2179/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2179/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την 81844/25-11-1933 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ 175/1933), όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, συστήθηκε και λειτουργεί ο ενάγων (και ήδη αναιρεσείων) οικοδομικός συνεταιρισμός με την επωνυμία "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ - Ο ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝΑΣ Συν. Π.Ε.". Σκοπός του είναι η μέριμνα για τις στεγαστικές ανάγκες των μελών του, δηλαδή η απόκτηση από τα μέλη του κατοικίας ή οικοπέδου για την ανέγερση οικοδομής.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2179 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2179/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οικοδομικού Συνεταιρισμού υπό την επωνυμία " ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ-Ο ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ Συν.ΠΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πρόεδρο του Δ.Σ. ......, που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σταύρου Γκούμα.
Του αναιρεσιβλήτου: ......, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Λαζανά .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6941/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 80/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-7-2006 αίτησή του και τους από 28-2-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 27-9-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 11 παρ. ΙV εδ. ε και ζ του ΠΔ 93/1987 "περί οικοδομικών Συνεταιρισμών - Πολεοδόμηση εκτάσεων", η γενική Συνέλευση των μελών του συνεταιρισμού αποφασίζει για την αγορά ή πώληση έκτασης γης, το είδος και τη μορφή της οικιστικής αξιοποίησης, καθώς και τη σύναψη δανείου για την εκπλήρωση του σκοπού του συνεταιρισμού και για οποιοδήποτε θέμα που προβλέπεται από το διάταγμα αυτό ή το καταστατικό και δεν υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα άλλου οργάνου του Συνεταιρισμού.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η αντικατάσταση ελαττωματικού και δη μη άρτιου και μη οικοδομήσιμου οικοπέδου, που είχε παραχωρηθεί σε μέλος του Συνεταιρισμού και αντιστοιχεί σε συγκεκριμένη συνεταιριστική μερίδα, με άλλο άρτιο και οικοδομήσιμο οικόπεδο του Συνεταιρισμού, το οποίο είχε παραμείνει αδιανέμητο κατά την κλήρωση, δεν συνιστά πώληση ή αγορά έκτασης του Συνεταιρισμού, με συνέπεια να μη απαιτείται για την ανταλλαγή αυτή απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Συνεταιρισμού.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δικάζοντας έφεση του αναιρεσείοντος Συνεταιρισμού κατά της 6941/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει αγωγή του για ακύρωση λόγω απάτης, άλλως λόγω πλάνης του ..... νόμιμα μεταγραμμένου συμβολαίου της Συμ/φου Αθηνών Βασιλικής Νικολούδη, με το οποίο μεταβιβάσθηκε στον αναιρεσίβλητο το περιγραφόμενο στην αγωγή του ακίνητο, δέχθηκε ανελέγκτως μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:
Με την 81844/25-11-1933 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ 175/1933), όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, συστήθηκε και λειτουργεί ο ενάγων (και ήδη αναιρεσείων) οικοδομικός συνεταιρισμός με την επωνυμία "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ - Ο ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝΑΣ Συν. Π.Ε.". Σκοπός του είναι η μέριμνα για τις στεγαστικές ανάγκες των μελών του, δηλαδή η απόκτηση από τα μέλη του κατοικίας ή οικοπέδου για την ανέγερση οικοδομής.
Προς τούτο ο ενάγων το έτος 1981 αγόρασε ποσοστό 1.751.696/3,158.000 εξ αδιαιρέτου κτήματος έκτασης 3.158.000 τ.μ. στη θέση "....", στο οποίο (ποσοστό) αντιστοιχεί η χρήση 1.751.696 τ.μ. Η έκταση αυτή ρυμοτομήθηκε με το Π.Δ. από 10-6-1970 (ΦΕΚ 130 Δ770) και διαιρέθηκε σε οικόπεδα, τα οποία ο συνεταιρισμός, από το έτος 1988, άρχισε να μεταβιβάζει στα μέλη του, αφού προηγουμένως τα είχε διανείμει με κλήρωση.
Το έτος 1991, το πρώην μέλος του συνεταιρισμού Σ1 στην οποία είχε κληρωθεί το .... οικόπεδο του Ο.Τ. ...., εκχώρησε τη συνεταιριστική της μερίδα στα τέκνα της Τ1 και Τ2 όπως προβλεπόταν στο καταστατικό, και εξήλθε από το συνεταιρισμό. Αντίστοιχα οι τελευταίοι, τον Ιούνιο 1999 εκχώρησαν περαιτέρω τη μερίδα τους στο Ζ1 πράξη που εγκρίθηκε από το Δ.Σ., και εξήλθαν από το συνεταιρισμό.
Ο εκδοχέας ήταν ήδη μέλος του ενάγοντος, καθόσον ήταν δικαιούχος οικοπεδικής μερίδας και σε έτερη έκταση που κατείχε ο τελευταίος στην περιοχή ....... Στη συνέχεια ο Ζ1 διαπίστωσε ότι το συγκεκριμένο οικόπεδο βρισκόταν κατά το μεγαλύτερο μέρος του σε κοίτη μη οριοθετημένου φυσικού ρέματος και ότι κατά το εναπομένον μέρος του δεν ήταν οικοδομήσιμο.
Έτσι υπέβαλε την από 15-7-1999 αίτηση του προς το Δ.Σ. του συνεταιρισμού και ζήτησε την αλλαγή του οικοπέδου με άλλο, άρτιο και οικοδομήσιμο. Το Δ.Σ., αρμόδιο να αποφανθεί, σύμφωνα με το άρθρο 23 περ. ιε' του καταστατικού, που του έδινε το δικαίωμα να μεριμνά για την επίλυση κάθε θέματος που δεν αναφερόταν ρητώς στην αρμοδιότητα της Γενικής Συνέλευσης και του Εποπτικού Συμβουλίου, με την 7/15-7-1999 απόφασή του, ενέκρινε το ως άνω αίτημα και αποφάσισε την αλλαγή του οικοπέδου με το ....
οικόπεδο του ΟΤ - .... (επίδικο), το οποίο είχε μείνει αδιανέμητο κατά την κλήρωση, βρισκόταν πλησίον του πρώτου και αποτελούσε κάθετη ιδιοκτησία στην οποία αντιστοιχούσε η χρήση 454,70 τ.μ. του όλου ακινήτου. Μετά την ανταλλαγή, το .... του ... - ΟΤ αποδεσμεύτηκε και επανήλθε στη διάθεση του ενάγοντος ως αδιάθετο οικόπεδο.
Η ανταλλαγή αυτή των οικοπέδων έγινε νόμιμα, με απόφαση του Δ.Σ., χωρίς να απαιτείται σχετικώς απόφαση της Γενικής Συνέλευσης κατ' άρθρο 35 περ. δ' του καταστατικού του συνεταιρισμού, σύμφωνα με το οποίο η Γενική Συνέλευση αποφασίζει για την εκποίηση ακινήτων που αποτελούν διαρκή περιουσία του συνεταιρισμού.
Και τούτο διότι δεν επρόκειτο για διάθεση διαρκούς περιουσιακού στοιχείου του συνεταιρισμού, αλλά τμήματος ακινήτου που είχε εξαρχής αγοραστεί για να διανεμηθεί στα μέλη. Στο άρθρο 44 περ. 7 του καταστατικού ρητά ορίζεται ότι τα ακίνητα που αποκτά ο συνεταιρισμός, στα πλαίσια της ευόδωσης του σκοπού του, παραχωρούνται στα μέλη του εξ ολοκλήρου, και μάλιστα αν δεν επαρκέσουν καθορίζονται πίνακες προτεραιότητας κατά σειρά εγγραφής και πουθενά δεν προβλέπεται ότι κάποια από αυτά παραμένουν στο συνεταιρισμό για να αποτελούν διαρκή περιουσιακά του στοιχεία.
Στη συνέχεια ο Ζ1 εκχώρησε τη συνεταιριστική μερίδα του επί του επίμαχου οικοπέδου στον εναγόμενο, (και ήδη αναιρεσίβλητο) έναντι ανταλλάγματος 24.000.000 δρχ., χωρίς να εξέλθει από το συνεταιρισμό, επειδή κατείχε και την άλλη προαναφερθείσα εταιρική μερίδα. Το σχετικό συμφωνητικό εκχώρησης φέρει ημερομηνία 21-10-1999, και φαίνεται, από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο αντίγραφο της από 24-11-2000 επιστολής του εναγομένου προς το Εποπτικό Συμβούλιο του συνεταιρισμού, ότι στην πραγματικότητα η εκχώρηση αυτή έλαβε χώρα λίγο αργότερα, περίπου τον Ιανουάριο 2000.
Το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό εκχώρησης φέρει εσφαλμένη ή ψευδή ημερομηνία, δεν έχει κάποια έννομη συνέπεια όσον αφορά το κύρος της εκχώρησης, καθόσον ο εκδοχέας γίνεται κύριος της εκχωρηθείσας απαίτησης με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που συνδέονται αναπόσπαστα με τη φύση της, από και δια της αναγγελίας της εκχώρησης και δεν αποκτά δικαιώματα έναντι του οφειλέτη και των τρίτων πριν από αυτήν.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση κανένα δικαίωμα δεν απέκτησε ούτε διεκδίκησε ο εναγόμενος έναντι του συνεταιρισμού πριν την αναγγελία της εκχώρησης για την οποία αμέσως παρακάτω, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για μη σύννομες ή αντίθετες με το καταστατικό ενέργειες. Στις 7-2-2000 ο εναγόμενος υπέβαλε στη γραμματεία του συνεταιρισμού το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, αναγγέλλοντας με τον τρόπο αυτό την εκχώρηση, και παράλληλα αίτηση για να εγγραφεί στο συνεταιρισμό ως νέο μέλος.
Το Δ.Σ., με την 14/8-2-00 απόφαση του, η οποία ουδέποτε προσβλήθηκε από κανέναν, και εφαρμόζοντας τη διαδικασία που προβλεπόταν στο άρθρο 5 του καταστατικού για την "παραδοχή συνεταίρων", δέχθηκε τον εναγόμενο ως μέλος του και ενέκρινε την εκχώρηση. Κατά την υποβολή της ως άνω αίτησης του, ο εναγόμενος εξέφραζε τη σοβαρή επιθυμία του να γίνει μέλος του συνεταιρισμού.
Η σαφής έννοια του περιεχομένου της από 24-11-2000 επιστολής του προς το Εποπτικό Συμβούλιο του Συνεταιρισμού, κατά το νοηματικό της περιεχόμενο, ήταν όχι ότι δεν θέλησε ποτέ να γίνει μέλος του, αλλά ότι αδιαφορούσε για τον τρόπο που θα αποκτούσε το ακίνητο, αποδεχόταν όμως να γίνει και μέλος του συνεταιρισμού, προκειμένου να αποκτήσει τούτο μέσω της εκχώρησης της συνεταιριστικής μερίδας άλλου μέλους, εφόσον προϋπόθεση γι' αυτό ήταν να είναι και ο ίδιος μέλος.
Έτσι επεδίωξε να αποκτήσει την ιδιότητα αυτή, αποδεχόμενος πλήρως τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από το καταστατικό και τη λειτουργία του συνεταιρισμού. Η εγγραφή του εναγομένου ως μέλους του ενάγοντος έγινε στα πλαίσια της αποχώρησης του Ζ1 από τη συγκεκριμένη συνεταιριστική μερίδα, γεγονός που δεν αντιβαίνει στις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 3 και 8 του ΠΔ 93/87 (ανεξαρτήτως αν αυτές κείνται εκτός του πλαισίου της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως), και ποτέ δεν προσβλήθηκε από κανέναν, εντός των νόμιμων προθεσμιών.
Περαιτέρω (συνεχίζει το Εφετείο) αποδεικνύεται ότι στις 24-3-2000 ο ενάγων συνεταιρισμός, σε εκπλήρωση σχετικού όρου του καταστατικού, μεταβίβασε στον εναγόμενο το επίδικο οικόπεδο, λόγω πωλήσεως με το .... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Νικολούδη, που μεταγράφηκε νόμιμα αντί του αναγραφομένου στο συμβόλαιο τιμήματος 20.000 δρχ. Κατά την υπογραφή του συμβολαίου τον ενάγοντα εκπροσώπησε νόμιμα ο Πρόεδρός του, ο οποίος είχε λάβει εξουσιοδότηση από το Δ.Σ. ειδικά για την υπογραφή συμβολαίων, με το .... πρακτικού του Δ.Σ. του συνεταιρισμού. Τούτο έγινε στα πλαίσια της δυνατότητας που παρέχει το άρθρο 20 παρ. δ' του καταστατικού, σύμφωνα με το οποίο "το Διοικητικό Συμβούλιο δύναται δι' ειδικών αποφάσεών του να αναθέσει την διεξαγωγή ορισμένων εργασιών εις ορισμένον ή ορισμένα μέλη του", η δε επίμαχη εξουσιοδότηση, κατά της οποίας κανείς δεν είχε εναντιωθεί μέχρι την υπογραφή του επίδικου συμβολαίου του εναγομένου, και ειδική ως απόφαση ήταν, αφού το θέμα αφορούσε ρητά και συγκεκριμένα την υπογραφή των συμβολαίων μεριδίων της έκτασης ....., και σε ορισμένο κύκλο εργασιών αναφερόταν (υπογραφή συμβολαίων μεταβιβάσεως, συστάσεις οριζόντιων ιδιοκτησιών και κανονισμού, υπογραφή δηλώσεων Εφορίας για το φόρο μεταβίβασης, τοπογραφικά σχεδιαγράμματα που θα επισυνάπτονται στα συμβόλαια κ.λ.π.).
Επιπλέον των παραπάνω πρέπει να λεχθούν τα εξής: Το άρθρο 40 παρ. 5 και 7 του καταστατικού του ενάγοντος, επαναλαμβάνοντας τη διάταξη του προϊσχύσαντος άρθρου 20 εδ. α', γ' και δ' του ν. 602/1915, ορίζει τα εξής: "Απαγορεύεται η εκχώρηση της συνεταιριστικής μερίδας εις πάντα τρίτον συνεταίρον ή μη. Επιτρέπεται μόνον εις εξερχόμενον συνεταίρον να μεταβιβάσει τας συνεταιρικός του μερίδας και άνευ εκκαθαρίσεως του λογαριασμού του εις άλλον συνεταίρον μετά προηγουμένην συγκτάθεσην του Διοικητικού Συμβουλίου, του προς όν η εκχώρησες υπεισερχομένου εις την θέσιν του εκχωρούντος, όστις εξέρχεται τότε αμέσως του Συνεταιρισμού".
Το άρθρο 20 του ν. 602/1915, καταργήθηκε με το άρθρο 17 παρ. 3 του ν. 1667/1986, ήδη δε ισχύει σχετικώς το άρθρο 7 του π.δ. 93/1987, με το οποίο δεν τίθενται περιορισμοί στην εκχώρηση τη εν λόγω μερίδας. Σε κάθε περίπτωση όμως οι περιορισμοί αφορούσαν μόνο τη μεταβίβαση της συνεταιριστικής ιδιότητας και την εκχώρηση της συνεταιριστικής μερίδας, δηλ.
το ποσοστό συμμετοχής του κάθε μέλους, όχι και τα περιουσιακά ωφελήματα, τα οποία συνεπαγόταν η συνεταιριστική ιδιότητα εκείνου που τα αποκτούσε. Τα δικαιώματα αυτά παρέμειναν δεκτικά ελεύθερης συναλλαγής κατ' αρθρ. 361 ΑΚ. Οι εκχωρήσεις που έγιναν μετά την κατάργηση του ως άνω άρθρου, χωρίς την ταυτόχρονη αποχώρηση του εκχωρητή, δεν πάσχουν από απόλυτη ακυρότητα, αφού δεν αντίκεινται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αλλά από σχετική, επειδή αντιβαίνουν σε απαγορευτική διάταξη του καταστατικού, η ακυρότητα όμως αυτή θεραπεύεται με τη συναίνεση του οφειλέτη.
Τυχόν, συνεπώς, ακυρότητα της ως άνω εκχώρησης της μερίδας του Ζ1 προς τον εναγόμενο, επειδή ο πρώτος δεν απεχώρησε από το συνεταιρισμό, όπως όριζε η προαναφερθείσα σχετική διάταξη του καταστατικού, ακόμα και αν ήθελε παραβλεφθεί το γεγονός ότι μετείχε σ' αυτόν και με δεύτερη οικοπεδική μερίδα, θεραπεύτηκε με τη συναίνεση που παρέσχε ο ενάγων με την 14/2000 απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου και τη σύμπραξη του στη μεταβιβαστική σύμβαση.
Με όσα παραπάνω δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 4β, 3 παρ.4 και 6 παρ.1 και 2 εδ. ε΄ ν. 1667/1986, 6 παρ.3 και 5β και 11 παρ. ΙV εδ. ε και ζ ΠΑ 93/1987, και δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση της νόμιμης βάσης, καθ' όσον διέλαβε σαυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που δικαιολογούν την εξαγωγή του πορίσματος στο οποίο κατέληξε, το οποίο και εκτίθεται σαφώς και καθιστούν εφικτό από τον Άρειο Πάγο τον έλεγχο της ορθής υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης περίπτωσης στις ανωτέρω διατάξεις.
Ειδικότερα Α) δεν ήταν αναγκαίο να αναγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο αριθμός των αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου με τις οποίες εγκρίθηκε η εκχώρηση της συνεταιριστικής μερίδος της Σ1 προς τα τέκνα της Τ1 και Τ2 και από τους τελευταίους στον Ζ1 ούτε πότε και με ποια απόφαση είχαν εγγραφεί ως μέλη του Συνεταιρισμού οι Τ1 και Τ2 αλλά αρκεί η αναφορά ότι οι εκχωρήσεις αυτές έγιναν όπως προβλεπόταν στο καταστατικό, ότι εγκρίθηκαν με πράξη του Διοικητικού Συμβουλίου και ότι οι εκχωρητές εξήλθαν του Συνεταιρισμού, δοθέντος ότι τα περιστατικά αυτά δεν είχαν αμφισβητηθεί από τον αναιρεσείοντα στο Δικαστήριο της ουσίας, όπως τούτο προκύπτει από την επισκόπηση των δικογράφων της αγωγής, της εφέσεως και των προτάσεών του.
Επομένως ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔικ. Πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Β) Ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολ.Δικ. αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι ήταν σύννομη ή με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος Συνεταιρισμού ανταλλαγή οικοπέδων μεταξύ Συνεταιρισμού και Ζ1 (δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου) παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 11 παρ.
ΙV εδ. ε και ζ ΠΔ 93/1987 και 6 παρ.1 και 2 εδ. ε Ν.1667/1986, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού η ανταλλαγή αυτή δεν αποτελεί, κατά τα προεκτιθέμενα, "αγορά ή πώληση" έκταση γης του Συνεταιρισμού, ώστε να απαιτείται απόφαση της γενικής Συνέλευσης, το δε Διοικητικό Συμβούλιο είχε κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αρμοδιότητα να αποφασίσει ως προς το ζήτημα τούτο, διότι σύμφωνα με το άρθρο 23 περ.
ιε του καταστατικού είχε το δικαίωμα να μεριμνά για την επίλυση κάθε θέματος που δεν αναφερόταν ρητώς στην αρμοδιότητα της Γενικής Συνέλευσης και του Εποπτικού Συμβουλίου. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος αυτού με το οποίο προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1β ΚΠολ.Δικ. για παραβίαση των άρθρων 173 και 200 ΑΚ κατά την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 35 περ.
δ΄ και 44 περ. 7 του καταστατικού του αναιρεσείοντα Συνεταιρισμού, σύμφωνα με τις οποίες αρμόδια να αποφασίσει για την εκποίηση ακινήτων του Συνεταιρισμού είναι η Γενική Συνέλευση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο ουδόλως διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει κενό ή ασάφεια ως προς την έννοια ή το περιεχόμενο των καταστατικών αυτών διατάξεων και βεβαίως δεν προσέφυγε, ούτε παρέλειψε να προσφύγει στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες.
Γ) Οι τέταρτος και πέμπτος (κατά το πρώτο μέρος αυτού) λόγοι της αναιρέσεως ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ως έγκυρη την με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου εγγραφή του αναιρεσιβλήτου ως μέλους του Συνεταιρισμού και την έγκριση της εκχωρήσεως προς αυτόν της συνεταιριστικής μερίδος του Ζ1 παρότι δέχθηκε ότι ο τελευταίου (εκχωρητής) δεν εξήλθε του Συνεταιρισμού, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 4β και 3 παρ.4 ν. 1667/1986 και 6 παρ.3 και 5β και 7 του ΠΔ 93/1987 και στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, εν όψει α) των παραδοχών του Εφετείου ότι το άρθρο 40 του καταστατικού, που αποτελεί επανάληψη της διάταξης του άρθρου 20 εδ.
α΄, γ΄ και δ του ν. 602/1915, επιτρέπει εκ εξερχόμενο συνέταιρο να μεταβιβάσει τις συνεταιριστικές του μερίδες μετά προηγούμενη συγκατάθεση του Διοικητικού Συμβουλίου, οπότε εκείνος προς τον οποίο έγινε η εκχώρηση υπεισέρχεται εις την θέση του εκχωρούντος, ο οποίος εξέρχεται αμέσως του Συνεταιρισμού και ότι στην προκείμενη περίπτωση η εγγραφή του αναιρεσιβλήτου ως μέλους του Συνεταιρισμού έγινε σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 5 του καταστατικού διαδικασία για την "παραδοχή συνεταίρων" και στα πλαίσια αποχώρησης από τη συγκεκριμένη συνεταιριστική μερίδα του Ζ1 για τον οποίο δέχεται το Εφετείο ότι δεν αποχώρησε γιατί κατείχε και άλλη συνεταιριστική μερίδα β) της διάταξης του άρθρου 17 παρ.3 του ν. 1667/1986, με την οποία καταργήθηκε το προαναφερθέν άρθρο 20 του ν. 602/1915, που αποτέλεσε περιεχόμενο του άρθρου 40 του καταστατικού του αναιρεσείοντος γ) της διάταξης του άρθρου 2 παρ.4 του ν. 1667/1986, σύμφωνα με την οποία η ιδιότητα του μέλους του Συνεταιρισμού αποκτάται από την απόφαση αποδοχής της αίτησης από το Διοικητικό Συμβούλιο δ)της διάταξης του άρθρου 7 του Π.Δ 93/1987, με την οποία δεν τίθενται περιορισμοί στην εκχώρηση της συνεταιριστικής μερίδος στους οικοδομικούς Συνεταιρισμούς και ε) της διάταξης του άρθρου 3 παρ.3 του ν. 1667/1986, με την οποία ορίζεται ότι το καταστατικό μπορεί να επιτρέπει την απόκτηση από κάθε συνέταιρο έως πέντε προαιρετικών μερίδων.
Ο ίδιος τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτού με το οποίο προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1β ΚΠολΔικ. για παραβίαση των άρθρων 173 και 200 ΑΚ κατά την ερμηνεία του άρθρου 40 παρ. 5 και 7 του Καταστατικού (το περιεχόμενο του οποίου εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν δέχθηκε, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει κενό ή ασάφεια ως προς την έννοια του παραπάνω άρθρου του καταστατικού που να υποχρεώνει αυτό να προσφύγει στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες και Δ) ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτού με το οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔικ.
αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες κατά την επάλληλη αιτιολογία της, κατά την οποία "Σε κάθε περίπτωση οι περιορισμοί αφορούσαν μόνο τη μεταβίβαση της συνεταιριστικής ιδιότητας και την εκχώρηση της συνεταιριστικής μερίδας, όχι όμως και τα περιουσιακά ωφελήματα, τα οποία συνεπαγόταν η συνεταιριστική ιδιότητα εκείνου που τα αποκτούσε, τα οποία παρέμειναν δεκτικά ελεύθερης συναλλαγής, και ότι οι εκχωρήσεις που έγιναν μετά την κατάργηση του άρθρου 20 του ν. 602/1915, χωρίς την ταυτόχρονη αποχώρηση του εκχωρητή, δεν πάσχουν από απόλυτη ακυρότητα, αλλά από σχετική, η οποία θεραπεύεται με τη συναίνεση του οφειλέτη και ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η τυχόν ακυρότητα της εκχώρησης της συνεταιριστικής μερίδας του Ζ1 προς τον εναγόμενο (αναιρεσίβλητο) επειδή ο πρώτος δεν αποχώρησε από το Συνεταιρισμό, θεραπεύθηκε με τη συναίνεση που παρέσχε ο αναιρεσείων με την 14/2000 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου και τη σύμπραξή του στη μεταβιβαστική σύμβαση", είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, διότι η κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι δηλαδή ήταν έγκυρη και σύμφωνη προς το καταστατικό ή με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου εγγραφή του αναιρεσίβλητου στον αναιρεσείοντα Συνεταιρισμό και η έγκριση της εκχώρησης σ' αυτόν της συνεταιριστικής μερίδος του Ζ1 στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της και δεν πλήττεται επιτυχώς με βάσιμο λόγο αναίρεσης.
Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η ως άνω επάλληλη αιτιολογία έχει διατυπωθεί με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις. Με τους δεύτερο και πέμπτο (κατά το δεύτερο μέρος, και υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔικ.) λόγους αναιρέσεως προβάλλεται αληθώς η από το άρθρο 559 αριθ. 10ΚΠολΔικ αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι εγκρίθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο η εκχώρηση της συνεταιριστικής μερίδος από τους Τ1 και Τ2 προς τον Ζ1 και ότι εξήλθαν οι εκχωρητές αυτοί από τον Συνεταιρισμό, καθώς και ότι ο Ζ1 ήταν δικαιούχος οικοπεδικής συνεταιρικής μονάδος στη ...., χωρίς να υπάρχει απόδειξη.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα για έγκριση της ως άνω εκχωρήσεως από το Δ.Σ., έξοδο των εκχωρητών από τον αναιρεσείοντα Συνεταιρισμό και δικαίωμα του Ζ1 επί οικοπεδικής συνεταιριστικής μερίδος στη ....
στα μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες και έγγραφα). Από τη διάταξη του άρθρου 8 κεφ. ΙΙ παρ. 1 και 2 του ως άνω Π.Δ. 93/1987, με την οποία ορίζεται ότι "το Διοικητικό Συμβούλιο εκπροσωπεί δικαστικώς και εξωδίκως το Συνεταιρισμό..... Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να μεταβιβάζει με ειδική απόφαση την εκπροσώπηση του Συνεταιρισμού για ορισμένα θέματα στο Πρόεδρο ή σε ένα από τα μέλη του, εκτός των περιπτώσεων που αφορούν την απόκτηση ή εκποίηση έκτασης, τη σύναψη δανείου...
όπου ενεργεί συλλογικά", σαφώς προκύπτει ότι σε περίπτωση εκποιήσεως έκτασης του Συνεταιρισμού απαιτείται για την κατάρτιση της εκποιητικής δικαιοπραξίας η σύμπραξη όλων των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνεταιρισμού. (ΑΠ 889/2001. Τέτοια όμως εκποιητική δικαιοπραξία δεν αποτελεί, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ή σε εκπλήρωση σχετικού όρου του καταστατικού μεταβίβαση οικοπέδων του Συνεταιρισμού στα μέλη του αντί ελαχίστου συμβολικού τιμήματος, η καταβολή του οποίου θεωρείται ότι έχει καλυφθεί από τις τακτικές και έκτακτες εισφορές που τα βάρυναν, αφού δεν πρόκειται για πραγματική εκποιητική δικαιοπραξία που έχει ως αιτία την καταβολή του τιμήματος, αλλά για εκπλήρωση υποχρέωσης του Συνεταιρισμού για παροχή ακινήτων (οικίας ή οικοπέδου) στα μέλη του, με συνέπεια σε μια τέτοια σύμβαση να συγχωρείται η εκπροσώπηση του Διοικητικού Συμβουλίου από τον εξουσιοδοτημένο προς τούτο πρόεδρό του.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: Η οριστική μεταβίβαση των οικοπέδων του συνεταιρισμού στα μέλη του, γινόταν ανέκαθεν με τη μορφή πώλησης, σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 4 του καταστατικού. Το τίμημα, από το έτος 1983 και μετά από συνεννόηση με την αρμόδια Δ.Ο.Υ., είχε οριστεί συμβολικά σε 20.000 δρχ.
ανά οικοπεδική μερίδα. Το ποσόν αυτό δεν καταβαλλόταν από το συμβαλλόμενο μέλος του συνεταιρισμού, επειδή θεωρείτο ότι είχε καλυφθεί από τις τακτικές και έκτακτες εισφορές που το βάρυναν. Δεν επρόκειτο, δηλαδή, για πραγματική πώληση, αφού η μεταβίβαση δεν είχε ως αιτία την καταβολή του τιμήματος, αλλά την εκπλήρωση της υποχρέωσης του συνεταιρισμού από το σκοπό του για παροχή οικίας ή οικοπέδου στα μέλη του.
Τούτο γινόταν δεκτό και από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. .... (η οποία κατά τη σύναψη των σχετικών συμβάσεων δεχόταν την κοινή αρνητική δήλωση που υπέβαλαν τα μέρη και δεν επέβαλε φόρο μεταβίβασης, όπως θα έπραττε αν επρόκειτο για πραγματικές πωλήσεις. Έτσι, λοιπόν, η μεταβίβαση του επίδικου οικοπέδου στον εναγόμενο, με τη μορφή πωλήσεως αντί συμβολικού τιμήματος, έγινε σε εκπλήρωση σχετικού όρου του καταστατικού με το συνήθη τρόπο, ο οποίος ήταν γνωστός και αποδεκτός, τόσο από τα μέλη του συνεταιρισμού (όλες οι μέχρι τότε μεταβιβάσεις είχαν τη μορφή της πώλησης με αναφερόμενο τίμημα 20.000 δρχ.
ανά μερίδα), όσο και από τον ίδιο το συνεταιρισμό και την αρμόδια Δ.Ο.Υ. Ο ενάγων, συνεπώς, δεν εξαπατήθηκε από τη δήθεν ψευδή παράσταση περί του ύψους του τιμήματος (24.000.000 δρχ. αντί 20.000 δρχ.) ούτε ζημιώθηκε, εφόσον η μεταβίβαση έγινε σε εκπλήρωση του σχετικού όρου του καταστατικού με το συνήθη τρόπο και δεν θα εισέπραττε το συμβολικό τίμημα των 20.000 δρχ., το δε ποσόν των 24.000.000 δρχ.
αποτελούσε το χρηματικό αντάλλαγμα προς τον Ζ1 για την εκχώρηση της συνεταιριστικής του μερίδας στον εναγόμενο και όχι τίμημα πώλησης του οικοπέδου, αφού κάτι τέτοιο ήταν ανύπαρκτο. Ενόψει αυτών και δεδομένου ότι ο προαναφερθείς τρόπος μεταβίβασης της συνεταιριστικής μερίδας, με εκχώρηση έναντι ανταλλάγματος, από τον προηγούμενο συνεταίρο στο νέο, μη μέλος - εκδοχέα, ο οποίος στη συνέχεια υπέβαλλε αίτηση εγγραφής στο συνεταιρισμό, ήταν συνήθης πρακτική, είχε δε ακολουθηθεί σε όλες τις μεταβιβάσεις συνεταιριστικών μερίδων, που είχαν λάβει χώρα από τη σύσταση του συνεταιρισμού, ο τελευταίος δεν τελούσε σε κατάσταση πλάνης ή απάτης κατά τη μεταβίβαση του οικοπέδου προς τον ενάγοντα.
Σημειώνεται συναφώς ότι το 4233/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που επικυρώθηκε με το 2572/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος των μελών της τότε διοίκησης του ενάγοντος για την πράξη της απάτης που εκτίθεται και στην ένδικη αγωγή, ενώ στη συνέχεια με την 537/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκαν οι αιτήσεις αναιρέσεως κατά του τελευταίου ως άνω βουλεύματος.
Με βάση τις σκέψεις αυτές και τις προηγηθείσες παραδοχές του το Εφετείο, κατ' επικύρωση της πρωτόδικης αποφάσεως, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος. Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 8 Κεφ. ΙΙ παρ. 1 και 2 του Π.Δ. 93/1987, αφού η μεταβίβαση του επίδικου οικοπέδου στον αναιρεσίβλητο δεν αποτελεί, κατά τα προεκτιθέμενα, εκποιητική δικαιοπραξία κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ούτε επίσης παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 140 και 147 ΑΚ, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν την εξαγωγή του πορίσματος στο οποίο κετέληξε, το οποίο και εκτίθεται σαφώς.
Η παραδοχή δε ότι η μεταβίβαση του επιδίκου οικοπέδου στον αναιρεσίβλητο έγινε σε εκπλήρωση σχετικού όρου του καταστατικού δεν έρχεται σε αντίφαση με την προηγούμενη επάλληλη ως προς την εκχώρηση της επίδικης οικοπεδικής μερίδας, αιτιολογία, ότι δηλαδή η τυχόν ακυρότητα της εκχώρησης αυτής λόγω της αντίθεσής της σε απαγορευτική διάταξη του καταστατικού, θεραπεύτηκε με την σύμπραξη του αναιρεσείοντος στη μεταβιβαστική σύμβαση.
Συνεπώς οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ έκτος και έβδομος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠοιλΔ ως πράγματα τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και των οποίων ή μη λήψη, καίτοι προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που έχει ασκηθεί, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο και τρίτο πρόσθετους λόγους αναίρεσης προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔικ. αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος α) ότι ο αναιρεσίβλητος του απέκρυψε δολίως ότι έλαβε γνώση για το επίδικο ακίνητο από αγγελία στην εφημερίδα ".....", η οποία ανέγραψε το προσωπικό τηλέφωνο της τότε Γ.
Γραμματέως του Διοικητικού Συμβουλίου του και εμφάνιζε το επίδικο οικόπεδο ως προσφερόμενο προς πώληση στο ευρύ αγοραστικό κοινό, ότι στην δημοσίευση αυτή είχαν προβεί τον Ιανουάριο 2000 τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος, τα οποία και ήλθαν σε άμεση επαφή και διαμεσολάβηση με τον αναιρεσίβλητο ως υποψήφιο αγοραστή και του έδειξαν το επίδικο οικόπεδο αναφέροντας του και την τιμή του, ότι στις ενέργειες αυτές προέβησαν τα μέλη του Διοικητικού του Συμβουλίου, κατά παράβαση του καθήκοντος τους για επιμελή και επωφελή διαχείριση της περιουσίας του και ότι τούτο εγνώριζε ο αναιρεσίβλητος β) ότι το ποσό των 24.000.000 δραχμών, που κατέβαλε ο αγοραστής του επιδίκου οικοπέδου αποτελούσε κατά συμφωνία του και καταβλήθηκε υπ' αυτού ως πραγματικό τίμημα για τη μεταβίβαση του επίμαχου οικοπέδου, αλλά απεκρύβη και δεν αναγράφηκε στο .....
συμβόλαιο γ) ότι το ποσό αυτό δεν συμφωνήθηκε, ούτε καταβλήθηκε ως αντάλλαγμα για την εκχώρηση της αντίστοιχης μερίδος, αλλά αντιθέτως καταβλήθηκε από τον αγοραστή "μετά την εκχώρηση και λίγο χρόνο πριν την οριστική μεταβίβαση σ' αυτόν (αγοραστή) του οικοπέδου και δ) ότι ο αγοραστής δεν ήταν από ετών παλαιό και πραγματικό μέλος του Συνεταιρισμού που είχε επί σειρά ετών καταβάλλει ως μέλος πολλαπλές ετήσιες εισφορές για το κληρωθέν σε αυτόν οικόπεδο ώστε να δικαιούται "του ισχύοντος για τα παλαιά μέλη του Συνεταιρισμού προνομίου της καταβολής συμβολικού τιμήματος δραχμών 20.000 για τη μεταβίβαση και κτήση του επίδικου συνεταιριστικού οικοπέδου, το οποίο ουδέποτε είχε κληρωθεί σε αυτόν.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι το Εφετείο δεν παρείδε τους παραπάνω ισχυρισμούς, αλλά αντιθέτως τους αντιμετώπισε και τους απέρριψε στην ουσία με τις προαναφερθείσες παραδοχές του. Οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως, που υπό την επίκληση της ίδιας πλημμέλειας, πλήττουν την ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ.
εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Επίσης οι περιεχόμενες στον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 10 και 11 ΚΠολΔικ., ότι το Εφετείο α) δεν έλαβε υπόψη το από 8-2-2000 ιδιωτικό έγγραφο (απόδειξη) που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον του ο αναιρεσείων και στο οποίο αναγράφεται ότι η μεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου θα γίνει αντί τιμήματος 24.000.000 δραχ.
και β) δέχθηκε πράγματα ως αληθινά, ήτοι ότι το πραγματικό τίμημα των 24.000.000 δραχμών αποτελούσε το χρηματικό αντάλλαγμα προς τον Ζ1 για την εκχώρηση της συνεταιριστικής μερίδος τους, χωρίς απόδειξη, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες. Και δη α) η πρώτη αιτίαση διότι από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία χρησιμεύουν και τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων... ", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής δεν μένει αμφιβολία ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεως του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το πιο πάνω αποδεικτικό μέσο.
Και β) η δεύτερη αιτίαση διότι το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα ότι το ποσό των 24.000.000 δραχ. αποτελούσε το χρηματικό αντάλλαγμα προς τον Ζ1 για την εκχώρηση της συνεταιριστικής μερίδος του στα μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες και έγγραφα).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔικ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε σφάλμα διαγνωστικό, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πραγματικά έχει και στη συνέχεια μορφώνει την κρίση του στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κυρίως στο κατ' αυτό τον τρόπο παραμορφωθέν περιεχόμενο του εγγράφου.
Επομένως δεν ιδρύεται ο άνω λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ διαγιγνώσκει ορθώς το περιεχόμενο του εγγράφου εκτιμά στη συνέχεια αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο επικαλούμενος το έγγραφο θεωρεί ορθό, ούτε ακόμη όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη γενομένη παραμόρφωση περιορίσθηκε στο να συνεκτιμήσει το παραμορφωθέν έγγραφο με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να αποδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσεως του (ΑΠ 12/1998).
Στην προκειμένη με τον δεύτερο πρόσθετο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔικ. λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 24-11-2000 εγγράφου (επιστολής) του αναιρεσιβλήτου προς το Εποπτικό Συμβούλιο, διότι, ενώ από το έγγραφο αυτό προέκυπτε ότι ο αναιρεσίβλητος "δεν είχε εξ αρχής σοβαρή βούληση και θέληση να γίνει μέλος του αναιρεσείοντος Συνεταιρισμού, ούτε απέκτησε, εκ των υστέρων τέτοια βούληση, το Εφετείο δέχθηκε ότι από αυτό προέκυπτε ότι ο αναιρεσίβλητος αποδεχόταν να γίνει μέλος του συνεταιρισμού, προκειμένου να αποκτήσει το επίμαχο οικόπεδο μέσω της εκχώρησης της συνεταιριστικής μερίδας άλλου μέλους, εφόσον προϋπόθεση γι' αυτό ήταν να είναι και ο ίδιος μέλος.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στο Εφετείο διαγνωστικό λάθος ως προς το περιεχόμενο του προαναφερομένου εγγράφου, δηλαδή περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, αλλά απλώς αποδίδεται σφάλμα ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου αυτού και σε κάθε περίπτωση διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση σχημάτισε την κρίση του ύστερα από συνεκτίμηση όλων των αποδείξεων που προσκομίσθηκαν και δη των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων που με επίκληση προσκομίσθηκαν, μεταξύ των οποίων και εκείνο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά το περιεχόμενο του, το οποίο δεν εξαίρεται ως έγγραφο επί του οποίου να βασίσθηκε αποκλειστικά ή έστω κατά κύριο λόγο η κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-7-2006 αίτηση του οικοδομικού Συνεταιρισμού υπό την επωνυμία "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ -Ο ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ Συν.Π.Ε." για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 80/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, καθώς και τους από 28-2-2007 προσθέτους λόγους αναιρέσεως.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ