Legislator Case Law & Legislation
2176/2007 AI generated

2176/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2176/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

2176/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται, ότι η δια της μεθόδου της αιματοληψίας ανίχνευση στον οργανισμό οδηγού οινοπνεύματος σε ποσοστό, που υπερβαίνει το 0,5 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος αποτελεί κατά πρόβλεψη του νόμου πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, ότι ο οδηγός αυτός βρίσκεται σε κατάσταση μέθης και είναι απολύτως ανίκανος προς οδήγηση.

Keywords

AI generated
traffic accident dangerous overtaking traffic offence hit-and-run rear-end collision extreme speeding offence
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2176 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2176/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΗΜΙΩΝ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Δρακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1 ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Δάφνη. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11-12-2000 14-3-2000 αγωγές και την από 10-10-2000 παρεμπιπτουσα αγωγή-αναγωγή των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 332/2003 του ίδιου Δικαστηρίου 2425/2004 προδικαστική και 2526/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 3-11-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 24-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος κατά το πρώτο μέρος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης και να απορριφθούν οι άλλοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή, ορθά δε στρέφεται μόνο κατά του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου, ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ και όλοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

ΙΙ.- Με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ν. 2696/1999 Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 43 παρ. 2 του ν. 2963/2001, ορίζεται, ότι "απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος σε οδηγό ο οποίος βρίσκεται υπό την επήρεια οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, που, σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την οδηγική ικανότητα του οδηγού.

Θεωρείται, ότι ο ελεγχόμενος οδηγός βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό του υπερβαίνει το 0,5 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,5 gr/l)......". Με τη διάταξη δε της παρ. 5 του ίδιου άνω άρθρου ορίζεται ότι "με κοινές αποφάσεις των υπουργών Υγείας και Πρόνοιας, Δημόσιας Τάξης και Μεταφορών καθορίζονται οι επιστημονικοί τρόποι διαπίστωσης της χρήσης οινοπνεύματος και τοξικών ουσιών ή φαρμάκων κατά την παράγραφο 1 από τον ελεγχόμενο οδηγό, καθώς και κάθε σχετική λεπτομέρεια".

Εξάλλου, μετη με αριθμό 13382. Φ. 706/11/4δ/1977 απόφαση των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημόσιας Τάξης (ΦΕΚ 1266/Β/21.11.1977), όπως αυτή τροποποιήθηκε με την με αριθμό 13300.Φ. 105.11/4ξΘ/1985 απόφαση των ίδιων Υπουργών (ΦΕΚ 174/Β/1.4.1985) καθορίζεται η μέγιστη επιτρεπόμενη συγκέντρωση οινοπνεύματος, πέραν της οποίας το άτομο υπέχει ευθύνη, που είναι 0,50 ο/οο,καθώς και ο τρόπος εξακρίβωσης της χρήσης οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών από οδηγούς κατά την οδήγηση, που περιλαμβάνει και την αιματοληψία.

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται, ότι η δια της μεθόδου της αιματοληψίας ανίχνευση στον οργανισμό οδηγού οινοπνεύματος σε ποσοστό, που υπερβαίνει το 0,5 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος αποτελεί κατά πρόβλεψη του νόμου πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, ότι ο οδηγός αυτός βρίσκεται σε κατάσταση μέθης και είναι απολύτως ανίκανος προς οδήγηση.

Εκτός όμως από τη μέθοδο της αιματοληψίας, η διαπίστωση της μέθης του οδηγού μπορεί να στηριχθεί και σε άλλα αποδεικτικά μέσα, π.χ. καταθέσεις μαρτύρων, και σε περαιτέρω ενδείξεις, όπως είναι η υπερβολική ταχύτητα στη συγκεκριμένη περίπτωση, η άρνηση του οδηγού να υποβληθεί σε αιμοληψία κ.ά.. Περαιτέρω, στο πλαίσιο της καθιερούμενης με το άρθρο 361 του ΑΚ αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, στην οποία περιλαμβάνεται και η ελευθερία διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, μπορεί στη σύμβαση ασφάλισης της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα να περιληφθεί όρος περί αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή σε ορισμένες περιπτώσεις.

Μια τέτοια περίπτωση προβλέπεται στο άρθρο 25 περ. 8 της (Κ4/585/1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, σύμφωνα με το οποίο αποκλείονται της ασφάλισης ζημίες προξενούμενες σε χρόνο, που ο οδηγός του αυτοκινήτου τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του ανωτέρω άρθρου 42 του ΚΟΚ.

Η δεσμευτικότητα του όρου αυτού προϋποθέτει τη συμπερίληψη του στην ασφαλιστική σύμβαση, στην οποία μπορεί είτε να ενσωματωθεί αυτούσιος είτε να γίνει σχετική παραπομπή στην ως άνω διάταξη της υπουργικής απόφασης. Η συνομολόγηση του όρου αυτού, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 489/1976, δεν απαλλάσσει τον ασφαλιστή από την ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου, αλλά του παρέχει το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο και να αξιώσει από αυτόν, είτε με αυτοτελή.

είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή, την αποζημίωση, που κατέβαλε ή θα καταβάλει στον τρίτο. Τέλος, κατά τη διάταξη του αριθμού 1 εδ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, και με εσφαλμένη εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται και όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.

Επίσης, κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 19 του αυτού ως άνω άρθρου του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης στοιχειοθετείται, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα εκείνα, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις ή αντιφάσεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, αναφορικά με την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ένδικο θανατηφόρο αυτοκινητικό ατύχημα, δέχθηκε ανέλεγκτα με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα γεγονότα: "Την 17.11.1999 και περί ώρα 00,30 ο Θ1 οδηγούσε το ....

ΙΧΕ αυτοκίνητο.......... και έβαινε στο .... χιλιόμετρο της νέας εθνικής οδού Θεσσαλονίκης - Νέων Μουδανιών με κατεύθυνση προς Νέα Μουδανιά. Στο σημείο αυτό, η οδός είναι ευθεία σε μήκος άνω των πεντακοσίων (500) μέτρων, έχει πλάτος οδοστρώματος 14,80 μέτρων, είναι διπλής κατευθύνσεως, μεταξύ των δυο αντίθετων ρευμάτων κυκλοφορίας υφίσταται τσιμεντένιο διαχωριστικό τοιχίο (στηθαίο) κάθε ρεύμα κυκλοφορίας έχει πλάτος 7,40 μέτρων και πλάτος ερείσματος 2,80 μέτρων.

Επίσης, η οδός είναι ταχείας κυκλοφορίας και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας 110 χ/ω. Εξάλλου, ήταν νύκτα, ο καιρός βροχερός και το οδόστρωμα ολισθηρό, δεν υπήρχε τεχνητός φωτισμός και λόγω του σκότους η ορατότητα ήταν περιορισμένη. Ενώ ο ανωτέρω εκινείτο στη δεξιά λωρίδα της εν λόγω οδού και στο ύψος περίπου της ευρισκόμενης δεξιά ως προς την πορεία του εκθέσεως επίπλων ".....", προσέκρουσε με το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου του στο οπίσθιο δεξιό μέρος του προπορευόμενου και με την ίδια κατεύθυνση κινούμενου ....

ΙΧΕ αυτοκινήτου, τύπου ΡΟLΟ, το οποίο οδηγούσε ο ..... και στο οποίο επέβαιναν ο ..... στη θέση του συνοδηγού και ο ..... στο πίσω κάθισμα. Μετά τη σύγκρουση το προπορευόμενο όχημα εξετράπη προς τα αριστερά και αφού προσέκρουσε με τη δεξιά πλευρά του στο τσιμεντένιο διαχωριστικό των δύο αντίθετων ρευμάτων κυκλοφορίας τοιχίο (στηθαίο), ακινητοποιήθηκε στο αριστερό άκρο του ρεύματος πορείας του και κατέλαβε το πλάτους 0,90 μέτρων ασφάλτινο έρεισμα και μικρό τμήμα της αριστερής λωρίδας πορείας του, έχοντας στραμμένο το εμπρόσθια τμήμα του προς Θεσσαλονίκη, αντιθέτως δηλαδή προς την αρχική του πορεία.

Το όχημα του οδηγού Θ1 ακινητοποιήθηκε στο ρεύμα πορείας του και στο δεξιό έρεισμα της οδού, με κατεύθυνση προς Νέα Μουδανιά, έχοντας λοξή θέση και με το εμπρόσθιο μέρος του στραμμένο προς τους αγρούς, ενώ το πίσω αριστερό μέρος του ευρισκόταν ελαφρώς μέσα στη δεξιά λωρίδα του ρεύματος πορείας του προς Νέα Μουδανιά και μάλιστα καταλάμβανε περί τα 0,27 μέτρα της λωρίδας αυτής.

Η απόσταση μεταξύ των δύο συγκρουσθέντων αυτοκίνητων ήταν 12 περίπου μέτρα. Αμέσως κλήθηκε η αρμόδια Υπηρεσία Τροχαίας και περί ώρα 01.00 κατέφθασαν με υπηρεσιακό όχημα (περιπολικό) οι αστυνομικοί υπάλληλοι του ΤΟΤΑ Θεσσαλονίκης Υ1 ανθυπαστυνόμος και Υ2, αρχιφύλακας, για να επιληφθούν της υποθέσεως. Προηγουμένως, είχε ειδοποιηθεί ο Π1, πατέρας του οδηγού του συγκρουσθέντος αυτοκινήτου ΡΟLΟ, ο οποίος στάθμευσε το όχημα του στο δεξιό έρεισμα, πίσω από το αυτοκίνητο ΡΕΝΩ του Θ1 και σε μικρή απόσταση από αυτό, ενώ μπροστά του ήταν κανονικά σταθμευμένο στο έρεισμα άλλο αυτοκίνητο.

Όλα τα σταθμευμένα αυτοκίνητα είχαν αναμμένα τα φώτα έκτακτης ανάγκης (αλάρμ), πίσω δε από το ΡΕΝΩ αυτοκίνητο και πλησίον του σταθμευμένου αυτοκινήτου του Π1 είχε τοποθετηθεί τριγωνική πινακίδα. Πίσω από τα σταθμευμένα οχήματα και σε απόσταση πενήντα περίπου μέτρων από το τελευταίο, τα αστυνομικά όργανα στάθμευσαν στο δεξιό έρεισμα το περιπολικό όχημα, θέτοντας συγχρόνως σε λειτουργία τον φάρο και τα φώτα έκτακτης ανάγκης (αλάρμ).

Μετά την στάθμευση του περιπολικού, οι εν λόγω αστυνομικοί υπάλληλοι, οι οποίοι φορούσαν φωσφορούχα σακάκια, τοποθέτησαν σε αρκετή απόσταση πίσω από αυτό και στο ρεύμα πορείας προς Νέα Μουδανιά δύο κώνους επισήμανσης μεγάλου μεγέθους, τον ένα στην αριστερή και τον άλλο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Στη συνέχεια κατευθύνθηκαν προς τα συγκρουσθέντα αυτοκίνητα και μάλιστα ο μεν ανθυπαστυνόμος Υ1 προς το ευρισκόμενο στο διαχωριστικό τοιχίο ΡΟLΟ, κρατώντας και υπηρεσιακό φακό, ο δε αρχιφύλακας Υ2 προς το σταθμευμένο στο δεξιό έρεισμα ΡΕΝΩ, ενώ παράλληλα συνέστησαν στους οδηγούς και στα άλλα άτομα που ευρίσκονταν εκεί να παραμείνουν στο έρεισμα και να μην εισέρχονται στο οδόστρωμα προς αποφυγήν ατυχήματος.

Όλοι οι ανωτέρω συμμορφώθηκαν προς τις εντολές των αστυνομικών υπαλλήλων και παρέμειναν στο δεξιό έρεισμα και πλησίον του σταθμευμένου αυτοκινήτου του Θ1. Ο τελευταίος (Θ1) μετά την σύγκρουση εξήλθε του αυτοκινήτου του: πλην όμως δεν μετέβη στο έρεισμα της οδού αλλά κάθισε στο πίσω αριστερό κάθισμα του οχήματος του, με ανοικτή την πίσω αριστερή πόρτα, αποβάλλοντας προηγουμένως έξω από το όχημα του στο οδόστρωμα υπολείμματα τροφών.

Ο ανθυπαστυνόμυς Υ1 αφού διαπίστωσε ότι το αυτοκίνητο ΡΟLΟ δεν μπορούσε να μετακινηθεί από το διαχωριστικό τοιχίο χωρίς τη βοήθεια γερανού, εκινείτο πλησίον αυτού (διαχωριστικού τοιχίου) και με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη, κάνοντας ταυτοχρόνως με τον υπηρεσιακό φακό σήμα (σινιάλο) στους προερχόμενους από Θεσσαλονίκη και με κατεύθυνση προς Νέα Μουδανιά οδηγούς να μειώσουν την ταχύτητα των οχημάτων τους.

Ο αρχιφύλακας Υ2 προέβαινε στην τοποθέτηση κώνων κατά μήκος της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, ευρισκόμενος πίσω και έχοντας κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη. Παράλληλα, υπό την καθοδήγηση των εν λόγω αστυνομικών διέρχονταν αυτοκίνητα από το ως άνω σημείο, χωρίς να δημιουργηθεί πρόβλημα. Κατά το χρόνο αυτό, ο ανθυπαστυνόμος Υ1 αντιλήφθηκε να κινείται στο ρεύμαπορείας από Θεσσαλονίκη προς Νέα Μουδανιά ένα αυτοκίνητο και, αναβοσβήνοντας τον υπηρεσιακό του φακό από τη θέση που ευρισκόταν (στο αριστερό ρεύμα κυκλοφορίας και πλησίον του διαχωριστικού τοιχίου), έκαμε συνεχή σήματα (σινιάλο) στον οδηγό να μειώσει την ταχύτητα του οχήματος του.

Εκ των υστέρων διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για το .... ΙΧΕ αυτοκίνητο, τύπου ΒΜW, το οποίο οδηγούσε η Ζ1 , η οποία είχε προστηθεί στην οδήγηση από τον ιδιοκτήτη αυτού και πατέρα της Ψ1, και το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΑΕ" για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη.

Παρά την επανειλημμένη προειδοποίηση και τις άσχημες συνθήκες πού επικρατούσαν (νύκτα, βροχερός καιρός, ολισθηρό οδόστρωμα, περιορισμένη ορατότητα) η εν λόγω, οδηγός δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματος της, όπως προς στιγμή νόμισε ο αστυνομικός ότι την είχε ανακόψει, αλλά, θεωρώντας ότι υπήρχε πρόβλημα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, συνέχισε την πορεία της στη δεξιά λωρίδα με την αυξημένη ταχύτητα των 100 χ/ω.

Αφού δε διήλθε "ξυστά" από τον κινούμενο στη δεξιά λωρίδα και πλησίον του ερείσματος της οδού αρχιφύλακα Υ2 δεν αντιλήφθηκε στη συνέχεια τον Θ1, ο οποίος τη στιγμή εκείνη εξήλθε από το οπίσθιο αριστερό κάθισμα του σταθμευμένου σε μικρή απόσταση ως άνω ΡΕΝΩ αυτοκινήτου του, εισήλθε περί τα τριάντα επτά (0,30 μ) εκατοστά στο οδόστρωμα και, αφού έστριψε το πρόσωπο του προς το αυτοκίνητο, επιχείρησε να κλείσει την πόρτα αυτού, με συνέπεια να προσκρούσει ο δεξιός καθρέφτης του αυτοκινήτου της στην άκρη της οπίσθιας αριστερής πόρτας του σταθμευμένου αυτοκινήτου, να παρασύρει αυτόν από τη δεξιά πλευρά του σώματος του με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του αυτοκίνητου της, να τον εκτινάξει στη δεξιά πλευρά του ανεμοθώρακα και της οροφής του αυτοκινήτου της και στη συνεχεία να τον παρασύρει προς τα εμπρός και σε απόσταση 58 μέτρων στο άκρο δεξιό έρεισμα της οδού.

Από τη σφοδρότατη πρόσκρουση ο παρασυρθείς υπέστη, μεταξύ άλλων, πολλαπλά συντριπτικά κατάγματα των οστών, του θώρακα και του στέρνου, πολλαπλά κατάγματα πνευμόνων, ρήξη καρδιάς, ήπατος, μεσεντερίου, δεξιού νεφρού, ακρωτηριασμό αριστερού κάτω άκρου και δεξιού άνω άκρου, εξαιτίας των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ακαριαία ο θάνατος του.

Μετά το ατύχημα, η οδηγός ακινητοποίησε στιγμιαίως το αυτοκίνητο της σε απόσταση 250 μέτρων περίπου και ενεργοποίησε τα φώτα έκτακτης ανάγκης (αλάρμ), αλλά στη συνέχεια ανέπτυξε ταχύτητα και εξαφανίσθηκε στο σκοτάδι, παρά δε την καταδίωξη της από τον αρχιφύλακα Υ2 με το περιπολικό επί πέντε χιλιόμετρα, δεν κατέστη δυνατή η σύλληψη της.

Με την 17447/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η εν λόγω οδηγός καταδικάσθηκε σε φυλάκιση είκοσι (20) μηνών για τον θανάσιμο τραυματισμό του Θ1 και σε φυλάκιση δώδεκα (12) μηνών για την παράβαση του άρθρου 43 παρ. 2 του ν. 2696/1999 (για μη στάθμευση στον τόπο του ατυχήματος). Μετά πάροδο τεσσάρων ωρών και συγκεκριμένα στις 05.00, η ανωτέρω εμφανίσθηκε αυθορμήτως στο ΤΟΤΑ Θεσσαλονίκης και ακολούθως, περί ώρα 05.15 έγινε λήψη αίματος της, από την εργαστηριακή εξέταση του οποίου την 22-1 1-1999 διαπιστώθηκε ότι περιείχε οινόπνευμα 0,51 ο/οο (βλ. .....

έκθεση εξέτασης αίματος Τμήματος Χημείου Υποδιεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών Βόρειας Ελλάδας)..........

Κανένας μάρτυρας δεν καταθέτει, ότι η οδηγός του αυτοκινήτου τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος. Από μόνο δε το ποσοστό αλκοόλης, που βρέθηκε στο αίμα της (και μάλιστα μετά πάροδο 4 και πλέον ωρών από του ατυχήματος) δεν συνάγεται ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν σε κατάσταση μέθης. Κατά συνέπεια, δεν αποδεικνύεται ότι το ατύχημα είναι απότοκο της αναφερθείσας αμελούς συμπεριφοράς της.

Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα περιστατικά, το Δικαστήριο κρίνει ότι το θανατηφόρο ατύχημα οφείλεται σε συντρέχουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) της εκκαλούσας - εφεσιβλήτου οδηγού του .... αυτοκινήτου Ζ1 κατά ποσοστό 80% και του τραυματισθέντος θανάσιμα Θ1 κατά ποσοστό 20%......... Γ) Επί της παρεμπίπτουσας αγωγής της ασφαλιστικής εταιρείας "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΑΕ".

Από το ως άνω ποσοστό αλκοόλης δεν αποδεικνύεται ότι η οδηγός κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν σε κατάσταση μέθης και ότι αυτό επηρέαζε την ικανότητα της για οδήγηση του αυτοκινήτου. Εξάλλου, κανένας από τους αυτόπτες μάρτυρες δεν καταθέτει ότι από την εν γένει συμπεριφορά της και κυρίως από τον τρόπο οδηγήσεως του οχήματος της διαπίστωσε ότι τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος............

Κανένας δεν αναφέρει ότι το ατύχημα οφείλεται στη μέθη της οδηγού του αυτοκινήτου. Μάλιστα σε μεταγενέστερες καταθέσεις τους ρητώς καταθέτουν, ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος, η ως άνω οδηγός δεν τελούσε σε κατάσταση μέθης. Είναι γεγονός ότι η οδηγός δεν σταμάτησε στον τόπο του ατυχήματος και δεν έγινε άμεση λήψη αίματος της για την ανίχνευση του ποσοστού αλκοόλης.

Αυτό όμως δεν συνιστά άρνηση της να υποβληθεί σε αιματοληψία, αφού στη συνέχεια μετέβη η ίδια στην αρμόδια αστυνομική υπηρεσία και έγινε λήψη αίματος, και ούτε αποδεικνύει, ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν σε κατάσταση μέθης..........". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο α) έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσιβλήτου, β) εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε δεχθεί ότι η οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου θυγατέρα του ιδιοκτήτη αυτού αναιρεσιβλήτου, κατά το χρόνο του θανατηφόρου ατυχήματος, ήταν σε κατάσταση μέθης και εντεύθεν έκρινε βάσιμη την παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζήτησε να αναγνωριστεί ότι ο αναιρεσίβλητος υποχρεούται να καταβάλει σ΄ εκείνη κάθε ποσό που θα υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στους ενάγοντες της κύριας αγωγής για το θάνατο του παρασυρθέντος από την εν λόγω οδηγό συγγενούς τους, λόγω του ότι, δυνάμει όρου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, η αναιρεσείουσα απαλλάσσεται της ευθύνης της σε περίπτωση που ο οδηγός του αυτοκινήτου προξενεί ατύχημα ευρισκόμενος σε κατάσταση μέθης και γ) ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμη κατ1 ουσίαν την παρεμπίπτουσα αγωγή.

Αλλά έτσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας, ήτοι ότι η κατόπιν αιμοληψίας διαπιστωθείσα περιεκτικότητα οινοπνεύματος στο αίμα της οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ανερχόμενη σε 0,51%ο, δεν αποδεικνύει ότι η οδηγός αυτή ήταν σε κατάσταση μέθης και δεν επηρέασε την ικανότητα οδηγήσεως, παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ/1999 και της 13382.Φ.706/11/45/1977 απόφασης των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημόσιας Τάξης, με τη μη εφαρμογή αυτών, καίτοι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Επίσης το Εφετείο, με αυτά που δέχθηκε, διέλαβε στην απόφαση του αντιφατικές και ελλείπεις αιτιολογίες σε σχέση με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα, που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες, έτσι, παραβίασε και εκ πλαγίου.

Και τούτο διότι, ενώ δέχεται ότι η υπαίτια οδηγός έβαινε με υπερβολική, ενόψει των συνθηκών της οδού, ταχύτητα, ότι δεν μείωσε την ταχύτητα αυτή, παρόλο που σε ικανή απόσταση από τα σταθμευμένα στο ρεύμα πορείας της αυτοκίνητα είχαν τοποθετηθεί δύο κώνοι επισήμανσης μεγάλου μεγέθους, τα σταθμευμένα αυτοκίνητα και το περιπολικό είχαν θέσει σε λειτουργία τα φώτα έκτακτης ανάγκης, το δε τελευταίο και τον φάρο και επανειλημμένα ο αστυνομικός με τον υπηρεσιακό φακό την ειδοποίησε να μειώσει την ταχύτητα του οχήματος της, αλλά αυτή συνέχισε να κινείται με την :

αυξημένη ταχύτητα, ότι διήλθε με την ταχύτητα αυτή "ξυστά" από τον κινούμενο στη δεξιά λωρίδα και πλησίον του ερείσματος της οδού αστυνομικό, ότι αντιλήφθηκε την παράσυρση του θανόντος και σε απόσταση 250 μ. περίπου από τον τόπο του ατυχήματος ακινητοποίησε το αυτοκίνητό της και ενεργοποίησε τα φώτα έκτακτης ανάγκης, ότι στη συνέχεια όμως ανέπτυξε μεγάλη ταχύτητα και εξαφανίστηκε.

στο σκοτάδι, παρά την καταδίωξη της από τον αστυνομικό με το υπηρεσιακό αυτοκίνητο, ότι μόνο μετά πάροδο τεσσάρων ωρών εμφανίστηκε στο αρμόδιο Αστυνομικό Τμήμα και ότι η εργαστηριακή εξέταση του ληφθέντος καθυστερημένα δείγματος του αίματος της διαπίστωσε ότι περιείχε οινόπνευμα σε ποσοστό 0,51 ο/οο, που υπερβαίνει το όριο, μετά το οποίο ο νόμος θεωρεί τον οδηγό σε μέθη, στη συνέχεια κρίνει, αντιφατικώς, ότι η οδηγός κατά το ατύχημα δεν ήταν σε κατάσταση μέθης και ότι η ποσότητα αυτή οινοπνεύματος δεν επηρέασε την ικανότητα οδηγήσεως του αυτοκινήτου, χωρίς συνάμα να εξηγεί γιατί το γεγονός ότι η ίδια οδηγός δεν σταμάτησε αμέσως στον τόπο του ατυχήματος, ώστε, εκτός των άλλων, να γίνει αιμοληψία για τη διαπίστωση τυχόν οινοπνεύματος στο αίμα της κατ΄ εκείνο ακριβώς τον κρίσιμο χρόνο, αλλά έσπευσε να εξαφανιστεί παρά την καταδίωξη της, δεν συνιστά άρνηση να υποβληθεί σε αιμοληψία στον χρόνο αυτόν και γιατί η προαναφερθείσα παραβατική οδική συμπεριφορά της οδηγού, σε συνδυασμό με την διαπιστωθείσα, έστω και εκ των υστέρων, ποσότητα οινοπνεύματος στο αίμα της, δεν αποτελούν σαφή απόδειξη της μέθης και της εντεύθεν ανικανότητας της για ασφαλή οδήγηση αυτοκινήτου.

Κατά συνέπεια, το Εφετείο υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και οι πρώτος, δεύτερος κατά το πρώτο μέρος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης με τους οποίους προβάλλονται οι πλημμέλειες αυτές, είναι βάσιμοι. Κατόπι αυτών πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα ως προς τις διατάξεις της, με τις οποίες, κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, και, δικάζοντας την παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσείουσας, την απέρριψε ως αβάσιμη κατ΄ ουσίαν, καθώς και ως προς τη διάταξή της με την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το άνω μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 2526/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της, που αφορά τις μεταξύ των διαδίκων της παρούσας δίκης, σχέσεις.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ