Legislator Case Law & Legislation
2170/2018 AI generated

2170/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2170/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονυσία Μπιτζούνη, Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2170/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά συνέπεια όσων προεκτέθηκαν, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη και συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της προκείμενης διαδικασίας σε βάρος της αιτούσας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2170 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2170/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονυσία Μπιτζούνη, Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριου Παπαγεωργίου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2018, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ι. Β. του Β., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 80/2017 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου.

Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19.5.2017 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 893/17 Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Παπαγεωργίου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη με αριθμό πρωτ. 227/25.9.2018, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

"Εισάγω, ενώπιον Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 αρ. 2, 527 παρ. 1, 3 και 528 παρ. 1, σε συνδ. 476 πβρ. 1 ΚΠΔ, την από 19-5-2017 αίτηση αναίρεσης της Ι. Β. του Β., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 80/2017 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου και εκθέτω τα εξής: Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις περιοριστικά αναφερόμενες στη συγκεκριμένη διάταξη περιπτώσεις και ειδικότερα: 1) αν δύο άνθρωποι καταδικάστηκαν για την ίδια πράξη με δύο διαφορετικές αποφάσεις και είναι πρόδηλο από τη σύγκρισή τους ότι ένας από τους δύο είναι αθώος, 2) αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα-άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν- γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία από μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε, 3) αν βεβαιωθεί ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων ή γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων ή πλαστά αποδεικτικά έγγραφα ή πειστήρια, τα οποία είχαν προσκομιστεί ή είχαν ληφθεί υπόψη στη διαδικασία του ακροατηρίου ή δωροληψία ή άλλη από πρόθεση παράβαση καθήκοντος του δικαστή ή του ενόρκου που μετείχε στο δικαστήριο που απάγγειλε την καταδίκη, 4) αν μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδείχθηκε ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα και 5) αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 528 παρ. 1 ΚΠΔ "...Αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση της επανάληψης είναι, κατά τις διακρίσεις της παρ. 3 του άρθρου 527, το συμβούλιο εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. ...Κατά της απόφασης του συμβουλίου των εφετών επιτρέπεται αναίρεση στον εισαγγελέα και στον αιτούντα κατά τα άρθρα 484 και 485".

Η επανάληψη της διαδικασίας, της οποίας οι προϋποθέσεις, τα όρια και η έκταση εφαρμογής ρυθμίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 525 έως 530 ΚΠΔ, συγκεντρώνει μεν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των ένδικων βοηθημάτων, πλην, όμως, αποτελεί έκτακτη διαδικασία, με αντικείμενο προσβολής αμετάκλητη δικαιοδοτική κρίση που έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου [ΑΠ 1222/2008 ΑΠ 680/2007], για την κάλυψη δε των κενών του ως άνω κανονιστικού πλαισίου εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις που διέπουν τα ένδικα μέσα [ΑΠ 712/2003 ΑΠ 1656/2000 ΑΠ 1576/1999 Θεοχάρη Δαλακούρα, Επανάληψη της διαδικασίας, Αθήνα 2007, σελ. 103 επ.].

Ενόψει δε του ότι το βούλευμα που αποφαίνεται για την αίτηση επανάληψης της διαδικασίας δεν αποτελεί καταδικαστική απόφαση, η αναίρεση κατ' αυτού ασκείται με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ τρόπο, δηλαδή με δήλωση του δικαιουμένου προς τούτο στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε το βούλευμα, για την οποία συντάσσεται σχετική έκθεση, και όχι με δήλωση και επίδοσή της στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά τις προβλέψεις του άρθρου 473 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα [ΑΠ 1343/2000], Περαιτέρω, ναι μεν η, κατ' άρθρο 475 παρ. 1 ΚΠΔ, παραίτηση από το ασκηθέν ένδικο μέσο, η οποία δηλώνεται σύμφωνα με το άρθρο 474 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, ως λόγος κηρύξεως αυτού απαραδέκτου, δεν τελεί σε σχέση επικουρικότητας ως προς τον επαγόμενο την αυτή έννομη συνέπεια λόγο της μη τήρησης των νόμιμων διατυπώσεων για την άσκησή του και ως εκ τούτου, κατά λογική συνέπεια, αν ο διάδικος παραιτήθηκε νομότυπα από κάποιο ένδικο μέσο κατά απόφασης ή βουλεύματος που έχει ασκήσει, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, λόγω της παραίτησης αυτής, χωρίς να είναι ανάγκη να ερευνηθεί προηγουμένως αν για την άσκησή του έχουν τηρηθεί ή όχι οι νόμιμες διατυπώσεις [ΟλΑΠ 6/2005 ΑΠ 850/2006 ΑΠ 1055/2007], πλην, όμως, απαραίτητη προς τούτο προϋπόθεση είναι η παραίτηση από την αίτηση επανάληψης της διαδικασίας να γίνει κατά τους νόμιμους τύπους, διαφορετικά η παραίτηση που δεν έγινε κατά τον προσήκοντα, ως άνω, τρόπο δεν επάγεται έννομες συνέπειες, όπως η απόρριψη της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας ως απαράδεκτης [ΑΠ 511/2017 ΑΠ 573/2015], Τέλος, κατά το άρθρο 476 ΚΠΔ, "1.

Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχε! προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο...".

Στην προκειμένη περίπτωση, η αιτούσα, με την από 1-2-2017 αίτησή της, ζήτησε την επανάληψη προς το συμφέρον της ίδιας της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 2477/2012, ήδη αμετάκλητης, απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, με την οποία η αιτούσα καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης εξήντα τριών (63) μηνών (η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τρία έτη) και συνολική χρηματική ποινή 21.000,00 ευρώ, για την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου μόνου του ΑΝ 690/1945 κατά συρροή.

Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με το υπ' αριθμ. 80/2017 βούλευμά του, απέρριψε την ως άνω αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά του εν λόγω βουλεύματος η αιτούσα άσκησε την από 19-5-2017 αίτηση αναίρεσης, με σχετική δήλωση και επίδοσή της, την 23-5-2017, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώ στη συνέχεια, με την από 11-6-2018 δήλωσή της που κατέθεσε στη Γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, παραιτήθηκε από την ανωτέρω αίτηση αναίρεσης, σημειώνοντας ότι δεν επιθυμεί την έκδοση αποφάσεως επ' αυτής.

Η αίτηση-δήλωση, όμως, αναίρεσης κατά του προειρημένου βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου δεν ασκήθηκε νομότυπα, δηλαδή με δήλωση στο Γραμματέα του Συμβουλίου που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα και σύνταξη σχετικής έκθεσης, κατά το άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ, αλλά με δήλωση και επίδοσή της στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, γεγονός που καθιστά τη συγκεκριμένη αίτηση- δήλωση απαράδεκτη και ως εκ τούτου απορριπτέα, χωρίς να ασκεί επιρροή η γενομένη παραίτηση από αυτήν, αφού η συγκεκριμένη παραίτηση δεν έγινε νομότυπα, σύμφωνα με τις προηγούμενες αναπτύξεις.

Κατά συνέπεια όσων προεκτέθηκαν, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη και συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της προκείμενης διαδικασίας σε βάρος της αιτούσας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

Για τους λόγους αυτούς Προτείνεται: Να απορριφθεί η από 19-5-2017 αίτηση αναίρεσης της Ι. Β. του Β., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 80/2017 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου Και Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της προκείμενης διαδικασίας σε βάρος της αιτούσας.

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χαράλαμπος Βουρλιώτης"

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 474 παρ.1 και 475 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. ο διάδικος μπορεί να παραιτηθεί από το ασκηθέν ένδικο μέσο, με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στον γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος, και αν αυτός κρατείται στη φυλακή σ' εκείνον που την διευθύνει.

Επίσης, η παραίτηση μπορεί να γίνει και στο ακροατήριο πριν αρχίσει η συζήτηση με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδρίασης. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 528 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. "...Αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επανάληψης της διαδικασίας είναι κατά τις διακρίσεις της παραγρ. 3 του άρθρου 527 το Συμβούλιο Εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο Εισαγγελέα και τον αιτούντα...

Κατά της απόφασης του Συμβουλίου Εφετών επιτρέπεται αναίρεση στον Εισαγγελέα και στον αιτούντα κατά τα άρθρα 484 και 485". Η επανάληψη της διαδικασίας ^της οποίας οι προϋποθέσεις, τα όρια και η έκταση εφαρμογής ρυθμίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 525 έως 530 του Κ.Ποιν.Δ., συγκεντρώνει μεν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των ενδίκων βοηθημάτων, πλην όμως αποτελεί έκτακτη διαδικασία, με αντικείμενο προσβολής αμετάκλητη δικαιοδοτική κρίση που έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου (ΑΠ 1222/2008) για την κάλυψη δε των κενών του ως άνω κανονιστικού πλαισίου εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις που διέπουν τα ένδικα μέσα (ΑΠ 712/2003).

Ενόψει δε του ότι το βούλευμα που αποφαίνεται για την αίτηση επανάληψης της διαδικασίας δεν αποτελεί καταδικαστική απόφαση, η αναίρεση κατ' αυτού ασκείται με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 474 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. τρόπο δηλαδή με δήλωση του δικαιουμένου προς τούτο στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε το βούλευμα για την οποία συντάσσεται σχετική έκθεση και όχι με δήλωση και επίδοσή της στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά τις προβλέψεις του άρθρου473 παρ.2 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 1343/2000).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 18 του Ν.2408/1996, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα, ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς αν τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει, ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα δικαστικά έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο.

Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι όλες οι προαναφερόμενες περιπτώσεις που αυτή προβλέπει, όπως είναι κι η άσκηση του ενδίκου μέσου, χωρίς να τηρηθούν οι οριζόμενες από το νόμο διατυπώσεις για την άσκησή του, καθώς και η νόμιμη παραίτηση από το ένδικο μέσο ισοτίμως επάγονται την ίδια έννομη συνέπεια, την απόρριψη δηλαδή του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου.

Η δε παραίτηση από το ένδικο μέσο ως λόγος κήρυξης αυτού ως απαραδέκτου δεν τελεί σε σχέση επικουρικότητας ως προς τον επαγόμενο την ίδια έννομη συνέπεια λόγο της μη τήρησης των νομίμων διατυπώσεων για την άσκησή του. Κατά λογική συνέπεια, αν ο διάδικος παραιτήθηκε νομότυπα από κάποιο ένδικο μέσο κατά απόφασης ή βουλεύματος που αυτός έχει ασκήσει, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο λόγω της παραίτησης αυτής ασχέτως της συνδρομής και του άλλου λόγου που αμέσως προηγουμένως αναφέρεται (OA ΑΠ 6/2005), πλην όμως απαραίτητη προς τούτο προϋπόθεση είναι η παραίτηση να γίνει κατά τους νόμιμους τύπους, διαφορετικά δεν επάγεται έννομες συνέπειες (ΑΠ 511/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας η αναιρεσείουσα Ι. Β. του Β., κάτοικος ..., με την από 1.2.2017 αίτησή της ζήτησε την επανάληψη προς το συμφέρον της ίδιας, της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ. 2477/2012 ήδη αμετάκλητης απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου με την οποία η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης εξήντα τριών (63) μηνών, με τριετή αναστολή και συνολική χρηματική ποινή 21.000 ευρώ για την αξιόποινη πράξη της παράβασης του άρθρου μόνου του ΑΝ 690/1945, κατά συρροή.

Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου με το υπ' αριθμ. 80/2017 βούλευμά του απέρριψε την ως άνω από 1.2.2017 αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά του ως άνω βουλεύματος η αναιρεσείουσα άσκησε την κρινόμενη από 19.5.2017 αίτηση - αναίρεσης με σχετική δήλωση και επίδοσή της την 23.5.2017 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Στη συνέχεια η αναιρεσείουσα συνέταξε την από 11.6.2018 δήλωση την οποία κατέθεσε στη Γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου (αρ.

πρωτ. 6276/12.6.2018) με την οποία δήλωσε ότι παραιτείται από την προαναφερόμενη αίτηση αναίρεσης που άσκησε κατά του υπ' αριθμ. 80/2017 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Η αίτηση όμως, αναίρεσης κατά του προειρημένου βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου δεν ασκήθηκε νομότυπα, δηλαδή με δήλωση στον Γραμματέα του Συμβουλίου που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα και σύνταξη σχετικής έκθεσης κατά το άρθρο 474 παρ.

β του Κ.Ποιν.Δ, αλλά με δήλωση και επίδοσή της στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, γεγονός που καθιστά τη συγκεκριμένη αίτηση αναίρεσης απαράδεκτη και ως εκ τούτου απορριπτέα, χωρίς να ασκεί επιρροή η γενομένη εκ των υστέρων παραίτηση από αυτήν, αφού η συγκεκριμένη παραίτηση δεν έγινε νομότυπα, σύμφωνα με όσα στη νομική σκέψη εκτέθηκαν.

Συνεπώς η κρινομένη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη και συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί και επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19.5.2017 αίτηση αναίρεσης της Ι. Β. του Β., κατοίκου ... κατά του υπ' αριθμ. 80/2017 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2018. Και

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ