Legislator Case Law & Legislation
2171/2018 AI generated

2171/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2171/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου - Εισηγήτρια, Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2171/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η άνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 338 του ίδιου Κώδικα μπορεί να έχει εφαρμογή και ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν προσβάλλονται για πλαστότητα τα πρακτικά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, εφόσον όμως αυτή η πλαστότητα συνδέεται με λόγο αναίρεσης και επηρεάζει την κρίση του Αρείου Πάγου με βάση τα αναγραφόμενα στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως συμβαίνει π.χ.

Keywords

AI generated
offenses against legal certainty withdrawal of driving license safety regulations violation dismissal of traffic proceedings exposure to danger dangerous interference with traffic
AI generated
804/2018
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding new arguments not raised in lower court.
2386/2009
Supreme Court annuls lower court decision for lack of reasoning and excess of power regarding statute of limitations. The court found the appeal was timely filed due to improper service. The lower court failed to address force majeure or invalid service claims. Consequently, the prosecution was dismissed due to the statute of limitations. The court established that the lower court exceeded its authority by not examining these specific grounds. The decision mandates a retrial before a different panel of judges.
1346/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Παρασκευή Καλαϊτζή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
1410/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη και Νικόλαο Βεργιτσάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριου Παπαγεωργίου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου.
398/2010
Supreme Court dismisses appeal against traffic accident liability ruling due to sufficient lower court reasoning.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2171 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 2171/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου - Εισηγήτρια, Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαΐου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του. Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι Θ. του Κ., κατοίκου ... που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Γκουζάνη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 110ΖΤ/2018, 232ΖΤ/2018, 539ΖΤ/2018, 878ΖΤ/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ε. Π. του Ι., κάτοικο ..., η οποία δεν εμφανίστηκε.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθ.πρωτ....2018 αίτηση - δήλωσή του αναιρέσεως και στους από 25-4-2018 πρόσθετους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...18.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η υπό κρίση, υπ' αρ. πρωτ. ...2018 αίτηση-δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αρ. 110ΖΤ/2018, 232ΖΤ/2018, 539ΖΤ/2018, 878ΖΤ/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις του άρθρου 232Α παρ. 1 ΠΚ και της απλής σωματικής βλάβης και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 12 μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ), όπως και οι συνεκδικαζόμενοι με αυτήν λόγω συνάφειας από 25-4-2018 πρόσθετοι λόγοι (509παρ. 2 ΚΠΔ).

ΙΙ Σύμφωνα με το το άρθρο 141 παρ. 1 ΚΠΔ '' τα πρακτικά της συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν με συντομία τις καταθέσεις των μαρτύρων, ... τις απολογίες και τις δηλώσεις των κατηγορουμένων ..., τις προτάσεις και τις αιτήσεις του εισαγγελέα και των διαδίκων, τις αποφάσεις του δικαστηρίου και τις διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση και γενικά κάθε αξιόλογο γεγονός κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης.

Όποιος διευθύνει τη συζήτηση φροντίζει να καταχωρίζονται στα πρακτικά κατά λέξη εκείνα τα μέρη των μαρτυριών ή των δηλώσεων που κρίνει ουσιώδη για τους σκοπούς της απόδειξης...'' Κατά την παρ. 2 εδ. α'του ίδιου άρθρου '' ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ζητούν την καταχώριση κάθε δήλωσης όσων εξετάζονται ή εκείνων που μετέχουν στη δίκη, αν έχουν συμφέρον και δεν είναι αντίθετο στο νόμο και να παραδίδουν γραπτώς σ` αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση τις δηλώσεις τους, που αναπτύχτηκαν προφορικά.'' Εξάλλου ,κατά το άρθρο 145 παρ. 3 ΚΠΔ, μέσα σε είκοσι ημέρες από την καταχώριση στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων πρακτικών είναι δυνατό να ζητηθεί από τους διαδίκους και τον εισαγγελέα ή να προκληθεί αυτεπάγγελτα από το δικαστή που διηύθυνε τη συνεδρίαση η διόρθωση των λαθών που υπάρχουν στα πρακτικά ή η συμπλήρωση των ελλείψεων.

Κατά δε την παρ. 3 ως άνω άρθρου 141, τα πρακτικά της ποινικής δίκης ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ`αυτά. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 38, 141 παρ. 3 και 338 παρ. 1, 2 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, αν κατά την ποινική δίκη προσβληθεί ως πλαστό κάποιο έγγραφο, όπως είναι και τα πρακτικά της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης, αποδίδεται δε η πλαστογραφία σε ορισμένο πρόσωπο, α) το δικαστήριο ερευνά κατά το δυνατόν τη γνησιότητα αυτού και αν παρουσιαστούν ενδείξεις κατά ορισμένου προσώπου, αυτός που διευθύνει τη συζήτηση διατάσσει τη σύλληψη και την παραπομπή του στον αρμόδιο εισαγγελέα και β) αν κατά την κρίση του δικαστηρίου το έγγραφο είναι αναγκαίο για την απόφαση στην κύρια υπόθεση, το δικαστήριο ερευνά σε κάθε περίπτωση τη γνησιότητα αυτού και μόνο όταν κρίνει ότι υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι είναι πλαστό αναβάλλει με ειδικώς αιτιολογημένη απόφασή του τη δίκη ωσότου περατωθεί η διαδικασία για την πλαστογραφία (338 παρ. 2) και διαβιβάζεται στον αρμόδιο εισαγγελέα αντίγραφο των σχετικών πρακτικών μετά του προσβληθέντος εγγράφου (38).

Η άνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 338 του ίδιου Κώδικα μπορεί να έχει εφαρμογή και ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν προσβάλλονται για πλαστότητα τα πρακτικά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, εφόσον όμως αυτή η πλαστότητα συνδέεται με λόγο αναίρεσης και επηρεάζει την κρίση του Αρείου Πάγου με βάση τα αναγραφόμενα στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως συμβαίνει π.χ.

όταν στα πρακτικά δεν έχουν καταχωρισθεί ή αναγράφονται αλλοιωμένες οι καταθέσεις των μαρτύρων ή αν δεν έχουν καταχωρισθεί αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου και αυτοί ουδόλως ερευνήθηκαν, δηλαδή αν πρόκειται για νομική πλημμέλεια, που ελέγχεται αναιρετικά. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αναίρεσης, ο αναιρεσείων, αφού πρόσβαλε ως πλαστά τα ταυτάριθμα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου αναφορικά με τις προσδιοριζόμενες παραλείψεις και καταχωρίσεις σε αυτά, που συνδέονται με προβαλλόμενες με ορισμένους λόγους της αναίρεσης πλημμέλειες, και κατονόμασε πλαστογράφους τον Πρόεδρο και το Γραμματέα του δυτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης μέχρι την περάτωση της διαδικασίας για την πλαστογραφία .

Προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του επικαλείται τα κατά τους ισχυρισμούς του απομαγνητοφωνημένα πρακτικά της δίκης, όπως τα κατέγραψε με το κινητό τηλέφωνό του, και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων .

Το Δικαστήριο, ερευνώντας την αμφισβητούμενη γνησιότητα των πρακτικών, άγεται στην κρίση ότι δεν υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις πλαστογράφησης των πρακτικών αυτών, ενόψει του ότι : α) παράνομα και δη κατά παράβαση του άρθρου 8 παρ.1 του ν.3090/2002 που ορίζει ότι "1. ... η κινηματογράφηση και μαγνητοσκόπηση της δίκης ενώπιον ποινικού, πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου απαγορεύεται.

Κατ` εξαίρεση, το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει τις ενέργειες αυτές, εφόσον συναινούν ο εισαγγελέας και οι διάδικοι και συντρέχει ουσιώδες δημόσιο συμφέρον." ο αναιρεσείων προέβη, χωρίς άδεια του Δικαστηρίου, στη μαγνητοφώνηση (που εμπεριέχεται στην έννοια της μαγνητοσκόπησης) της διαδικασίας, και ως εκ τούτου δεν ειναι δυνατόν να ληφθούν υπόψη τα προσκομιζόμενα από αυτόν ως απομαγνητοφωνημένα πρακτικά της δίκης, β) οι προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων δεν κρίνονται πειστικές, καθόσον αυτοί αναφέρονται κυρίως στο επισυναπτόμενο απομαγνητοφωνημένο κείμενο των παράνομων ηχογραφήσεων και αορίστως και γενικώς σε κάποια επιμέρους περιστατικά και γ) ο αναιρεσείων δεν επεδίωξε τη διόρθωση, κατά το μέρος που ήταν δυνατή αυτή, των προσβαλλόμενων ως πλαστών πρακτικών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, με ορισμένη αίτηση διόρθωσης πρακτικών αλλά υπέβαλε την από 21-3-2018 εντελώς αόριστη αίτηση, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε συγκεκριμένες προς διόρθωση περικοπές ή ελλείψεις των πρακτικών αυτών.

Συνεπώς, είναι απορριπτέο το ως άνω αίτημα αναβολής της ενώπιον του Αρείου Πάγου διαδικασίας μέχρι περατώσεως της δίκης επί της πλαστογραφίας.

III. Όπως προαναφέρθηκε, κατά το άρθρο 141 παρ. 2 ΚΠΔ, ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ζητούν την καταχώριση κάθε δήλωσης όσων εξετάζονται ή εκείνων που μετέχουν στη δίκη, αν έχουν συμφέρον και δεν είναι αντίθετο στον νόμο και να παραδίδουν γραπτώς σ` αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση τις δηλώσεις τους, που αναπτύχθηκαν προφορικά.

Η απόφαση του δικαστηρίου που αρνείται ή περιορίζει την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, η οποία εκδίδεται μετά από προσφυγή κατά της άρνησης του διευθύνοντος τη συζήτηση, προσβάλλεται με τα ένδικα μέσα που επιτρέπονται κατά της οριστικής απόφασης και μόνο μαζί με αυτή. Από τις διατάξεις δε των άρθρων 140 εδ.γ και 141 παρ 3 ΚΠΔ προκύπτει, ότι τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν, μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρίζονται σ' αυτά ( ΑΠ 3/2017).

Η αποδεικτική ισχύς των πρακτικών αναφέρεται όχι μόνο στη συνδρομή των περιστατικών και διατυπώσεων που βεβαιώνονται αλλά και στη μη συνδρομή των περιστατικών και διατυπώσεων, τα οποία δεν βεβαιώνονται, όπως η μη προβολή αυτοτελών ισχυρισμών. Κατά του περιεχομένου των πρακτικών δεν χωρεί απλή ανταπόδειξη παρά μόνον προσβολή αυτών ως πλαστών(ΑΠ 21/2017).

Δηλώσεις ή αιτήσεις και αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου που δεν καταχωρίστηκαν στα πρακτικά, τα οποία δεν διορθώθηκαν ως προς αυτό ούτε προσβάλλονται ως πλαστά, θεωρούνται ότι δεν έγιναν. Στην προκείμενη περίπτωση, τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης δεν διορθώθηκαν ούτε κρίθηκαν οτι είναι πλαστά.

Συνεπώς, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όσα βεβαιώνονται σε αυτά, δηλώσεις δε, αιτήσεις και αυτοτελείς ισχυρισμοί που δεν έχουν καταχωρισθεί θεωρούνται ότι δεν έγιναν.

IV. i) Η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε ,υπό την προϋπόθεση ότι το αντίστοιχο αίτημα υποβάλλεται παραδεκτά και είναι ορισμένο (ΑΠ 404/2017) . ii) Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Α' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στη διαδικασία στο ακροατήριο (αρθρ. 171), κατά τη διάταξη δε του άρθρου 171 παρ.1 περ.

δ' του ΚΠΔ (όπως η περ. δ' αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ. 2 του Ν. 3904/2010) απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, προκαλείται: 1. αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν "α)...β)...γ)... δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα" (ΑΠ 64/2017).

Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 3 εδ. δ' της κυρωθείσας με το ν.53/1974 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου ( Ε.Σ.Δ.Α ) και 14 παρ.3 εδ. ε' του κυρωθέντος με το ν. 2462/1997 Διεθνούς Συμφώνου για την προστασία των Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων (Δ.Σ.Α.Π.Δ), ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα "να εξετάσει ή να ζητήσει την εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας και να εξασφαλίσει την παρουσία και την εξέταση των μαρτύρων υπεράσπισης με τους ίδιους όρους που ισχύουν για τους μάρτυρες κατηγορίας".

H διάταξη αυτή, σκοπός της οποίας είναι η εγγύηση της ισότητας των όπλων, δεν επιτάσσει την κλήση η την εξέταση όλων των μαρτύρων που ζητούνται από τον κατηγορούμενο. Έτσι, δεν αρκεί το γεγονός ότι ο τελευταίος δεν είχε τη δυνατότητα να εξετάσει ένα συγκεκριμένο μάρτυρα αλλά θα πρέπει η μαρτυρία αυτού να είναι σημαντική για την εξακρίβωση της αλήθειας, έτσι ώστε η μη εξέτασή του να θίγει τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου και τον εν γένει δίκαιο χαρακτήρα της δίκης.

iii) Εξάλλου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 359 ΚΠΔ, η αποχώρηση του μάρτυρα μετά την ολοκλήρωση της κατάθεσής του από το ακροατήριο και πριν από το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας, χωρίς την άδεια του δικαστηρίου και τη συναίνεση των διαδίκων, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` ΚΠΔ αναιρετικό λόγο, αν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του αντέλεξαν στην αποχώρηση αυτή, προβάλλοντας ότι είναι σημαντική για την εξακρίβωση της αλήθειας η συμπληρωματική εξέταση αυτού με την υποβολή ερωτήσεων. Η ίδια απόλυτη ακυρότητα επέρχεται, αν ο μάρτυρας αποχωρήσει από το ακροατήριο πριν από την ολοκλήρωση της κατάθεσής του, χωρίς την άδεια του δικαστηρίου και τη συναίνεση και του κατηγορουμένου, διότι έτσι αποστερείται ο τελευταίος του από τα άρθρα 357 παρ. 3 και 223 παρ.3 ΚΠΔ απορρέοντος δικαιώματός του να κάνει απευθείας ερωτήσεις στον μάρτυρα που είναι χρήσιμες για την εξακρίβωση της αλήθειας (ΑΠ 920/2013, ΑΠ 1728/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης (στ. α, δ ) ο αναιρεσείων προβάλλει την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι δεν του επετράπη να υποβάλει ερωτήσεις στη μάρτυρα κατηγορίας - πολιτικώς ενάγουσα, ότι χωρίς τη συναίνεσή του το δικαστήριο επέτρεψε την απομάκρυνση αυτής πριν την ολοκλήρωση της κατάθεσής της και τέλος ότι απέρριψε χωρίς εμπεριστατωμένη αιτιολογία το αίτημά του για επενεξέτασή της .

Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, αποδεικνύεται αφενός ότι ο κατηγορούμενος δεν στερήθηκε αλλά αντιθέτως έκανε χρήση του δικαιώματός του να υποβάλει και ο ίδιος ερωτήσεις προς τη μάρτυρα - πολιτικώς ενάγουσα Ε. Π. (σελ. 11-12 των πρακτικών της απόφασης) αφετέρου ότι αυτή αποχώρησε, όταν είχε πλέον ολοκληρωθεί η εξέτασή της (σελ. 14 των πρακτικών).

Το Δικαστήριο δε, με ειδικώς αιτιολογημένη παρεμπίπτουσα απορριπτική απόφασή του (σελ. 29), και χωρίς οι συνήγοροι υπεράσπισης να ζητήσουν εκ νέου το λόγο, έκρινε ότι δεν υπάρχει λόγος να κληθεί εκ νέου και επανεξετασθεί η εν λόγω μάρτυρας για να υποβληθούν σε αυτήν από τους συνηγόρους υπεράσπισης οι περιεχόμενες στο υποβληθέν εγγράφως σχετικό αίτημα ερωτήσεις, διότι οι ερωτήσεις αυτές είτε είχαν ήδη τεθεί σε αυτήν από το Δικαστήριο, την Εισαγγελέα, τους συνηγόρους υπεράσπισης και τον ίδιο κατηγορούμενο και είχαν ήδη απαντηθεί, είτε είχαν απαγορευθεί από το Δικαστήριο κατά την υποβολή τους ως μη σχετιζόμενες με την ουσία της υπόθεσης, είτε ήταν άσκοπες και δεν συνδέονταν με την εξεύρεση της αλήθειας.

Έτσι, δεν επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο ούτε πάσχει η ανωτέρω παρεμπίπτουσα απόφαση από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αβάσιμοι οι σχετικοί από το το άρθρο 510 παρ. 1 Α' και Δ' λόγοι αναίρεσης. V.

i) Mε τον πρώτο λόγο (υπό στ. β), ο αναιρεσείων προβάλλει την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και την έλλειψη ακρόασης, διότι, παρά την υποβολή σχετικού αιτήματός του, δεν τέθηκε υπόψη του το πρωτότυπο ιατρικού πιστοποιητικού που για πρώτη φορά εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο και επιδείχθηκε από το συνήγορο της πολιτικής αγωγής στους παράγοντες της δίκης πλην του κατηγορουμένου.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, στηριζόμενος και επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον το αναφερόμενο στα πρακτικά (σελ. 9) έγγραφο, όποιο και αν ήταν αυτό, επιδείχθηκε από το συνήγορο της πολιτικής αγωγής, χωρίς να γίνεται διάκριση ότι επιδείχθηκε σε ορισμένους μόνο, και επιπλέον από τα ίδια πρακτικά δεν προκύπτει ότι το επιδειχθέν έγγραφο ήταν το πρωτότυπο του ιατρικού πιστοποιητικού, την επίδειξη του οποίου ζήτησε ο κατηγορούμενος. ii) ο αναιρεσείων με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, τον τέταρτο συναφή πρόσθετο λόγο, ο οποίος κατά τα εκτιθέμενα προϋποθέτει τη βασιμότητα του πρώτου, και του λοιπούς συναφείς λόγους προβάλλει την αιτίαση περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας διότι το Δικαστήριο, κατά παράβαση του άρθρου 141 παρ. 2 ΚΠΔ, δεν καταχώρισε στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης δήλωσή του σχετική με την παράσταση της πολιτικής αγωγής καθώς και τις αναφερόμενες λοιπές δηλώσεις αυτού και των συνηγόρων του, λόγω δε της σιωπής του Διευθύνοντος τη συζήτηση και μη εκδήλωσης της πρόθεσής του να μην καταχωρισθούν αυτές οι δηλώσεις στα πρακτικά, στερήθηκε του δικαιώματός του να προσφύγει στο Δικαστήριο.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι από τα αποτελούντα πλήρη απόδειξη πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία δεν διορθώθηκαν και κρίθηκε από το παρόν Δικαστήριο ότι δεν είναι πλαστά, αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος δεν προέβη στην επικαλούμενη δήλωση αναφορικά με την παράσταση της πολιτικής αγωγής, σχετικά με την οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, ο Διευθύνων τη συζήτηση σιώπησε, ούτε ότι έχουν γίνει άλλες δηλώσεις πλην αυτών που καταγράφονται στα πρακτικά .

VΙ. Ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται για έλλειψη ακρόασης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης, κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Β` ΚΠΔ, όταν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν ρητώς παρεχόμενο από το νόμο δικαίωμα και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση.

Έτσι, επέρχεται έλλειψη ακρόασης, που στοιχειοθετεί τον άνω λόγο αναίρεσης, όταν ο εισαγγελέας, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του ζήτησαν να εξετάσουν κάποιον μάρτυρα και το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί για το σχετικό αίτημα ή αν ο διευθύνων τη συζήτηση πολυμελούς δικαστηρίου δεν δώσει το λόγο στο συνήγορο του κατηγορουμένου, για να υποβάλει ερωτήσεις στους μάρτυρες ή αν απαγορεύσει σ' αυτόν περαιτέρω ερωτήσεις ως άσκοπες ή άσχετες με το αποδεικτέο ζήτημα, εφόσον έγινε αμέσως προσφυγή προς το δικαστήριο για την άσκηση του σχετικού δικαιώματος και αυτό παρέλειψε να αποφανθεί για την προσφυγή ή την απέρριψε παρά τον νόμο (ΑΠ 453/2016) .

Για να επέλθει,όμως, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του άνω κώδικα, ακυρότητα της διαδικασίας, απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και επιπλέον,όπως προαναφέρθηκε, σε περίπτωση μη αποδοχής αυτού από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, άμεση προσφυγή του σε ολόκληρο το Δικαστήριο (κατά το άρθρο 335 παρ. 2 ΚΠΔ) και απόρριψη παρά το νόμο από αυτό της προσφυγής ή παράλειψή του να αποφανθεί (ΑΠ 138/2016, ΑΠ 451/2016 ) Η υποβολή δε του αιτήματος πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειάς τους, παρά μόνον προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 του ΚΠΔ (ΑΠ 519/2017, ΑΠ 44/2017 ) .

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο (στ . δ), το δεύτερο λόγο και τον τρίτο λόγο( στ. α), προβάλλει την πλημμέλεια ότι μολονότι ζήτησε από το Δικαστήριο την εξέταση ως μάρτυρα του Ν. Β., η ανάγκη εξέτασης του οποίου προέκυψε κατά τη διαδικασία μετά την επίδειξη από το συνήγορο πολιτικής αγωγής του από 15-1-2015 ιατρικού πιστοποιητικού, για να του υποβληθούν συγκεκριμένα ερωτήματα, το Δικαστήριο δεν απάντησε αλλά απέρριψε σιγή το αίτημά του, για το οποίο μάλιστα δεν έδωσε το λόγο στους συνηγόρους του να τοποθετηθούν.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφενός διότι το αίτημα αυτό, όπως υποβλήθηκε, ήταν αόριστο ως προς το εξεταστέο θέμα, αφού συνδέθηκε άμεσα με την επίδειξη από το συνήγορο της πολιτικής αγωγής του αναφερόμενου ιατρικού πιστοποιητικού, το οποίο όμως δεν προκύπτει, όπως προαναφέρθηκε, ότι είναι αυτό που επιδείχθηκε από το συνήγορο πολιτικής αγωγής, αφετέρου διότι από τα πρακτικά προκύπτει ότι δεν έλαβε χώρα προσφυγή στο Δικαστήριο .

Συνεπώς οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Α' και Β' προαναφερόμενοι λόγοι είναι απορριπτέοι . VΙI. Σύμφωνα με το άρθρο 366 παρ.1 εδ. β` του ΚΠΔ, κατά την απολογία του ο κατηγορούμενος πρέπει να μη διακόπτεται από το διευθύνοντα, εκτός αν επιμένει να απομακρύνεται από το θέμα. Σε αντίθετη περίπτωση έχει το δικαίωμα να προσφύγει για τη διακοπή, αμέσως, σε ολόκληρο το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 335 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, διότι το πιο πάνω άρθρο (366 παρ.1) περιέχει ειδικότερη ανάπτυξη των δικαιωμάτων του διευθύνοντος που προβλέπεται στο άρθρο 333 ΚΠΔ. Εάν δε το δικαστήριο παραλείψει να αποφανθεί για την προσφυγή, ή την απορρίψει παρά τον νόμο, τότε προκαλείται ακυρότητα για έλλειψη ακρόασης και θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β` του ΚΠΔ (ΑΠ 2293/2002).

Επομένως ο πρώτος λόγος (στ. ε)της αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο ο κατηγορούμενος κατά την απολογία του διακόπηκε κατ` επανάληψη από τον Πρόεδρο και προκλήθηκε έτσι ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, χωρίς όμως ο αναιρεσείων να επικαλείται ότι κατά των ανωτέρω διατάξεων του διευθύνοντος τη συζήτηση προσέφυγε αμέσως σε ολόκληρο το δικαστήριο και τούτο παρέλειψε να αποφανθεί επί των προσφυγών του αυτών κ.λ.π., πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, πρωτίστως ως απαράδεκτος.

VΙIΙ. Κατά το άρθρο 368 εδ. α του Κ.Π.Δ. "Αφού απολογηθεί ο κατηγορούμενος και εξεταστεί ο αστικώς υπεύθυνος, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση ρωτάει τον εισαγγελέα και τους διαδίκους, σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 333, αν έχουν ανάγκη από κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση. Κατόπιν κηρύσσει τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας".

Σε περίπτωση μη τήρησης της ως άνω διάταξης, που αποτελεί ειδικότερη ανάπτυξη των διαλαμβανόμενων στο άρθρο 333 του ίδιου κώδικα, δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 του ΚΠΔ, ιδρύουσα τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, διότι δεν απαγγέλλεται από τη διάταξη αυτή τέτοια ακυρότητα ούτε από την παράλειψή της παρακωλύεται η άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου, αφού αυτός έχει τη δυνατότητα να ζητήσει τυχόν συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση, αν το επιθυμεί, οπότε επέρχεται ακυρότητα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 170 παρ. 2 του ΚΠΔ μόνο αν το δικαστήριο αρνήθηκε την ικανοποίηση του σχετικού αιτήματος ή παρέλειψε να αποφανθεί γι' αυτό(ΑΠ 955/2016, ΑΠ 228/2016) Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας, που επήλθε από το γεγονός ότι ο διευθύνων τη συζήτηση μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας παρέλειψε να ρωτήσει τον κατηγορούμενο αν έχει ανάγκη από κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση κατά τη διάταξη του άρθρου 368 του ΚΠΔ, και επιπλέον μολονότι αυτός ζήτησε να προβεί σε διευκρινίσεις το Δικαστήριο αρνήθηκε να του το επιτρέψει..

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, αποδεικνύεται και ότι το Δικαστήριο ρώτησε τον κατηγορούμενο, μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, εάν έχει να προσθέσει ο,τιδήποτε και ότι ο κατηγορούμενος απάντησε αρνητικά (σελ. 92).Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Α και Β'λόγος είναι απορριπτέος.

ΙΧ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ` του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο κατ' άρθρο 358 ΚΠΔ (ΑΠ 473/2017). Ο δεύτερος πρόσθετος λόγος περί απόλυτης ακυρότητας (510 παρ. 1 Δ, 171 παρ. 1 περ. δ ΚΠΔ) λόγω του ότι το Δικαστήριο δεν ανέγνωσε τα αναγνωστέα έγγραφα, κατά το άρθρο 364 ΚΠΔ, και αρνήθηκε να επιτρέψει στον αναιρεσείοντα το σχολιασμό αυτών είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, αφού από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, το περιεχόμενο των οποίων δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, αποδεικνύεται ότι αναγνώσθηκαν όλα τα έγγραφα το δε Δικαστήριο δεν αρνήθηκε το σχολιασμό αυτών κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ .

Χ. Στο άρθρο 347 ΚΠΔ ορίζεται ότι: "1. Αν ο κατηγορούμενος δυσχεραίνει τη διεξαγωγή της δίκης, διαταράσσοντας με απρεπή συμπεριφορά την τάξη του δικαστηρίου ... το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την απομάκρυνσή του προσωρινά ή για όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο επιτρέπει στο συνήγορό του να παραστεί για εκείνον ως το τέλος της διαδικασίας στα κακουργήματα εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 344... 2. Το δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε να διατάξει την επάνοδο του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, οπότε ο γραμματέας του διαβάζει περιληπτικά τα όσα έγιναν κατά την απουσία του ...".

Ο έκτος πρόσθετος λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την απόλυτη ακυρότητα, διότι το Δικαστήριο, όταν αυτός επανήλθε στο ακροατήριο μετά την κατά το άρθρο 347 ΚΠΔ απομάκρυνσή του, απέρριψε και μάλιστα αναιτιολόγητα το αίτημά του για επίδειξη των αναγνωσθέντων, κατά τη διάρκεια της απομάκρυνσής του, εγγράφων, είναι αβάσιμος. Τούτο διότι αφενός το σχετικό αίτημα, όπως υποβλήθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ήταν αόριστο, αφού ο κατηγορούμενος δεν αιτιολόγησε για ποιό λόγο τα συγκεκριμένα έγγραφα που επιδείχθηκαν στους εκπροσωπούντες αυτόν συνηγόρους τους κατά τη διάρκεια της απομάκρυνσής του έπρεπε εκ νέου να επιδειχθούν σε αυτόν, αφετέρου η μόνη προβλεπόμενη υποχρέωση σε αυτό το στάδιο είναι η ανάγνωση από το γραμματέα περιληπτικά όσων έγιναν κατά τη διάρκεια της απουσίας του απομακρυνθέντος κατηγορουμένου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 347 παρ. 2 ΚΠΔ .

ΧΙ. i) Ο έβδομος πρόσθετος λόγος περί απόλυτης ακυρότητας, διότι δεν δόθηκε ο λόγος για το θέμα της αντίρρησης στην ανάγνωση εγγράφων και στον έτερο συνήγορό του, είναι αβάσιμος, διότι δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι δεν δόθηκε ο λόγος στο συγκεκριμένο κατονομαζόμενο συνήγορο, ούτε ότι ζητήθηκε ο λόγος από αυτόν και απορρίφθηκε το αίτημα του, ούτε ότι έγινε προσφυγή στο Δικαστήριο. ii) ο όγδοος πρόσθετος λόγος περί απόλυτης ακυρότητας είναι αβάσιμος, αφού στηρίζεται σε περιστατικά και στοιχεία που δεν προκύπτουν από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα από τα πρακτικά που φέρεται ότι ηχογράφησε ο ίδιος. iii) ο ένατος πρόσθετος λόγος περί απόλυτης ακυρότητας διότι μολονότι έγινε δεκτό από το Δικαστήριο το αίτημα του αναιρεσείοντα να μην αναγνωσθούν ορισμένα έγγραφα, αυτά αναγνώσθηκαν μέσω των πρακτικών της πρωτοβάθμιας απόφασης, είναι αβάσιμος, αφού από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ρητώς κρίθηκαν ως μη αναγνωστέα τα αναφερόμενα έγγραφα.

XIΙ. Κατά το άρθρο 364 παρ.1 ΚΠΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στην κατ` έφεση δίκη, σύμφωνα με το άρθρ. 502 παρ.1 εδ. γ` του αυτού Κώδικα, "στο ακροατήριο διαβάζονται... και τα υπόλοιπα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους" (ΑΠ 149/2014 ΑΠ 1408/2013 ) . Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, η ανάγνωση στο ακροατήριο από το δικαστήριο οποιουδήποτε εγγράφου που συμπεριλαμβάνεται στη δικογραφία, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατά πρόταση του Εισαγγελέα και αν αυτό δεν αναφέρεται στο κατηγορητήριο, χωρίς να αμφισβητηθεί η γνησιότητά του και χωρίς να εναντιωθεί ο κατηγορούμενος στην ανάγνωσή του, δεν επιφέρει ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας ούτε ιδρύει λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠΔ (ΑΠ 394/2016, ΑΠ 1005 /2013 ,ΑΠ 1049/2013, ΑΠ 928/2015).

Για να επέλθει ακυρότητα από την ανάγνωση εγγράφου, πρέπει να υποβλήθηκε αντίρρηση, την οποία είτε αρνήθηκε να ακούσει το δικαστήριο είτε την απέρριψε παρά το βάσιμο αυτής (ΑΠ 184/2013, ΑΠ 909/2007).

Συνεπώς ο τρίτος (υπό στ.δ )λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως προς όλες τις επιμέρους αιτιάσεις περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας και έλλειψης ειδικής αιτιολογίας της παρεμπίπτουσας απορριπτικής απόφασης, διότι από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης αποδεικνύεται ότι οι αντιρρήσεις κατά της ανάγνωσης των εγγράφων προβλήθηκαν όταν ήδη είχε ολοκληρωθεί η ανάγνωσή τους, χωρίς καμμία εναντίωση, και είχε μάλιστα προχωρήσει η κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης. Όσα εκθέτει ο αναιρεσείων ότι από την αρχή της δίκης είχε προβάλλει αντιρρήσεις στην ανάγνωση των εγγράφων είναι αβάσιμα, αφού από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει κάτι τέτοιο .

Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον μη προβληθέντα νομότυπα αυτό ισχυρισμό αυτό. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθούν όλοι οι παραπάνω από το άρθρο 510 παρ. 1 Α', Β', Δ' λόγοι καθώς όλοι οι λοιποί λόγοι και όσοι περιέχουν συναφείς με αυτούς αιτιάσεις .

Χ ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 232Α ΠΚ "όποιος με πρόθεση δεν συμμορφώθηκε με προσωρινή διαταγή δικαστή ή δικαστηρίου ή σε διάταξη δικαστικής αποφάσεως, με την οποία υποχρεώθηκε σε παράλειψη ή σε ανοχή ή σε πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρηση της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του .... τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη πράξη" . . Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την αντικειμενική θεμελίωση του εγκλήματος τούτου, το οποίο είναι γνήσιο έγκλημα παραλείψεως, απαιτείται αντικειμενικώς μη συμμόρφωση, μεταξύ άλλων, σε διάταξη δικαστικής απόφασης, με την οποία ο δράστης υποχρεώθηκε σε πράξη, που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρηση της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή του, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση και στη θέληση παραβίασης της διάταξης της απόφασης . Εξ άλλου, κατά το άρθρο 682 παρ. 1 του ΚΠΔ "κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 683 έως 703 τα δικαστήρια, σε επείγουσες περιπτώσεις ή για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος, μπορούν να διατάζουν ασφαλιστικά μέτρα για την εξασφάλιση ή διατήρηση ενός δικαιώματος ή τη ρύθμιση μιας κατάστασης και να μεταρρυθμίζουν ή να τα ανακαλούν ....".

Χ ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 εδαφ. α, β του ΠΚ, ορίζεται ότι "όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Αν η κάκωση ή η βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι όλως ελαφρά τιμωρείται με κράτηση έως έξι (6) μήνες ή με πρόστιμο έως 3.000 ευρώ.'' Το έγκλημα της απλής σωματικής βλάβης διαβαθμίζεται κατά το άρθρο 308 ΠΚ, αναλόγως της σπουδαιότητας αυτής ως απλής ή όλως ελαφρά, η οποία χωρίς να είναι εντελώς επουσιώδης, έχει επιπόλαιες συνέπειες.

Σωματική κάκωση είναι κάθε εξωτερική επενέργεια επί του σώματος, όπως τραύματα, εκδορές, οιδήματα, παραμορφώσεις κλπ, ενώ βλάβη της υγείας είναι κάθε διατάραξη των εσωτερικών λειτουργιών, η κάκωση δε μπορεί να είναι συγχρόνως και βλάβη της υγείας, αλλά η βλάβη της υγείας μπορεί να επέλθει και χωρίς κάκωση, καθώς, επίσης, μπορεί η καθεμία να επέλθει χωριστά ή να είναι η μία συνέπεια της άλλης και δε δημιουργείται αντίφαση από τη σωρευτική παραδοχή σωματικής κάκωσης και βλάβης της υγείας του παθόντος ταυτόχρονα.

Η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, προκειμένου να συναγάγει τι δέχθηκε τούτο, δεν αρκείται στις αφηρημένες εκφράσεις της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά εκτιμά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εκείνο δέχθηκε, προκειμένου να αποφανθεί σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για το είδος της σωματικής βλάβης που προξενήθηκε (ΑΠ 729/2015 ) .Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου επί απλής σωματικής βλάβης, ότι κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, πρόκειται για όλως ελαφρά σωματική βλάβη (άρθρο 308 παρ.1 εδάφ.

β του ΠΚ), δεν είναι αυτοτελής αλλά αρνητικός. Όλως ελαφρές σωματικές βλάβες είναι οι εκχυμώσεις, θλάσεις, εκδορές, ερυθρότητα, ζάλη, κεφαλαλγία, εγκεφαλική διάσειση (ΑΠ 810/2015, ΑΠ 1649/2016, ΑΠ 1095/2015, ΑΠ 729/2015 ) . XV. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της (ΑΠ 8/2017, ΑΠ 226/16).

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ'αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή που προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός εάν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), όπως π.χ στην ψευδορκία, ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού περαιτέρω (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) (ΑΠ 66/2017) οπότε η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως (ΑΠ 290/2016).

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να προκύπτει ότι το δικαστήριο,για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι ορισμένα μόνον κατ` επιλογήν. Αρκεί δε ο κατ' είδος προσδιορισμός τους γενικώς, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία τι προέκυψε χωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποιό συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.

Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. (ΑΠ 74/2016, ΑΠ 43/2016).

XVI. Λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟΛΑΠ 2/2011, ΑΠ 75/2016) .

XVII. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ' είδος, αποδείχθηκαν τα εξής : "Η πολιτικώς ενάγουσα επαγγέλλεται ιατρός δερματολόγος και κατά το έτος 2005 γνώρισε τον κατηγορούμενο στο νοσοκομείο "...", όπου και εκείνος παρακολουθούσε την ίδια ειδικότητα.

Ο κατηγορούμενος επεδίωξε να συνδεθεί ερωτικώς με την πολιτικώς ενάγουσα η οποία όμως αρνήθηκε, έκτοτε δε ο κατηγορούμενος ενοχλημένος από τη μη ανταπόκριση της παθούσας στις προσκλήσεις του για τη σύσφιξη των σχέσεων τους, άρχισε να την παρενοχλεί αδιαλείπτως και με διάφορους τρόπους, οι δε παρενοχλήσεις αυτές εντάθηκαν περί τις αρχές του έτους 2007.

Συνήθως παρακολουθούσε την πορεία του οχήματος της στο δρόμο, προσέγγιζε και παρακολουθούσε την οικία της, απέστειλε γραπτά μηνύματα στο κινητό της τηλέφωνο. Τα ανωτέρω φόβιζαν την πολιτικώς ενάγουσα τόσο ώστε υπέβαλε η ίδια την από 14.03.2007 αίτηση της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, περί λήψης ασφαλιστικών μέτρων εναντίον του κατηγορουμένου για την προστασία της προσωπικότητας της.

Επί της αιτήσεως αυτής που συζητήθηκε ερήμην του κατηγορουμένου στις 17.04.2007, εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 5.154/2007 απόφαση του άνω δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας απαγορεύτηκε στον νυν κατηγορούμενο να προσεγγίζει την ήδη εγκαλούσα Ε. Π. σε απόσταση μικρότερη των εκατό [100] μέτρων στην οικία της επί της οδού ... στο Γαλάτσι Αττικής, όπου η ίδια διέμενε μαζί με τους ηλικιωμένους γονείς της.

Η απόφαση αυτή επιδόθηκε με επιταγή προς εκτέλεση στην κατοικία του κατηγορουμένου επί της οδού ... στο Δ. Αμαρουσίου Αττικής στις 3.7.2007 με θυροκόλληση, παρουσία του μάρτυρα Γ. Κ., επειδή απουσίαζε ο προς ον η επίδοση κατηγορούμενος όπως και άλλος τυχόν σύνοικος, επίδοση που πραγματοποίησε ο δικαστικός επιμελητής στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ.

Λ. (βλ. την υπ'αριθ. ...7.2007 έκθεση επιδόσεως του αυτού δικαστικού επιμελητή). Επίσης η επίδοση αυτή ολοκληρώθηκε κατ' αρθρ. 128 § 1 Κ.Πολ.Δ. με παράδοση απλού αντιγράφου του θυροκολληθέντος εγγράφου στον αξιωματικό υπηρεσίας του Α.Τ. Αμαρουσίου όπως εμφαίνεται από τη με ημερομηνία 03.07.2007 συνταχθείσα προς τούτο έκθεση, συνημμένη όπισθεν της προαναφερομένης έκθεσης επιδόσεως, η οποία περιέχει όλα τα κατά το νόμο απαιτούμενα στοιχεία για την πληρότητα της.

Επίσης ο ως άνω δικαστικός επιμελητής προέβη αυθημερόν σε ταχυδρόμηση της με ίδια ημερομηνία έγγραφης ειδοποίησης του δικαστικού επιμελητή Δ. Λ. προς τον κατηγορούμενο περί της ύπαρξης και των περιγραφικών στοιχείων του προς επίδοση εγγράφου, όπως εμφαίνεται από την έκθεση που συντάχθηκε με την παράδοση της ειδοποίησης στον ταχυδρομικό πράκτορα του Ταχυδρομικού Πρακτορείου Ομονοίας.

Ο κατηγορούμενος αμφισβητεί την επίδοση επιταγής προς εκτέλεση, για την οποία ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έλαβε γνώση και συνεπώς υπάρχουν υπόνοιες πλαστότητας και για αυτή, πλην όμως ακόμη και η προσκομισθείσα από τον ίδιο δικαστικό επιμελητή από 31.1.2018 χειρόγραφη βεβαίωση περί επίδοσης δια θυροκολλήσεως της προαναφερόμενης απόφασης ασφαλιστικών μέτρων δεν αναιρεί τα ανωτέρω κατά περιεχόμενο, πέραν του γεγονότος ότι ουδέν έννομο συμφέρον έχει ο επιμελητής να προβεί σε ελλιπείς ενέργειες, οι δε συνταχθείσες εκθέσεις μετά τη θυροκόλληση φέρουν άπασες την υπογραφή του ιδίου επιμελητή, τις υπογραφές των προσώπων που παραδόθηκαν τα αντίγραφα της απόφασης και της ειδοποίησης κατ' άρθρο 128 § 4 ΚΠολΔ., όπως και όλα τα αναγκαία για την πληρότητα τους στοιχεία.

Σημειωτέον δε ότι η (συν)επιδοθείσα επιταγή φέρει ίχνη τόσο της στρογγυλής σφραγίδας της υπηρεσίας όσο και την προσωπική σφραγίδα του επιδόσαντος ως άνω δικαστικού επιμελητή στο σημείο συρραφής της με τα λοιπά έγγραφα της επιδόσεως και συνεπώς είναι σύγχρονη της εκθέσεως επιδόσεως και επιδόθηκε μετά της υπ' αριθμ. 5154/2007 αποφάσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών.

Συνεπώς, η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση να μην προσεγγίζει την πολιτικώς ενάγουσα, κατά τα ειδικότερα στην απόφαση εκείνη, έλαβε χώρα και ήταν σύννομη. Ωστόσο αν και ο κατηγορούμενος γνώριζε την απόφαση αυτή, στις 10.03.2010, ενώ η πολιτικώς ενάγουσα επέστρεφε στο σπίτι της τα ξημερώματα, περί ώρα 2.30 - 3.00, και τη στιγμή που βρισκόταν στην είσοδο της πολυκατοικίας επί της παραπάνω οδού, ο κατηγορούμενος, εμφανίστηκε αιφνιδίως ενώπιον της και άρχισε να της καταφέρει χτυπήματα με τις γροθιές του στο πρόσωπο και το κεφάλι, προκαλώντας θλαστικό τραύμα στην μετωπιαία χώρα, πολλαπλές εκχυμώσεις κατά το πρόσωπο [μετωπιαία χώρα-υποκόγχιες χώρες-κάτω χείλος στόματος-ράχη ρινός], θλαστικό τραύμα κατά την μετωπιαία χώρα και οίδημα τριχωτού της κεφαλής δεξιά βρεγματικά.

Η παθούσα άρχισε να φωνάζει για βοήθεια, οπότε ο κατηγορούμενος απομακρύνθηκε βιαστικά. Το συμβάν έληξε εκεί. Η πολιτικώς ενάγουσα είναι κατηγορηματική ως προς την ταυτότητα του δράστη της επίθεσης την οποία αναγνωρίζει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, περιγράφοντας με ακρίβεια και λεπτομέρειες τις συνθήκες του συμβάντος, εξεταζόμενη στο ακροατήριο.

Ο σύνοικος πατέρας της, που δεν άκουσε μεν τις φωνές της πλην όμως όταν η παθούσα ξέφυγε από τα κτυπήματα και ανέβηκε στην κατοικία για να ζητήσει βοήθεια, ήταν ο πρώτος που την αντίκρισε χτυπημένη και φρόντισε για τη μεταφορά της στα νοσοκομεία Σωτηρία και ΚΑΤ. Ο κατηγορούμενος αρνείται και σήμερα την κατηγορία, υποστηρίζοντας ότι τη συγκεκριμένη ημέρα βρισκόταν στο Γύθειο Λακωνίας για προσωπικές του υποθέσεις στην Εισαγγελία Γυθείου και σε διάφορες άλλες δημόσιες υπηρεσίες, πλην όμως η απόσταση Γυθείου - Αθηνών δεν είναι απαγορευτική για αυθημερόν επιστροφή λαμβανομένου υπόψιν ότι το συμβάν έλαβε χώρα τις μεταμεσονύκτιες ώρες.

Περαιτέρω, η υποβληθείσα από τον κατηγορούμενο ένσταση πλαστότητας των ιατρικών πιστοποιητικών - βεβαιώσεων που περιγράφουν την ιατρική παρακολούθηση και εξέλιξη των κακώσεων που υπέστη η παθούσα και συγκεκριμένα (Ι.) του υπ' αριθμ. πρωτ. .../17.9.2010 πιστοποιητικού του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "Η ΣΩΤΗΡΙΑ"/Τμήμα Κίνησης Ασθενών, στο οποίο αναφέρεται ότι η παθούσα προσήλθε στα ΤΕΠ του νοσοκομείου της 10.3.2010 και περί ώρα 4.40, φέροντας εκχύμωση, θλαστικό τραύμα και οίδημα στη μετωπιαία χώρα, εκχύμωση και οίδημα στη δεξιά κροταφική χώρα καθώς και κάκωση ρινός υπογράφεται δε από τον Διευθυντή της Γενικής Χειρουργικής Κλινικής του νοσοκομείου Π.

Κ., (II.) του από 14.12.2015 εγγράφου καταγραφής ακτινολογικών ευρημάτων του Ιατρού Ακτινολόγου Ι. Α., με αναφερόμενο διαγνωσθέν κάταγμα ρινικού ιστού και λήψη της ακτινογραφίας την 10.3.2010 και ώρα 3.55, όπως και (III.) της από 10.03.2010 ιατρικής - βεβαίωσης - γνωμάτευσης Γενικού Νοσοκομείου Αττικής "ΚΑΤ", ελέγχεται απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, τα δε ως άνω έγγραφα κρίνονται γνήσια, δεδομένου ότι παρά τις όποιες αταξίες φέρουν αυτές ως προς την ώρα λήψης της ακτινογραφίας (3.55) και προσέλευσης της ασθενούς στο νοσοκομείο και γνωμάτευσης ως προς την κατάσταση της σωματικής της ακεραιότητας (4. 40), δεν επαρκούν για τη δημιουργία αμφιβολιών και υπονοιών πλαστότητας των άνω πιστοποιητικών, διότι οι τυχόν ανακρίβειες δεν αποκλείεται να οφείλονται σε παραδρομή ή σε αλλαγή ωραρίου εργασίας των απασχολούμενων ιατρών ή αφού η εν λόγω φερόμενη χρονική ανακολουθία των ιστορικών γεγονότων (λήψης ακτινογραφίας - γνωμάτευση) μπορεί να οφείλεται είτε σε διαφορετική χρονική ακολουθία έκδοσης των σχετικών βεβαιώσεων, ουδόλως όμως στην επικαλούμενη πλαστότητα διότι σε μία τέτοια περίπτωση ο "πλαστογράφος" προδήλως θα φρόντιζε να μην πάσχει το επίμαχο έγγραφο από ανακολουθίες.

Ως εκ τούτου αφού φέρουν αυθεντικές σφραγίδες και υπογραφές των βεβαιωσάντων ιατρών και συνάδουν μεταξύ τους κατά περιεχόμενο, ως προς το είδος των κακώσεων που διαγνώστηκε να φέρει η πολιτικώς ενάγουσα από τα χτυπήματα που της κατέφερε ο κατηγορούμενος αποτελούν ασφαλώς έγγραφα με πλήρη αποδεικτική ισχύ που ενισχύεται κυρίως από την από 10.3.2010 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Ν.

Κ. που προέβη σε εξέταση της παθούσας κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του ΑΤ Γαλατσίου και βεβαίωσε λεπτομερώς την ύπαρξη των κακώσεων που περιγράφονται ανωτέρω. Εξάλλου για τον αυτό λόγο δεν μπορεί να γίνει λόγος έστω για διανοητική πλαστογραφία και ψευδή βεβαίωση κατ' αρθρ. 242 § 1 Π.Κ. Ως εκ τούτου θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδόμενων πράξεων απορριπτόμενου του επικουρικού ισχυρισμού του κατηγορουμένου ότι η δεύτερη πράξη της απλής σωματικής βλάβης πρόκειται για όλως ελαφρά ή ακόμη και ασήμαντη σωματική βλάβη, διότι οι ανωτέρω περιγραφόμενες κακώσεις, αντικειμενικά κρινόμενες, μεταξύ των οποίων και κάταγμα ρινός, δε δύνανται να κριθούν ως ελαφρές πολλώ δε μάλλον ως ασήμαντες, αφού για την αποκατάσταση των τραυμάτων απαιτήθηκε ειδική αγωγή και αρκετές ημέρες αποθεραπείας.".

Στη συνέχεια κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "(Α.) Στην Αθήνα στις 10.03.2010 με πρόθεση δεν συμμορφώθηκε σε διάταξη δικαστικής αποφάσεως, με την οποία υποχρεωνόταν σε πράξη, που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρηση της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του. Συγκεκριμένα, ενώ δυνάμει της υπ' αριθμ. 5154/07 Απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Ασφαλιστικά μέτρα) απαγορεύτηκε να προσεγγίζει την ήδη εγκαλούσα Ε.

Π. του Ι. σε απόσταση μικρότερη των εκατό (100) μέτρων στην οικία της επί της οδού ...- Αττικής, ο κατηγορούμενος την πλησίασε, της επιτέθηκε στην άνω διεύθυνση και την χτύπησε με γροθιές. (Β) Στην Αθήνα στις 10.03.2010 με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση και ειδικότερα επιτέθηκε στην υπό Α) παθούσα και την γρονθοκόπησε στο πρόσωπο και το κεφάλι και της προκάλεσε steri-strips κατά τη μετωπιαία χώρα, πολλαπλές εκχυμώσεις κατά το πρόσωπο (μετωπιαία χώρα - υποκόγχιες χώρες -κάτω χείλος στόματος - ράχη ρινός) θλαστικό τραύμα κατά τη μετωπιαία χώρα και οίδημα τριχωτού κεφαλής δεξιά βρεγματικά".

XVIII. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, αναφορικά με την πρώτη πράξη, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των στοιχείων που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρθρου 232Α ΠΚ, για το οποίο καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ. 1, 232Α παρ.1, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και έτσι δεν στέρησε αυτήν νόμιμης βάσης .

Οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντα είναι αβάσιμες, καθόσον : Α) Αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ηθελημένη μη συμμόρφωση του κατηγορουμένου στις διατάξεις της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων, το περιεχόμενο της οποίας γνώριζε, καθώς και ότι έλαβε χώρα επίδοση σχετικής επιταγής σε αυτόν.

Β) Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα κατ' επιλογή και με βάση αυτά τα αποδεικτικά μέσα, και όχι υποθετικά, οδηγήθηκε στην κρίση του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, αιτιολογώντας όλες τις επιμέρους παραδοχές του, μεταξύ των οποίων ότι ο κατηγορούμενος τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα δεν βρισκόταν στο Γύθειο, όπως ισχυρίσθηκε, αλλά είναι αυτός που βρέθηκε έξω από την οικία της πολιτικώς ενάγουσας, παραβιάζοντας την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, και της επιτέθηκε.

Γ) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία έκρινε ότι τα αναφερόμενα ιατρικά πιστοποιητικά, που φέρουν αυθεντικές σφραγίδες και υπογραφές, καθώς και η επιδοθείσα επιταγή προς εκτέλεση, είναι γνήσια και απέρριψε τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί πλαστότητας αυτών . Η παράθεση στην προσβαλλόμενη επιχειρημάτων, προς αντίκρουση των παραπάνω σχετικών αρνητικών και αυτοτελών ισχυρισμών, δεν αναιρεί τις θετικές παραδοχές της απόφασης περί του ότι ο κατηγορούμενος είναι ο δράστης της αξιόποινης πράξης του άρθρου 232Α ΠΚ και ότι τα αναφερόμενα έγγραφα είναι γνήσια ούτε δημιουργείται αμφιβολία και ασάφεια περί τούτων από τις σχετικές πλεοναστικές σκέψεις, οι οποίες δεν θίγουν την πληρότητα της αιτιολογίας που στηρίζεται αυτοτελώς και αποτελεσματικά στις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές (ΑΠ 863/2016).

Οι λοιπές αιτιάσεις είναι απορριπτέες, καθόσον πλήττουν απαραδέκτως την 'αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατόπιν τούτων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έρευνας ως προς την άνω πράξη του άρθρου 232Α ΠΚ, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί .

ΧIX. Ως προς τη δεύτερη πράξη της σωματικής βλάβης, υπάρχουν ασάφειες και αντιφάσεις στην απόφαση που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο . Ειδικότερα, στο σκεπτικό αναφέρεται αρχικά ότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε στην πολιτικώς ενάγουσα "θλαστικό τραύμα στην μετωπιαία χώρα, πολλαπλές εκχυμώσεις κατά το πρόσωπο [μετωπιαία χώρα-υποκόγχιες χώρες-κάτω χείλος στόματος-ράχη ρινός], θλαστικό τραύμα κατά την μετωπιαία χώρα και οίδημα τριχωτού της κεφαλής δεξιά βρεγματικά", στο τέλος ότι "... οι ανωτέρω περιγραφόμενες κακώσεις, αντικειμενικά κρινόμενες, μεταξύ των οποίων και κάταγμα ρινός, ..", στο δε διατακτικό ότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε στην πολιτικώς ενάγουσα "steri-strips κατά τη μετωπιαία χώρα, πολλαπλές εκχυμώσεις κατά το πρόσωπο (μετωπιαία χώρα - υποκόγχιες χώρες -κάτω χείλος στόματος - ράχη ρινός) θλαστικό τραύμα κατά τη μετωπιαία χώρα και οίδημα τριχωτού κεφαλής δεξιά βρεγματικά", δηλ. δεν αναφέρεται κάταγμα ρινός . Έτσι όμως, με τις ως άνω αντιφατικές αιτιολογίες και παραδοχές, κατέστη ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για το είδος της προξενηθείσας σωματικής βλάβης ως απλής ή όλως ελαφράς και της ορθής ή μη εφαρμογής της οικείας διάταξης του άρθρου 308 παρ. 1 ΠΚ, αφού οι λοιπές σωματικές κακώσεις πλην του κατάγματος ρινός συνιστούν όλως ελαφρά σωματική βλάβη .

Συνεπώς, είναι βάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 Δ και Ε ΚΠΔ λόγος της υπό κρίση αίτησης XX. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 ΠΚ, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, η δε προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως, όμως, όχι πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 370 στοιχ. β' και 511 εδ. α' και γ' ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Αρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής και μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης ή την άσκηση της αναίρεσης, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 εδ. β` του ΚΠΔ. ( ΑΠ 883/2017, ΑΠ 1378/2016, ΑΠ 1136/2016, ΑΠ 11/2016 ), εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή, ο αναιρεσείων εμφανίστηκε και κριθεί και ένας βάσιμος λόγος αναίρεσης, από αυτούς που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα, σε βαθμό πλημμελήματος, αξιόποινη πράξη της απλής σωματικής βλάβης φέρεται ότι τελέσθηκε στις 10-3-2010 και συνεπώς έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο λόγω παραγραφής, καθόσον συμπληρώθηκε οκταετία από τον χρόνο τέλεσής της μέχρι τη συζήτηση της παρούσας (11-5-2018) . Επομένως, με βάση τα προεκτεθέντα, ενόψει του ότι η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ο αναιρεσείων εμφανίστηκε στην παρούσα δίκη και κρίνεται βάσιμος ο αναφερόμενος στην προηγούμενη παράγραφο αναιρετικός λόγος, συντρέχει λόγος να παύσει οριστικά η εις βάρος του ασκηθείσα ποινική δίωξη για το εν λόγω πλημμέλημα, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. (ΑΠ 914/2015).

Κατόπιν τούτων, κατά παραδοχή των άνω από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχεία Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγων της υπό κρίση αίτησης, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα : Α) κατά το μέρος που κήρυξε ένοχο τον κατ/νο για τη 2η πράξη, για την οποία πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής και Β) κατά τις διατάξεις που αφορούν αφενός στην επιβληθείσα για την παραγραφείσα αυτή πράξη (308 ΠΚ) συντρέχουσα ποινή των 5 μηνών αφετέρου στον καθορισμό της συνολικής ποινής (94 ΠΚ), κατά το μέρος που επαυξήθηκε κατά 2 μήνες η επιβληθείσα για τη συρρέουσα αξιόποινη πράξη του άρθρου 232 Α ΠΚ ποινή φυλάκισης των 10 μηνών, οι οποίες διατάξεις πρέπει να απαλειφθούν, οπότε, μετά την απάλειψη, παραμένει μόνο η επιβληθείσα για την πράξη του άρθρου 232 Α ΠΚ ποινή.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αρ. υπ' αρ. 110ΖΤ /2018, 232ΖΤ/2018, 539ΖΤ/2018, 878ΖΤ/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και δη : α) κατά το μέρος που κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο για την (δεύτερη) πράξη της απλής σωματικής βλάβης και β) κατά τις διατάξεις που αφορούν αφενός στην επιβληθείσα για την πράξη αυτή ποινή φυλάκισης των 5 μηνών αφετέρου στον καθορισμό της συνολικής ποινής, κατά το μέρος που επαυξήθηκε κατά 2 μήνες η επιβληθείσα για τη συρρέουσα αξιόποινη πράξη του άρθρου 232Α ΠΚ ποινή φυλάκισης των 10 μηνών.

Παύει οριστικά λόγω παραγραφής την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος Ι. Θ. του Κ. για την πράξη της απλής σωματικής βλάβης και δη του ότι "(Β) Στην Αθήνα στις 10.03.2010 με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση και ειδικότερα επιτέθηκε στην υπό Α παθούσα (σσ Ε. Π. του Ι. ) και την γρονθοκόπησε στο πρόσωπο και το κεφάλι και της προκάλεσε steri-strips κατά τη μετωπιαία χώρα, πολλαπλές εκχυμώσεις κατά το πρόσωπο (μετωπιαία χώρα - υποκόγχιες χώρες -κάτω χείλος στόματος - ράχη ρινός) θλαστικό τραύμα κατά τη μετωπιαία χώρα και οίδημα τριχωτού κεφαλής δεξιά βρεγματικά".

Απαλείφει από την άνω απόφαση τις διατάξεις που αφορούν αφενός στην επιβληθείσα για την άνω πράξη της απλής σωματικής βλάβης ποινή φυλάκισης των πέντε μηνών αφετέρου στον καθορισμό της συνολικής ποινής, κατά το μέρος που επαυξήθηκε κατά δύο μήνες η επιβληθείσα για τη συρρέουσα αξιόποινη πράξη του άρθρου 232Α ΠΚ ποινή φυλάκισης των 10 μηνών.

Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την υπ' αρ. πρωτ. ...2018 αίτηση-δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της ως άνω απόφασης καθώς και και τους πρόσθετους λόγους.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Νοεμβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ