Legislator Case Law & Legislation
2179/2013 AI generated

2179/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2179/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 3-10-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4082/2003 μη οριστική και 200/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4642/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί o αναιρεσείων με την από 27-6-2011 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

2179/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.Α.Π. 9/2013).

Keywords

AI generated
unfit notwithstanding health condition common flat-rate scheme for farmers permanent earning incapacity voluntary unemployment deportation despite health issues disability-related expenses
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2179 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2179/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Τ. του Μ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παναγιώτη Τικόπουλου, με δήλωση κατ'άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Η. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Ξανθίππης Μικρού και κατέθεσε προτάσεις και 2. Του Γραφείου Διεθνών Ασφαλίσεων, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ηλία Σύριου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 3-10-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4082/2003 μη οριστική και 200/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4642/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί o αναιρεσείων με την από 27-6-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Καλαματιανός, ανέγνωσε την από 30-11-2012 έκθεσή του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μιλτιάδη Σπυρόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.Α.Π. 9/2013).

Από το συνδυασμό των άρθρων 247, 251, 298, 914 ΑΚ και 10 παρ. 1 και 19 παρ. 2 ν.489/1976 συνάγεται, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής εφόσον κατευθύνεται κατά ασφαλιστή και του Επικουρικού Κεφαλαίου, είναι διετής (άρθρ. 10 παρ. 1 και 19 παρ. 2 ν.489/1976) και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως.

Η ως άνω διετής παραγραφή εφαρμόζεται αναλογικώς και στην περίπτωση αξίωσης κατά του Τ.Δ.Α. (άρθρο 10 παρ.2 του ν. 489/1976). Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 261 εδ. α' ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο, δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία, όχι δε και για άλλες αξιώσεις προς αποζημίωση από την ίδια αιτία, που ανάγονται σε μεταγενέστερο χρόνο, έστω και αν, ως προς τις τελευταίες, είχε διατυπωθεί επιφύλαξη για τη δικαστική επιδίωξη τους.

Εξαίρεση, υπάρχει στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ζημία είναι απρόβλεπτη, οπότε ισχύει νέα παραγραφή για εκείνες τις δυσμενείς συνέπειες που δεν μπορούσαν από την αρχή να προβλεφθούν κατά τους κοινούς κανόνες, η οποία (παραγραφή) και αρχίζει από τότε που ο παθών έλαβε γνώση των νέων δυσμενών συνεπειών και της αιτιώδους συνάφειάς τους με το ατύχημα, αν δε πρόκειται για αξίωση αποζημιώσεως κατά α) ασφαλιστή, η παραγραφή αρχίζει από τότε που αντικειμενικά καθίσταται δυνατή η πρόβλεψη της νέας δυσμενούς κατάστασης του παθόντος.

Αν, επομένως, με τελεσίδικη απόφαση ο παθών από αυτοκινητικό ατύχημα κρίθηκε πρόσκαιρα ανίκανος προς εργασία για ορισμένο χρονικό διάστημα και του επιδικάστηκαν για το διάστημα αυτό αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και με νέα αγωγή του ζητεί πρόσθετη αποζημίωση για τις ίδιες αιτίες λόγω της επικαλούμενης εφόρου ζωής ολικής ή μερικής αναπηρίας του, της οποίας έλαβε γνώση μετά την άσκηση της πρώτης αγωγής, το δικαστήριο που καλείται να δικάσει την υπόθεση δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο της αποφάσεως, ως προς την έκταση των ζημιών, διότι το δικαστήριο καλείται να κρίνει αξιώσεις του παθόντος από τις επιζήμιες συνέπειες του ατυχήματος που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν κατά το χρόνο άσκησης της πρώτης αγωγής και δεν κρίθηκαν με την τελεσίδικη απόφαση που είχε αντικείμενο αποζημίωση για πρόσκαιρη ανικανότητα.

Αντίθετα, αν πρόκειται για προβλεπτές ζημίες, η παραγραφή παρατείνεται σε εικοσαετία, υπό την αναγκαία προϋπόθεση, ότι η απόφαση κατέστη τελεσίδικη εντός του χρόνου της πενταετίας ή της διετίας, κατά περίπτωση, καθώς και ότι στο μεταξύ διάστημα, μέχρι την τελεσιδικία, δεν έχει υποκύψει η αξίωση σε τυχόν προβλεπόμενη συντομότερου χρόνου παραγραφή (ΑΠ 755/2005, ΑΠ 1100/2005).

Προκύπτει, επίσης, ότι στις περιπτώσεις που οι ζημιές είναι προβλεπτές, η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση αγωγής για την καταβολή αποζημιώσεως για μελλοντική ζημία, και ότι η διακοπείσα αυτή παραγραφή, αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου (αρθρ. 261 ΑΚ, Α.Π. 39/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με την από 3-10-2003 αγωγή του ισχυρίστηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος Η. Κ., οδηγώντας το φέρον γερμανικές πινακίδες κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του, προκάλεσε από υπαιτιότητά του τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα που είχε ως συνέπεια τον σοβαρό τραυματισμό του.

Ζήτησε δε, μετά από παραδεκτή τροπή μέρους των αιτημάτων του από καταψηφιστικά σ' αναγνωριστικά, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, το δεύτερο των οποίων είναι το Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης, να του καταβάλουν, εις ολόκληρο έκαστος, και με προσωπική κράτηση του πρώτου εναγομένου, εφάπαξ το ποσό των 30.000 ευρώ, και να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων, ευθυνoμένων εις ολόκληρο έκαστος, να του καταβάλουν τα ποσά:

α) των 180.292,08 ευρώ, που αφορούν την αποθετική του ζημία της τετραετίας 1999 - 2002 και β) των 3.946.123,50 ευρώ που αφορά την αποθετική του ζημία των ετών 2003 έως το 2023, όπως τα ποσά αυτά αναλύονται κατ' έτος στην αγωγή και με τους νομίμους τόκους. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε κατ' αρχήν η 4082/2005 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να διεξαχθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη, σχετικά με την κατάσταση της υγείας του ενάγοντος, διορισθέντος προς τούτο ως πραγματογνώμονος του ιατρού γενικού χειρουργού Ε.

Τ. και στη συνέχεια, μετά την διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης η 200/2009 οριστική απόφαση, με την οποία το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε, λόγω παραγραφής, την αγωγή ως προς το δεύτερο εναγόμενο, Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης, και έκανε δεκτή αυτή ως προς τον πρώτο εναγόμενο για το ποσό των 13.907,81 ευρώ, με το νόμιμο το από της επίδοσης της αγωγής και με απειλή προσωπικής κράτησης ως μέσου εκτέλεσης της απόφασης.

Κατ' αυτής άσκησαν ο μεν ενάγων έφεση οι δε εναγόμενοι αντέφεση. Επ' αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την αντέφεση, απέρριψε την έφεση, κράτησε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως προς το Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης και την δέχθηκε εν μέρει ως προς τον πρώτο εναγόμενο, στον οποίο επιδίκασε 4.868 ευρώ, ως αποθετική ζημία (απώλεια εισοδημάτων) για το οικονομικό έτος 2000.

Για να απορρίψει την αγωγή, καθ' όσο μέρος αυτή στρεφόταν κατά του Γραφείου Διεθνούς Ασφάλισης, το Εφετείο διέλαβε τις εξής αιτιολογίες: << Οι ως άνω ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος, ήταν σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, προβλεπτέες από το χρόνο του ατυχήματος (11-10-1998). Το προβλεπτό των αξιώσεων αυτών επιβεβαιώνεται και από την πρώτη από 23-5-1999 αγωγή και από τις προτάσεις του ενάγοντος στη δίκη επί της οποίας η ως άνω 458/2001 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπου επικαλούμενος τις ίδιες με την παρούσα δίκη ιατρικές γνωματεύσεις, ισχυρίστηκε ότι έχει υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη της υγείας του που τον καθιστά ανίκανο προς εργασία επ' αόριστον. Σχετικά ο πραγματογνώμονας Ε Τ., που εξέτασε τον ενάγοντα στις 22-1-2008, θεωρεί ότι τα δύο πρώτα χρόνια μετά το ατύχημα το ποσοστό αδυναμίας του να ασχοληθεί με την εργασία του, η οποία σύμφωνα με την πραγματογνωμοσύνη απαιτεί πολύωρη οδήγηση και άρση βαρών, ήταν 100%, τα δύο επόμενα ήταν 50% και από τότε 40% και ότι το τελευταίο αυτό ποσοστό δεν επιδέχεται ιδιαίτερης βελτίωσης.

Συνεπώς και καθόσον οι επιζήμιες συνέπειες παράγονται εξακολουθητικώς με την πάροδο του χρόνου, η δε αξίωσή τους δεν αναγεννιέται κάθε φορά που επέρχονται οι συνέπειες αυτές, αλλά γεννήθηκαν μία φορά μόνο όταν άρχισαν να αναδύονται οι πρώτες απ' αυτές (ΑΠολ. 40 1994, Ελ.Δνη 37, 1534) είχε παρέλθει από του ατυχήματος (11-10-1998) μέχρι την επίδοσή της ένδικης αγωγής (10-10-2003) χρόνος μεγαλύτερος της διετίας, που κατά την διάταξη του άρθρου 10 παρ. 23 Ν. 489/1976, έχει ως συνέπεια την παραγραφή των αξιώσεων κατά του δεύτερου εναγομένου Γ.Δ.Α., που παραδεκτά πρότεινε ένσταση παραγραφής των αξιώσεων του ενάγοντος ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Η ένσταση διετούς παραγραφής, που προτείνει για πρώτη φορά ο πρώτος εναγόμενος - εφεσίβλητος προς απόκρουση του πρώτου λόγου της έφεσης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού ο εναγόμενος δεν αναφέρει τους λόγους για τους οποίους δεν προβλήθηκε η ένσταση αυτής εγκαίρως, αφού η ένσταση αυτή δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως και ότι η μη έγκαιρη προβολή της ήταν δικαιολογημένη (άρθρα 269, 527 ΚΠολΔ., σχετ.

Β. Βαθρακοκοίλης ΚΠολΔ. υπ' άρθρο 269, παρ. 35, 36). Εξάλλου, στην προκείμενη περίπτωση, δεν υφίσταται, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα στέψη της παρούσας, επιμήκυνση του χρόνου παραγραφής σε εικοσαετία, καθόσον στην πρώτη αγωγή επί της οποίας εκδόθηκαν οι 458/2001 και 3277/2002 αποφάσεις του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου αυτού, αντίστοιχα, δεν περιλαμβάνονται οι σήμερα ένδικες αξιώσεις, όσα δε περί του αντιθέτου, υποστηρίζονται από τον ενάγοντα - εκκαλούντα με τον πρώτο λόγο της εφέσεως κατά τον οποίο οι αξιώσεις του αυτές έχουν καταστεί τελεσίδικες και ισχύει η κατ' άρθρο 268 εδ.

α ΑΚ εικοσαετής παραγραφή είναι απορριπτέα ως αβάσιμα".

Το Εφετείο, με το να απορρίψει την αγωγή ως παραγεγραμμένη, καθ' όσο μέρος στρεφόταν κατά του Γραφείου Διεθνούς Ασφάλισης, απορρίπτοντας τις αντενστάσεις του ενάγοντος, α) περί διακοπής της διετούς παραγραφής κατ' άρθρο 261 Α.Κ., διότι η επίδοση της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προηγούμενη 3277/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, διέκοψε την παραγραφή μόνο για το μέρος της αξίωσης, που υπήρξε επίδικη, ως προς το οποίο δημιουργήθηκε αντιστοίχως εκκρεμοδικία, και β) περί επιμήκυνσης της παραγραφής σε εικοσαετή, διότι, όταν η ως άνω απόφαση (3277/2002) κατέστη τελεσίδικη, η ένδικη αξίωση κατά του Γραφείου Διεθνούς Ασφάλισης είχε ήδη παραγραφεί, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 261, 268 Α.Κ. και 10 παρ. 2 του ν.489/1976. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, που αποδίδεται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά των.

Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων, τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. (Α.Π. 2166/2009). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, Α.Π. 9/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού ανέφερε ότι είχαν κριθεί με ισχύ δεδικασμένου, α) η αποκλειστική υπαιτιότητα του 1ου εναγομένου για το τροχαίο ατύχημα, που έλαβε χώρα στις 11-10-1998, κατά το οποίο συγκρούσθηκε το ΙΧΕ αυτοκίνητό του με εκείνο του ενάγοντος και τραυματίσθηκε ο τελευταίος, και β) ότι ο ενάγων συνεπεία του ως άνω τραυματισμού του κατέστη ανίκανος να μετέλθει την προ του τραυματισμού του επαγγελματική του δραστηριότητα (εστιατόριο και ατομική επιχείρηση παρασκευής και εμπορίας γλυκών κουταλιού) μέχρι 31-12-1998, δυνάμει της προηγούμενης 3277/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία του επιδικάσθηκε, εκτός των άλλων, και αποθετική ζημία 1.000.000 δρχ.

για το διάστημα από 11-10-1998 έως 31-12-1998, στη συνέχεια δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα εξής: "Ο ενάγων από την εκμετάλλευση της ως άνω ατομικής επιχείρησής του είχε ως ακαθόριστα έσοδα κατά την περίοδο 1999 έως 2007 (οικ. έτη 2000 έως 2008) τα ακόλουθα ποσά: α) για το έτος 1999 (οικ. έτος 2000) 14.054.680 δρχ., και είχε αύξηση από τον προηγούμενο χρόνο που είχε ακαθάριστα έσοδα 12.529.185 δρχ.

κατά ποσοστό 12%, β) για το έτος 2000 (οικ. έτος 2001) 29.470.460 και είχε αύξηση από το προηγούμενο έτος κατά ποσοστό 110%, γ) για το έτος 2001 (οικ. έτος 2002) 31.631.078, (που αντιστοιχεί σε 92.828 ευρώ) και είχε αύξηση από το προηγούμενο έτος κατά ποσοστό 7%, δ) για το έτος 2002 (οικ. έτος 2003) 93.642,16 ευρώ, και είχε αύξηση από το προηγούμενο έτος κατά ποσοστό 1%, ε) για το έτος 2003 (οικ.

έτος 2004) 94.379,41 ευρώ, και είχε αύξηση από το προηγούμενο έτος κατά ποσοστό 1%, στ) για το έτος 2004 (οικ. έτος 2005) 72.242,94 ευρώ, και είχε μείωση από το προηγούμενο έτος κατά ποσοστό 22%, ζ) για το έτος 2005 (οικ. έτος 2006) 98.983,67 ευρώ και είχε αύξηση από το προηγούμενο έτος κατά ποσοστό 37% και από το έτος 2003 κατά ποσοστό 5%, η) για το έτος 2006 (οικ.

έτος 2007) 111.865,62 ευρώ και είχε αύξηση από το προηγούμενο έτος κατά ποσοστό 13% και θ) για το έτος 2007 (οικ. έτος 2008) 133.570,76 ευρώ, και είχε αύξηση από το προηγούμενο έτος κατά ποσοστό 19,4%. Ενόψει όλων των προαναφερομένων, και λαμβανομένου υπόψη ότι η αναφερόμενη στην εργασιακή ικανότητα του ενάγοντος αφορά μόνο την εκτέλεση μέρους της εργασίας του, σχετική με πολύωρη οδήγηση και άρση φορτίων, προέκυψε ότι ο ενάγων και εξαιτίας του ατυχήματος, μόνο κατά το πρώτο μετά το ατύχημα έτος, (1999, οικ.

έτος 2000) κατά το οποίο τα ακαθάριστα έσοδά του θα αυξάνονται έναντι του προηγούμενου έτους κατά ποσοστό 50%, αντί αυτού του 12%, και σε απόλυτους αριθμούς σε 18.793.777 δρχ. (12.529.185 Χ 150%) αντί των 14.054.680 δρχ. και έτσι επήλθε απώλεια στα ακαθάριστα έσοδά του κατά το ποσό των 4.739.087 δρχ., που αντιστοιχεί σε καθαρά κέρδη ύψους 1.658.680 δρχ. (4.739.087 Χ 35%) και σήμερα σε 4.868 ευρώ, το οποίο αποτελεί και την αποθετική ζημία του ενάγοντος για το έτος αυτό (1999).

Για τα επόμενα έτη και ενόψει της μεγάλης αύξησης που παρουσίασαν τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης του ενάγοντος κατά το έτος 2000 (οικ. έτος 2001), το Δικαστήριο αυτό κρίνει ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα και ο εξ αυτού τραυματισμός του ενάγοντος δεν είχε επιπτώσεις στην εργασία του ενάγοντος και στα εξ αυτής εισοδήματα.

Η κάμψη (μικρή αύξηση ως και ελάττωση) των ακαθάριστων εσόδων της επιχείρησης του ενάγοντος οφείλεται, προφανώς, σ' άλλους λόγους, άσχετους με την προαναφερθείσα εργασιακή ικανότητα του ενάγοντος, ο οποίος πρέπει να επισημανθεί ότι ουδεμία αναφορά κάνει σχετική με τις κρατούσες συνθήκες αγοράς των προϊόντων που παράγει η ατομική επιχείρησή του και των τυχόν μεταβολών αυτής (αγοράς) >>.

Ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια που προβλέπει το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του <<πράγματα>> προταθέντα και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι ότι ο ενάγων ασκούσε δύο εμπορικές δραστηριότητες, ήτοι επιχείρηση εστιατορίου και βιοτεχνία οικιακών γλυκών, και υπολόγισε την αποθετική του ζημία με γνώμονα μόνο τη μία από τις επαγγελματικές του ενασχολήσεις (ατομική βιοτεχνία οικιακών γλυκών και μαρμελάδων).

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς αυτούς της αγωγής, έκανε δεκτό εν μέρει το κεφάλαιο για τη μείωση των εσόδων του κατά το έτος 1999 (οικονομικό έτος 2000), ενιαίως από το εστιατόριο και τη βιοτεχνία γλυκών, επιδικάζοντας το ποσό των 4.868 ευρώ, και απέρριψε το αυτό κεφάλαιο για τα επόμενα έτη, κρίνοντας ότι, ενόψει της μεγάλης αύξησης που παρουσίασαν τα ακαθάριστα κέρδη της επιχείρησης του (εστιατορίου και επιχείρησης παρασκευής και εμπορίας γλυκών κουταλιού), ήτοι κατά ποσοστό 110%, ο τραυματισμός του ενάγοντος δεν είχε επιπτώσεις στην εργασία του και στα εξ αυτής εισοδήματα, η δε κάμψη (μικρή αύξηση έως και ελάττωση) οφείλεται, προφανώς, σε άλλους λόγους, άσχετους με την προαναφερθείσα εργασιακή ικανότητα του ενάγοντος, ο οποίος ουδεμία αναφορά κάνει σχετική με τις κρατούσες συνθήκες αγοράς των προϊόντων της επιχείρησής του και των τυχόν μεταβολών αυτής.

Οι ανωτέρω αιτιολογίες που διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη είναι επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 914, 297 και 298 Α.Κ., τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου το Εφετείο, που δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1 πλημμέλεια.

Επομένως και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η ως άνω πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν χωριστές προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ για καθένα εξ αυτών ( άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. Κατάθεσης 710/2011 αίτηση για αναίρεση της 4642/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.-

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ δι' έκαστον.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Δεκεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ