2178/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 2178 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2178/2007
Legislator headnote
AI generated2178/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 2178 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2178/2007
Full text
Απόφαση 2178 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2178/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Σαρρή.
Της αναιρεσίβλητης: ..... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Κοτσώνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 811/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 271/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 18-5-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 8-10-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της υπ' αριθ. 271/2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιά για τον υπό στοιχείο ε΄ λόγο αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όπου δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά την δημόσια τάξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων επικαλείται τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια από την διάταξη αυτή, γιατί παρά τον νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την από 26-02-2003 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατ' αυτού και της ήδη αποβιώσασας μητέρας του ...... , λόγω αοριστίας, αφού δεν προσδιορίζονται σ' αυτήν ο χρόνος και το ποσό εκάστης των επικαλουμένων σε αυτή δανειακών συμβάσεων.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, όπως θα έπρεπε (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός, που συνιστά ένσταση καταλυτική της αγωγής της αναιρεσίβλητης και στηρίζει λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα νόμιμο τρόπο.
Συγκεκριμένα, όφειλε ο αναιρεσείων για τον ισχυρισμό αυτό, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, να αναφέρει τον χρόνο και τον τρόπο πρότασής τους στο δικαστήριο της ουσίας (σχ. Ολ ΑΠ 43/1990), ώστε ο Άρειος Πάγος, σύμφωνα με θεμελιώδη εδώ αρχή, να ελέγξει την νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, η οποία πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ. α' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από τον νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη διευκρινιστικά της αγωγής περιστατικά, που βεβαιώθηκαν από τους μάρτυρες, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της (ΑΠ 656/1989 Δ.1990, 482). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 στοιχ.
α' του ΚΠολΔ, ήτοι της λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο με το να δεχτεί ότι η αναιρεσίβλητη "δάνεισε στον σύντροφό της ...., ενόψει και της ανοικοδόμησης της παραπάνω οικοδομής (που γινόταν με την προοπτική της μόνιμης εκεί κατοικίας τους) τα παρακάτω αναφερόμενα κατά μήνα ποσά από το έτος 1980 έως και τον Ιούνιο 2002 ..." δέχθηκε πράγματα μη προταθέντα από την αναιρεσίβλητη και μη περιληφθέντα στην αγωγή, αφού σε αυτήν (αγωγή) αναφέρεται δανεισμός επί ετήσιας βάσης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το γενόμενο δεκτό από το Εφετείο περιστατικό της κατά μήνα καταβολής του δανείσματος είναι διευκρινιστικό της αγωγής περιστατικό( που κατατέθηκε από τον μάρτυρα απόδειξης, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και συνεπώς η λήψη αυτού υπόψη δεν στοιχειοθετεί τον εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 στοιχ.
α' του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11 (περ. α') του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι παρά την απαγόρευση του άρθρου 393 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο επέτρεψε προς απόδειξη δανειακών συμβάσεων ύψους 56.980,19 Ευρώ την δια μαρτύρων απόδειξη και έτσι έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο από τον νόμο αποδεικτικό μέσο. Ο λόγος αυτός της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ), από δε την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου των ενώπιον του Εφετείου εγγράφων προτάσεών του, προκύπτει ότι αυτός δεν είχε προβάλλει τέτοιον ισχυρισμό στο Εφετείο.
Επειδή, ο προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται αν από τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, οι οποίες συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της, αν δηλαδή γεννώνται αμφιβολίες για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου από το δικαστήριο της ουσίας.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε πλημμέλειες που σχετίζονται με την διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, με την παράθεση, δηλαδή, των περιστατικών που αποδείχθηκαν και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση, συσχετισμό και αξιολόγηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι αυτή, λόγω έλλειψης αιτιολογιών άλλως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, δεν είχε νόμιμη βάση ως προς το ζήτημα του ύψους του δανείου και ως προς τις επιμέρους κατά μήνα και κατ' έτος καταβολές.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αντιφατικότητάς του, αφού η επικαλούμενη έλλειψη αιτιολογίας αντιφάσκει προς την επικαλούμενη ανεπάρκεια αιτιολογιών για τα ίδια ζητήματα. Εάν, εξάλλου, θεωρηθεί ότι ο σχετικός λόγος στηρίζεται στην ανεπάρκεια των αιτιολογιών, είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπάρκειες αναφέρονται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο διατυπώνεται σαφώς.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Επειδή από την διάταξη του άρθρου 807 ΑΚ, που ορίζει ότι "αν δεν ορίστηκε χρόνος για την απόδοση του δανείου, ούτε συνάγεται αυτός από τις περιστάσεις, το δάνειο αποδίδεται αφού περάσει ένας μήνας από την καταγγελία του δανειστή ή του οφειλέτη. Αν είναι άτοκο ο οφειλέτης, έχει δικαίωμα να το αποδώσει και χωρίς καταγγελία", συνάγεται ότι εάν το δάνειο έχει συμφωνηθεί άτοκο και δεν έχει ορισθεί με την σύμβαση ο χρόνος της απόδοσής του, τότε ο δανειστής δικαιούται να ζητήσει την απόδοση αυτού μόνο κατόπιν καταγγελίας, αλλά πρέπει να αναμείνει, περαιτέρω την πάροδο της νομίμου προθεσμίας.
Έκτοτε ο οφειλέτης καθίσταται υπερήμερος (άρθρο 341 παρ. 2 του ΑΚ) και οφείλει τόκους υπερημερίας (άρθρο 345 ΑΚ) (Καυκά, Ειδ. Ενοχ. Δ. στα άρθρα 807-809 σελ 310, Ρόκα στον Γεωργιάδη Σταθόπουλο, Ειδ. Ενοχ. στο άρθρο 807, σελ 236, σχετ. ΑΠ 143712005 ΕλλΔνη 47, σελ 106). Εξάλλου, ο από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 712006, 4/2005, 36/1988), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και ιδιαίτερα της από 26-02-2003 αγωγής της αναιρεσίβλητης, η τελευταία υπό την επίκληση της κατάρτισης μεταξύ αυτής και του αποβιώσαντος πατέρα του αναιρεσείοντος, διαδοχικών συμβάσεων ατόκου δανείου, αορίστου χρόνου και καταγγελίας αυτών με την αγωγή της, ζήτησε, μετά περιορισμό του αιτήματός της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι ο αναιρεσείων εναγόμενος και η μητέρα του εναγομένη (η οποία στην συνέχεια αποβίωσε) υποχρεούνται να καταβάλλουν σε αυτή, για την παραπάνω αιτία, το χρηματικό ποσό των 130.388,84 Ευρώ (44.430.000 δρχ.), νομιμοτόκως από 1-01-2003, άλλως από την επίδοση της αγωγής, άλλως μετά παρέλευση μηνός από της καταγγελίας του δανείου.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με την υπ' αριθμ. 81112005 απόφασή του, μετά δε από έφεση που άσκησε κατά της ανωτέρω απόφασης ο αναιρεσείων - εναγόμενος, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία εξαφανίσθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση και έγινε δεκτή εν μέρει κατ' ουσίαν η αγωγή.
Από την επισκόπηση του αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, σαφώς, ότι το δικαστήριο δέχθηκε την σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ατόκου δανείου αορίστου χρόνου και την καταγγελία αυτών με την άσκηση της αγωγής, στη συνέχεια δε αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου - αναιρεσείοντος προς καταβολή στην ενάγουσα, για την παραπάνω αιτία, του ποσού των 56.980,19 Ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση.
Έτσι, όμως, κρίνοντας το Εφετείο, με το να δεχθεί, δηλαδή, ότι οφείλονται τόκοι υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής, με την οποία καταγγέλθηκαν οι επίδικες συμβάσεις ατόκου δανείου, αορίστου χρόνου και όχι από της παρελεύσεως μηνός, από την καταγγελία, οπότε και το άτοκο δάνειο καθίσταται απαιτητό, εσφαλμένα εφάρμοσε και επομένως παραβίασε την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 807 ΑΚ Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 (κατ' ορθό χαρακτηρισμό), πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά τον νόμο αναγνώρισε την υποχρέωσή του καταβολής τόκων υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής, αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το περί τόκων κεφάλαιό της και παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (Κ.Πολ.Δικ. 580 παρ. 3).
Τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν λόγω της σιομερούς νίκης και ήττας εκάστου αυτών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το στο σκεπτικό κεφάλαιο, την 271/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση.
Συμψηφίζει την μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ