2175/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 2175 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2175/2007
Legislator headnote
AI generated2175/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 2175 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2175/2007
Full text
Απόφαση 2175 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2175/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...... , ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου.
Της αναιρεσίβλητης: Ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (ΔΕΗ) ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Χαράλαμπος Συνοδινός.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-3-2001 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο εξέδωσε την 639/2004 απόφαση του επί της οποίας ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1550/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 7351/2006 την αναίρεση της οποίας ζητά ο αναιρεσείων με την από 25-11-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης ανέγνωσε την από 25-10-2007 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης αναίρεσης. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298, 299 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι σε περίπτωση αποδοχής της αποφάσεως προ της ασκήσεως ένδικου μέσου κατ΄ αυτής, η αποδοχή, που έχει την έννοια της παραιτήσεως από του δικαιώματος της ασκήσεως ενδίκου μέσου, δύναται να γίνεται ρητώς, με την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 297 του ΚΠολΔ, δηλαδή με δήλωση, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά ή με δικόγραφο, που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, είτε σιωπηρώς, με πράξεις όμως από τις οποίες συνάγεται σαφώς η πρόθεση αποδοχής. Η αποδοχή όμως αποφάσεως, η οποία γίνεται μετά την άσκηση ενδίκου μέσου κατ΄ αυτή, δύναται να γίνει μόνο ρητώς, ήτοι με ένα από τους παραπάνω τρόπους, δεδομένου ότι η αποδοχή της αποφάσεως στο στάδιο αυτό, έχει και την έννοια της παραιτήσεως από του ενδίκου μέσου, που ασκήθηκε κατ΄ αυτή, η οποία, όμως, παραίτηση μόνο κατά τους παραπάνω τύπους μπορεί να γίνει, όχι δε και σιωπηρώς. Η κατά τον νόμιμο αυτό τρόπο αποδοχή της αποφάσεως συνεπάγεται το απαράδεκτο του κατ΄ αυτής ασκηθέντος ενδίκου μέσου.
Εν προκειμένω, η αναιρεσίβλητη, με τις εμπροθέσμως, σύμφωνα με το άρθρο 570 παρ. 1 του ΚΠολΔ, κατατεθείσες προτάσεις της, προβάλλει τον ισχυρισμό περί απαραδέκτου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως για το λόγο ότι μετά την άσκησή της ο αναιρεσείων αποδέχθηκε σιωπηρώς την προσβαλλόμενη απόφαση με την ενσωματωμένη στις προτάσεις της από 23-1-2007 απόδειξη παραλαβής επιταγής και δηλώσεως εξοφλήσεως, που φέρει την υπογραφή του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός δηλώνει ότι δεν έχει, ούτε διατηρεί άλλη απαίτηση κατά της αναιρεσίβλητης και έχει ολοσχερώς εξοφληθεί στο πλαίσιο της μεταξύ τους επίδικης διαφοράς. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η επικαλούμενη σιωπηρή αποδοχή της αναιρεσιβαλλομένης μετά την άσκηση της αναιρέσεως δεν επάγεται το απαράδεκτο αυτής.
ΙΙ. Επειδή ο από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικώς με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ, που τον προβλέπει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη, που δεσμευτικώς γι΄ αυτό (δικαστήριο), καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση, κατά την οποία, εκτιμώντας ελευθέρως, κατά ρητή διάταξη νόμου τα προσαγόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδίδει σε ορισμένα από αυτά μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αποδεικτικά μέσα.
Τέτοια διάταξη είναι και εκείνη του άρθρου 20 παρ. 8 του ν. 2882/2001 Κώδικας Aναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), σύμφωνα με την οποία το Εφετείο, στη δίκη για τον καθορισμό οριστικής αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου, εκτιμά ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, που προσήχθησαν από τους διαδίκους. Επομένως, στη δίκη αυτή δεν ιδρύεται ο ως άνω εκ του αριθμού 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος.
Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, διότι το Εφετείο, που την εξέδωσε, κατά την εκδίκαση της αιτήσεως περί επιδικάσεως ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τις εναπομείνασες μετά την απαλλοτρίωση τμήματος του ακινήτου του αναιρεσείοντος εδαφικές εκτάσεις, προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική βαρύτητα στην κατάθεση μάρτυρα - υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης και στην έκθεση εκτιμήσεως αυτής, καθώς και στην τεχνική έκθεση τοπογράφου μηχανικού - υπαλλήλου της ίδιας διαδίκου, έναντι της εκθέσεως εκτιμήσεως της Επιτροπής του άρθρου 15 του ΚΑΑΑ .και του από ....
τοπογραφικού σχεδίου της ΔΕΗ, πρέπει να απoρριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος.
ΙΙΙ. Επειδή κατά τη διάταξη του αριθμού 18 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την 1550/2005 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, με αυτή αναιρέθηκε η 63912004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς τη διάταξή της, με την οποία κρίθηκε μη νόμιμη η αίτηση του αναιρεσείοντος για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τις εναπομείνασες εκτός της απαλλοτριώσεως εδαφικές εκτάσεις, ενώ αυτή ήταν νόμιμη, και παραπέμφθηκε η υπόθεση κατά το εν λόγω μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Τούτο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε καταρχήν νόμιμη την πιο άνω αίτηση, αλλά στη συνέχεια την απέρριψε κατ΄ ουσίαν ως προς ένα (ανατολικό) τμήμα των απαλλοτριωθεισών εδαφικών εκτάσεων και δεν καθόρισε γι΄ αυτό ιδιαίτερη αποζημίωση, διότι έκρινε ότι "το προς τα ανατολικά ακίνητο του αιτούντος (αναιρεσείοντος) δεν υφίσταται καμιά ζημία και κατά συνέπεια δεν συντρέχει λόγος για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το ακίνητο τούτο....". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην εκ του αριθμού 18 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια και ο δεύτερος (τελευταίος) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Νοεμβρίου 2006 αίτηση του ....., για αναίρεση της 7351/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ