω νομικής αοριστίας της αγωγής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Και αυτά ανεξάρτητα από το ότι ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, εφόσον η ένδικη αγωγή στηρίζεται και στον πρωτότυπο τρόπο κτήσης και συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων στο κληρονομιαίο ακίνητο (έκτακτη χρησικτησία), ο οποίος δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης και στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.

Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Προκειμένου, ειδικότερα, περί διεκδικητικής (ή αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου) αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ στοιχεία και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.

Δεν απαιτείται, όμως, για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου και ο καθ' όρια προσανατολισμός του, ούτε να κατονομάζονται οι ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων. Η ακριβής, εξάλλου, περιγραφή του ακινήτου, η οποία μπορεί να γίνει και με αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα, είναι αναγκαία, γιατί μόνο έτσι θα μπορέσει ο εναγόμενος να αμυνθεί και να τάξει τις δέουσες αποδείξεις.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, το συνιδιόκτητο ακίνητο των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και μάλιστα κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου του καθενός απ' αυτούς, αντίστοιχα, είναι αυτοτελές τμήμα του με αριθμό .......

αγρού (α' κατηγορίας), βρίσκεται στην κτηματική περιοχή του αγροκτήματος του Δήμου Γουμένιτσας, στην περιφέρεια του Υποθηκοφυλακίου και του Ειρηνοδικείου Γουμένισσας και, ειδικότερα, στην περιοχή ....... του εν λόγω Δήμου, έχει έκταση 1919 τετρ. μέτρα και όπως απεικονίζεται κατά έκταση, θέση και όρια στο από .......

τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ...... με στοιχεία ........., συνορεύει βόρεια, επί πλευράς ΑΗ, μήκους 46,70 μέτρων με τα με αριθμούς ... και .... αγροτεμάχια, ιδιοκτησίας Ζ3 και Ζ4 αντίστοιχα, νότια, επί πλευράς ΘΔ, μήκους 23,10 μέτρων με το με αριθμό .... αγροτεμάχιο, ιδιοκτησίας Ζ5, ανατολικά, επί πλευράς ΗΘ, μήκους 48,08 μέτρων με το υπόλοιπο διαιρετό και αυτοτελές τμήμα του αγρού ........, δηλαδή το με αριθμό .......

αγροτεμάχιο και περαιτέρω με τα με αριθμούς .... και .... αγροτεμάχια ιδιοκτησίας Ζ6 και Ζ3, δυτικά, επί πλευράς ΑΖ, μήκους 32,10 μέτρων με το με αριθμό ..... αγροτεμάχιο, ιδιοκτησίας Ζ7, και επί πλευράς ΔΕ μήκους 23,22 μέτρων με το με αριθμό ...... αγροτεμάχιο, ιδιοκτησίας Ζ8 και νοτιοδυτικά, επί πλευράς ΖΕ, μήκους 23,57 μέτρων με το με αριθμό ......

αγροτεμάχιο, ιδιοκτησίας Ζ8. Το επίδικο ακίνητο, το οποίο, κατά τα στην αγωγή ειδικότερα εκτιθέμενα, φέρεται ότι κατέλαβε ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, αποτελεί τμήμα του προπεριγραφόμενου αγρού, βρίσκεται στο νότιο τμήμα του τελευταίου, έχει εμβαδόν 454,66 τετρ. μέτρα και όπως απεικονίζεται κατά έκταση, θέση και όρια στο προμνημονευόμενο τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία ......, συνορεύει βόρεια, επί πλευράς μεν ΕΚ, μήκους 12,15 μέτρων με υπόλοιπο τμήμα του αγρού των αναιρεσιβλήτων και επί πλευράς ΚΜ, μήκους 10,50 μέτρων με το δεύτερο επίδικο εδαφικό τμήμα του ίδιου αγρού, το οποίο, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, φέρεται ότι κατέλαβαν οι δεύτερος και τρίτος από τους εναγομένους, - οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη -, νότια, επί πλευράς ΔΕ, μήκους 23,10 μέτρων με το με αριθμό ....

αγροτεμάχιο του Ζ5, ανατολικά, επί πλευράς ΜΘ, μήκους 17,08 μέτρων με το με αριθμό ..... αγροτεμάχιο και πέραν αυτού με το με αριθμό ...... αγροτεμάχιο του Ζ3 και δυτικά, επί πλευράς ΔΕ, μήκους 23,22 μέτρων με το με αριθμό ..... αγροτεμάχιο του Ζ8. Η περιγραφή του δεύτερου επιδίκου εδαφικού τμήματος του συνιδιόκτητου αγρού των αναιρεσιβλήτων, που φέρεται, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, ότι κατέλαβαν οι δεύτερος και τρίτος από τους εναγομένους, παραλείπεται, ενόψει του ότι το τελευταίο δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης.

Εξάλλου, το εναπομείναν τρίτο εδαφικό τμήμα του αμέσως πιο πάνω συνιδιόκτητου αγρού των αναιρεσιβλήτων, από το οποίο, κατά τα, ειδικότερα, επίσης, εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, διέρχονται παράνομα και χωρίς τη βούληση των αντιδίκων του οι εναγόμενοι προκειμένου να μεταβούν στα προπεριγραφόμενα εδαφικά τμήματα, που φέρονται ότι καταλήφθηκαν αυθαίρετα και παράνομα απ' αυτούς, έχει εμβαδόν 1137,88 τετρ.

μέτρα και, όπως απεικονίζεται στο ίδιο πιο πάνω τοπογραφικό διάγραμμα, κατά θέση, έκταση και όρια, με τα στοιχεία ......., συνορεύει βόρεια, επί πλευράς ΑΛ, 36,20 μέτρων με το με αριθμό ..... αγροτεμάχια του Ζ3, νότια επί πλευράς μεν 2Ε, 23,57 μέτρων με το με αριθμό ... αγροτεμάχιο του Ζ8, επί πλευράς δε ΕΚ, 12,15 μέτρων με το πρώτο επίδικο εδαφικό τμήμα, ανατολικά, επί πλευράς ΚΛ, 31,24 μέτρων με το δεύτερο επίδικο εδαφικό τμήμα και δυτικά, επί πλευράς Α2, 32,10 μέτρων με το με αριθμό ......

αγροτεμάχιο του Ζ7. Τα αμέσως πιο πάνω εδαφικά τμήματα του συνιδιόκτητου ακινήτου των αναιρεσιβλήτων με αριθμό τεμαχίου ...... (επίδικα ακίνητα), όπως περιγράφονται στο αγωγικό δικόγραφο, κατά είδος, θέση, έκταση, όρια, πλευρικές διαστάσεις των ορίων και προσανατολισμό, κατονομάζονται δε στο ίδιο δικόγραφο και οι ιδιοκτήτες των όμορων αγροτεμαχίων, εξατομικεύονται πλήρως, ώστε καμιά αμφιβολία να μην υπάρχει ως προς την ταυτότητά τους.

Για την πληρότητα μάλιστα του αγωγικού δικογράφου αναφέρεται σ' αυτό, ότι τόσο το συνιδιόκτητο αγροτεμάχιο των αναιρεσιβλήτων, τμήματα του οποίου αποτελούν τα επίδικα ακίνητα, όσο και τα τελευταία απεικονίζονται κατά θέση, έκταση και όρια στο από ...... τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ........., το οποίο συντάχθηκε ενόψει της άσκησης της ένδικης αγωγής (18-7-2002).

Εξάλλου, η μη ενσωμάτωση του πιο πάνω τοπογραφικού διαγράμματος στο αγωγικό δικόγραφο δεν επέφερε σύγχυση ως προς την ταυτότητα των επίδικων εδαφικών τμημάτων, αφού, όπως ήδη ειπώθηκε, η περιγραφή τόσο των τελευταίων, όσο και του μεγαλύτερου συνιδιόκτητου ακινήτων των αναιρεσιβλήτων ήταν πλήρης και ακριβής.

Επομένως, το Εφετείο, μη απορρίπτοντας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της ως προς την περιγραφή των επίδικων εδαφικών τμημάτων και του μεγαλύτερου συνιδιόκτητου ακινήτου των αναιρεσιβλήτων, λόγω μη ενσωμάτωσης δικόγραφό της του προμνημονευόμενου τοπογραφικού διαγράμματος, κατά παραδοχή του αποτελούντος το δεύτερο, ως προς το πρώτο μέρος του, λόγο της έφεσης περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμού του αναιρεσείοντα από την παραπάνω αιτία, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, γι' αυτό και ο μοναδικός, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου, δηλαδή, της μη απόρριψη της ένδικης αγωγής ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας της ως προς της περιγραφής τόσο των επίδικων εδαφικών τμημάτων όσο και του μεγαλύτερου συνιδιοκτήτου ακινήτου των αναιρεσιβλήτων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-1-2007 αίτηση για αναίρεση της 2355/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ