Legislator Case Law & Legislation
2172/2013 AI generated

2172/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2172/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθ.κατάθ. 26580/2008 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικο στην παρούσα δίκη και την με αριθ.κατάθ.21610/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21997/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 750/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-7-2012 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

2172/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέτοια έμμεση ζημία υφίσταται και εκείνος στον οποίο προκλήθηκε, από αδικοπραξία βλάβη του σώματος ή της υγείας του εξ αιτίας της οποίας έμεινε ανίκανος για εργασία για ορισμένο χρονικό διάστημα και έτσι δεν μπόρεσε να προσφέρει σε προσωπική εταιρία την προσωπική του εργασία, με αποτέλεσμα να μειωθούν τα κέρδη της εταιρίας και εξ' αιτίας της μειώσεως της να μειωθούν τα έσοδά του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2172 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2172/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. Π. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ντοκατζή και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων:1. Γ. Β. του Ι., κατοίκου ..., 2. Της Ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "Κοινό Ταμείο Εισπράξεων Λεωφορείων Νομού Θεσσαλονίκης Α.Ε" και τον διακριτικό τίτλο "ΚΤΕΛ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, 3. του "Αλληλασφαλιστικού Συνεταιρισμού Επαγγελματιών Ιδιοκτητών Αυτοκινήτων Δ.Χ. Βορείου Ελλάδος και Θεσσαλίας", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κυριάκο Τριανταφυλλίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθ.κατάθ. 26580/2008 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικο στην παρούσα δίκη και την με αριθ.κατάθ.21610/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21997/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 750/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-7-2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 9-10-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι η αξίωση για αποζημίωση από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή και το διαφυγόν κέρδος έχει μόνον εκείνος που αμέσως ζημιώθηκε από την αδικοπραξία, δηλαδή μόνον ο φορέας του εννόμου αγαθού το οποίο προσβλήθηκε.

Αντίθετα, εκείνος που εμμέσως ζημιώθηκε από την αδικοπραξία, δηλαδή εκείνος στον οποίο προκλήθηκε ζημία από την προσβολή εννόμου αγαθού άλλου προσώπου, έχει αξίωση αποζημιώσεως μόνον όταν αυτό προβλέπεται ειδικά από το νόμο (αρθρ. 928 εδ, β' , 929 εδ. β του ΑΚ) . Ενώ όμως δεν έχει, κατά κανόνα, αξίωση αποζημιώσεως ο εμμέσως, με την παραπάνω έννοια, ζημιωθείς, εκείνος που αμέσως ζημιώθηκε, εκείνος δηλαδή που είναι ο φορέας του εννόμου αγαθού που προσβλήθηκε, έχει αξίωση για την αποκατάσταση όχι μόνον της άμεσης ζημίας του, δηλαδή εκείνης που προκλήθηκε σ' αυτόν απευθείας από το ζημιογόνο γεγονός, αλλά και της έμμεσης ζημίας του, δηλαδή εκείνης που του προκλήθηκε όχι απευθείας απ' αυτό, αλλά από άλλη αιτία, που επακολούθησε μεν αλλά βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια μ' αυτό.

Τέτοια έμμεση ζημία υφίσταται και εκείνος στον οποίο προκλήθηκε, από αδικοπραξία βλάβη του σώματος ή της υγείας του εξ αιτίας της οποίας έμεινε ανίκανος για εργασία για ορισμένο χρονικό διάστημα και έτσι δεν μπόρεσε να προσφέρει σε προσωπική εταιρία την προσωπική του εργασία, με αποτέλεσμα να μειωθούν τα κέρδη της εταιρίας και εξ' αιτίας της μειώσεως της να μειωθούν τα έσοδά του.

Για την έμμεση αυτή ζημία του ο από την αδικοπραξία παθών και επομένως, αμέσως απ' αυτήν ζημιωθείς έχει αξίωση αποζημίωσης σε αντίθεση με την εμμέσως ζημιωθείσα εταιρία, η οποία δεν έχει αξίωση αποζημιώσεως με βάση τη διάταξη του άρθρου 929 εδ β' του ΑΚ, αφού η υποχρέωση του αμέσως ζημιωθέντος εταίρου της να της παρέχει τις υπηρεσίες του, δεν στηρίζεται στο νόμο, αλλά στην εταιρική σύμβαση και επομένως, δεν έχει στάδιο εφαρμογής η διάταξη αυτή.

Εξ άλλου , ομόρρυθμη εταιρία είναι η προσωπική εμπορική εταιρία με νομική προσωπικότητα για τις υποχρεώσεις της οποίας ευθύνονται όλοι οι εταίροι (ομόρρυθμοι εταίροι) απεριόριστα και εις ολόκληρον, συνιστάται δε με έγγραφη σύμβαση μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων και αποσκοπεί στην συνεμπορία των εταίρων υπό την εταιρική επωνυμία με την προσωπική τους συνεργασία και την καταβολή εισφοράς από τον καθένα καθώς και με την ανάληψη των υποχρεώσεών της έναντι των δανειστών της, αλληλεγγύως μετ' αυτής και των λοιπών εταίρων και βάσει της προσωπικής τους περιουσίας και ελευθερίας, εταιρική δε εισφορά είναι η μεταβίβαση από καθένα των εταίρων δικαιωμάτων του ή παροχή εργασίας του για την προαγωγή του εταιρικού σκοπού και ως αντάλλαγμα για την κτήση απ' αυτόν εταιρικών περιουσιακών και προσωπικών δικαιωμάτων.

Ως αντικείμενο της εισφοράς κατ' άρθρο 742 παρ 1 ΠΚ, των εταίρων που μετέχουν στη σύσταση εταιρίας μπορεί να αποτελέσει οποιαδήποτε παροχή, όπως χρήματα, πράγματα που εισφέρονται κατά κυριότητα, επικαρπία η χρήση, άλλα αντικείμενα (όπως εισφορά επιχείρησης), και άυλα αγαθά (εισφορά απαίτησης, σήματος, διπλώματος ευρεσιτεχνίας), εργασία, εργασία τρίτων, παροχή δανείου, προσδοκία.

Εργασιακή δε σχέση, μεταξύ Ο.Ε. και εταίρου της, εισφορέως εργασίας, είναι η εκ του καταστατικού απορρέουσα έννομη σχέση, κατά την οποία ο εταίρος, υποχρεώνεται να παρέχει ορισμένο είδος εργασίας για την προαγωγήν του εταιρικού σκοπού ως εταιρική εισφορά του. Η σχέση αυτή είναι ένδικη εργασιακή σχέση γιατί δύναται να συσταθεί μόνον μεταξύ προσωπικής εταιρίας και εταίρου της.

Διαφέρει των κοινών εργασιακών σχέσεων διότι δύναται να συσταθεί μόνον μεταξύ προσωπικής εταιρίας και εταίρου της. Διαφέρει των κοινών εργασιακών σχέσεων διότι ο εργαζόμενος (εταίρος) εξυπηρετεί με την εργασία του και δικό του συμφέρον (την προαγωγή του εταιρικού σκοπού), έχει δικαίωμα ελέγχου επί των υποθέσεων του λήπτου της εργασίας και δεν λαμβάνει σταθερό μισθό, αλλά κυμαινόμενο μερίδιο από τα εταιρικά κέρδη αν υπάρχουν τέτοια.

Επί πλέον, έναντι της σχέσεως (εξηρτημένης) εργασίας, διαφέρει, διότι δεν τελεί υπό τη διεύθυνση της εταιρίας, αυτή δε δεν υποχρεώνεται να προνοεί υπέρ αυτού ως εργαζόμενου. Η σχέση αυτή απορρέει από την εταιρική συμφωνία όπως καθένας των εταίρων καταβάλει στην Ο.Ε. εταιρική εισφορά και αποκτά τα κατά νόμον και το καταστατικό αναλογούντα σ' αυτόν προσωπικά και περιουσιακά δικαιώματα (διοικήσεως, συμμετοχής στα κέρδη) και υποχρεώσεις (τηρήσεως πίστεως προς την εταιρία, διοικήσεως).

Περαιτέρω, μεταξύ της ΟΕ και ενός εταίρου της εκτός του ότι υφίσταται η εταιρική σχέση, δύναται να συνυπάρχουν μετ' αυτής και η σχέση (εξηρτημένης) εργασίας ή μίσθωσης ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή μίσθωσης έργου ή εντολή. Στην περίπτωση αυτή δημιουργούνται τα κατά νόμον δικαιώματα και υποχρεώσεις εκ της εταιρικής σχέσεως και από κάθε εργασιακή σχέση και εφαρμόζονται οι ρυθμίζοντες κάθε σχέση κανόνες.

Έτσι ο εταίρος δύναται να εργάζεται επ' ωφελαία της ΟΕ ως εισφορέας εργασίας και ως εργολάβος, ή ως εκμισθωτής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, είτε ως εταιρικός διοικητής και ως μισθωτής της Ο.Ε (ΑΠ 248/1973 ΝοΒ 2101086). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 1 εδ α' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τ' ακόλουθα αναφορικά με τις ένδικες από το άρθρο 929 ΑΚ αξιώσεις της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας. Όπως αποδείχθηκε, πριν το ατύχημα η ενάγουσα συμμετείχε ως ομόρρυθμο μέλος και με ποσοστό 35% στις κερδοζημίες στην εταιρεία με την επωνυμία "….", η οποία έχει αντικείμενο την εισαγωγή και εξαγωγή ανταλλακτικών αυτοκινήτων, εισαγωγή και εξαγωγή αυτοκινήτων, λιανική και χονδρική πώληση ανταλλακτικών και λιπαντικών, και εισαγωγές εξαγωγές και αντιπροσώπευση νομικών και φυσικών προσώπων της αλλοδαπής με αντικείμενο την παραγωγή και συσκευασία αυτοκινήτων και ανταλλακτικών αυτών, ιδρύθηκε στις 19-1-2006, βάσει του από 10-1-2006 ιδιωτικού συμφωνητικού σύστασης ομόρρυθμης εταιρίας, κεφαλαίου 50.000 ευρώ.

Οι εισφορές των εταίρων ορίστηκαν σε χρηματικό ποσό, και όσον αφορά την ενάγουσα, στο ποσό 17.500 ευρώ. Επίσης αυτή ορίστηκε "πρώτος διαχειριστής" της εταιρίας, και νόμιμος εκπρόσωπος της. Στην εταιρία αυτή συμμετείχαν επίσης ο αδελφός της Α. Π. κατά ποσοστό 35%, και κατά το υπόλοιπο 30% ο πατέρας της Π. Π.. Λόγω του ατυχήματος η ενάγουσα αποχώρησε από την εταιρία στις 27-3-2008 (βλ.

το 12.475/2008 πιστοποιητικό του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Ελλάδος ) μεταβιβάζοντας το μερίδιο της στον πατέρα της. Ισχυρίστηκε δε αυτή στην αγωγή της ότι, λόγω της πλήρους ανικανότητάς της προς εργασία, αναγκάστηκε να διακόψει την εργασιακή της δραστηριότητα συνισταμένη σε προσφορά πολύωρου προσωπικής εργασίας στην ανωτέρω επιχείρηση, με αποτέλεσμα ν' απολέσει για το διάστημα που ορίζεται από την ημέρα επελεύσεως του ατυχήματος (12-2-2007) έως την 31-3-2008, (στις 1-4-2008 συνταξιοδοτήθηκε λόγω αναπηρίας), εισοδήματα, προερχόμενα από τη συμμετοχή της στα καθαρά κέρδη της εταιρίας συνολικού ποσού 60.169,50 ευρώ, υπολογιζόμενου, συγκεκριμένα, του κατά μήνα απωλεσθέντος εισοδήματος σε 4 . 457 ευρώ, ποσό το οποίο αντιστοιχεί στο 35% του επικαλούμενου απ' αυτήν καθαρού μηνιαίου κέρδους για όλους τους.

εταίρους, ποσού 12.734 ευρώ (12.734 Χ 35 % = 4.457 ευρώ), και ζήτησε να της επιδικασθεί το παραπάνω ποσό εφάπαξ, άλλως σε μηνιαίες περιοδικές παροχές. Από τις προσκομιζόμενες από την ενάγουσα δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος της άνω ομόρρυθμης εταιρίας προκύπτει ότι η εταιρεία αυτή είχε ακαθάριστα έσοδα κατά το έτος 2006 ποσού 392.830,21 ευρώ, κατά το έτος 2007 ποσού 536.890,41 ευρώ, και κατά το έτος 2008 ποσού 577.744,24 ευρώ.

από δε τα προσκομιζόμενα μηχανογραφικά δελτία οικονομικών στοιχείων επιχειρήσεων κι επιτηδευματιών (Ε3 ) προκύπτει ότι για την ως άνω εταιρεία δηλώθηκε καθαρό κέρδος αυτής το ποσό των 6.262,05 ευρώ, για το έτος 2007 το ποσό των 48.732,56 ευρώ και για το έτος 2008 το ποσό των 45.274, 50 ευρώ. Με βάση τα στοιχεία αυτά, τα οποία δεν αναιρούνται από κανένα άλλο στοιχείο, συμπεραίνεται ότι, παρά το ότι μεσολάβησε το ατύχημα δεν μειώθηκαν τα κέρδη της ομορρύθμου εταιρείας και μάλιστα τα μεγαλύτερα κέρδη της σημειώθηκαν εντός του έτους 2007, τον Φεβρουάριο του οποίου είχε συμβεί το ατύχημα.

Από κανένα δε στοιχείο δεν προκύπτει ότι αν η ενάγουσα δεν μεταβίβαζε το μερίδιο της λόγω του τραυματισμού θα επιτυγχανόταν μεγαλύτερο κέρδος από την δραστηριότητα της επιχείρησης, ή ότι βάσει των συμφωνηθέντων με τους λοιπούς εταίρους (τον πατέρα και τον αδελφό της ), θ' απασχολείτο με σύμβαση εργασίας στην εταιρεία εισπράττοντας και μισθό, ή κάποιο έργο έναντι αμοιβής, εισπράττοντας δηλαδή ποσά πλέον της διανομής των κερδών της επιχείρησης.

Επομένως πρέπει ν' απορριφθεί το αίτημα της ν' αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι της οφείλουν ως αποζημίωση για το ανωτέρω διάστημα το εν λόγω ποσό των 60.169,50 ευρώ. Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, από την κατά 27-3-2008 αποχώρηση της ενάγουσας από την εταιρία, μετά τον τραυματισμό της, έπαψε η εκ του νόμου υποχρέωση συμβολής της στην πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού, καθώς και οι υποχρεώσεις και δικαιώματα που είχαν γεννηθεί από τη συμμετοχή της στην εταιρία.

Εφόσον από την ενάγουσα δεν είχε αναληφθεί, βάσει του άνω συμφωνητικού, η προσφορά (μόνιμης και ολοκληρωτικής) προσωπικής εργασίας ως εισφορά της στην εταιρία, ( κι ανεξαρτήτως του αν όλοι οι εταίροι προσέφεραν μόνο εργασία), αποκλείεται η σύνδεση του γεγονότος της αποχώρησης της από την εταιρία, με την απώλεια εισοδήματος, εξαιτίας της επικαλούμενης από αυτήν αδυναμίας της, να εργασθεί λόγω της καταληφθείσης σ' αυτήν αναπηρίας, από βιολογικής απόψεως αλλά και των συνακόλουθων ψυχολογικών συνεπειών, αφού από την εταιρική σύμβαση δεν ήταν υποχρεωμένη να εργάζεται σ' εκτέλεση συμβατικής της υποχρεώσεως προς την εταιρία.

Ούτε απαιτούσε η συμμετοχή της στην εταιρία την επίδειξη της ανωτέρω φροντίδας για τις εταιρικές υποθέσεις, άλλωστε η ενάγουσα δεν επικαλείται ότι χωρίς την δραστηριότητα αυτής η εταιρία θα μείωνε την απόδοσή της, με συνακόλουθη μείωση των κερδών της, κι ούτε αποδείχθηκε κάτι τέτοιο, δεδομένων και των αποτελεσμάτων της περιόδου 2007 που προαναφέρθηκαν.

Επομένως, η ενάγουσα είχε δικαίωμα να διατηρήσει την συμμετοχή της στην εταιρία, παρά την κατάστασή της, και τα δικαιώματα της στα κέρδη αυτής, ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής της, και δεν ήταν υποχρεωμένη ν' αποξενωθεί απ' αυτήν επιλέγοντας να υπαχθεί σε συνταξιοδοτικό καθεστώς. Διαφορετικά θα ήταν, εάν η ενάγουσα παρέμενε και συμμετείχε και μετά το ατύχημα στην εταιρία, υπό τους ίδιους όρους μ' αυτούς του ανωτέρω καταστατικού της.

Τούτο διότι η παροχή εργασίας από τον εταίρο φέρει τον χαρακτήρα εταιρικής εισφοράς, όταν σαν μόνη αιτία έχει τη συμμετοχή του εταίρου στην εταιρία. Προϋπόθεση, συνεπώς για την έρευνα του ζητήματος αδυναμίας προς παροχή εργασίας της ενάγουσας, λόγω του ατυχήματος προς την εταιρία και κατ ' επέκταση της ζημίας, η οποία θα μπορούσε να προκληθεί εκ της αδυναμίας αυτής, θα ήταν η συμμετοχή της ενάγουσας εταίρου στην εταιρία, περίσταση, όμως η οποία δεν συντρέχει, κατά τα προεκτιθέμενα.

Συνεπώς δεν αποδεικνύεται η επικαλούμενη μέλλουσα ζημία εξαιτίας απώλειας εισοδήματος της ενάγουσας, και, πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμο κατ' ουσία, και το αναγνωριστικό αίτημα καταβολής του κονδυλίου των 1.703.940 ευρώ για την αποθετική μέλλουσα ζημία της ενάγουσας. Έτσι που έπρεπε το Εφετείο, και ειδικότερα, με βάση τις παραδοχές ότι με το από 10-1-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνήθηκε όπως η εισφορά της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας συνίσταται στο χρηματικό ποσό των 17.500 ευρώ και δεν ήταν κατά συνέπεια εισφορέας εργασίας υπό την προεκτεθείσα του όρου έννοια στην προαναφερόμενη εταιρία, ότι παρά την ανικανότητα της να παράσχει την προσωπική της εργασία στην εταιρία αυτή προς επίτευξη του εταιρικού σκοπού δεν μειώθηκαν τα κέρδη της, ότι η συνδέουσα αυτή και την ομόρρυθμη εταιρία σχέση δεν ήταν εκείνη της εξηρτημένης εργασίας ή της σύμβασης έργου έναντι αμοιβής, και μετά την αποχώρησή της στις 27-3-2008 από την εταιρία και μεταβίβαση του εταιρικού της μεριδίου στον εταίρο πατέρα της έπαυσε υφιστάμενη υποχρέωση συμβολής της στην πραγμάτωση του Εταιρικού σκοπού, ορθά εφήρμοσε και ερμήνευσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν.

Ο πρώτος επομένως της αιτήσεως αναιρέσεως λόγος με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες παραδοχές απέρριψε τα αγωγικά κονδύλια: α. ποσού 60.169,50 ευρώ που αντιπροσωπεύει τα εισοδήματα που με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα πραγματοποιούσε η ως άνω εταιρία λόγω της προσφοράς της προσωπικής της εργασίας στα τμήματα παραγγελιών -πωλήσεων, εισπράξεων και προωθήσεως των δημοσίων σχέσεων με τα συνεργαζόμενα καταστήματα λιανικής πώλησης και συνεργεία επισκευής αυτοκινήτων και απώλεσε συνεπεία του τραυματισμού της από το ένδικο ατύχημα ανερχόμενα από 12-2-2007 έως 31-3-2008 στο καθαρό ποσό των 4.457 μηνιαίως, για το αναλογούν στα κέρδη της εταιρίας ποσοστό συμμετοχής της και β.

ποσού 1.703.940 ευρώ που αντιπροσωπεύει τα απωλεσθέντα εισοδήματά της για την προεκτεθείσα αιτία από 31-3-2008 χρόνο διακοπής της επαγγελματικής της δραστηριότητας και συνταξιοδότησής της λόγω αναπηρίας από το ατύχημα μέχρι το έτος 2043 ήτοι της συμπληρώσεως του 65ου έτους της ηλικίας της, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 1 εδ α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται και με εσφαλμένη εφαρμογή η οποία εκδηλώνεται και όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Την ίδια αναιρετική πλημμέλεια δημιουργεί και η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας εφ' όσον αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς όχι δε και όταν αυτά χρησιμοποιούνται για να στηρίξουν έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων.

Ως διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμού και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι την αναιρεσείουσα βαρύνει υποχρέωση προσφοράς προσωπικής εργασίας στην ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία " …" σε εκπλήρωση συμβατικής και μόνον υποχρέωσης, παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι ανεξάρτητα της ύπαρξης συμβατικής ή μη προς τούτο υποχρέωσης, όλοι οι εταίροι των προσωπικών εμπορικών εταιριών, και των ομορρύθμων κατά συνέπεια, βαρύνονται με την υποχρέωση προσφοράς, για την εύρυθμη λειτουργία τους και την επίτευξη του σκοπού τους, της προσωπικής τους εργασίας.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή στην υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη αναφορικά με την προσφορά ή μη εργασίας από την αναιρεσείουσα στην ως ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρία.

Επειδή, με βάση τα προεκτιθέμενα, πρέπει να απορριφθεί η από 26-7-2012 αίτηση αναιρέσεως της 750/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσ/κης και να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 παρ 4 εδ 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (13038256/2012 διπλότυπο εισπράξεως της Β' ΔΟΥ Θεσ/κης ) και καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττηθείσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρ 183, 176 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-7-2012 και με αρ. κατ. 181/2012 αίτηση αναιρέσεως της 750/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσ/κης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (13038256/2012 διπλότυπο εισπράξεως της Β' ΔΟΥ Θεσ/κης). Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700)ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Δεκεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ