2175/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/3/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, τις από 13/6/2007 (2) παρεμπίπτουσες αγωγές της δεύτερης των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 19/3/2007 αγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7646/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2574/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/2/2010 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated2175/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 2 και 3 Κ.Πολ,Δ. που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2175 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2175/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Π. Ε., θυγατέρας Κ. Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Παπαδογιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Κ. του Α., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, αφού ανακάλεσε την δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/3/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, τις από 13/6/2007 (2) παρεμπίπτουσες αγωγές της δεύτερης των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 19/3/2007 αγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7646/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2574/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/2/2010 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1017/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, που έκρινε την συζήτηση της υπόθεσης απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε με την από 20-1-2012 κλήση της η αναιρεσείουσα για εκ νέου συζήτηση.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 24/3/2011 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μιλτιάδη Σπυρόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου (κατά το πρώτο σκέλος) της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση.
Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 2 και 3 Κ.Πολ,Δ. που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο οπότε η δημοσίευση της μη οριστικής περί αναβολή αποφάσεως ισοδυναμεί με επίδοση αυτής (ΚΠολΔ 31052).
Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε ή δεν παραστάθηκε νομίμως, όπως συμβαίνει και όταν ο δικηγόρος που εκπροσώπησε αυτόν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε πληρεξουσιότητα, η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο.
Εάν δε η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με κλήση δεν αρκεί η επίδοση σ' αυτόν μόνο της κλήσης, αλλά απαιτείται επίδοση και αντίγραφον του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι με την από 22-3-2010 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου ορίστηκε ως αρμόδιο Τμήμα για την εκδίκαση της κρινόμενης αιτήσεως το Δ' Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου και με την υπό ίδια χρονολογία πράξη του Προέδρου του εν λόγω Τμήματος ορίστηκε δικάσιμος για την εκδίκαση αυτής η 1-4-2011, κατά την οποία η συζήτησή της κηρύχθηκε απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους με την εκδοθείσα υπ.
αρ. 1017/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Ήδη με την από 9-2-2012 κλήση της αναιρεσείουσας ορίστηκε νέα δικάσιμος για τη συζήτησή της η 11-1-2013 κατά την οποία δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο έστω και με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 ΚΠολΔ, ο πρώτος αναιρεσίβλητος Σ. Κ., η δε συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (18-10-2013).Κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου ο ως άνω αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, έστω και με δήλωση του άρθρου 242 ΚΠολΔ.
Όπως δε προκύπτει από τις υπ. αρ. .../12-4-2010 και .../21-2-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσ/κης …, ακριβές αντίγραφο της από 25-2-2010 αίτησης αναίρεσης για την ορισθείσα δικάσιμο της 1-4-2011 κατά την οποία η συζήτησή της κηρύχθηκε απαράδεκτη με την 1017/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου καθώς και ακριβές αντίγραφο της ανωτέρω από 9-2-2012 κλήσης της αναιρεσείουσας με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (11-1-2013) κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.
Επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον ανωτέρω αναιρεσίβλητο, ο οποίος όμως δεν εμφανίστηκε κατά την ως άνω συνεδρίαση κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Επομένως, και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ 1 και 3 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση που επισπεύδεται από την αναιρεσείουσα, παρά την απουσία του ως ανωτέρω πρώτου αναιρεσίβλητου Σ.
Κ.. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν ΓΠΝ/1911, 297, 298, 299, 330 εδ β, 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αυτοκινήτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης, σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Εξάλλου, οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές κι επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχημάτων οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ 1 εδ.
α' και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Περαιτέρω, ο κανόνας παραβιάζεται κατά την ως άνω διάταξη του αριθμού 1 εδ α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή η οποία εκδηλώνεται όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.
Εξ άλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ υπάρχει και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά εκείνα, τα οποία είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όχι όμως και όταν πρόκειται για αντιφάσεις ή ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται με σαφήνεια στην απόφαση.
Αντιφατικότητα δε των αιτιολογιών η οποία ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 19 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης εξ αιτίας αυτής, δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο.
Τέλος, κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης είναι να συντρέχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον. Το έννομο συμφέρον για την άσκηση αναίρεσης θεμελιώνεται στη βλάβη του ηττημένου διαδίκου από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης. Συντρέχει βλάβη όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του.
Επομένως, η βλάβη του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει κάποια διάταξη. Το έννομο δε συμφέρον πρέπει να συντρέχει για καθένας από τους λόγους αναιρέσεως. Επί του προκειμένου, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως αναφορικά με την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα, τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :
Στις 25-8-2006 και περί ώρα 22.00 ο Κ. Ε. του Β., γεννηθείς το έτος 1928 και η σύζυγος του Δ. Ε., γεννηθείσα το έτος 1933, πατέρας και μητέρα, αντίστοιχα, της ενάγουσας της δεύτερης κύριας αγωγής και η τελευταία αδελφή των εναγόντων της πρώτης κύριας αγωγής, αποβιβάσθηκαν από λεωφορείο του ΚΤΕΛ Θεσσαλονίκης σε στάση που υπάρχει στο 86° χιλιόμετρο της εθνικής οδού Θεσσαλονίκης-Καβάλας, δεξιά από το ασφάλτινο έρεισμα του ρεύματος κυκλοφορίας προς Καβάλα.
Η οδός αυτή είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 7,40 μέτρων και με ασφάλτινο έρεισμα εκατέρωθεν των δύο ρευμάτων, πλάτους 2,60 μέτρων και στο παραπάνω χιλιομετρικό σημείο, η οδός είναι ευθεία, το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Καβάλα είναι 60 χιλ/ώρα, λόγω υπάρχουσας πινακίδας Ρ-32 και υπάρχει τεχνητός φωτισμός, πλην όμως μη επαρκής.
Όταν το λεωφορείο επανεκίνησε και συνέχισε την πορεία του προς Καβάλα, αυτοί πεζοί κινούμενοι, επιχείρησαν να διασχίσουν κάθετα το οδόστρωμα της οδού αυτής, χωρίς όμως ουδόλως να ελέγξουν την κίνηση των οχημάτων επί της οδού. Στον ίδιο τόπο και χρόνο, με κατεύθυνση προς Καβάλα, εκινείτο ο πρώτος κυρίως εναγόμενος-παρεμπιπτόντως εναγόμενος, Σ.
Κ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στην δεύτερη κυρίως εναγομένη-παρεμπιπτόντως ενάγουσας, ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑΖ", όπως συνομολογείται από την τελευταία. Ο οδηγός αυτός, οδηγούσε με ταχύτητα 86 χιλ/ώρα, χωρίς να έχει ρυθμίσει αυτήν, λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες και ειδικότερα την ύπαρξη νυκτερινού σκότους και την ύπαρξη ανεπαρκούς τεχνητού φωτισμού, που περιόριζαν την ορατότητα του, αλλά και κατά πολύ άνω του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου των 60 χιλ/ώρα, αντιλήφθηκε τους πεζούς από απόσταση περίπου 20 μέτρων.
Τροχοπέδησε το όχημά του, ενώ εκινείτο σε απόσταση 30 εκατοστών από την διαχωριστική των δύο ρευμάτων γραμμή, πλην όμως λόγω της υπερβολικής ταχύτητας του δεν κατόρθωσε να το ακινητοποιήσει έγκαιρα, αλλά και δεν προέβη στον ενδεδειγμένο αποφευκτικό ελιγμό προς αριστερά, με αποτέλεσμα να επιπέσει με σφοδρότητα επί των πεζών και να χτυπήσει τον έναν από αυτούς με το εμπρόσθιο δεξιό φτερό και τον εξωτερικό δεξιό "καθρέπτη και τον άλλον με το εμπρόσθιο δεξιό φανάρι και να εκτοξευθεί στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα της οροφής, γεγονός που προκάλεσε την θραύση του δεξιού τμήματος του εμπρόσθιου παρμπρίζ, στο οποίο βρέθηκαν τρίχες από κεφαλή ανθρώπου και αίματα.
Από την σφοδρότατη αυτή σύγκρουση, η μεν Δ. Ε. εκτινάχθηκε εκτός οδοστρώματος, σε απόσταση περίπου 7 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης, ο δε Κ. Ε. σε απόσταση περίπου 22 μέτρων. Πρέπει, επίσης να σημειωθεί ότι σε απόσταση 30 περίπου μέτρων από τον τόπο του ατυχήματος υπάρχει υπόγειο τεχνικό έργο, όπως σημειώνεται και στην από 25-8-2006 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, που προορίζεται για την διέλευση οχημάτων που κινούνται στην αγροτική περιοχή και όχι υπόγεια διάβαση πεζών, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι κυρίως εναγόμενοι.
Προς απόδειξη του ισχυρισμού τους, οι τελευταίοι προσκομίζουν διάφορες φωτογραφίες, οι οποίες όμως απεικονίζουν διαφορετικά έργα και ένα έργο που διαθέτει σκάλες και συνεπώς συνιστά υπόγεια διάβαση πεζών (βλ. την υπ' αριθμ. 1 προσκομιζόμενη φωτογραφία) και άλλο που είναι υπόγεια διάβαση οχημάτων και δεν διαθέτει σκάλες ανόδου και καθόδου πεζών (βλ.
την υπ' αριθμ. 2 προσκομιζόμενη φωτογραφία), ενώ ο μάρτυρας ανταπόδειξης, κατέθεσε ότι δεν γνωρίζει το συγκεκριμένο ως άνω έργο. Αντιθέτως στο σημείο αυτό αξιόπιστη κρίνεται η κατάθεση του μάρτυρος ανταπόδειξης, ο οποίος γνωρίζει το συγκεκριμένο έργο και κατηγορηματικά κατέθεσε ότι δεν πρόκειται για υπόγεια διάβαση πεζών.
Η κατάθεση του ενισχύεται και από την ως άνω έκθεση αυτοψίας, στην οποία εάν επρόκειτο για διάβαση πεζών, θα αναγραφόταν ρητώς τούτο και δεν θα αναφερόταν απλώς ως τεχνικό έργο. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά, συνυπαίτιοι για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος υπήρξε ο πρώτος κυρίως εναγόμενος-παρεμπιπτόντως εναγόμενος, κατά ποσοστό 40%, ο οποίος οδηγούσε χωρίς σύνεση και προσοχή, με υπερβολική και άνω του επιτρεπομένου ορίου ταχύτητα και χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να εκτελέσει τον ενδεδειγμένο αποφευκτικό ελιγμό προς αριστερά και να αποφύγει το ατύχημα, οι δε θανόντες, κατά ποσοστό 60%, διότι επιχείρησαν να διασχίσουν την οδό, χωρίς ουδόλως να ελέγξουν την κίνηση των οχημάτων επί της οδού αυτής, παρόλο που το όχημα που οδηγούσε ο προαναφερόμενος οδηγός ήταν εύκολα ορατό, λόγω των φώτων του που ήταν αναμμένα και σε κάθε περίπτωση μπορούσαν να σταματήσουν την κίνηση τους αυτήν έγκαιρα και να μην χτυπηθούν από τμήματα της δεξιάς πλευράς του οχήματος.
Περαιτέρω, από τη σύγκρουση ο Κ. Ε. υπέστη πολλαπλά συντριπτικά κατάγματα θόλου κρανίου.... και οι παραπάνω βαρύτατες κακώσεις επέφεραν τον θάνατο αυτού. Η Δ. Ε. υπέστη αιμορραγία στην επικράνια απονεύρωση της αριστερής και δεξιάς μετωπιαίας χώρας....και οι βαρύτατες κακώσεις του θώρακος -ρήξη της θωρακικής αορτής επέφεραν το θάνατο αυτής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με την συγκλίνουσα υπαιτιότητα περί της πρόκληση του ένδικου ατυχήματος τόσο του οδηγού του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου όσο και των θανατηφόρα τραυματισθέντων πεζών που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο του Αρείου Πάγου περί της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας αιτιολογία.
Ειδικότερα στην απόφαση 1) Καθορίζονται σαφώς τα χαρακτηριστικά της εθνικής οδού Θεσ/κης Καβάλας στη 86Χ/Ω όπου συνέβη το ατύχημα (το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος της διπλής κατευθύνσεως ως άνω οδού που είναι ευθεία με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση καθώς και το πλάτος του εκατέρωθεν αυτού ασφάλτινου ερείσματος το ανώτατο όριο ταχύτητας, η ύπαρξη τεχνητού πλην μη επαρκή φωτισμού. 2)Αναφέρεται σαφώς η κίνηση των πεζών, οι οποίοι μετά την κάθοδό τους από το λεωφορείο και την επανεκίνησή του, προτιθέμενοι να διασχίσουν καθένα το προς Καβάλα ρεύμα πορείας της παραπάνω οδού, εκτός διαβάσεως πεζών, άρχισαν να κινούνται εντός του ρεύματος αυτού χωρίς προηγούμενα να ελέγξουν και βεβαιωθούν ότι στην ενέργειά τους αυτή, δύνανται να προβούν ακινδύνως για τους λοιπούς χρησιμοποιούντες την οδό με συνέπεια, να παρασυρθούν από το κινούμενο επί της οδού αυτής ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο και να τραυματισθούν θανάσιμα. 3)Αναφέρεται η οδική συμπεριφορά του οδηγού του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ο οποίος κινούμενος επί της ως ανωτέρω εθνικής οδού, στο ρεύμα πορείας με κατεύθυνση προς Καβάλα και σε απόσταση 30 εκ. από τη διαχωριστική των δύο ρευμάτων γραμμή με ταχύτητα 86Χ/Ω που υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 60Χ/Ω, δεν ρύθμισε αυτή λαμβάνοντας υπόψη και τις επικρατούσες συνθήκες της οδού (νυκτερινό σκότος, ανεπαρκής φωτισμός) με αποτέλεσμα να μη δυνηθεί να διενεργήσει τον ενδεδειγμένο προς τα αριστερά ελιγμό του οχήματός του ευθύς ως από απόσταση είκοσι περίπου μέτρων αντιλήφθηκε τους πεζούς να διανύουν κάθετα το οδόστρωμα της οδού και ακινητοποιήσει το όχημά του και να επιπέσει επί των πεζών τους οποίους τραυμάτισε θανάσιμα.
Ο δεύτερος επομένως λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα μέρος, η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα περί της συγκλίνουσας υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου περί την πρόκληση του ατυχήματος κατά ποσοστό 40% ενώ είναι αποκλειστικά υπαίτιος, καθ' όσον δεν αποσαφηνίζει α)ποια φώτα είχε αναμμένα (φώτα θέσης, διασταύρωσης, πορείας) και β) από πόση απόσταση οι θανατηφόρα τραυματισθέντες πεζοί ηδύναντο να αντιληφθούν το ζημιογόνο όχημα αξιολογείται αβάσιμος, δοθέντος ότι διαλαμβάνει στις παραδοχές της ότι στο σημείο του ατυχήματος η οδός είναι ευθεία , οι δε πεζοί επιχείρησαν να διασχίσουν κάθετα το οδόστρωμα της οδού, χωρίς να ελέγξουν την κίνηση των οχημάτων.
Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο δεχθέν συγκλίνουσα υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου περί την πρόκληση του ατυχήματος κατά ποσοστό 40% παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 και 300ΑΚ καθώς και εκείνες των άρθρων 19παρ 1,2,3 του ΚΟΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Τέλος, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο, ενώ αρχικά δέχεται συνυπαιτιότητα περί την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος τόσο του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος όσο και των θανατηφόρα τραυματισθέντων πεζών κατά ποσοστό 60% και 40% αντίστοιχα, ακολούθως, κατ' αντίφαση προς την παραδοχή αυτή κατά τον καθορισμό του ύψους της επιδικαστέας στους συγγενείς των θανατηφόρα τραυματισθέντων πεζών χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, δέχθηκε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος στερούμενη κατά συνέπεια νομίμου βάσεως ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα, αφού δεν δύναται να διαπιστωθεί ποιο το πόρισμά της αναφορικά με την υπαιτιότητα.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από την επισκόπηση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης παραδεκτώς (άρθρ. 561 παρ 2 ΚΠολΔ) και δη από την παράθεση των πραγματικών περιστατικών αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του ατυχήματος, την αμελή περί την οδήγηση συμπεριφορά του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος την αμελή συμπεριφορά των θανατηφόρα τραυματισθέντων πεζών, την σαφή αναφορά του ποσοστού συνυπαιτιότητάς τους περί την πρόκληση του ατυχήματος (αντίστοιχα κατά 40% και 60%), την σαφή αναφορά περί παραδοχής των ιδίων ποσοστών συνυπαιτιότητας και από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, την επιδίκαση των εξόδων κηδείας συνολικού ποσού 4.875,40 ευρώ μειωμένων κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας των θανόντων στην πρόκληση του ατυχήματος, ήτοι το ποσό των 1.950,16 ευρώ, προκύπτει ότι η περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος μνεία στο περί χρηματικής ικανοποιήσεως κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης σχέση έχει με εμφιλοχωρήσασα παραδρομή κατά την έκθεση των τυπικών στοιχείων που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο για τον υπολογισμό του ύψους της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.
Πέραν τούτου, ο αναιρετικός αυτός λόγος κατά το σκέλος του αυτό είναι απορριπτέος, ελλείψει εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας, διότι η λήψη υπόψη από το Εφετείο, για τον υπολογισμό της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης στην αναιρεσείουσα λόγω ψυχικής οδύνης συνεπεία του θανατηφόρου τραυματισμού των γονέων της "της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου" περί την πρόκληση του ατυχήματος, ενώ πράγματι υπήρξε συνυπαίτιος περί την πρόκλησή του κατά ποσοστό 40% και οι θανατηφόρα τραυματισθέντες γονείς της κατά ποσοστό 60%, ουδεμία στην αναιρεσείουσα βλάβη επέφερε και η εμπεριεχόμενη κατά τα προαναφερόμενα παραδρομή κατά την κατάστρωση του συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης για την επιδικαστέα χρηματική ικανοποίηση, βλάπτει τους υποχρεούμενους σε καταβολή αναιρεσίβλητους.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ 9 παρ γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής της ανταγωγής, της κυρίας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, των ενδίκων μέσων της έφεσης, της ανακοπής και τριτανακοπής, όχι όμως και εκείνη της αντένστασης ή του λόγου της έφεσης.
Ο πρώτος επομένως λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο άφησε αίτηση αδίκαστη και συγκεκριμένα δεν ερεύνησε τον τέταρτο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τον οποίο, η εκκαλούμενη κατά κακή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού ενώ αρχικά δέχεται αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου περί την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, στη συνέχεια επιδικάζει τα έξοδα κηδείας των θανατηφόρα τραυματισθέντων γονέων της βάσει του ποσοστού συνυπαιτιότητάς τους, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως, δοθέντος ότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι δέχθηκε συνυπαιτιότητα των θανατηφόρα τραυματισθέντων σε ποσοστό 60%.
Επειδή, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, που οφείλεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας. Η κρίση αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, ώστε να μπορεί να εννοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως (αριθμός 1 εδ α του άρθρου 559 ΚΠολΔ), είτε εκ πλάγιου (αριθμός 19 του ίδιου άρθρου ), είτε παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας (αριθμός 1 εδ β του άρθρου 559 ΚΠολΔ).
Επομένως, η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως κατά το άρθρο 932 του ΑΚ, αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου και δεν υπόκειται στον έλεγχο του Ακυρωτικού ούτε και από άποψη παραβιάσεως ή μη της αρχής της αναλογικότητας που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ 1 του Συντάγματος με βάση την οποία τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο , εφ' όσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Και τούτο διότι ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεως νόμου και συγκεκριμένα αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευόμενου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας. Δηλαδή ο έλεγχος από άποψη τηρήσεως της αρχής αυτής γίνεται μεταξύ αφ' ενός μεν της συνταγματικής διατάξεως που προστατεύει κάποιο δικαίωμα αφετέρου, δε της νομοθετικής διατάξεως που το περιορίζει.
Έξω όμως από το πεδίο αυτό τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απευθείας την αρχή της αναλογικότητας κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους σε συγκεκριμένη υπόθεση. Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν προέβη σε συγκεκριμένη περίπτωση στον ορθό προσδιορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως του άρθρου 932 ΑΚ, δεν είναι αντίθεση προς της αρχή της αναλογικότητας, αλλά είναι εσφαλμένη και θα ελεγχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα, με βάση τους κανόνες, που το ίδιο άρθρο θέτει και στα πλαίσια που οι ρυθμίζουσες τα ένδικα μέσα διατάξεις οριοθετούν τον έλεγχο.
Περαιτέρω, ο κανόνας παραβιάζεται κατά την διάταξη του αριθμού 1 εδ α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή η οποία εκδηλώνεται όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε, η όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.
Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα μέρος την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 19 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αληθώς από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου και κώδικα, διότι η επιδικασθείσα σ' αυτή χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστη από το θανατηφόρο τραυματισμό των γονέων της Κ.
και Δ. Ε. ποσού 20.000ευρώ για τον καθένα δεν είναι η επιδικαστέα εύλογη, κατ' άρθρο 932 ΑΚ. Ο λόγος αυτός κατά το προεκτεθέν μέρος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι ο προσδιορισμός του ποσού της κατά το άρθρο 932 του ΑΚ εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως, αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ( άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) χωρίς την υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου.
Περαιτέρω, με τον αυτό ως άνω λόγο αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους ως ανωτέρω αριθμούς του ίδιου άρθρου και κώδικα και αληθώς από τον αριθμο 1, διότι με το να καθορίσει την επιδικαστέα σ' αυτή χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστη από το θανατηφόρο τραυματισμό των γονέων της στο προαναφερθέν για τον καθένα μειωμένο ποσό, σε σχέση με τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις ποσά, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ 1 εδ δ' του Συντάγματος και την καθιερούμενη με αυτή αρχή της αναλογικότητας καθώς και τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 εδ 1 της ΕΣΔΑ.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει και κατά το μέρος του αυτό, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην αμέσως προηγούμενη σκέψη, να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, με βάση τα προεκτιθέμενα, πρέπει να απορριφθεί η από 25-2-2010 αίτηση αναιρέσεως της 2574/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε.Γ.Α.Ζ" (άρθρ. 183, 176ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-2-2010 αίτηση αναιρέσεως της 2574/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε.Γ.Α.Ζ" την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700)ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2013
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Δεκεμβρίου 2013
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ