Supreme Court dismisses appeal on ownership by prescription of a basement room in a shared building.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal against the First Instance Court's decision dismissing a claim for ownership by prescription. The appellants argued they acquired ownership of a basement room through long-term possession, while the appellee contended the space remained part of the original property. The court ruled that ownership by prescription cannot be established for a portion of a building unless horizontal co-ownership already exists, which was not proven here.
Legislator headnote
AI generatedArticles 953, 954, 1002, 1117 of the Civil Code; Articles 1 and 2 of Law 1024/1971; Article 560(1) of the Code of Civil Procedure: Ownership by prescription cannot be acquired for a specific part of a building, such as a floor or room, unless horizontal co-ownership is already established.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2171 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2171/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Β. του Δ., χήρας Σ. Β., το γένος Δ. Τ., κατοίκου ..., 2) Ι. Β. του Σ., κατοίκου ..., 3) Ε. Β. του Σ., κατοίκου ..., 4) Α. Β. του Κ., χήρας Γ. Β., το γένος Κ. Μ., και 5) Δ. Β. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σαράντη Ορφανουδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Ο. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κουτσαγγέλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/10/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πενταλόφου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 46/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29/5/2013 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 22/9/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 953, 954, 1002 και 1117 του ΑΚ, 1 και 14 του Ν 3741/1929 "περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 54 του ΕισΝΑΚ, και 1 και 2 του Ν.Δ, 1024/1971 "περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρόμενων επί ενιαίου οικοπέδου" προκύπτει ότι, εκτός από τις περιπτώσεις σύστασης οροφοκτησίας με βάση τη διάταξη του άρθρου 480Α του ΚΠολΔ ή τις διατάξεις των άρθρων 1 και 6 του Ν. 1562/1985 χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή σε διαμέρισμα ορόφου μπορεί να συσταθεί μόνο με δικαιοπραξία του κυρίου ή των συγκυρίων του όλου ακινήτου, δηλαδή είτε με σύμβαση μεταξύ των συγκυρίων του όλου ακινήτου είτε με διάταξη τελευταίας βούλησης όχι όμως και με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, η οποία είναι δυνατή μόνο επί συνεστημένης ήδη χωριστής κυριότητας ορόφου ή διαμερίσματος.
Η σύσταση εξάλλου της οροφοκτησίας περιβάλλεται τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και της μεταγραφής. Επομένως, δεν μπορεί να αποκτηθεί κυριότητα με χρησικτησία, τακτική ή έκτακτη, σε τμήμα, όροφο ή δωμάτιο του όλου ακινήτου, ακόμη και αν το τμήμα αυτό είναι αυτοτελές και προορισμένο για αυτοτελή χρήση και εκμετάλλευση, εφόσον το εν λόγω τμήμα δεν αποτελεί συνεστημένη ήδη οριζόντια.
Από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε τα εξής: Οι εφεσίβλητοι είναι συγκύριοι (κατά ποσοστά 2/16 εξ αδιαιρέτου η πρώτη από αυτούς, 3/16 ο δεύτερος, 3/16 η τρίτη, 2/16 η τέταρτη και 6/16 η πέμπτη) ενός οικοπέδου εμβαδού 250 περίπου τ.μ., που βρίσκεται εντός οικισμού Διλόφου Κοζάνης (υπαγόμενου στην άλλοτε Κοινότητα Πενταλόφου) και συγκεκριμένα στη θέση "Π.
Μ.". Το οικόπεδο αυτό συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Ζ., νότια με κοινοτικό δρόμο, ανατολικά με κοινοτικό δρόμοι και δυτικά με ιδιοκτησία του εκκαλούντος. Εντός του οικοπέδου αυτού έχει ανεγερθεί περί το έτος 1880 μονοκατοικία αποτελούμενη από υπόγειο εμβαδού 39,73 τ.μ., ισόγειο εμβαδού 62 περίπου τ.μ. και έναν όροφο εμβαδού 70 περίπου τ.μ. (μαζί με τον χώρο του κλιμακοστασίου).
Το ως άνω ακίνητο ανήκε αρχικά στον Ι. και Δ. Β. (που απεβίωσαν τα έτη 1937 και 1945 αντίστοιχα), οι οποίοι πριν το θάνατο τους και συγκεκριμένα το έτος 1936 το δώρισαν άτυπα στον γιο τους Α. Β., ο οποίος και διέμεινε στην ανωτέρω κατοικία με την οικογένεια του. Μετά το θάνατο του Α. Β. κατά το έτος 1978 η συννομή του ανωτέρω ακινήτου περιήλθε στη σύζυγο του Ε. (κατά 2/8 εξ αδιαιρέτου) και στους γιους τους Σ.
και Γ. Β. (από 3/8 εξ αδιαιρέτου στον καθένα) ενώ μετά το θάνατο και της μητέρας τους (το 1993) αυτοί κατέστησαν αποκλειστικοί συννομείς του ακινήτου. Το 2000 απεβίωσε ο Σ. Β. χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τους τρεις πρώτους εφεσίβλητους (σύζυγο και τέκνα του αντίστοιχα) ενώ το 2005 απεβίωσε και ο Γ.
Β. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγο και την κόρη του (τέταρτη και πέμπτη των εφεσίβλητων). Έτσι οι εφεσίβλητοι κατέστησαν συννομείς του ανωτέρω οικοπέδου και της επ' αυτού οικίας αλλά και συγκύριοι λόγω έκτακτης χρησικτησίας κατά τα προαναφερθέντα ποσοστά εξ αδιαιρέτου δεδομένου ότι η νομή αυτών και των δικαιοπαρόχων τους επί του ακινήτου είχε διαρκέσει, για χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο της εικοσαετίας.
Δυτικά του ακινήτου των εφεσίβλητων βρίσκεται οικόπεδο ιδιοκτησίας του εκκαλούντος εμβαδού 230 περίπου τ.μ., το οποίο συνορεύει βόρεια και βορειοδυτικά με την πλατεία του οικισμού, δυτικά με κοινοτική οδό, νότια με συμβολή δύο δρόμων και ανατολικά με δρόμο, με ιδιοκτησία των εφεσίβλητων και με ακίνητο άγνωστου ιδιοκτήτη.
Το ακίνητο αυτό το απέκτησε ο εκκαλών με το υπ' αριθ. .../17.4.2000 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Εμμανουήλ Λιαδάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πενταλόφου στον τ. 26 με α.α. 4. Επί του ακινήτου αυτού βρίσκεται παλαιά οικία ανεγερθείσα περί το έτος 1880, η οποία σύμφωνα με την περιγραφή του συμβολαίου κτήσης αποτελείται από υπόγειο εμβαδού 88 τ.μ.
και από δύο ορόφους συνολικού εμβαδού 177,70 τ.μ.. Η οικία αυτή εφάπτεται με την προς ανατολάς ευρισκόμενη οικία των εφεσίβλητων και, μολονότι οι οικίες αυτές χτίστηκαν κατά το ίδιο περίπου χρονικό διάστημα, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με βεβαιότητα ποια χτίστηκε πρώτη. Το ως άνω οικόπεδο σημερινής ιδιοκτησίας του εκκαλούντος ανήκε αρχικά στον Χ.
Β.. Στη συνέχεια αυτό περιήλθε με άτυπη δωρεά στην Π. συζ. Α. Τ., η οποία προέρχονταν από την οικογένεια Β.. Η Π. Τ. δώρισε το ακίνητο αυτό περί το έτος 1960 στον Β. Α., ο οποίος είχε σύζυγο του την κόρη της, Κ. Τ.. Ο Β. Α. δεν διέμενε στην κατοικία αυτή αλλά την επέβλεπε και προέβη σε κάποιες εργασίες συντήρησης και επισκευής της τη δεκαετία του 1970 ενώ τη δεκαετία του 1980 είχε επιτρέψει σε κάποιον μελισσοκόμο από τη Χαλκιδική, τον Η.
Τ. και τη σύζυγο του να διαμένουν στην οικία αυτή κατά τους θερινούς μήνες. Αργότερα, μετά το 1995 στο ισόγειο της κατοικίας είχαν εγκατασταθεί Αλβανοί μετανάστες, τους οποίους απέβαλε ενεργώντας για λογαριασμό του ο γιος του Λ. Α.. Ο Β. Α. απεβίωσε τον Ιούλιο του 1999 ενώ είχε προαποβιώσει (το 1995) η σύζυγος του Κ.
Τ.. Ως εκ τούτου και δεδομένου ότι δεν άφησε διαθήκη κληρονομήθηκε κατ' ισομοιρία από τους δύο γιους του Λ. και Δ. Α., οι οποίοι και κατέστησαν συννομείς του ακινήτου με την επ' αυτού παλαιά οικία αρχικής ιδιοκτησίας του Χ. Β.. Δεδομένου δε ότι από το 1960 μέχρι και το θάνατο του (1999) ο Β. Α. νέμονταν με τις ανωτέρω αναφερόμενες πράξεις του αδιάλειπτα το ακίνητο αρχικής ιδιοκτησίας Χ.
Β. και την επ' αυτού παλαιά οικία, είχε καταστεί κύριος αυτού λόγω έκτακτης χρησικτησίας. Οι γιοι του Β. Α., Λ. και Δ., αποδέχτηκαν την κληρονομιά με την υπ' αριθ. .../17.4.2000 σχετική πράξη του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Εμμανουήλ Λιαδάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών στον τ. 26 με α.α.3.
Στη συνέχεια, όπως ήδη αναφέρθηκε, πούλησαν το ακίνητό τους στον εκκαλούντα με το υπ' αριθ. .../2000 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω Συμβολαιογράφου. Μεταξύ των δύο οικιών (αρχικής ιδιοκτησίας Ι. και Χ. Β. αντίστοιχα) βρίσκεται και ο επίδικος χώρος εμβαδού 15,30 τ.μ., ο οποίος σύμφωνα με τους εφεσίβλητους αποτελεί τμήμα του ισογείου της οικίας τους και είχε διαμορφωθεί από αυτούς σε χώρο τουαλέτας και κουζίνας.
Χρησιμοποιούνταν δε από τους εφεσίβλητους μέχρι τον Απρίλιο του 2009, οπότε ο εκκαλών τον κατέλαβε και τον προσάρτησε στη δική του κατοικία ισχυριζόμενος ότι ανήκει στο υπόγειο της δικής του οικοδομής. Σχετικά με τον χώρο αυτό από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκαν τα παρακάτω: Όπως ήδη σημειώθηκε, οι δύο παλαιές οικίες, που βρίσκονται στα οικόπεδα των διαδίκων, χτίστηκαν κατά τον ίδιο περίπου χρόνο (περί το έτος 1880) και εφάπτονται.
Ανήκαν δε αρχικά σε μέλη της ίδιας οικογένειας (Β.) και επικοινωνούσαν παλαιότερα με εσωτερική θύρα κάτι που εξηγείται από τη συγγένεια των αρχικών ιδιοκτητών αλλά και από οικοδομικές συνήθειες της εποχής ανέγερσης τους, οπότε εφαπτόμενες οικίες χτίζονταν με εσωτερική επικοινωνία μεταξύ τους, ώστε να είναι δυνατή η διαφυγή των ενοίκων σε περίπτωση επίθεσης ληστών στη μία από αυτές.
Ωστόσο, όπως ιδίως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τον εκκαλούντα φωτογραφίες αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων πρόκειται για δύο διαφορετικά κτίρια με ξεχωριστό φέροντα οργανισμό και όχι για ενιαίο κτίριο, όπως δέχτηκε η εκκαλούμενη απόφαση. Άλλωστε, αν επρόκειτο περί ενιαίου κτιρίου, δεν θα ήταν νοητή η ύπαρξη χωριστής κυριότητας σε κάθε μία από τις οικίες αυτές χωρίς τη σύσταση οροφοκτησίας.
Ο επίδικος χώρος εμβαδού 15,30 τ.μ. ανήκει στον φέροντα οργανισμό (και συγκεκριμένα στο υπόγειο) της κατοικίας του εκκαλούντος. Άλλωστε, σε αυτόν υπήρχαν και ξύλινοι δοκοί (γριντιές) για τη στήριξη της υπόλοιπης οικοδομής (των δύο άνωθεν του υπογείου ορόφου). Ωστόσο, για μεγάλο χρονικό διάστημα (ήδη πριν από το 1950) ο χώρος αυτός χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά από τους δικαιοπαρόχους των εφεσίβλητων, αφού είχε παραχωρήσει σε αυτούς τη χρήση του κάποιος εκ των απώτερων δικαιοπαρόχων του εκκαλούντος (ίσως και ο αρχικός ιδιοκτήτης Χ.
Β. - βλ. επ' αυτού την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Κ. Δ. στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου: " Η αλήθεια είναι ... ότι σε αυτό το σπίτι ζούσε παλιά ένας παππούς και επειδή η οικογένεια Β. τον κοίταξε στα γεράματα του τους το έδωσε αυτό το υπόγειο"). Μέχρι το 1980 η οικογένεια Β. χρησιμοποιούσε τον χώρο αυτό για αποθήκευση ξύλων και ενίοτε για σταυλισμό ζώων.
Το 1980 ο Σ. Β. με τη συναίνεση και των υπόλοιπων συνιδιοκτητών (της μητέρας του Ε. και του αδελφού του Γ.) προέβη στη διαμόρφωση του χώρου αυτού σε κουζίνα και τουαλέτα της οικίας τους τοποθετώντας τα αντίστοιχα είδη υγιεινής, πλακίδια και ηλεκτρικές συσκευές ενώ διαχώρισε τον χώρο αυτό από την οικοδομή, που σήμερα ανήκει στον εκκαλούντα, με την κατασκευή τοίχου.
Επίσης, συνέδεσε τον επίδικο χώρο με την αποχέτευση της κατοικίας Β. αλλά και με την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και ύδρευσης αυτής. Ο τότε ιδιοκτήτης της διπλανής οικοδομής Β. Α. δεν αντέδρασε, καθότι γνώριζε την παλιά άτυπη συμφωνία για παραχώρηση του υπογείου της οικοδομής του στην οικογένεια Β. και επιθυμούσε να τη σεβαστεί.
Λόγω δε της αποκλειστικής χρήσης του επίδικου χώρου επί σειρά δεκαετιών ήδη οι δικαιοπάροχοι των εφεσίβλητων θεωρούσαν ότι αυτός ανήκει στην κυριότητα τους ως τμήμα της κατοικίας τους. Την ίδια πεποίθηση έχουν μέχρι και σήμερα οι κληρονόμοι τους και ήδη εφεσίβλητοι. Άλλωστε, κατά τα έτη από το 1950 μέχρι και το 2000 (αλλά και πριν το 1950) ουδέποτε οι ένοικοι της όμορης οικοδομής (το ζεύγος Α.
και Π. Τ. και στη συνέχεια ο Β. Α. και η σύζυγος του Κ.) είχαν διατυπώσει οποιαδήποτε διεκδίκηση σε σχέση με τον επίδικο χώρο ή αντίρρηση για τη χρήση του από την οικογένεια Β.. Ωστόσο, μετά το 2000, οπότε ο εκκαλών αγόρασε την ερειπωμένη τότε κατοικία Α. και προέβη σε γενική επισκευή και ανακαίνιση αυτής, ώστε να καταστεί και πάλι κατοικήσιμη, διαπίστωσε ότι ο επίδικος χώρος αποτελούσε στην πραγματικότητα τμήμα της δικής του οικοδομής (και άρα συστατικό του οικοπέδου, που είχε αγοράσει από τους κληρονόμους του Β.
Α.) και όχι τμήμα της διπλανής οικοδομής. Για το λόγο αυτό τον Απρίλιο του 2009 γκρέμισε τον τοίχο, που είχε κτίσει το 1980 ο Σ. Β. και ενσωμάτωσε έτσι τον χώρο αυτό στη δική του κατοικία. Προέβη δε στην ανέγερση νέου τοίχου για το διαχωρισμό του ισογείου της κατοικίας των εφεσίβλητων από τον επίδικο χώρο αποβάλλοντας έτσι τους εφεσίβλητους από τη νομή τους σε αυτόν.
Μολονότι όμως οι εφεσίβλητοι και πριν από αυτούς οι δικαιοπάροχοι τους νέμονταν τον επίδικο χώρο επί σειρά δεκαετιών (ενόψει του ότι είναι νοητή και η νομή σε μέρος πράγματος κατ' άρθρο 993 ΑΚ), δεν είναι δυνατή, ενόψει και των όσων εκτίθενται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, η θεμελίωση κυριότητας με χρησικτησία σε μέρος μόνο της διπλανής οικοδομής, Συνεπώς, ο χώρος αυτός εξακολουθεί να ανήκει κατά κυριότητα στον ιδιοκτήτη του οικοπέδου, επί του οποίου έχει χτιστεί η οικοδομή που ανήκε κατά σειρά στους Χ.
Β., Π. Τ., Β. Α. και κληρονόμους αυτού και το οποίο οικόπεδο έχει περιέλθει σήμερα στον εκκαλούντα Β. Ο., αφού συστατικό του οικοπέδου, που αυτός αγόρασε, είναι το σύνολο της οικοδομής, η οποία χτίστηκε από τον Χ. Β. (άρα και το υπόγειο αυτής). Εξάλλου, το ότι ο επίδικος χώρος ανήκει στον φέροντα οργανισμό της οικοδομής του εκκαλούντος προκύπτει αναμφίβολα τόσο από τις προσκομισθείσες από αυτόν φωτογραφίες και τεχνικές εκθέσεις και τις καταθέσεις των μαρτύρων του όσο και από την κατάθεση στο ακροατήριο του μάρτυρα των εφεσίβλητων, ο οποίος ανέφερε μεταξύ άλλων ότι: "Η οικία που βρίσκεται πάνω από το επίδικο έχει δύο ορόφους και ήταν ακατοίκητη αλλά και πριν που κατοικούνταν κανείς από αυτούς δεν έκανε χρήση του υπογείου" και "Ο πρώτος και ο δεύτερος όροφος αυτού του σπιτιού είναι του Ο..
Αυτοί οι όροφοι βρίσκονται πάνω από το επίδικο, είναι στην ίδια οικοδομή. Το επίδικο δεν προεξέχει από το όλο σπίτι". Με βάση όλα τα παραπάνω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση του δέχτηκε ότι ο επίδικος χώρος συμπεριλαμβάνεται σε ακίνητο ιδιοκτησίας των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων και για το λόγο αυτό δέχτηκε την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις κατά τους βάσιμους περί τούτων σχετικούς λόγους της έφεσης.
Ακολούθως, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, δέχτηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου και ως βάσιμη κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 953, 954, 1002 και 1117 ΑΚ, 1 και 14 του ν. 3741/1929, που ήταν εφαρμοστέες στη προκειμένη περίπτωση αντί των διατάξεων των άρθρων 974, 987, 1041, 1042, 1043, 1045, 1046 και 1094 ΑΚ και επομένως ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Αφού απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των ηττωμένων αναιρεσειόντων, σύμφωνα με το άρθρο 176 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29-3-2013 αίτηση της Δ. Β. κλπ για αναίρεση της 46/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, που δίκασε ως Εφετείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ