2172/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/9/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1925/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4890/2004, 9644/2005 και 3235/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/7/2006 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated2172/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2172 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2172/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου Ασωμάτων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Νικολαϊδη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Μέτσιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/9/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1925/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4890/2004, 9644/2005 και 3235/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/7/2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 18/9/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 124, 126 παρ. 1 εδαφ. δ, 127 παρ. 1, 128, 129 και 139 παρ. 1 εδαφ. δ ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση επιδόσεως δικογράφου σε νομικό πρόσωπο αυτή γίνεται στον εκπρόσωπό του, σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό, είτε στην κατοικία του, είτε στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο του νομικού προσώπου, αν δε δεν βρεθεί ο εκπρόσωπος στην κατοικία ή το κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο, το έγγραφο εγχειρίζεται στη μεν πρώτη περίπτωση σε κάποιον από τους συνοικούντες συγγενείς κλπ., στη δε δεύτερη περίπτωση στον διευθυντή ή σε έναν από τους συνεταίρους, συνεργάτες, υπαλλήλους ή υπηρέτες του καταστήματος και αν κανένας από όσους προαναφέρθηκαν δεν βρίσκεται στην κατοικία ή στο κατάστημα ή στο γραφείο ή στο εργαστήριο γίνεται θυροκόλληση του δικογράφου.
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη 9644/2005 απόφασή του, το Εφετείο, δικάζοντας επί της ανακοπής ερημοδικίας του αποτελούντος νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου αναιρεσείοντος Ιερού Ναού κατά της 4890/2004 αποφάσεως του, δέχθηκε ότι η επίδοση της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση αυτής, στην Ζ1 υπάλληλο (νεωκόρο) του Ιερού Ναού και εντός αυτού, αλλά σε ώρα που δεν γινόταν στην εκκλησία ιεροτελεστία ή άλλη θρησκευτική τελετή ή προσευχή, αντί του Προέδρου του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του ή μέλους αυτού ή του εφημέριου του Ιερού Ναού, οι οποίοι απουσίαζαν, είναι έγκυρη, ακολούθως δε απέρριψε τον περί άκυρης ερημοδικίας σχετικό λόγο της ανακοπής. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων εγκύρως δικάσθηκε ερήμην και επομένως ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 6 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 περ. β ΚΠολΔ δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες και να υπαγάγει σ' αυτές τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι όμως και όταν τα διδάγματα αυτά χρησιμεύουν για την εκτίμηση των αποδείξεων προς εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών.
Για να είναι όμως ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει στην αίτηση να αναφέρεται ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη, απορριπτική της ανακοπής, 9644/2005 απόφαση την αιτίαση ότι παρεβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας με το να δεχθεί ότι "η ασθένεια (καρκινοπάθεια) της υπαλλήλου (νεωκόρου) Ζ1 δεν της προκάλεσε απώλεια μνήμης ούτε ασυναρτησία της σκέψης ώστε να την αποστερήσει από τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της πράξης που επιχείρησε και επομένως δεν μπορούσε να της προκαλέσει σύγχυση σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην είναι σε θέση να αντιληφθεί τη σοβαρότητα της επιδόσεως σ' αυτή του δικογράφου και να αδυνατεί εκ του λόγου τούτου να το παραδώσει στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν, αλλά να το απωλέσει".
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρει ποια είναι τα παραβιασθέντα διδάγματα της κοινής πείρας. Κατά το άρθρο 501 ΚΠολΔ ανακοπή κατά αποφάσεως που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται, αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας, που τέτοια συνιστά κάθε τυχαίο γεγονός παρακωλυτικό της εμφανίσεως του διαδίκου στο δικαστήριο και της συμμετοχής του στην εκδίκαση της υποθέσεως, το οποίο ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με ενέργειες άκρας επιμέλειας και συνέσεως.
Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνος ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι λόγοι ανακοπής ότι ο αναιρεσείων Ιερός Ναός: α) δεν κλητεύθηκε νόμιμα γιατί το δικόγραφο της εφέσεως μαζί με την πράξη ορισμού δικασίμου και την κλήση για συζήτηση από τον αναιρεσίβλητο κοινοποιήθηκε στο χώρο του Ιερού Ναού και όχι στο γραφείο του, στο οποίο συνεδρίαζε το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, και επιδόθηκε στην Ζ1 νεωκόρο του Ναού, και όχι στον εφημέριο ή στα μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και β) δεν παραστάθηκε για λόγους ανωτέρας βίας, που συνίσταται στο ότι η ανωτέρω Ζ1 που παρέλαβε το δικόγραφο της εφέσεως, έπασχε από καρκίνο του μαστού και υποβληθείσα κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα σε μαστεκτομή και χημειοθεραπεία δεν του παρέδωσε αυτό, αλλά το απώλεσε εξαιτίας της συγχύσεώς της από την άνω ασθένεια δεν είναι νόμιμοι.
Ειδικότερα, η επίδοση της εφέσεως, με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση αυτής, στη Ζ1 υπάλληλο (νεωκόρο) του Ιερού Ναού και εντός αυτού, αλλά σε ώρα που δεν γινόταν στην εκκλησία ιεροτελεστία ή άλλη θρησκευτική τελετή ή προσευχή, αντί του Προέδρου του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του ή μέλους αυτού, οι οποίοι απουσίαζαν, είναι έγκυρη, η δε ασθένεια (καρκινοπάθεια) της υπαλλήλου Ζ1 δεν της προκάλεσε απώλεια μνήμης ούτε ασυναρτησία της σκέψης ώστε να την αποστερήσει από τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της πράξης που επιχείρησε και επομένως δεν μπορούσε να της προκαλέσει σύγχυση σε τέτοιο βαθμό ώστε να μη είναι σε θέση να αντιληφθεί τη σοβαρότητα της επιδόσεως σ' αυτή του δικογράφου και να αδυνατεί εκ του λόγου τούτου να το παραδώσει στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν, αλλά να το απωλέσει.
Σε κάθε δε περίπτωση ο δεύτερος λόγος είναι ουσιαστικά αβάσιμος, διότι από τα έγγραφα τα οποία προσκομίζει με επίκληση ο αναιρεσείων πιθανολογείται ότι η ανωτέρω υπάλληλος υποβλήθηκε πράγματι σε μαστεκτομή και χημειοθεραπεία λόγω καρκινοπάθειας αλλά σε μεταγενέστερο και όχι κατά το επίδικο χρόνο, ήτοι την 23-5-2004, που εισήχθη προς τούτο στο Ογκολογικό Νοσοκομείο ΙΚΑ, ενώ η επίδοση συντελέστηκε την 12-1-2004.
Μετά απ' αυτά δεν συντρέχει ακυρότητα της επιδόσεως, ούτε ανώτερη βία για τη μη εμφάνιση του αναιρεσείοντος στο δικαστήριο, αφού δεν εμποδίσθηκε από γεγονός απρόβλεπτο στη συγκεκριμένη περίπτωση, που ήταν αδύνατο να αποτραπεί και με μέτρα μεγάλης επιμέλειας συνετού ανθρώπου. Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθότητα ή μη της εφαρμογής του άρθρου 501 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-7-2006 αίτηση του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου Ασωμάτων περί αναιρέσεως των 4890/2004, 9644/2005 και 3235/2006 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ